FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 119/2015/PHP σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αίτησης πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με την TTIP

Η υπόθεση αφορούσε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Επενδύσεων και Εμπορίου (TTIP). Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση σε ορισμένα από τα ζητηθέντα έγγραφα για λόγους προστασίας των διεθνών σχέσεων και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Οι καταγγέλλοντες απευθύνθηκαν στον Διαμεσολαβητή και υποστήριξαν ότι η Επιτροπή δεν είχε αιτιολογήσει επαρκώς την άρνηση παροχής πρόσβασης και δεν είχε προβεί σε αξιολόγηση ανά έγγραφο. Επιπλέον, οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν στην ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις περιβαλλοντικές πληροφορίες.

Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε το ζήτημα και δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Στην τελική της απόφαση, η Διαμεσολαβήτρια παρατήρησε ότι ορισμένες από τις ανησυχίες που εξέφρασαν οι καταγγέλλοντες είχαν ήδη αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τη διαφάνεια των διαπραγματεύσεων για την TTIP. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Στις 17 Φεβρουαρίου 2014, η ClientEarth, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος, το Friends of the Earth Europe, το Corporate Europe Observatory και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (εφεξής «καταγγέλλοντες») υπέβαλαν αίτηση, δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 [1], για πρόσβαση στα ακόλουθα έγγραφα που σχετίζονται με τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Επενδύσεων Εμπορίου (TTIP):

α) το κείμενο της διαπραγματευτικής εντολής της ΕΕ·

β) Το κείμενο των θέσεων της ΕΕ σχετικά με: κανονιστική συνεργασία, προστασία των επενδύσεων και επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών (ISDS), χημικός τομέας, ασφάλεια των τροφίμων, βιώσιμη ανάπτυξη και ενέργεια, όπως γνωστοποιήθηκαν στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΗΠΑ)·

γ) Οποιεσδήποτε άλλες εκθέσεις ή έγγραφα που παρέχονται στις ΗΠΑ από την ΕΕ σχετικά με τα θέματα που προσδιορίζονται στο σημείο β) ανωτέρω.

δ) τυχόν εκθέσεις ή έγγραφα που υποβάλλονται στα κράτη μέλη της ΕΕ και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα θέματα που προσδιορίζονται στο στοιχείο β) ανωτέρω.

2. Στις 6 Μαΐου 2014, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα περισσότερα από τα ζητηθέντα έγγραφα για λόγους προστασίας των διεθνών σχέσεων και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων [2]. Η Επιτροπή δήλωσε ότι το έγγραφο α) ήταν έγγραφο του Συμβουλίου και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να λάβει θέση σχετικά με τη δημοσιοποίησή του. Η Επιτροπή παρείχε επίσης διαδικτυακούς συνδέσμους προς ορισμένα έγγραφα που ήταν δημόσια την εποχή εκείνη.

3.  Στις 27 Μαΐου 2014, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν επανεξέταση (γνωστή ως «επιβεβαιωτική αίτηση»), επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε: i) προσδιορίζουν τα έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αίτησής τους· ii) αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους αρνείται τη δημοσιοποίηση κάθε εγγράφου· και iii) εάν θα μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση.

4.  Όσον αφορά το έγγραφο α), οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε διαβουλευθεί με το Συμβούλιο ως τρίτο μέρος.[3] Όσον αφορά τα έγγραφα του στοιχείου β), οι καταγγέλλοντες υπενθύμισαν στην Επιτροπή ότι, όταν πρόκειται για περιβαλλοντικές πληροφορίες, οι λόγοι άρνησης θα πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους η δημοσιοποίηση, ιδίως όσον αφορά έγγραφα που έχουν ήδη κοινοποιηθεί στις ΗΠΑ, θα έβλαπτε τις διεθνείς σχέσεις.

5. Στις 9 Ιουλίου 2014, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την αρχική της απόφαση. Η Επιτροπή εντόπισε 17 έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης [4] και επισήμανε ότι 4 από τα έγγραφα ήταν ήδη δημόσια. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση στα υπόλοιπα έγγραφα, επικαλούμενη τις ίδιες εξαιρέσεις με την αρχική της απόφαση και υποστηρίζοντας ότι τα δικαστήρια της Ένωσης είχαν ερμηνεύσει τις εξαιρέσεις αυτές συσταλτικά. Η Επιτροπή ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες ότι, όσον αφορά το έγγραφο α), είχε ζητήσει τη γνώμη του Συμβουλίου, το οποίο είχε διευκρινίσει ότι το έγγραφο δεν έπρεπε να δημοσιοποιηθεί. Τέλος, η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει μερική πρόσβαση.

