FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 379/2010/MHZ κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών [1] (εφεξής «ΟΣΑΕ») άρχισε να ισχύει στις 26 Μαρτίου 1997. Η προθεσμία για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών ήταν η 26η Σεπτεμβρίου 1998. Η ΟΣΑΕ αποσκοπεί στην προστασία των επενδυτών από τον κίνδυνο οικονομικής ζημίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να αποπληρώσει χρήματα ή να επιστρέψει περιουσιακά στοιχεία. Η ΟΣΑΕ θεσπίζει ορισμένες βασικές αρχές, διατάξεις και ορισμούς και παρέχει στα κράτη μέλη ευελιξία για την εφαρμογή τους με τον πλέον κατάλληλο τρόπο για τη δική τους κατάσταση. Η ΟΣΑΕ καθορίζει, ωστόσο, βασικές απαιτήσεις για τα εθνικά συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, προκειμένου να παρέχεται εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας για τους επενδυτές σε ολόκληρη την ΕΕ. Τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών και όλες οι επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να ανήκουν σε ένα τέτοιο σύστημα.

2. Ο καταγγέλλων ήταν επενδυτής σε πολωνική εταιρεία επενδύσεων (WGI Dom Maklerski SA, εφεξής «WGI»). Στις 4 Απριλίου 2006, οι πολωνικές αρχές ακύρωσαν την άδεια της WGI και την υποχρέωσαν να αποπληρώσει τους επενδυτές της. Η WGI δεν το έπραξε και, στις 22 Ιουνίου 2006, το πολωνικό δικαστήριο την κήρυξε αφερέγγυα.

3. Μετά τις σχετικές αποφάσεις του Εθνικού Αποθετηρίου Αξιών (NDP), το οποίο διαχειρίζεται τα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών στην Πολωνία, ο καταγγέλλων έλαβε αποζημίωση. Κατά την άποψή του, το ποσό ήταν πολύ χαμηλό. Ο καταγγέλλων θεώρησε επίσης ότι η καταβολή της αποζημίωσης καθυστέρησε αδικαιολόγητα και, ως εκ τούτου, παραβίασε το άρθρο 9 παράγραφος 2 της ΟΣΑΕ. Το άρθρο αυτό προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το σύστημα αποζημίωσης «Η … είναι σε θέση να καταβάλει την απαίτηση του επενδυτή το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριών μηνών από τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας και του ποσού της απαίτησης».

4. Ως εκ τούτου, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε την πρώτη καταγγελία του στην Επιτροπή κατά της Πολωνίας για μη συμμόρφωση με το ανωτέρω άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας ΟΣΑΕ. Η Επιτροπή καταχώρισε την καταγγελία με αριθμό αναφοράς X . Η Επιτροπή έλαβε αρκετές άλλες καταγγελίες από την Πολωνία σχετικά με το θέμα αυτό.

5. Στις 23 Ιανουαρίου 2008, η Επιτροπή ζήτησε εξηγήσεις από τις πολωνικές αρχές. Στις 3 Μαρτίου 2008, το πολωνικό Υπουργείο Οικονομικών απάντησε εξηγώντας τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών στην Πολωνία και την κατάσταση εφαρμογής της ΟΣΑΕ. Μετά την απάντηση αυτή και τις περαιτέρω άτυπες επαφές με τις πολωνικές αρχές, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να περατώσει τη διαδικασία επί παραβάσει και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την πρόθεσή της να το πράξει στις 30 Απριλίου 2008.

6. Στις 30 Μαΐου 2008, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή, στην οποία αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 13 της ΟΣΑΕ, το οποίο προβλέπει ότι «ένα κράτος μέλος διασφαλίζει ότι το δικαίωμα αποζημίωσης ενός επενδυτή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής από τον επενδυτή κατά του συστήματος αποζημίωσης». Δήλωσε ότι η πολωνική νομοθεσία δεν προβλέπει καμία δυνατότητα αποζημίωσης για τους επενδυτές εάν επιθυμούν να υποβάλουν καταγγελία κατά των συστημάτων αποζημίωσης επενδυτών που διαχειρίζεται η NDS. Τα πολιτικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια για τις αποφάσεις NDS, διότι έχουν διοικητικό χαρακτήρα (καθώς σχετίζονται με τη διαχείριση του συστήματος αποζημίωσης επενδυτών από την NDS). Τα διοικητικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία ούτε επειδή η NDS δεν είναι διοικητικό όργανο, αλλά ανώνυμη εταιρεία εμπορικού δικαίου. Επισύναψε, συναφώς, επιστολή του συνδίκου πτωχεύσεως της WGI της 28ης Μαΐου 2007.

7. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2008, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν είχε βρει νέες πληροφορίες στην επιστολή του της 30ής Μαΐου 2008. Κατά συνέπεια, περάτωσε τη διαδικασία επί παραβάσει στις 26 Ιουνίου 2008.

8. Στις 10 Σεπτεμβρίου, στις 15 Οκτωβρίου και στις 11 Δεκεμβρίου 2008, ο καταγγέλλων απέστειλε συμπληρωματικές επιστολές στην Επιτροπή, με τις οποίες αντιτάχθηκε σαφώς στην ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής. Η Επιτροπή απάντησε στις επιστολές αυτές στις 8 Οκτωβρίου, στις 12 Νοεμβρίου 2008 και στις 2 Φεβρουαρίου 2009 αντίστοιχα [2]. Με επιστολή της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, η καταγγέλλουσα ζήτησε πρόσβαση στα έγγραφα σχετικά με τον φάκελό της, στην οποία η Επιτροπή απάντησε στις 8 Οκτωβρίου 2008. Στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 2008, η Επιτροπή επισύναψε αντίγραφο της απάντησης των πολωνικών αρχών της 3ης Μαρτίου 2008. Στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 2009, η Επιτροπή ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε ήδη εξηγήσει όλους τους νομικούς λόγους όσον αφορά την απόφασή της να κλείσει τον φάκελό του στην προηγούμενη αλληλογραφία της. Η Επιτροπή επανέλαβε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τα επιχειρήματά του σχετικά με την παραβίαση από τις πολωνικές αρχές της υποχρέωσης εφαρμογής της οδηγίας. Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι «το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ μεταφέρθηκε στο άρθρο 140 &7 του νόμου για τις συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα της 29ης Ιουλίου 2005. Επιπλέον, οι καταγγελίες μπορούν πάντα να αποστέλλονται στην [αρμόδια πολωνική αρχή] και οι προσφυγές μπορούν να ασκούνται ενώπιον των δικαστηρίων." Επιπλέον, η Επιτροπή παρέπεμψε στον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς της και δήλωσε ότι δεν θα του απαντούσε για το ίδιο θέμα, εκτός εάν προέβαλλε νέα επιχειρήματα.

9. Στις 28 Ιουλίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε τη δεύτερη καταγγελία του στην Επιτροπή. Υποστήριξε ότι η καταγγελία αυτή ήταν διαφορετική από την πρώτη καταγγελία, διότι i) αυτή τη φορά αναφέρθηκε μόνο στο άρθρο 13 της ΟΣΑΕ και οι πολωνικές αρχές δεν την εφάρμοσαν αποτελεσματικά (επαναλάμβανε το περιεχόμενο της επιστολής του της 30ής Μαΐου 2008 σχετικά με το θέμα αυτό)· ii) είχε στην κατοχή του νέο έγγραφο πολωνικού δικαστηρίου από το οποίο προέκυπτε ότι το άρθρο 13 πράγματι δεν είχε εφαρμοστεί καθόλου. Στις 30 Ιουλίου 2009, απέστειλε στην Επιτροπή αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου μαζί με σύντομη συνοδευτική επιστολή που συμπλήρωνε τη δεύτερη καταγγελία του . Το εν λόγω έγγραφο ήταν απόφαση πολωνικού δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2008, στην οποία το δικαστήριο δήλωσε, συνοπτικά, ότι δεν είχε δικαιοδοσία σε υποθέσεις που αφορούσαν το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατή η αποκατάσταση.

10. Η Επιτροπή δεν καταχώρισε τη δεύτερη αιτίαση αυτή καθαυτή. Στην απάντησή της της 19ης Οκτωβρίου 2009, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν είχε κινήσει τη διαδικασία επί παραβάσει κατά της Πολωνίας στις προηγούμενες επιστολές της. Η Επιτροπή δεν εντόπισε νέα στοιχεία σχετικά με την υπόθεσή του και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι το ζήτημα θα πρέπει να κλείσει.

11. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

12. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει την παρούσα έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

Ισχυρισμός:

Η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει προσηκόντως τη δεύτερη καταγγελία του της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009.

Αίτημα:

Η Επιτροπή θα πρέπει να καταχωρίσει τη δεύτερη αιτίασή του ή να παράσχει πειστικές διευκρινίσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να το πράξει.

