Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 219/2013/(VL)PMC κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Απόφαση
Υπόθεση 219/2013/PMC - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 10 Απριλίου 2013 - Απόφαση στις Δευτέρα | 17 Νοεμβρίου 2014 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ( Επικριτική παρατήρηση ) - Χώρα Γερμανία
Η καταγγελία αυτή υποβλήθηκε από έναν υπάλληλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο Γραφείο Πληροφοριών του Κοινοβουλίου σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα για αρκετά χρόνια πριν μεταφερθεί στο Λουξεμβούργο. Ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στην απόφαση αυτή για διάφορους ουσιαστικούς και διαδικαστικούς λόγους.
Αφού εξέτασε την υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο καταγγέλλων βασίμως υπέβαλε καταγγελία σχετικά με δύο από τα τέσσερα ζητήματα που τέθηκαν. Ο Διαμεσολαβητής δεν έκανε δεκτή την καταγγελία ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε ενημερώσει επαρκώς τον καταγγέλλοντα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για την πρόθεσή του να τον μεταφέρει και να του δώσει τη δυνατότητα να ακουστεί η θέση του. Επίσης, ο Διαμεσολαβητής δεν συμμερίστηκε την άποψη του καταγγέλλοντος ότι οι κανόνες του Κοινοβουλίου σχετικά με την κινητικότητα του προσωπικού του δεν εφαρμόζονταν στην περίπτωσή του. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι το Κοινοβούλιο ενήργησε εσφαλμένα όταν αποφάσισε ότι η μεταφορά του καταγγέλλοντος θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ πριν από τη λήψη της επίσημης απόφασης μεταφοράς. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι το Κοινοβούλιο δεν καθόρισε εγκαίρως τα καθήκοντα του καταγγέλλοντος μετά τη μετάθεσή του. Ως εκ τούτου, περάτωσε την έρευνά της με δύο επικριτικές παρατηρήσεις.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος του Κοινοβουλίου ο οποίος, έως τον Φεβρουάριο του 2012, υπηρετούσε στο Γραφείο Πληροφοριών του Κοινοβουλίου σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα (το «Γραφείο Πληροφοριών»). Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Λουξεμβούργο. Ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στην απόφαση αυτή για διάφορους ουσιαστικούς και διαδικαστικούς λόγους.
2. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2011, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε από τις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου ότι το όνομά του περιλαμβανόταν στον κατάλογο «Κινητικότητα 2011», ο οποίος προσδιορίζει τα μέλη του προσωπικού του Κοινοβουλίου που επρόκειτο να μετατεθούν σε άλλη θέση. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη οι προτιμήσεις που εξέφρασαν οι υπάλληλοι των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο, θα καταρτιστεί προσχέδιο για την άσκηση κινητικότητας 2011, με βάση τις προτιμήσεις αυτές και το συμφέρον της υπηρεσίας.
3. Στις 9 Νοεμβρίου 2011, οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι η διαδικασία κινητικότητας 2011 είχε φθάσει στο τελικό της στάδιο. Δήλωσε επίσης ότι, σύμφωνα με τους κανόνες του Κοινοβουλίου για την κινητικότητα [1] («κανόνες κινητικότητας»), η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τον είχε χαρακτηρίσει «μετακινούμενο». Στο ηλεκτρονικό μήνυμά της επισυνάφθηκε κατάλογος 23 θέσεων που ήταν διαθέσιμες (συμπεριλαμβανομένης της θέσης που κατείχε τότε), από τις οποίες ζητήθηκε από τον καταγγέλλοντα να αναφέρει τρεις θέσεις που αντιστοιχούσαν περισσότερο στο προφίλ του (εξαιρουμένης της παρούσας θέσης του) έως τις 18 Νοεμβρίου 2011. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν υπέβαλε αίτηση για καμία από αυτές τις κενές θέσεις.
4. Στα τέλη Νοεμβρίου 2011, ο προϊστάμενος του Γραφείου Πληροφοριών ενημέρωσε προφορικά τον καταγγέλλοντα ότι είχε ενημερωθεί ότι ο καταγγέλλων θα μετατεθεί με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2012 και ότι θα λάβει σύντομα γραπτή επιβεβαίωση.
5. Δεδομένου ότι δεν έλαβε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό, ο καταγγέλλων μετέβη σε αργίες από τις 12 Δεκεμβρίου 2011 έως τις 15 Ιανουαρίου 2012.
6. Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, οι Γενικοί Διευθυντές της ΓΔ Προεδρίας και της ΓΔ Επικοινωνίας του Κοινοβουλίου απηύθυναν σημείωμα στον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου, με αντίγραφο στον καταγγέλλοντα, προτείνοντας τη μεταφορά του καταγγέλλοντος και της θέσης του στο Γραφείο Πληροφοριών σε μία από τις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου στο Λουξεμβούργο με «προφίλ εργασίας που θα καθοριστεί στη συνέχεια», με ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου 2012. Το σημείωμα εγκρίθηκε από τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου την επόμενη ημέρα.
7. Στις 24 Ιανουαρίου 2012, η ΓΔ Προσωπικού του Κοινοβουλίου διαβίβασε στον καταγγέλλοντα σχέδιο απόφασης για τη μετάθεσή του, το οποίο είχε υποβληθεί στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου προς υπογραφή.
8. Στις 30 Ιανουαρίου 2012, ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σχετικά με τη μετάθεσή του.
9. Στις 31 Ιανουαρίου 2012, ο ενδιαφερόμενος έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από τη ΓΔ Προσωπικού του Κοινοβουλίου, στο οποίο εφιστάται η προσοχή του στην ανάγκη να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να μπορέσει να αναλάβει τα καθήκοντά του στο Λουξεμβούργο το συντομότερο δυνατόν.
10. Στις 20 Φεβρουαρίου 2012, ο ενδιαφερόμενος έλαβε αντίγραφο της απόφασης του Προέδρου του Κοινοβουλίου της 13ης Φεβρουαρίου 2014 με την οποία ο ίδιος και η θέση του μεταφέρθηκαν στο Λουξεμβούργο από την 1η Φεβρουαρίου 2012.
11. Στις 10 Μαΐου 2012, ο καταγγέλλων προσέθεσε στην προαναφερθείσα καταγγελία του στο Κοινοβούλιο. Στις 15 Ιουνίου 2012, το Κοινοβούλιο απέρριψε την καταγγελία αυτή.
12. Δυσαρεστημένος από τη θέση του Κοινοβουλίου, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Η έρευνα
13. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου να τον μεταφέρει σε νέα θέση δεν σεβάστηκε τα δικαιώματά του. Υποστήριξε ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να αναγνωρίσει την κακοδιοίκησή του και να ζητήσει συγγνώμη για αυτήν.
14. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό και ισχυρισμό. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ως απάντηση στη γνώμη του Κοινοβουλίου. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν αμφότερα τα μέρη.
Ισχυρισμός ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου να μεταφέρει τον καταγγέλλοντα σε νέα θέση δεν σεβάστηκε τα δικαιώματά του
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
15. Προς στήριξη του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων προέβαλε τα ακόλουθα τέσσερα επιχειρήματα:
θ) Το Κοινοβούλιο παρέβη το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι α) δεν ενημέρωσε επαρκώς τον καταγγέλλοντα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για την πρόθεσή του να τον μεταφέρει και β) δεν τον άκουσε επ’ αυτού.
16. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι ήταν προφανές ότι η απόφαση μετακίνησης του καταγγέλλοντος σε άλλη υπηρεσία ελήφθη σε πλαίσιο γνωστό στον ίδιο και ότι ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί δεόντως για την επικείμενη μετάθεσή του. Στο πλαίσιο αυτό, το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε σε διάφορες συνεντεύξεις και συζητήσεις που είχε ο καταγγέλλων με τη ΓΔ Προσωπικού, τη ΓΔ Επικοινωνίας και τη ΓΔ Προεδρίας σχετικά με το θέμα αυτό. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, ήταν επομένως σαφές ότι ο καταγγέλλων ενημερώθηκε εγκαίρως και ότι έτυχε της δέουσας ακρόασης.
17. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι δεν είχε ακουστεί κατά την περίοδο από τις 9 Νοεμβρίου έως τις 13 Δεκεμβρίου 2011. Σημείωσε ότι το Κοινοβούλιο παρέλειψε να παράσχει λεπτομέρειες όσον αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, έγινε δεκτός σε ακρόαση.
ii) το Κοινοβούλιο δεν ανέφερε τη νομική βάση για την απόφασή του να μεταφέρει τον καταγγέλλοντα και, σε κάθε περίπτωση, η απόφαση αυτή δεν μπορούσε να βασιστεί στους κανόνες κινητικότητας του Κοινοβουλίου, διότι α) δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για «κινητικότητα» βάσει των εν λόγω κανόνων· β) δεν ακολουθήθηκε η σχετική διαδικασία· και γ) η θέση στην οποία μεταφέρθηκε ο καταγγέλλων δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο των θέσεων που ήταν διαθέσιμες για κινητικότητα
18. Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι η απόφαση βασιζόταν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι η απουσία επίσημης αναφοράς στη νομική βάση της απόφασης στο σημείωμα του Γενικού Γραμματέα της 14ης Δεκεμβρίου 2011 και στην απόφαση του Προέδρου της 13ης Φεβρουαρίου 2012 δεν έχει επιπτώσεις στην κανονικότητα και την εγκυρότητα της σχετικής διαδικασίας κινητικότητας.
19. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι η κινητικότητα ισχύει για το προσωπικό το οποίο, στις 31 Δεκεμβρίου 2011, ασκούσε τα ίδια καθήκοντα για τουλάχιστον επτά έτη, σύμφωνα με το άρθρο 4 των κανόνων κινητικότητας. Ο καταγγέλλων εργαζόταν στο Γραφείο Πληροφοριών από το 1996, με διακοπή από τις 4 Νοεμβρίου 2002 έως τις 23 Δεκεμβρίου 2004. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η απόφασή του να τον συμπεριλάβει στη διαδικασία κινητικότητας του 2011 ήταν επομένως θεμιτή.
20. Το Κοινοβούλιο παρατήρησε επίσης ότι η θέση του καταγγέλλοντος περιλαμβανόταν στο σημείωμα του Γενικού Γραμματέα της 14ης Δεκεμβρίου 2011.
21. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι οι κανόνες κινητικότητας δεν κάλυπταν την απόφαση σχετικά με τη μετάθεσή του, διότι δεν αναφέρονταν ρητά στη σχετική απόφαση. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι οι κανόνες κινητικότητας δεν εφαρμόζονταν στην περίπτωσή του το 2011, διότι δεν είχαν παρέλθει ακόμη επτά έτη από την επανέναρξη της απασχόλησής του στο Γραφείο Πληροφοριών, αφού είχε εργαστεί αλλού από το 2002 έως το 2004.
22. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία δεν είχε διεκπεραιωθεί σωστά, δεδομένου ότι το άρθρο 4 παράγραφος 1 των κανόνων κινητικότητας δεν προέβλεπε τη μετάθεση υπαλλήλου μαζί με τη θέση του, όταν οι διοικητικές δομές παραμένουν αμετάβλητες, κάτι που, κατά την άποψή του, συνέβη στην περίπτωσή του.
23. Επιπλέον, ο καταγγέλλων εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι η «Υπηρεσία Συμβουλευτικής Σταδιοδρομίας και Επαγγελματικού Προσανατολισμού» ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του μετά από τέσσερα έτη, όπως απαιτείται από το άρθρο 4 παράγραφος 2 των κανόνων κινητικότητας.
24. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι ήταν προφανές ότι οι προσωπικές προτιμήσεις του δεν ελήφθησαν υπόψη, σε αντίθεση με την αιτιολογική σκέψη 8 των κανόνων κινητικότητας, και ότι, από το 2005, είχε υποβάλει επανειλημμένα αιτήσεις για διάφορες θέσεις χωρίς επιτυχία.
25. Τέλος, επισήμανε ότι η θέση στην οποία μετακινήθηκε δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο των 23 θέσεων που ήταν ανοικτές για κινητικότητα, ο οποίος του απεστάλη στις 9 Νοεμβρίου 2011, αλλά περιλαμβανόταν για πρώτη φορά στο σημείωμα των Γενικών Διευθυντών προς τον Γενικό Γραμματέα της 13ης Δεκεμβρίου 2011.
iii) Η απόφαση μεταφοράς είχε αναδρομική ισχύ
26. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη από τον καταγγέλλοντα απόφαση είχε ήδη ληφθεί όταν ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου, στις 14 Δεκεμβρίου 2011, ενέκρινε το σημείωμα των Γενικών Διευθυντών της ΓΔ Επικοινωνίας και της ΓΔ Προεδρίας της 13ης Δεκεμβρίου 2011. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε επίσης ότι η εν λόγω απόφαση υποστηρίχθηκε από την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στην υπόθεση F-52/08, Plasa κατά Επιτροπής.
27. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η εν λόγω απόφαση, η οποία υπεγράφη στις 14 Δεκεμβρίου 2011 και γνωστοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα στις 16 Ιανουαρίου 2012, επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2012. Ως εκ τούτου, δεν είχε αναδρομική ισχύ. Το Κοινοβούλιο πρόσθεσε ότι η απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2012, η οποία εστάλη στον καταγγέλλοντα μετά από αλλαγή της προεδρίας του Κοινοβουλίου, απλώς επιβεβαίωσε την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011.
28. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η εικαζόμενη «απόφαση» της 14ης Δεκεμβρίου 2011 δεν υπήρχε. Το σχετικό έγγραφο αποτελούσε απλώς σημείωμα δύο Γενικών Διευθυντών, το οποίο είχε εγκριθεί από τον Γενικό Γραμματέα. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η σχετική απόφαση έπρεπε να ληφθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η οποία ήταν ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, και όχι από τον Γενικό Γραμματέα.
29. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είχε ενημερωθεί για την απόφαση και για τον νέο τόπο εργασίας του μόλις στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
30. Τέλος, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο μισθός που του καταβλήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2012 για τον μήνα Φεβρουάριο (ο οποίος βασιζόταν στην εργασία του στο Γραφείο Πληροφοριών) αποδείκνυε ότι δεν είχε μετακινηθεί μέχρι τότε. Διαφορετικά, ο μισθός του θα ήταν υψηλότερος, συμπεριλαμβανομένων και των ημερήσιων αποζημιώσεων.
iv) Το Κοινοβούλιο δεν καθόρισε τα καθήκοντα του καταγγέλλοντος στη νέα του θέση
31. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο παρατήρησε ότι ήταν σαφές από το σημείωμα που ενέκρινε ο Γενικός Γραμματέας στις 14 Δεκεμβρίου 2011 ότι ο καταγγέλλων είχε μετακινηθεί μαζί με τη θέση του. Παρόλο που η περιγραφή της θέσης δεν είχε ακόμη καθοριστεί με ακρίβεια, ήταν ωστόσο σαφές ότι ο καταγγέλλων έπρεπε να παραμείνει στην ίδια θέση, δηλαδή σε ένα είδος θέσης που ήταν ισοδύναμο, αφορούσε την ενημέρωση του κοινού και αντιστοιχούσε στον βαθμό του.
32. Το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε επίσης σε μήνυμα του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού του, της 13ης Μαρτίου 2012, στο οποίο αναφέρεται ότι η προηγούμενη σταδιοδρομία του καταγγέλλοντος ήταν συναφής και κατάλληλη για τη θέση που θα πληρωθεί στο Λουξεμβούργο.
33. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι ήταν προφανές ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε καθορίσει τα καθήκοντά του και ότι η παράλειψη αυτή δεν αποκαταστάθηκε πριν από την απόφασή του της 13ης Φεβρουαρίου 2012 για τη μετάθεσή του.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει διαδοχικά τα επιχειρήματα i)-iv) του καταγγέλλοντος.
(i) Το Κοινοβούλιο παρέβη το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι δεν (α) ενημέρωσε επαρκώς τον καταγγέλλοντα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για την πρόθεσή του να τον μεταφέρει και (β) δεν τον άκουσε επ’ αυτού
34. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, ήδη στις 5 Σεπτεμβρίου 2011, το Κοινοβούλιο είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι περιλαμβανόταν στον κατάλογο κινητικότητας 2011. Επιπλέον, το ηλεκτρονικό μήνυμα του Κοινοβουλίου της 9ης Νοεμβρίου 2011 κατέστησε σαφές ότι επίκειται απόφαση. Στα τέλη Νοεμβρίου, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε από τον προϊστάμενο του Γραφείου Πληροφοριών ότι επρόκειτο να μετακινηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2012. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να έχει καμία αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο σχεδίαζε να τον μετακινήσει. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 9ης Νοεμβρίου 2011, το Κοινοβούλιο ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να επιλέξει, από κατάλογο 23 διαθέσιμων θέσεων, τις τρεις θέσεις που αντιστοιχούσαν περισσότερο στο προφίλ του. Ως εκ τούτου, δόθηκε σαφώς στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης.