6. Υπό το φως της απάντησης της Επιτροπής, οι καταγγέλλοντες απευθύνθηκαν στον Διαμεσολαβητή.

Η έρευνα

7. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και εντόπισε τους ακόλουθους ισχυρισμούς και συναφείς ισχυρισμούς:

Ισχυρισμοί

1) Η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα, επικαλούμενη τις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, τρίτη περίπτωση (προστασία των διεθνών σχέσεων) και του άρθρου 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο (προστασία της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων) του κανονισμού 1049/2001, και παρέλειψε να προβεί σε αξιολόγηση ανά έγγραφο και να εξετάσει δεόντως τη δυνατότητα παροχής μερικής προσβάσεως στα ζητηθέντα έγγραφα.

2) Η Επιτροπή δεν έλαβε δεόντως υπόψη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 1367/2006 για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης του Aarhus.

3) Η Επιτροπή, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την TTIP, δεν εφάρμοσε τη διαφάνεια κατά τρόπο που να επιτρέπει στους πολίτες να υποβάλλουν ουσιαστικές αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα.

4) Η Επιτροπή δεν χειρίστηκε εγκαίρως το αίτημα πρόσβασης σε έγγραφα.

Απαιτήσεις

1) Η Επιτροπή οφείλει να επανεξετάσει την απόρριψη της αίτησης πρόσβασης των καταγγελλόντων σε έγγραφα κατά περίπτωση και υπό το πρίσμα της πρόσφατης δέσμευσής της για αύξηση της διαφάνειας.

Κάθε εξαίρεση που προβάλλεται για την άρνηση της γνωστοποίησης εν όλω ή εν μέρει των ζητούμενων εγγράφων θα πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και να λαμβάνει υπόψη το δημόσιο συμφέρον, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το καθεστώς του Aarhus, κατά περίπτωση.

3) Η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει πλήρη κατάλογο των εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των οποίων το περιεχόμενο έχει απαλειφθεί, με τους λόγους για τους οποίους τα εν λόγω έγγραφα δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν.

8. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση της γνώμης της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε επίσης τον φάκελο της Επιτροπής σχετικά με την υπόθεση αυτή. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη.

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

9. Μετά την υποβολή των αρχικών και επιβεβαιωτικών αιτήσεων των καταγγελλόντων, σημειώθηκαν ορισμένες σημαντικές εξελίξεις όσον αφορά την προσέγγιση της Επιτροπής σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και τη διαφάνεια σχετικά με την TTIP. Ειδικότερα, η αυτεπάγγελτη έρευνα της Διαμεσολαβήτριας OI/10/2014/RA σχετικά με τη διαφάνεια των διαπραγματεύσεων για την TTIP ασχολήθηκε λεπτομερώς με το θέμα αυτό.[5] Επιπλέον, στην ανακοίνωση προς την Επιτροπή της 25ης Νοεμβρίου 2014 [6], η Επιτροπή ανακοίνωσε την απόφασή της να παράσχει ευρύτερη πρόσβαση σε έγγραφα στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την TTIP, απόφαση την οποία χαιρέτισε η Διαμεσολαβήτρια.

10. Στην απόφασή της, της 6ης Ιανουαρίου 2015, με την οποία περάτωσε την αυτεπάγγελτη έρευνά της OI/10/2014/RA, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε δέκα προτάσεις στην Επιτροπή με σκοπό να διασφαλιστεί ότι η διαπραγματευτική διαδικασία για την TTIP χαίρει μεγαλύτερης νομιμότητας και εμπιστοσύνης του κοινού. Στην απάντησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι επεξεργάζεται μια πιο προορατική προσέγγιση για τη δημοσίευση των εγγράφων της TTIP και περιέγραψε το πλήρες φάσμα των δράσεων που είχε αναλάβει. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε στη συνέχεια λεπτομερή ανάλυση της απάντησης της Επιτροπής και εξέφρασε την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή προχώρησε στην περαιτέρω αξιοποίηση των μέτρων διαφάνειας που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής προσδιόρισε ορισμένους τομείς προβληματισμού που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμοι για την Επιτροπή κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, επισημαίνοντας ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που είχε σημειωθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας, εξακολουθούσαν να υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης όσον αφορά την ενίσχυση της διαφάνειας των διαπραγματεύσεων για την TTIP [7].