Η έρευνα

13. Στις 23 Οκτωβρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή [3]. Στις 23 Ιουνίου 2010, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη στον Διαμεσολαβητή στα αγγλικά και, στη συνέχεια, τη μετάφρασή της στα πολωνικά. Στις 10 Αυγούστου 2010, ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Εικαζόμενη παράλειψη ορθής διεκπεραίωσης της καταγγελίας παράβασης και σχετικός ισχυρισμός

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Στην αρχική του καταγγελία, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή αρνήθηκε να καταχωρίσει τη νέα του καταγγελία της 28ης Ιουλίου 2009, την οποία συμπλήρωσε στις 30 Ιουλίου 2009, ήταν εσφαλμένος. Υποστήριξε επίσης ότι, στην απάντησή της της 19ης Οκτωβρίου 2009, η Επιτροπή δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε παρουσιάσει νέα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ στην πραγματικότητα το είχε πράξει. Στη νέα του καταγγελία συμπεριέλαβε αντίγραφο απόφασης πολωνικού δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2008, η οποία ήταν προηγουμένως άγνωστη στην Επιτροπή. («Πρώτο επιχείρημα»)

15. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η εκτίμηση της Επιτροπής, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 2009, ότι το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ είχε εφαρμοστεί ορθά στο πολωνικό δίκαιο, ήταν εσφαλμένη. ('Δεύτερο επιχείρημα')

16. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, στις 6 Αυγούστου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μετά την εν λόγω αναφορά, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι ορισμένες από τις προηγούμενες επαφές της Επιτροπής με τις πολωνικές αρχές ήταν άτυπες, η Επιτροπή απέστειλε στις 23 Δεκεμβρίου 2009 νέα επιστολή στις πολωνικές αρχές. Το πολωνικό Υπουργείο Οικονομικών απάντησε στην επιστολή αυτή στις 10 Φεβρουαρίου 2010 [4].

17. Η Επιτροπή έκρινε ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε νέα σχετικά στοιχεία στην αλληλογραφία του της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009 για να δικαιολογήσει την καταχώρισή του ως νέας καταγγελίας. Η απόφαση του πολωνικού δικαστηρίου την οποία επισύναψε η καταγγέλλουσα δεν συνιστούσε τέτοια νέα στοιχεία. Η απόφαση του δικαστηρίου αυτού υπήρχε ήδη το 2008, όταν η Επιτροπή εξακολουθούσε να αναλύει την πρώτη καταγγελία του καταγγέλλοντος (υπόθεση επί παραβάσει αριθ. 2008/4085). Επιπλέον, στην επιστολή του της 30ής Μαΐου 2008, ο καταγγέλλων είχε ήδη αναφέρει ότι τα πολωνικά δικαστήρια είχαν εκδώσει αποφάσεις για το θέμα αυτό.

18. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η απόφαση του πολωνικού δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2008 δεν ανέφερε ότι η Πολωνία είχε εφαρμόσει εσφαλμένα το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ, το οποίο θα απαιτούσε από την Επιτροπή να κινήσει νέα έρευνα στο πλαίσιο νέας διαδικασίας επί παραβάσει. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατόπιν έφεσης που άσκησαν άλλοι επενδυτές στην πολωνική επιχείρηση επενδύσεων. Το δικαστήριο απέρριψε την έφεσή τους στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Η απόφαση αυτή δεν εμποδίζει επενδυτή ο οποίος i) δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο που διαχειρίζεται ο σύνδικος της πτώχευσης ή ii) δεν είναι ικανοποιημένος με το ποσό της χορηγούμενης αποζημίωσης, να ασκήσει αστική αξίωση. Η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στην επιστολή της με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 2009 ότι το άρθρο 13 της οδηγίας είχε μεταφερθεί στο άρθρο 140 παράγραφος 7 του νόμου περί διαπραγμάτευσης χρηματοπιστωτικών μέσων της 29ης Ιουλίου 2005, ο οποίος εξακολουθούσε να ισχύει στην Πολωνία.

19. Η ανωτέρω εκτίμηση της Επιτροπής επιβεβαιώθηκε από τις πολωνικές αρχές κατά τη διάρκεια άτυπης συζήτησης με την Επιτροπή, καθώς και στην επίσημη απάντηση του πολωνικού Υπουργείου Οικονομικών της 10ης Φεβρουαρίου 2010. Στην εν λόγω απάντηση, το πολωνικό υπουργείο εξήγησε ότι οι επενδυτές έχουν δύο δυνατότητες προσφυγής: i) στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας ενώπιον δικαστή-επιτρόπου, σύμφωνα με το άρθρο 256 παράγραφος 1 του πολωνικού νόμου περί πτώχευσης, ή ii) μέσω αστικών αξιώσεων βάσει των άρθρων 140 παράγραφος 6 και 140 παράγραφος 7 του νόμου περί διαπραγμάτευσης χρηματοπιστωτικών μέσων της 29ης Ιουλίου 2005. Αυτά τα τελευταία διορθωτικά μέτρα είναι διαθέσιμα τόσο για τους επενδυτές των οποίων τα ονόματα δεν αναφέρονται στον κατάλογο των επενδυτών, όσο και για τους επενδυτές που δεν είναι ικανοποιημένοι με το ποσό της αποζημίωσης.

20. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, στην αναφορά του προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο καταγγέλλων αναγνώρισε σιωπηρά τη δυνατότητα άσκησης αστικών αξιώσεων όταν δήλωσε ότι «είναι αδύνατο μια καταγγελία κατά [του συστήματος αποζημίωσης] ενώπιον τακτικού δικαστηρίου να ισοδυναμεί με αγωγή κατά του συστήματος αποζημίωσης κατά την έννοια του άρθρου 13 της [ΟΣΑΕ]». Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με το επιχείρημα αυτό, δεδομένου ότι το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ είναι μια πολύ γενική διάταξη που απαιτεί την ύπαρξη διαδικασίας προσφυγής των επενδυτών κατά του συστήματος αποζημίωσης. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκε ο καταγγέλλων στην αναφορά του προς το Κοινοβούλιο, το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ αφήνει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ασκηθεί η προσφυγή αυτή στο πλαίσιο των εθνικών διαδικασιών αφερεγγυότητας και των δικαστικών διαδικασιών. Ως προς αυτό, η Επιτροπή είχε ήδη δηλώσει, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 2009, ότι «επιπλέον, οι καταγγελίες μπορούν πάντα να αποστέλλονται στην [αρμόδια πολωνική αρχή] και να ασκείται προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων».

21. Η Επιτροπή τόνισε ότι το συμπέρασμά της ότι το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ έχει μεταφερθεί ορθά στο πολωνικό δίκαιο βασίστηκε σε διεξοδική έρευνα του ζητήματος και μετά από αρκετές επαφές με τις πολωνικές αρχές σχετικά με το θέμα αυτό. Τα συμπεράσματα της Επιτροπής κοινοποιήθηκαν σαφώς στον καταγγέλλοντα με διάφορες επιστολές, συμπεριλαμβανομένης της επιστολής της 2ας Φεβρουαρίου 2009.

22. Η Επιτροπή κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση κατά την εξέταση της υπόθεσης του καταγγέλλοντος και έκρινε αβάσιμο τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Τέλος, σημείωσε ότι «η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την άσκηση ελέγχου επί της ουσίας των αποφάσεων της Επιτροπής, ιδίως όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου».

23. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι δεν ανέφερε την απόφαση του πολωνικού δικαστηρίου ως νέο αποδεικτικό στοιχείο στην επιστολή του της 30ής Μαΐου 2008, με την οποία ολοκλήρωσε την πρώτη καταγγελία του. Η Επιτροπή προφανώς δεν γνώριζε το περιεχόμενο της πολωνικής απόφασης πριν από τις 28 Ιουλίου 2009 (ημερομηνία της δεύτερης καταγγελίας του ), παρόλο που εκδόθηκε το 2008.

24. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η δυνατότητα άσκησης πολιτικής αγωγής κατά της NDS που διαχειρίζεται το σύστημα αποζημίωσης δεν είναι η ίδια με τη δυνατότητα άσκησης αγωγής κατά του συστήματος αποζημίωσης επενδυτών. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η πολωνική νομοθεσία δεν προβλέπει επί του παρόντος τη δυνατότητα άσκησης αστικής αγωγής κατά του συστήματος αποζημίωσης των επενδυτών. Το καθεστώς δεν έχει νομική προσωπικότητα και είναι δυνατή μόνο η άσκηση αγωγής κατά της NDS. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή παραμόρφωσε τις σχετικές δηλώσεις του στην αναφορά του προς το Κοινοβούλιο. Τέλος, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ δεν αναφέρεται σε ένδικο μέσο ενώπιον του δικαστηρίου, αλλά σε άλλα ένδικα μέσα τα οποία, υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, θα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, δηλαδή, μεταξύ άλλων, εύκολα προσβάσιμα. Στην Πολωνία, ωστόσο, η πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι δαπανηρή και οι διαδικασίες χρονοβόρες.