35. Στο πλαίσιο αυτό, τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι το Κοινοβούλιο δεν τον ενημέρωσε επαρκώς εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για την πρόθεσή του να τον μεταφέρει και να τον ακούσει σχετικά, δεν είναι πειστικά.
ii) το Κοινοβούλιο δεν ανέφερε τη νομική βάση για την απόφασή του να μεταφέρει τον καταγγέλλοντα και, σε κάθε περίπτωση, η απόφαση αυτή δεν μπορούσε να βασιστεί στους κανόνες κινητικότητας του Κοινοβουλίου, διότι α) δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για «κινητικότητα» βάσει των εν λόγω κανόνων· β) δεν ακολουθήθηκε η σχετική διαδικασία· και γ) η θέση στην οποία μεταφέρθηκε ο καταγγέλλων δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο των θέσεων που ήταν διαθέσιμες για κινητικότητα
36. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να αναφέρεται η νομική βάση μιας απόφασης που λαμβάνεται από θεσμικό όργανο στην εν λόγω απόφαση. Επομένως, η παράλειψη του Κοινοβουλίου να το πράξει εν προκειμένω ήταν κακή διοικητική πρακτική. Ωστόσο, το ηλεκτρονικό μήνυμα του Κοινοβουλίου προς τον καταγγέλλοντα της 9ης Νοεμβρίου 2011 κατέστησε σαφές ότι η επικείμενη απόφαση θα βασιζόταν στους κανόνες κινητικότητας, οι οποίοι, με τη σειρά τους, αναφέρονται ρητά στο άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να έχει καμία αμφιβολία ως προς τη νομική βάση της απόφασης που εκδόθηκε τελικά σχετικά με τη μετακίνησή του στο Λουξεμβούργο.
37. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει περαιτέρω ότι από τις πληροφορίες που της παρασχέθηκαν προκύπτει σαφώς ότι, έως το τέλος του 2011, η καταγγέλλουσα είχε εργαστεί στο Γραφείο Πληροφοριών για περισσότερα από επτά έτη. Επιπλέον, από το άρθρο 4 παράγραφος 3 των κανόνων κινητικότητας προκύπτει σαφώς ότι η σχετική ημερομηνία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο αυτό είναι η ημερομηνία της απόφασης κινητικότητας [2].
38. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι το άρθρο 4 παράγραφος 1 των κανόνων κινητικότητας προβλέπει ότι «η κινητικότητα υλοποιείται είτε με διορισμό υπαλλήλου σε θέση μετά τη δημοσίευση προκήρυξης κενής θέσης, είτε με νέα τοποθέτηση μετά τη δημοσίευση πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, είτε με απόφαση επανατοποθέτησης υπαλλήλου στη θέση του υπό το πρίσμα των μέτρων που λαμβάνονται για την οργάνωση και την αναδιάρθρωση συγκεκριμένων υπηρεσιών. Αποτελεί αντικείμενο απόφασης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.» (η υπογράμμιση δική μου)
39. Επομένως, είναι αληθές ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, των κανόνων περί κινητικότητας δεν καλύπτει τη μετάθεση υπαλλήλου μαζί με τη θέση του όταν οι διοικητικές δομές παραμένουν αμετάβλητες, όπως επισήμανε ο καταγγέλλων. Ωστόσο, από το σημείωμα της 13ης Δεκεμβρίου 2011 που συνέταξαν οι Γενικοί Διευθυντές της ΓΔ Επικοινωνίας και της ΓΔ Προεδρίας προκύπτει σαφώς ότι προτάθηκε να αντικατασταθεί η θέση του καταγγέλλοντος στο Γραφείο Πληροφοριών με άλλη θέση και, ως εκ τούτου, να αναδιοργανωθούν και/ή να αναδιαρθρωθούν οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου. Επομένως, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου να τον τοποθετήσει εκ νέου δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες κινητικότητας δεν είναι πειστικό.
40. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η «Υπηρεσία Συμβουλευτικής Σταδιοδρομίας και Επαγγελματικού Προσανατολισμού» δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί του, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι δεν φαίνεται ότι ο καταγγέλλων έθεσε το ζήτημα αυτό στο Κοινοβούλιο προτού απευθυνθεί στον Διαμεσολαβητή. Δεδομένου ότι, ως εκ τούτου, δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα που είχε στη διάθεσή του όσον αφορά το ζήτημα αυτό, το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο [3].
41. Όσον αφορά την εικαζόμενη παράλειψη του Κοινοβουλίου να λάβει υπόψη τις προσδοκίες και το ενδιαφέρον του καταγγέλλοντος, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Κοινοβούλιο είχε καλέσει τον καταγγέλλοντα, στο σημείωμά του της 9ης Νοεμβρίου 2011, να διευκρινίσει τις προτιμήσεις του για τη μελλοντική θέση του. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι δεν είχε κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύεται να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε παρά ταύτα να κατηγορηθεί το Κοινοβούλιο ότι δεν έλαβε υπόψη τις προσωπικές φιλοδοξίες και το συμφέρον του καταγγέλλοντος.
iii) Η απόφαση μεταφοράς είχε αναδρομική ισχύ
42. Το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι η βλαπτική απόφαση είχε ήδη ληφθεί στις 14 Δεκεμβρίου 2011, όταν ο Γενικός Γραμματέας του ενέκρινε το σημείωμα που του είχε υποβληθεί, δεν είναι πειστικό. Όπως ορθώς παρατήρησε ο καταγγέλλων, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, και όχι ο Γενικός Γραμματέας, είναι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στο πλαίσιο αυτό και, ως εκ τούτου, πρέπει να υπογράψει οποιαδήποτε τέτοια απόφαση. Ωστόσο, είναι σαφές ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου υπέγραψε την απόφαση σχετικά με την κίνηση του καταγγέλλοντος μόλις στις 13 Φεβρουαρίου 2012.
43. Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο παρέπεμψε στην υπόθεση F-52/08 Plasa κατά Επιτροπής προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση του ότι η απόφαση είχε ήδη ληφθεί τον Δεκέμβριο του 2011. Στην υπόθεση εκείνη, η κατάσταση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου είχε επίσης ως αποτέλεσμα την έκδοση δύο αποφάσεων, το δε Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δέχθηκε τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της πρώτης αποφάσεως. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, η απόφαση είχε πράγματι ληφθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή [4]. Επομένως, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να στηριχθεί στην απόφαση αυτή για να στηρίξει τη θέση του στην υπό κρίση υπόθεση. Είναι αληθές ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων υπέβαλε εσωτερική καταγγελία κατά του μέτρου που είχε εγκριθεί στις 14 Δεκεμβρίου 2011. Ωστόσο, η προσέγγιση του καταγγέλλοντος είναι απολύτως κατανοητή εάν θεωρηθεί ότι είχε ενημερωθεί ότι η μετακόμισή του θα πραγματοποιηθεί την 1η Φεβρουαρίου 2012, αλλά ότι δεν είχε λάβει ακόμη καμία απόφαση υπογεγραμμένη από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έως την ημερομηνία (30 Ιανουαρίου 2012) κατά την οποία υπέβαλε την εν λόγω καταγγελία. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να συμμορφωθεί με τον νόμο, το γεγονός ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε την εν λόγω καταγγελία δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αποδοχή του γεγονότος ότι το μέτρο που εγκρίθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2011 θα πρέπει ή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έγκυρη απόφαση.
44. Εν πάση περιπτώσει, η θέση που υποστηρίζει το Κοινοβούλιο αντικρούεται από το γεγονός ότι ο Πρόεδρός του υπέγραψε την απόφαση στις 13 Φεβρουαρίου 2012. Είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό γιατί αυτό θα ήταν αναγκαίο αν η απόφαση είχε ήδη εκδοθεί προηγουμένως.
45. Δεδομένου ότι η απόφαση, η οποία εκδόθηκε μόλις στις 13 Φεβρουαρίου 2012, προέβλεπε την έναρξη ισχύος της απόφασης του καταγγέλλοντος την 1η Φεβρουαρίου 2012, είναι σαφές ότι προοριζόταν να έχει αναδρομική ισχύ. Οι υποτιθέμενες δυσκολίες υπογραφής της εν λόγω απόφασης από τον Πρόεδρό του, στις οποίες αναφέρεται το Κοινοβούλιο, δεν επηρεάζουν το συμπέρασμα αυτό.
