FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 2041/2014/DK κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων

Η υπόθεση αφορούσε την απόφαση της Επιτροπής να αλλάξει την αρχική της πρόταση σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος, τα οποία αποκτήθηκαν στο συνταξιοδοτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου, στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ.

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ήταν υποχρεωμένη να τροποποιήσει την αρχική της πρόταση, καθώς είχε βασιστεί σε γενικές εκτελεστικές διατάξεις οι οποίες ήταν ήδη παρωχημένες κατά τον χρόνο υποβολής της πρότασής της. Η αναθεωρημένη πρόταση της Επιτροπής, η οποία ήταν λιγότερο ευνοϊκή για τον καταγγέλλοντα, βασίστηκε στις αναθεωρημένες γενικές διατάξεις εφαρμογής που ίσχυαν κατά την ημερομηνία της αρχικής πρότασης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να τηρήσει την πρώτη πρότασή της την οποία είχε ήδη αποδεχθεί.

Ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε το ζήτημα και διαπίστωσε ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε αποφανθεί ότι η Επιτροπή δεν ήταν νομικά υποχρεωμένη να υποβάλει προτάσεις σχετικά με τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν εκτός του συνταξιοδοτικού συστήματος της ΕΕ και ότι, στην πραγματικότητα, ο πραγματικός προσδιορισμός της αξίας των εν λόγω μεταφερόμενων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μπορούσε να δοθεί μόνο μετά την πραγματοποίηση της μεταφοράς. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν μια πρακτική που καθιέρωσε η Επιτροπή απλώς για να ενημερώσει καλύτερα τους υπαλλήλους της σχετικά με το τι θα μπορούσαν να αναμένουν μόλις αποφάσιζαν πραγματικά να ζητήσουν τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την καταγγελία με το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η καταγγελία αφορά διαφορά μεταξύ υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής σχετικά με τη μεταφορά των εθνικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συνταξιοδοτικό καθεστώς της ΕΕ).

2. Τον Δεκέμβριο του 2009, ο καταγγέλλων ζήτησε τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησε σε ένα από τα κράτη μέλη στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ. Τον Μάιο του 2010, η Επιτροπή πρότεινε να μετατραπούν τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα σε 6 έτη και 2 μήνες συντάξιμης υπηρεσίας στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ και το «υπόλοιπο του προς μεταφορά κεφαλαίου (17 599,27 ευρώ) να επιστραφεί» στον καταγγέλλοντα (η αρχική πρόταση). Ο καταγγέλλων αποδέχθηκε την πρόταση τον Ιούνιο του 2010.

3. Τον Μάιο του 2011, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι ήταν υποχρεωμένη να αναθεωρήσει την προηγούμενη πρότασή της, καθώς βασιζόταν στις προηγούμενες γενικές εκτελεστικές διατάξεις, οι οποίες είχαν καταστεί παρωχημένες από την 1η Ιανουαρίου 2009 [1]. Βάσει των νέων (2011) γενικών διατάξεων εφαρμογής, η Επιτροπή υπέβαλε νέα πρόταση διάρκειας 5 ετών, 7 μηνών και 12 ημερών, χωρίς να επιστραφούν χρήματα στον καταγγέλλοντα (αναθεωρημένη πρόταση). Ο καταγγέλλων δεν αποδέχθηκε την αναθεωρημένη πρόταση, διότι θεωρούσε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε τηρήσει την αρχική της πρόταση την οποία είχε αποδεχθεί. Αφού υπέβαλε ανεπιτυχώς καταγγελία στην Επιτροπή, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή τον Ιούλιο του 2013 (καταγγελία 1405/2013/DK).

4. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα και έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής. Η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι υπήρχαν ήδη 32 υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το ίδιο θέμα [2] και διερωτήθηκε κατά πόσον ήταν σκόπιμο να εμπλακεί ο Διαμεσολαβητής. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η υποβολή καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα βάσει του δικαίου της ΕΕ, όπως καθίσταται σαφές στο άρθρο 43 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Ως εκ τούτου, οι περιορισμοί του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή, όπως αυτοί που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 και στο άρθρο 2 παράγραφος 7 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή [3], πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι περιορισμοί αυτοί, οι οποίοι εφαρμόζονται όταν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται μια καταγγελία εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίου, δεν ισχύουν στην παρούσα υπόθεση. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, οι περιορισμοί για την εφαρμογή της υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου πρέπει να αφορούν την υπόθεση του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε επίσης, αφού εξέτασε τις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις, ότι ήταν σαφές ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης θα ασχολούνταν με το ζήτημα της εφαρμογής των νέων κανόνων εφαρμογής, το βασικό ζήτημα που έθεσε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να διερευνήσει περαιτέρω την καταγγελία και την περάτωσε στις 4 Δεκεμβρίου 2013.