25. Ο καταγγέλλων εξέτασε την απάντηση του πολωνικού υπουργείου της 10ης Φεβρουαρίου 2010, στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή στη γνώμη της. Διαπίστωσε ότι ο πολωνικός νόμος περί πτώχευσης και ο νόμος περί διαπραγμάτευσης χρηματοπιστωτικών μέσων, οι οποίοι, σύμφωνα με το πολωνικό υπουργείο και όπως επανέλαβε η Επιτροπή, θα έπρεπε να έχουν μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ, δεν περιλαμβάνουν σχετικές διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα των επενδυτών να ασκήσουν προσφυγή κατά του συστήματος αποζημίωσης των επενδυτών. Επιπλέον, έκρινε ότι το πολωνικό Υπουργείο αναφέρθηκε στη δυνατότητα άσκησης προσφυγής κατά του καταλόγου των πιστωτών και όχι κατά του καταλόγου των επενδυτών που δικαιούνται αποζημίωση. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το πολωνικό υπουργείο παραπλάνησε την Επιτροπή. Η Επιτροπή δεν έπρεπε να αποδεχθεί τις απόψεις του εν λόγω υπουργείου χωρίς να τις επαληθεύσει περαιτέρω.

26. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατή η προσφυγή κατά του συστήματος αποζημίωσης των επενδυτών βάσει της πολωνικής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ δεν εφαρμόστηκε ορθά. Διαπίστωσε ότι η Επιτροπή παραβίασε τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, μεταξύ άλλων (i) μη εξετάζοντας τη νέα καταγγελία του της 28ης Ιουλίου 2008 αυτή καθαυτή, παρά τα νέα αποδεικτικά στοιχεία· και ii) δεν αιτιολογεί δεόντως τους λόγους.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα του καταγγέλλοντος

27. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε αναφορά στο Κοινοβούλιο στις 6 Αυγούστου 2009, δηλαδή περίπου τρεις μήνες πριν υποβάλει την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή. Με βάση τη γνώμη της Επιτροπής και την απάντηση του πολωνικού υπουργείου της 10ης Φεβρουαρίου 2010, η οποία ζητήθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης της αναφοράς του καταγγέλλοντος από το Κοινοβούλιο, προέκυψε ότι η εν λόγω αναφορά αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 13 της ΟΣΑΕ από τις πολωνικές αρχές. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το πολωνικό Υπουργείο απάντησε, με επιστολή του της 10ης Φεβρουαρίου 2010, στις ακόλουθες ερωτήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή:

(1) Μπορεί το δικαίωμα αποζημίωσης να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής από επενδυτή σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ· Πώς μπορεί ο επενδυτής να αγωνιστεί για αυτό το δικαίωμα;

(2) Έχουν οι επενδυτές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των επενδυτών που δικαιούνται αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, σημείο 1, του πολωνικού νόμου περί διαπραγματεύσεως χρηματοπιστωτικών μέσων, το δικαίωμα να προσφύγουν κατά του εν λόγω καταλόγου επενδυτών και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποια νομική βάση; ποια μέτρα μπορεί να λάβει ο επενδυτής προκειμένου να προσφύγει κατά του καταλόγου επενδυτών;

(3) Έχει ο επενδυτής το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην πολωνική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας και μπορεί να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου για το θέμα αυτό;[5]

28. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και δεδομένου ότι η Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει ήδη ασχοληθεί με την εφαρμογή του άρθρου 13 της ΟΣΑΕ από την Πολωνία και, κατά συνέπεια, με την αξιολόγηση της Επιτροπής στο θέμα αυτό, δεν υπάρχουν λόγοι για τον Διαμεσολαβητή να ασχοληθεί με το δεύτερο επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η αξιολόγηση αυτή ήταν εσφαλμένη.

29. Για τον ίδιο λόγο, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί χρήσιμο να σχολιάσει τη δήλωση της Επιτροπής στη γνωμοδότησή του ότι «η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την άσκηση ελέγχου επί της ουσίας των αποφάσεων της Επιτροπής, ιδίως όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου». Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για την ατυχή αυτή δήλωση της Επιτροπής. Θα ήθελε να διευκρινίσει ότι, εάν η Επιτροπή Αναφορών δεν είχε ήδη ασχοληθεί με αυτή την πτυχή της καταγγελίας και εάν ο Διαμεσολαβητής επρόκειτο να αξιολογήσει τα συμπεράσματα της Επιτροπής επί του θέματος, θα ήταν προφανώς σε θέση να εκφράσει τη θέση του σχετικά με την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του δικαίου της ΕΕ, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η ανώτατη αρχή για την ερμηνεία του εν λόγω δικαίου είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρώτο επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν καταχώρισε ως νέα καταγγελία την επιστολή του καταγγέλλοντος της 28ης Ιουλίου 2009, η οποία ολοκληρώθηκε στις 30 Ιουλίου 2009

30. Ο Διαμεσολαβητής δυσκολεύεται να κατανοήσει γιατί η Επιτροπή δεν καταχώρισε τις ανωτέρω επιστολές του καταγγέλλοντος ως επίσημη καταγγελία, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου [6] («η ανακοίνωση»).