11. Στην επιστολή της προς την Επιτροπή με την οποία κίνησε αυτεπάγγελτη έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια αναφέρθηκε σε σημαντικές καθυστερήσεις εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά την απάντηση στις πολυάριθμες και ευρείες αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σχετικά με τα έγγραφα της TTIP. Η Επιτροπή απάντησε ότι λυπάται για τις καθυστερήσεις αυτές και διαβεβαίωσε τον Διαμεσολαβητή ότι καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλιστεί ότι οι αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα διεκπεραιώνονται όσο το δυνατόν ταχύτερα και αποτελεσματικότερα. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή είχε αρχίσει να ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις της. Για παράδειγμα, η Επιτροπή είχε αρχίσει να αξιολογεί προορατικά τα σχετικά έγγραφα των διαπραγματεύσεων για να διαπιστώσει αν θα μπορούσαν να δημοσιευθούν. Αυτό συνάδει με τον στόχο της αρχικής πρότασης του Διαμεσολαβητή που αποσκοπεί να επιτρέψει στην Επιτροπή να αντιδρά γρήγορα στις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα και, πράγματι, να τις προλαμβάνει δημοσιεύοντας προορατικά τα διαπραγματευτικά έγγραφα. Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε επίσης την ικανοποίησή της για την απόφαση της Επιτροπής να δημοσιεύσει τον κατάλογο των εγγράφων της TTIP που κοινοποίησε στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο το 2013 και το 2014, η οποία πιστεύει ότι θα διευκολύνει τον χειρισμό από την Επιτροπή των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα.

12. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι οι σκοποί του τρίτου και του τέταρτου ισχυρισμού εξετάστηκαν διεξοδικά κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης έρευνας OI/10/2014/RA. Ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστούν περαιτέρω οι ισχυρισμοί αυτοί στην παρούσα απόφαση.

13. Στη συνέχεια, η Διαμεσολαβήτρια θα περιορίσει την εκτίμησή της στον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό που εκτίθενται στο σημείο 7 ανωτέρω.

1) Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η επιβεβαιωτική απόφασή της περιείχε εκτενή αιτιολογία όσον αφορά την εφαρμογή των δύο εξαιρέσεων που είχε επικαλεστεί. Επιπλέον, η Επιτροπή ανέφερε ότι το Δικαστήριο είχε αποφανθεί ότι, παρόλο που η αρχή της διαφάνειας δεν μπορεί να αποκλειστεί στις διεθνείς διαπραγματεύσεις, τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια για να καθορίσουν αν η δημοσιοποίηση εγγράφων θα μπορούσε να θίξει το δημόσιο συμφέρον στον τομέα αυτό [8].

15. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της, είχε προβεί σε αξιολόγηση ανά έγγραφο, η οποία αντικατοπτριζόταν στην επιβεβαιωτική απόφασή της. Επιπλέον, η Επιτροπή ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί να ισχύει ενιαία αιτιολόγηση για έγγραφα που ανήκουν στην ίδια κατηγορία.[9] Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η λεπτομερής αξιολόγησή της έδειξε ότι, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού περιεχομένου των εγγράφων, οκτώ από τα ζητούμενα έγγραφα είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά, γεγονός που δικαιολογούσε τη μεταχείρισή τους ως ανήκοντα στην ίδια κατηγορία.

16. Επιπλέον, σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκαν οι καταγγέλλοντες, η Επιτροπή δήλωσε ότι, για όσο διάστημα συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχουν «καθορισμένες διαπραγματευτικές θέσεις». Ωστόσο, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της να αξιολογεί προορατικά τα διαπραγματευτικά έγγραφα της TTIP με σκοπό τη δημοσίευση εκείνων που δεν αποτελούν πλέον κίνδυνο για τη διαπραγματευτική διαδικασία.