5. Τον Δεκέμβριο του 2013, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξέδωσε την απόφασή του [4] στην υπόθεση F-117/11. Το Δικαστήριο ΔΔ διαπίστωσε ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής να αποσύρει τις αρχικές προσφορές της σε υπαλλήλους που είχαν ήδη αποδεχθεί τις εν λόγω προσφορές πριν από την έναρξη ισχύος [5] των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του 2009 ήταν παράνομες.

6. Τον Ιούλιο του 2014, η καταγγέλλουσα υπέβαλε στην Επιτροπή ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης για να προσβάλει, βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το σημείωμα της 20ής Μαΐου 2011, με το οποίο υπέβαλε την αναθεωρημένη πρότασή της.

7. Τον Οκτώβριο του 2014, η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία ως απαράδεκτη. Εξήγησε ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ επιβάλλει την υποβολή διοικητικής ενστάσεως εντός προθεσμίας τριών μηνών. Η καταγγέλλουσα έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 20 Μαΐου 2011. Ως εκ τούτου, δεν τήρησε την ανωτέρω προθεσμία. Επίσης, ο καταγγέλλων είχε ήδη υποβάλει καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 αμφισβητώντας την ίδια απόφαση της Επιτροπής. Με απόφαση της 26ης Ιουλίου 2011, η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία αυτή. Τέλος, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης δεν μπορούν να θεωρηθούν «νέο γεγονός» για τον καταγγέλλοντα, το οποίο θα επέτρεπε την εκ νέου έναρξη της τρίμηνης προθεσμίας. Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις του δικαστηρίου στις οποίες αναφέρεται ο καταγγέλλων εκδόθηκαν στις 11 Δεκεμβρίου 2013 και, ως εκ τούτου, η νέα τρίμηνη περίοδος θα είχε λήξει τον Μάρτιο του 2014. Ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης μόλις τον Ιούλιο του 2014.

8. Τον Δεκέμβριο του 2014, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Η κύρια αιτίαση του καταγγέλλοντος ήταν ότι η Επιτροπή αντικατέστησε την αρχική της πρόταση, αφού την είχε αποδεχθεί, με λιγότερο ευνοϊκή. Είχε υποβάλει εμπροθέσμως σχετική καταγγελία βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, το 2011. Η Επιτροπή την απέρριψε. Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 2013, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπίστωσε ότι η πρακτική της Επιτροπής, στο είδος της κατάστασης του καταγγέλλοντος, ήταν παράνομη.

9. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι θα ήταν σαφώς άδικο να περατωθεί μια υπόθεση με την αιτιολογία ότι το ζήτημα που έθεσε ο καταγγέλλων εκκρεμούσε ενώπιον δικαστηρίου και στη συνέχεια να απορριφθεί περαιτέρω καταγγελία που υποβλήθηκε αφού το δικαστήριο είχε αποφανθεί επί του εν λόγω ζητήματος. Ενώ ήταν αλήθεια ότι ο καταγγέλλων απευθύνθηκε εκ νέου στην Επιτροπή μόλις επτά μήνες μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε ήδη υποβάλει καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και θεώρησε ότι το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να επιστρέψει στην Επιτροπή το 2014 δεν ήταν παράλογο ή υπερβολικό.

10. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την έναρξη έρευνας, λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα οποία οι αποφάσεις της Επιτροπής να αντικαταστήσει τις αρχικές προσφορές της, εάν είχαν γίνει δεκτές από τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους πριν από την έναρξη ισχύος των νέων γενικών εκτελεστικών διατάξεων, ήταν παράνομες. Επιπλέον, το Δικαστήριο ΔΔ έκρινε ότι το άρθρο 9 των ΓΕΔ 2011, στο οποίο στηρίζονταν οι αναθεωρημένες αποφάσεις της Επιτροπής, ήταν παράνομο και, ως εκ τούτου, οι προσφυγές που στηρίζονταν στη διάταξη αυτή ήταν άκυρες. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν ορθή διοικητική πρακτική να επανεξετάζονται αποφάσεις βάσει του εν λόγω κανόνα, οι οποίες δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας, αλλά είχαν προσβληθεί με καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και, στη συνέχεια, με καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Η έρευνα

11. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με την καταγγελία και να δηλώσει αν προτίθεται να επανεξετάσει τις προηγούμενες (αρχικές) προτάσεις της σύμφωνα με τα ανωτέρω πορίσματα του Δικαστηρίου.

12. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση της γνώμης της Επιτροπής. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη.