46. Οι αρχές της χρηστής διοικήσεως δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να πρέπει μια απόφαση να έχει αναδρομική ισχύ. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν εντόπισε κανένα λόγο που θα καθιστούσε αναγκαία την έναρξη ισχύος της απόφασής του σχεδόν δύο εβδομάδες πριν από την υπογραφή της.
47. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο ενήργησε εσφαλμένα όταν προέβλεψε ότι η απόφασή του της 13ης Φεβρουαρίου 2012 να μεταφέρει τον καταγγέλλοντα στο Λουξεμβούργο θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2012. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
iv) Το Κοινοβούλιο δεν καθόρισε τα καθήκοντα του καταγγέλλοντος στη νέα του θέση
48. Από τις πληροφορίες του φακέλου προκύπτει σαφώς ότι το Κοινοβούλιο δεν αμφισβητεί ότι η περιγραφή των καθηκόντων του καταγγέλλοντος δεν είχε καθοριστεί πριν από τη μετακίνησή του στο Λουξεμβούργο και για κάποιο χρονικό διάστημα στη συνέχεια. Ο Διαμεσολαβητής είναι της γνώμης ότι αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να ενημερώνεται ένα μέλος του προσωπικού για τα καθήκοντα που καλείται να ασκήσει, ιδίως όταν μετακινείται σε νέα θέση. Φαίνεται πιθανό ότι ορισμένα από τα καθήκοντα που αναμενόταν να εκτελέσει ο καταγγέλλων στο Λουξεμβούργο ήταν παρόμοια ή ακόμη και πανομοιότυπα με εκείνα που είχε στο Γραφείο Πληροφοριών. Ωστόσο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά ότι η περιγραφή της θέσης εργασίας δεν χρειάστηκε να προσαρμοστεί μόλις αποφασίστηκε η μεταφορά του καταγγέλλοντος στο Λουξεμβούργο. Το γεγονός ότι η προηγούμενη σταδιοδρομία του καταγγέλλοντος ήταν συναφής και κατάλληλη για την πλήρωση της θέσης στο Λουξεμβούργο δεν επηρεάζει το συμπέρασμα αυτό.
49. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη του Κοινοβουλίου να καθορίσει εγκαίρως τα καθήκοντα του καταγγέλλοντος στη νέα του θέση συνιστούσε επίσης κακοδιοίκηση.
50. Όταν ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης, το καταστατικό του προβλέπει ότι, στο μέτρο του δυνατού, αναζητεί λύση με το οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό για την εξάλειψη του κρούσματος κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση της καταγγελίας [5]. Δεδομένου ότι η κίνηση του καταγγέλλοντος αναβλήθηκε τελικά για αρκετούς μήνες και ότι ο καταγγέλλων έχει εν τω μεταξύ συνταξιοδοτηθεί, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν είναι δυνατή η ανάληψη περαιτέρω δράσης στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, θα περατώσει την έρευνά της με τις δύο επικριτικές παρατηρήσεις που παρατίθενται κατωτέρω.
Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια την περατώνει με τις ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:
Το Κοινοβούλιο ενήργησε εσφαλμένα όταν αποφάσισε ότι η μεταφορά του καταγγέλλοντος θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ πριν από τη λήψη της απόφασης.
Το Κοινοβούλιο δεν καθόρισε εγκαίρως τα καθήκοντα του καταγγέλλοντος μετά τη μετάθεσή του.
Ο καταγγέλλων και το Κοινοβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Τελικό αγγλικό κείμενο της απόφασης επί της καταγγελίας 219/2013/(VL)PMC
[1] Κανονισμός που διέπει την πολιτική κινητικότητας, απόφαση του Προεδρείου της 29ης Μαρτίου 2004.
[2] Το άρθρο 4 παράγραφος 3 των κανόνων κινητικότητας ορίζει ότι «[π]ριν από την τοποθέτηση υπαλλήλου στην ίδια θέση επί επτά έτη, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφασίζει την τοποθέτηση του υπαλλήλου σε νέα θέση, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης […]».
[3] Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή.
[4] Παράγραφος 34.
[5] Άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή, διαθέσιμο στο διαδίκτυο: http://www.ombudsman.europa.eu/en/resources/statute.faces#hl0