17. Με το υπόμνημά τους απαντήσεως, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι από την απόφαση στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή προκύπτει επίσης ότι το οικείο θεσμικό όργανο οφείλει να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και πραγματικά το συμφέρον που προστατεύεται από την εξαίρεση και ότι ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός. Η μη τήρηση της υποχρέωσης αιτιολόγησης θα υπονόμευε, κατά την άποψη των καταγγελλόντων, το καθεστώς πρόσβασης στα έγγραφα και, ως εκ τούτου, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Επιπλέον, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν είχε εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο τα έγγραφα που είχαν ήδη γνωστοποιηθεί στις αρχές των ΗΠΑ θα αποδυνάμωναν την τακτική θέση της ΕΕ.

 Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

18. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το έγγραφο που αναφέρεται στο στοιχείο α) δημοσιοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2014. [10] Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει περαιτέρω ανάγκη να εξεταστεί το έγγραφο αυτό στην παρούσα απόφαση.

19. Όσον αφορά τις υπόλοιπες εξηγήσεις της Επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια παρατηρεί ότι ορισμένα από τα συμπεράσματα της απόφασής της στην αυτεπάγγελτη έρευνά της OI/10/2014/RA είναι πολύ σημαντικά για την ανάλυση αυτού του ισχυρισμού.[11] Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση η Διαμεσολαβήτρια δήλωσε ότι η εξαίρεση για τις διεθνείς σχέσεις δεν εφαρμόζεται απλώς και μόνο επειδή το αντικείμενο ενός εγγράφου «αφορά» τις διεθνείς σχέσεις. Αντιθέτως, πρέπει να αποδειχθεί ότι, βάσει του περιεχομένου ενός εγγράφου, η δημοσιοποίησή του θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον στον τομέα των διεθνών σχέσεων.

20. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν φαίνεται να βασίστηκε απλώς στο γεγονός ότι τα έγγραφα αφορούσαν διεθνείς σχέσεις. Η Επιτροπή δήλωσε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα ήταν όλα διαπραγματευτικά έγγραφα και ότι η γνωστοποίησή τους θα υπονόμευε τη θέση της Επιτροπής στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις και τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι, για την επίτευξη επιτυχούς αποτελέσματος, είναι σημαντικό η Επιτροπή να διατηρεί ορισμένο περιθώριο ελιγμών κατά τη διαπραγματευτική διαδικασία. Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι ορισμένα από τα έγγραφα περιείχαν άμεσες και έμμεσες αναφορές στη θέση των ΗΠΑ.

21. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την Επιτροπή ότι, όπως έχουν αναγνωρίσει τα δικαστήρια της ΕΕ, η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα μπορούσε - εκείνη τη χρονική στιγμή - να επηρεάσει αρνητικά την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών. Πράγματι, η χορήγηση πρόσβασης σε έγγραφα που αντικατοπτρίζουν μια μη διευθετημένη θέση, και σε ένα ευαίσθητο σημείο των διαπραγματεύσεων, θα μπορούσε πράγματι να βλάψει τη θέση της ΕΕ και τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, ακόμη και αν τα έγγραφα είχαν εν τω μεταξύ κοινοποιηθεί στις αρχές των ΗΠΑ. Η ανταλλαγή εγγράφων με διαπραγματευόμενο εταίρο δεν συνεπάγεται την επίτευξη σταθερής θέσης.

22. Πράγματι, στην επιβεβαιωτική απόφασή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί για εσωτερική χρήση, με σκοπό την προετοιμασία των διαπραγματεύσεων. Κατά την εξέταση του φακέλου της Επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια επαλήθευσε ότι όντως συνέβη κάτι τέτοιο. Υπό το πρίσμα αυτό, η Επιτροπή έκρινε ότι η χορήγηση πρόσβασης του κοινού στα εν λόγω έγγραφα θα παρεμπόδιζε σοβαρά την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων, αφενός, στο πλαίσιο των υπηρεσιών της Επιτροπής και, αφετέρου, έναντι των αρχών των ΗΠΑ. Από την άποψη αυτή, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε επίσης να υπονομεύσει σοβαρά την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων φαίνεται εύλογο. Το ζήτημα αν η Επιτροπή εκτίμησε την ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση εξετάζεται στο πλαίσιο του δεύτερου ισχυρισμού.

23. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της γνώμης ότι η θέση της Επιτροπής ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Στην επιβεβαιωτική απόφασή της δεν βασίστηκε απλώς στις εφαρμοστέες εξαιρέσεις, αλλά αναφέρθηκε στους κινδύνους που είναι ευλόγως προβλέψιμοι και όχι αμιγώς υποθετικοί.[12] Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην απάντησή της στην αυτεπάγγελτη έρευνα OI/10/2014/RA του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δήλωσε ότι η πρακτική της είναι πλέον να δημοσιεύει το πλήρες κείμενο των εγγράφων που αφορούν τις εμπορικές συμφωνίες τη στιγμή της «σταθεροποίησής τους», δηλαδή όταν δεν υπάρχει πλέον προβλέψιμος κίνδυνος για τη διαπραγματευτική διαδικασία [13].

24. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν οι καταγγέλλοντες, η Επιτροπή φαίνεται να έχει προβεί σε αξιολόγηση ανά έγγραφο. Πράγματι, στην επιβεβαιωτική απόφαση, η Επιτροπή παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, σε ορισμένα έγγραφα προκειμένου να παραδειγματίσει και να δικαιολογήσει την εφαρμογή των εξαιρέσεων. Για παράδειγμα, η Επιτροπή ανέφερε τρία έγγραφα, το περιεχόμενό τους και τους λόγους για τους οποίους δεν τα κοινοποίησε στις αρχές των ΗΠΑ [14]. Επιπλέον, στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε συγκεκριμένα έγγραφα (συγκεκριμένα, τα έγγραφα 4, 6 και 8-13) και δήλωσε ότι, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού περιεχομένου τους , τα έγγραφα είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά ώστε να δικαιολογείται η μεταχείρισή τους ως ανήκοντα στην ίδια κατηγορία. Επομένως, φαίνεται ότι η Επιτροπή εξέτασε κάθε έγγραφο και τις πληροφορίες που περιείχε.

25. Υπό το πρίσμα του σκεπτικού της Επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα ήταν εύλογη και βασίστηκε σε διεξοδική εξέταση των εξαιρέσεων που προβλήθηκαν.

2) Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή δεν έλαβε δεόντως υπόψη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 1367/2006

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

26. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι οι ζητούμενες πληροφορίες εμπίπτουν σαφώς στον ορισμό των «περιβαλλοντικών πληροφοριών».[15] Κατά την άποψή τους, τα ζητούμενα έγγραφα αφορούν μέτρα που θα έχουν επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο θα αναπτυχθεί και θα εφαρμοστεί η περιβαλλοντική νομοθεσία στην ΕΕ σε περίπτωση σύναψης εμπορικής και επενδυτικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, επικαλούμενοι τη Σύμβαση του Aarhus και τον κανονισμό 1367/2006 [16], οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν στην ανάγκη για «πολύ περιοριστική» ερμηνεία των εξαιρέσεων που επικαλείται η Επιτροπή για να αρνηθεί την πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα και ανέφεραν την υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάσει την ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.

27. Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε στο σκεπτικό που περιέχεται στην επιβεβαιωτική απόφασή της, όπου είχε εξηγήσει ότι τα ζητούμενα έγγραφα δεν περιλάμβαναν πληροφορίες σχετικά με τις «εκπομπές στο περιβάλλον», αλλά ήταν γενικότερου χαρακτήρα. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε επίσης υποστηρίξει ότι στο βαθμό που τα έγγραφα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι περιλαμβάνουν «περιβαλλοντικές πληροφορίες» (κάτι που, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δεν είχε τεκμηριώσει) δεν υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

28. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η παράλειψη της Επιτροπής να αναγνωρίσει ότι ορισμένα ή όλα τα διαπραγματευτικά έγγραφα περιέχουν περιβαλλοντικές πληροφορίες υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού στην πρόθεση της Επιτροπής να αυξήσει τη διαφάνεια. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το καθήκον της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση συνίσταται στην αξιολόγηση του κατά πόσον τα ζητούμενα έγγραφα θα μπορούσαν να γνωστοποιηθούν ή κατά πόσον, αντιθέτως, οι εξαιρέσεις του κανονισμού 1049/2001 θα εμπόδιζαν την εν λόγω γνωστοποίηση.[17] Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι σαφές ότι γενικές εκτιμήσεις, όπως το γεγονός ότι ένα έγγραφο συνιστά περιβαλλοντική πληροφορία, δεν αποτελούν επαρκή βάση για να αποφασιστεί ότι οι απαιτήσεις διαφάνειας θα πρέπει να αντικαταστήσουν οποιαδήποτε εξαίρεση θα εφαρμοζόταν διαφορετικά για την απόρριψη αίτησης πρόσβασης του κοινού στο εν λόγω έγγραφο. Ως εκ τούτου, ένα υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση δεν μπορεί «να συναχθεί απλώς και μόνο από το γεγονός, ακόμη και αν αποδειχθεί, ότι οι επίμαχες πληροφορίες συνιστούν περιβαλλοντικές πληροφορίες».[18] Ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει, επομένως, κατά πόσον, υπό το πρίσμα του κανονισμού 1367/2006, η θέση της Επιτροπής κατά την εφαρμογή των εξαιρέσεων των οποίων γίνεται επίκληση ήταν δικαιολογημένη.

29. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, όταν τα θεσμικά όργανα σκοπεύουν να απορρίψουν αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα βάσει εξαίρεσης, η εξαίρεση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται αυστηρά, ώστε να μην παρεμποδίζεται η εφαρμογή της γενικής αρχής της παροχής της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν οι ζητούμενες πληροφορίες «αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον». Ειδικότερα, το άρθρο 6 του κανονισμού 1367/2006 προβλέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση, το οποίο είναι ανώτερο από το συμφέρον που προστατεύεται από σχετική εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 [19]. Για να εφαρμοστεί αυτό το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, οι πληροφορίες στο ζητούμενο έγγραφο πρέπει να αφορούν «εκπομπές στο περιβάλλον». Επομένως, προκειμένου να καθοριστεί αν το άρθρο 6 έχει εφαρμογή εν προκειμένω, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον.

30. Τα δικαστήρια της ΕΕ δήλωσαν ότι ούτε ο κανονισμός 1049/2001 ούτε ο κανονισμός 1367/2006 και η εφαρμογή τους συνεπάγονται ότι η έννοια της εκπομπής στο περιβάλλον θα πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά· Αρκεί οι ζητούμενες πληροφορίες να αφορούν κατά τρόπο επαρκώς άμεσο τις εκπομπές στο περιβάλλον [20]. Επιπλέον, τα δικαστήρια της ΕΕ έχουν διευκρινίσει συγκεκριμένα ότι «εκπομπές» είναι οι εκλύσεις στο περιβάλλον που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν τα στοιχεία του περιβάλλοντος [21].

31. Στην επιβεβαιωτική απόφασή της, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα ζητηθέντα έγγραφα δεν περιελάμβαναν πληροφορίες σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον. Ο έλεγχος των εν λόγω εγγράφων από τον Διαμεσολαβητή επιβεβαίωσε ότι η θέση της Επιτροπής ήταν ορθή: τα εν λόγω έγγραφα δεν περιέχουν πληροφορίες σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον. Σε αυτή τη βάση, δεν εφαρμόζεται το κριτήριο του υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, που προβλέπεται στο άρθρο 6 του κανονισμού 1367/2006.

32. Στον βαθμό που η Επιτροπή βασίστηκε στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001 - προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων - η εξαίρεση αυτή υπόκειται σε κριτήριο υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των καταγγελλόντων, η Διαμεσολαβήτρια είναι πεπεισμένη ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη αυτή την εξέταση του δημόσιου συμφέροντος και ότι ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που να εκτοπίζει την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Εν πάση περιπτώσει, όλα τα έγγραφα προστατεύονταν από τη γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ́, του κανονισμού 1049/2001, πράγμα που δεν δικαιολογείται από κριτήριο υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.

33. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, η Διαμεσολαβήτρια ανέλυσε σε βάθος τα ευρύτερα ζητήματα που σχετίζονται με τη διαφάνεια των διαπραγματεύσεων για την TTIP κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης έρευνάς της OI/10/2014/RA. Ως εκ τούτου, για λόγους πληρότητας, η παρούσα απόφαση θα πρέπει να διαβαστεί μαζί με τα συμπεράσματα και τις προτάσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο αυτό.