Αξιολόγηση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

13. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι, σε δύο [6] από τις προαναφερθείσες υποθέσεις, είχαν ασκηθεί αναιρέσεις στο Γενικό Δικαστήριο και οι αποφάσεις του εν λόγω [7] Δικαστηρίου αναμενόταν να εκδοθούν κατά τους προσεχείς μήνες. Αναφερόμενη στο άρθρο 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [8], στα άρθρα 1 παράγραφος 3 [9] και 2 παράγραφος 7 [10] του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 [11] των διατάξεων εφαρμογής του Διαμεσολαβητή και στο γεγονός ότι ο πυρήνας των υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ο ίδιος με τον πυρήνα της καταγγελίας του καταγγέλλοντος στον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή έκρινε ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να θέσει την παρούσα καταγγελία στο αρχείο χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.

14. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι η καταγγελία του αφορούσε το ίδιο ζήτημα με εκείνο που εκκρεμούσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις δύο ανωτέρω υποθέσεις.

15. Το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε τις αποφάσεις του [12] και στις δύο υποθέσεις στις 13 Οκτωβρίου 2015. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τις δύο αποφάσεις και διαπιστώνει ότι αυτές αφορούν τα ίδια νομικά ζητήματα με αυτά που θίγονται στην παρούσα καταγγελία.

16. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι το Συνέδριο διαπίστωσε ότι ούτε οι διατάξεις εφαρμογής του 2004 ούτε οι διατάξεις εφαρμογής του 2009 [13] απαιτούσαν από την Επιτροπή να αποστείλει «πρόταση» στους υπαλλήλους που ζήτησαν τη μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτηθεί σε άλλα συνταξιοδοτικά καθεστώτα. Το Συνέδριο διαπίστωσε επίσης ότι αυτή ήταν μια πρακτική που καθιέρωσε η Επιτροπή απλώς και μόνο για να ενημερώσει τους υπαλλήλους σχετικά με το τι θα μπορούσαν να αναμένουν εάν αποφάσιζαν πράγματι να ζητήσουν τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους που έχουν αποκτηθεί σε άλλα συνταξιοδοτικά καθεστώτα [14]. Το Συνέδριο επισήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο ακριβής προσδιορισμός του αριθμού των ετών που πρέπει να πιστωθούν στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της ΕΕ μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την πραγματική μεταφορά από τις εθνικές αρχές και μόνο «βάσει του μεταφερόμενου κεφαλαίου»[15].

17. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, όπως ερμηνεύθηκαν στη συνέχεια από το Δικαστήριο, όταν υπέβαλε νέα πρόταση στον καταγγέλλοντα σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του που αποκτήθηκαν εκτός του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της ΕΕ. Δεδομένου ότι ο πραγματικός προσδιορισμός της αξίας των μεταφερόμενων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος θα μπορούσε να γίνει μόνο μετά τη μεταφορά από τις εθνικές αρχές, κάθε «πρόταση» που θα είχε υποβληθεί εκ των προτέρων από την Επιτροπή θα ήταν καθαρά συμβουλευτική και δεν θα ήταν δεσμευτική για την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.

18. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, ενώ η Επιτροπή δεν είχε καμία υποχρέωση να υπολογίσει την πιθανή αξία των μεταφερόμενων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και η πραγματική αξία των μεταφερόμενων δικαιωμάτων μπορούσε να προσδιοριστεί μόνο μετά την πραγματοποίηση της μεταφοράς, θα ήταν ορθή διοικητική πρακτική για την Επιτροπή να ενημερώσει τους υπαλλήλους της ότι η «πρόταση» της δεν ήταν νομικά δεσμευτική. Ωστόσο, με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

 

Συμπέρασμα

Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

 

[1] Ο κανονισμός αριθ. 1324/2008 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, τροποποίησε το επιτόκιο που προβλέπεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο χρησιμοποιείται στους αναλογιστικούς υπολογισμούς που σχετίζονται με το συνταξιοδοτικό καθεστώς της ΕΕ. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι οι νέες εκτελεστικές διατάξεις του 2011 θέσπισαν νέους συντελεστές μετατροπής, οι οποίοι επέτρεψαν στην Επιτροπή να προβεί στους σωστούς υπολογισμούς σχετικά με τα μεταβιβάσιμα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος.

[2] Υποθέσεις F-117/11· F-130/11· F-131/11· F-134/11· F-136/11· F-138/11· F-18/12· F-29/12· F-31/12· F-42/12· F-44/12· F-55/12· F-61/12· F-62/12· F-66/12· F-75/12· F-88/12· F-91/12· F-108/12· F-112/12· F-144/12· F-146/12· F-147/12· F-152/12· F-18/13· F-19/13· F-23/13· F-25/13· F-35/13· F-38/13· F-39/13 και F-40/13.

[3] Βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 3 και του άρθρου 2 παράγραφος 7 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή, μια καταγγελία δεν μπορεί να εξεταστεί από τον Διαμεσολαβητή εάν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίου.