Συμπέρασμα

Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.

Ο καταγγέλλων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

η Έμιλι Ο' Ράιλι

Στρασβούργο, 04/11/2015

 

[1] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145/43 της 31.5.2001, εφεξής «κανονισμός 1049/2001»).

[2] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) και άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.

[3] Άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001.

[4] Από την έναρξη των διαπραγματεύσεων έως τις 17 Φεβρουαρίου 2014 (όταν υποβλήθηκε το αίτημα).

[5] Τα έγγραφα που σχετίζονται με την έρευνα του Διαμεσολαβητή είναι διαθέσιμα στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/el/cases/decision.faces/el/58668/html.bookmark

[6] Ανακοίνωση προς την Επιτροπή σχετικά με τη διαφάνεια στις διαπραγματεύσεις για την TTIP [C(2014) 9052 final].

[7] "Ombudsman's analysis of the Commission's follow-up reply in OI/10/2014/RA on transparency and public participation in the TTIP negotiations", διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/el/cases/correspondence.faces/el/59898/html.bookmark

[8] Απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 2014, Συμβούλιο κατά in 't Veld, C-350/12 P, ECLI:EU:C:2014:2039.

[9] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 2012, EnBW Energie Baden-Württemberg κατά Επιτροπής, T-344/08, ECLI:EU:T:2012:242.

[10] http://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-11103-2013-DCL-1/en/pdf

[11] Το πλήρες κείμενο της απόφασης και τα έγγραφα που σχετίζονται με την έρευνα του Διαμεσολαβητή διατίθενται στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/el/cases/decision.faces/el/58668/html.bookmark

[12] Απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 2014, Συμβούλιο κατά in 't Veld, C-350/12 P, ECLI:EU:C:2014:2039.

[13] Στο πλαίσιο αυτό, ο ειδικός δικτυακός τόπος της Επιτροπής αναφέρει επίσης ότι «θα δημοσιοποιήσει ολόκληρο το κείμενο της συμφωνίας μόλις ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις – πολύ πριν από την υπογραφή και την επικύρωσή της ». Για παράδειγμα, η Επιτροπή αναφέρεται στη δημοσίευση μιας πρόσφατα ολοκληρωθείσας εμπορικής συμφωνίας της ΕΕ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνάς της, η Διαμεσολαβήτρια κάλεσε την Επιτροπή να συνεχίσει, στις εν εξελίξει συζητήσεις της με τις ΗΠΑ, τη δυνατότητα δημοσιοποίησης «σταθεροποιημένων» κεφαλαίων της συμφωνίας.

[14] Η Επιτροπή ανέφερε ρητά ότι τα έγγραφα 14, 15 και 16 δεν θα πρέπει, εξ ορισμού, να κοινοποιούνται στις αρχές των ΗΠΑ, διότι αποτελούν εκθέσεις προς τα κράτη μέλη και την επιτροπή INTA σχετικά με τις διαπραγματεύσεις.

[15] Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού 1367/2006.

[16] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1367/2006, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα.

[17] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Ιουνίου 2010, Éditions Jacob κατά Επιτροπής, T‑237/05, ECLI:EU:T:2010:224: «εναπόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο να εξετάσει, αφενός, αν το έγγραφο στο οποίο ζητείται πρόσβαση εμπίπτει στη μία ή στην άλλη από τις εξαιρέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 και, αφετέρου, αν η γνωστοποίηση του εγγράφου αυτού θα έθιγε συγκεκριμένα και πραγματικά το προστατευόμενο συμφέρον και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η ανάγκη προστασίας αφορά το σύνολο του εγγράφου».

[18] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2015, ClientEarth και International Chemical Secretariat κατά ECHA, T-245/11, ECLI:EU:T:2015:675.

[19] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Οκτωβρίου 2013, Stichting Greenpeace Nederland και PAN Europe κατά Επιτροπής, T-545/11, ECLI:EU:T:2013:523.

[20] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Οκτωβρίου 2013, Stichting Greenpeace Nederland και PAN Europe κατά Επιτροπής, T-545/11, ECLI:EU:T:2013:523.

[21] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2015, ClientEarth και International Chemical Secretariat κατά ECHA, T-245/11, ECLI:EU:T:2015:675.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!