[4] Τα σημαντικότερα σημεία της απόφασης του Δικαστηρίου μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

- η άποψη της Επιτροπής ότι ο κανονισμός 1324/2008 κατέστησε τις ΓΕΔ 2004 παρωχημένες και άνευ νομικής βάσεως όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του αριθμού των συντάξιμων ετών που πρέπει να συνυπολογιστούν είναι νομικώς εσφαλμένη, δεδομένου ότι η δικαιολόγηση μιας τέτοιας απόψεως δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ·

- σύμφωνα με μια γενικώς αποδεκτή αρχή, ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται αμέσως σε καταστάσεις που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί και στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που γεννήθηκαν, αλλά δεν είχαν συσταθεί πλήρως, υπό το κράτος του παλαιού κανόνα (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 2012, F 31/10, Guittet κατά Επιτροπής, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

- για να έχει συσταθεί πλήρως η κατάσταση μονίμου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού που έχει υποβάλει αίτηση «μεταφοράς» δυνάμει των ΓΕΔ 2004, πρέπει να αποδειχθεί ότι, κατά το τέλος της ημέρας που προηγείται της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος των νέων συντελεστών μετατροπής που προβλέπονται στις ΓΕΔ 2011 (31 Μαρτίου 2011), ο ενδιαφερόμενος είχε αποδεχθεί την πρόταση περί αναγνωρίσεως συντάξιμων ετών που του είχε υποβληθεί δυνάμει των ΓΕΔ 2004·

- εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός απαιτούσε την αναδρομική εφαρμογή των ΓΕΔ 2011. Επιπλέον, δεν απέδειξε ότι επιτακτικό υπέρτερο συμφέρον την υποχρέωνε να εφαρμόσει αναδρομικά τις ΓΕΔ 2011.

- η εφαρμογή των συντελεστών μετατροπής που προβλέπονται στο παράρτημα 1 των ΓΕΔ 2011 πριν από την έναρξη ισχύος των εν λόγω γενικών εκτελεστικών διατάξεων την 1η Απριλίου 2011, στους μονίμους υπαλλήλους ή τα μέλη του λοιπού προσωπικού που είχαν αποδεχθεί πρόταση περί αναγνωρίσεως συντάξιμων ετών πριν από την 1η Απριλίου 2011, προσέβαλε κατ' ανάγκην τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των εν λόγω μονίμων υπαλλήλων ή μελών του λοιπού προσωπικού (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Guittet κατά Επιτροπής, σκέψη 66).

- Το άρθρο 9 των ΓΕΔ 2011 πρέπει να κηρυχθεί παράνομο στο μέτρο που προβλέπει την εφαρμογή των συντελεστών μετατροπής που προβλέπονται στο παράρτημα 1 των ΓΕΔ 2011 στους μόνιμους και λοιπούς υπαλλήλους που αποδέχθηκαν πρόταση περί αναγνωρίσεως συντάξιμων ετών πριν από την έναρξη ισχύος των ΓΕΔ 2011.

- οι αρχικές προτάσεις, οι οποίες εφάρμοζαν τις ΓΕΔ 2004, δεν ήταν παράνομες με κανέναν τρόπο και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να αποσυρθούν.

[5] 3 Μαρτίου 2011.

[6] Υποθέσεις F-130/11 και F-117/11.

[7] T-104/14 P, T-131/14 P.

[8] "Σύμφωνα με τα καθήκοντά του, ο Διαμεσολαβητής διεξάγει έρευνες για τις οποίες κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει καταγγελιών που του υποβάλλονται απευθείας ή μέσω βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκτός εάν τα καταγγελλόμενα γεγονότα αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας."

[9] Συνήγορος του Πολίτη δεν μπορεί να παρεμβαίνει σε υποθέσεις που εκδικάζονται από δικαστήρια ούτε να αμφισβητεί την ορθότητα απόφασης δικαστηρίου."

[10] "Όταν ο Διαμεσολαβητής, λόγω νομικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν ολοκληρωθεί σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν, πρέπει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη ή να τερματίσει την εξέτασή της, το αποτέλεσμα τυχόν ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι εκείνο το σημείο κατατίθεται οριστικά."

[11] "Εάν κινηθεί δικαστική διαδικασία σε σχέση με θέματα που διερευνώνται από τον Διαμεσολαβητή, θέτει την υπόθεση στο αρχείο. Το αποτέλεσμα των ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι τότε κατατίθεται χωρίς περαιτέρω ενέργειες.»

[12] http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=169701&pageIndex=0&doclang=FR&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=589958 και http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;text=&docid=169662&pageIndex=0&doclang=FR&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=590216

[13] Βλ. σκέψη 42 της απόφασης στην υπόθεση T-131/14 P.

[14] Βλ. σκέψη 43 της απόφασης στην υπόθεση T-131/14 P.

[15] Βλ. σκέψη 52 της απόφασης στην υπόθεση T-131/14 P.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!