31. Στην ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή δημοσίευσε τους κανόνες που εφαρμόζονται στις σχέσεις της με τα πρόσωπα που καταγγέλλουν παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Η πρώτη παράγραφος του σημείου 3 (Καταγραφή των καταγγελιών) της παρούσας ανακοίνωσης προβλέπει τα εξής:

«Κάθε αλληλογραφία που ενδέχεται να διερευνηθεί ως καταγγελία καταγράφεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρεί η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής.»

Το σημείο 3, δεύτερο εδάφιο, περιλαμβάνει εξαντλητική απαρίθμηση των λόγων βάσει των οποίων

«[γ] η απάντηση δεν διερευνάται ως καταγγελία από την Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών, εάν:

… - διατυπώνει παράπονο σχετικά με το οποίο η Επιτροπή έχει υιοθετήσει σαφή, δημόσια και συνεπή θέση, η οποία κοινοποιείται στον καταγγέλλοντα …»

Το τέταρτο εδάφιο του σημείου 5 (Απόδειξη παραλαβής) της ανακοινώσεως ορίζει τα εξής:

«Όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποφασίζουν να μην καταχωρίσουν την αλληλογραφία ως καταγγελία, ενημερώνουν σχετικά τον συντάκτη με απλή επιστολή, εκθέτοντας έναν ή περισσότερους από τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο 3 δεύτερο εδάφιο.»

32. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι δεν καταχώρισε τις εν λόγω επιστολές του καταγγέλλοντος ως νέα καταγγελία, διότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε νέα αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την προηγούμενη καταγγελία του σχετικά με την εσφαλμένη εφαρμογή της ΟΣΑΕ από την Πολωνία. Η προηγούμενη καταγγελία περατώθηκε οριστικά από την Επιτροπή στις 26 Ιουνίου 2008 χωρίς να διαπιστωθεί παράβαση. Φαίνεται, επομένως, ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι είχε ήδη λάβει «σαφή, δημόσια και συνεπή» θέση σχετικά με τις επιστολές του καταγγέλλοντος της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009 πριν από τις ημερομηνίες αποστολής τους.

33. Ωστόσο, στην καταγγελία του προς την Επιτροπή της 10ης Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε βασικά στη μη ορθή εφαρμογή του άρθρου 9 της ΟΣΑΕ από τις πολωνικές αρχές. Αντιθέτως, στις επιστολές του της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009, ο καταγγέλλων επικεντρώθηκε στην εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 13 της ΟΣΑΕ.

34. Φαίνεται επίσης ότι, μετά την πρώτη καταγγελία του καταγγέλλοντος της 10ης Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή δεν διερεύνησε την εφαρμογή του άρθρου 13 της ΟΣΑΕ από την Πολωνία. Από την απάντηση των πολωνικών αρχών της 22ας Φεβρουαρίου 2008, η οποία απεστάλη προφανώς στο πλαίσιο του χειρισμού από την Επιτροπή της πρώτης καταγγελίας του καταγγέλλοντος , είναι σαφές ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε από το πολωνικό Υπουργείο Οικονομικών να εξηγήσει την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 13 της ΟΣΑΕ. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί βάσει ποιας «διεξοδικής έρευνας» η Επιτροπή κατέληξε στη θέση της σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 13 στο πολωνικό δίκαιο, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με την επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 2009. Στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν ότι i) «οι καταγγελίες μπορούν πάντα να αποστέλλονται στην [αρμόδια πολωνική αρχή] και να ασκείται προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων» και ii) το άρθρο 13 της οδηγίας είχε μεταφερθεί στο άρθρο 140 παράγραφος 7 του νόμου για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων της 29ης Ιουλίου 2005.

35. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι μόλις στις 30 Ιουλίου 2009 ο καταγγέλλων υπέβαλε, για πρώτη φορά κατά τις επαφές του με την Επιτροπή σχετικά με την ΟΣΑΕ, αντίγραφο της απόφασης του πολωνικού δικαστηρίου με την οποία ο πολωνός δικαστής επίτροπος έκρινε ότι δεν υπάρχει νομική δυνατότητα προσφυγής κατά του συστήματος αποζημίωσης επενδυτών στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας. Το σχετικό τμήμα της απόφασης του Πολωνού δικαστή της 26ης Φεβρουαρίου 2008 αφορούσε δύο ατομικές αξιώσεις αποζημίωσης σχετικά με την αφερεγγυότητα της πολωνικής επιχείρησης επενδύσεων. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:

«Η κατάρτιση του καταλόγου των επενδυτών και οι κανόνες σχετικά με την επιδίκαση αποζημίωσης και τον τρόπο καταβολής της αποζημίωσης αυτής προβλέπονται στο άρθρο 132 και σε επόμενα άρθρα του [πολωνικού νόμου περί διαπραγμάτευσης χρηματοπιστωτικών μέσων], τα οποία δεν προβλέπουν τη δυνατότητα του δικαστή-επιτρόπου να αποφασίζει σχετικά με τις αξιώσεις αποζημίωσης και σχετικά με το αν μπορούν να ασκηθούν προσφυγές κατά του καταλόγου των επενδυτών. Η δυνατότητα αυτή δεν προβλέπεται ούτε στον πτωχευτικό νόμο ούτε στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεδομένου ότι ο κατάλογος των επενδυτών δεν αποτελεί απόφαση του δικαστή επιτρόπου ή του δικαστηρίου. Το Εθνικό Αποθετήριο Αξιών [NDS] αποφασίζει σχετικά με το δικαίωμα αποζημίωσης και το ύψος της και η απόφαση αυτή έχει τη μορφή απόφασης του συμβουλίου [NDS]. Ακόμη και ένας διαχειριστής αφερεγγυότητας, ο οποίος συντάσσει και καταθέτει τον κατάλογο των επενδυτών, δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει την ανωτέρω απόφαση. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν σχετικές διατάξεις, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο σύνδικος της πτώχευσης μπορεί να ασκήσει αγωγή εάν η NDS επιστρέψει τον κατάλογο των επενδυτών που έχει καταρτίσει ή εάν η NDS αποφασίσει να επιδικάσει αποζημίωση χαμηλότερη από εκείνη που αναφέρεται στον κατάλογο. Με βάση τα ανωτέρω, οι [παρούσες] αξιώσεις αποζημίωσης θα πρέπει να απορριφθούν με την αιτιολογία ότι δεν είναι δυνατή η άσκηση ένδικων μέσων κατά την έννοια του άρθρου 199 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του άρθρου 229 του πτωχευτικού νόμου [7].

36. Όπως ορθώς παρατήρησε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι γνώριζε την εν λόγω απόφαση πριν από την ημερομηνία υποβολής της από τον καταγγέλλοντα. Είναι επίσης εύλογο να θεωρηθεί ότι η απόφαση αυτή αποτελεί σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο για να υποστηριχθεί αν το πολωνικό δίκαιο εφάρμοσε επαρκώς το άρθρο 13 της ΟΣΑΕ και αν θα έπρεπε ή όχι να αγνοηθεί από την Επιτροπή. Θα έπρεπε μάλλον να είχε αναλυθεί διεξοδικά.

37. Ωστόσο, η Επιτροπή πραγματοποίησε την ανάλυση αυτή μόνο μετά την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή (ή μάλλον στο πλαίσιο της αναφοράς του καταγγέλλοντος προς το Κοινοβούλιο τον Αύγουστο του 2009). Με τον τρόπο αυτό, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω απόφαση «δεν παρέχει σχετικές ενδείξεις πλημμελούς εφαρμογής από την Πολωνία του άρθρου 13 της οδηγίας, η οποία θα απαιτούσε έρευνα από την Επιτροπή στο πλαίσιο νέας διαδικασίας επί παραβάσει». Ωστόσο, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε ήδη διενεργήσει την εν λόγω ανάλυση προτού ο καταγγέλλων απευθυνθεί στο Κοινοβούλιο (και στον Διαμεσολαβητή), αφού πρώτα καταχώρισε τις επιστολές του καταγγέλλοντος της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009 ως νέα καταγγελία. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σαφές ότι τα ζητήματα στα οποία αναφέρονται οι εν λόγω επιστολές θα έπρεπε να είχαν διερευνηθεί κατά τον χρόνο υποβολής των επιστολών.

38. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιστολή του καταγγέλλοντος προς την Επιτροπή της 30ής Μαΐου 2008, αναφέρθηκε πράγματι στο άρθρο 13 της ΟΣΑΕ και εξέφρασε την άποψη ότι η πολωνική νομοθεσία δεν παρέχει τη δυνατότητα προσφυγής κατά των αποφάσεων του NDP που διαχειρίζεται το καθεστώς αποζημίωσης. Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης, αν και με αρκετά γενικούς όρους, ότι «το δικαστήριο που επιλήφθηκε της πτώχευσης απέρριψε τις προσφυγές κατά του καθεστώτος αποζημίωσης δηλώνοντας ότι οι εν λόγω προσφυγές δεν τον αφορούν.» Ωστόσο, εκείνη την περίοδο δεν υπέβαλε αντίγραφο της απόφασης του πολωνικού δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2008. Το έπραξε μόλις στις 28 και 30 Ιουλίου 2009. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να βασιστεί στο περιεχόμενο της επιστολής του καταγγέλλοντος της 30ής Μαΐου 2008 για να υποστηρίξει, κατά τη γνώμη της, ότι δεν υπήρχε κανένα νέο στοιχείο στην αλληλογραφία του καταγγέλλοντος της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009.

39. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να καταχωρίσει τις επιστολές του καταγγέλλοντος της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009 ως νέα καταγγελία με την αιτιολογία ότι η εν λόγω αλληλογραφία δεν περιλάμβανε νέα αποδεικτικά στοιχεία, ενήργησε κατά της δικής της ανακοίνωσης και, ως εκ τούτου, διέπραξε κρούσμα κακοδιοίκησης.

40. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στη συνέχεια και στο πλαίσιο της αναφοράς του καταγγέλλοντος προς το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή επικοινώνησε με τις πολωνικές αρχές προκειμένου να επαληθεύσει αυτά τα νέα αποδεικτικά στοιχεία και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι το άρθρο 13 της ISCD δεν εφαρμόστηκε ορθά από τις πολωνικές αρχές. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έλαβε μέτρα τα οποία θα μπορούσε να αναμένει από αυτήν εάν είχε καταχωρίσει τις σχετικές επιστολές του καταγγέλλοντος ως νέα (δεύτερη) καταγγελία. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα πρέπει, στο παρόν στάδιο, να απαιτήσει από την Επιτροπή να καταχωρίσει την καταγγελία του καταγγέλλοντος της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009 ως έχει και, ως εκ τούτου, να ικανοποιήσει τον ισχυρισμό. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η εξεύρεση φιλικής λύσης και, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση με την επικριτική παρατήρηση που ακολουθεί.

Γ. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη και ενήργησε κατά της ανακοίνωσής της μη καταχωρίζοντας τις επιστολές του καταγγέλλοντος της 28ης και 30ής Ιουλίου 2009 ως νέα καταγγελία. Στις επιστολές αυτές, ο καταγγέλλων συμπεριέλαβε αντίγραφο απόφασης πολωνικού δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2008, η οποία πράγματι συνιστούσε νέα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Επιτροπής για πρώτη φορά. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 20 Δεκεμβρίου 2010


[1] ΕΕ 1997, L 84, σ. 22-31.

[2] Ο καταγγέλλων επισύναψε στην καταγγελία του αντίγραφα των απαντήσεων της Επιτροπής της 12ης Νοεμβρίου 2008 και της 2ας Φεβρουαρίου 2009. Ωστόσο, το περιεχόμενο των υπόλοιπων επιστολών της Επιτροπής περιγράφηκε στις συνημμένες επιστολές.

[3] Η καταγγελία αυτή, μολονότι επικυρώθηκε από το σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής του Διαμεσολαβητή, δεν διαβιβάστηκε στο μητρώο του Διαμεσολαβητή για τεχνικούς λόγους. Μόνο στις 26 Δεκεμβρίου 2009, όταν ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή (η επιστολή του καταχωρίστηκε ως περαιτέρω αλληλογραφία προηγούμενης καταγγελίας από τον ίδιο καταγγέλλοντα: Ο Y ) ρωτώντας σχετικά με την καταγγελία του της 23ης Οκτωβρίου 2009, ανακάλυψαν οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι είχε υποβάλει την τελευταία αυτή καταγγελία. Ως εκ τούτου, η καταγγελία του πρωτοκολλήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τα ανωτέρω στις 18 Μαρτίου 2010.

[4] Ο καταγγέλλων έλαβε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής απευθείας από το πολωνικό Υπουργείο Οικονομικών.

[5] Στις 24 Νοεμβρίου 2010, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επικοινώνησαν ανεπίσημα με την Επιτροπή Αναφορών του Κοινοβουλίου. Η επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, στην αναφορά του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι πολωνικές αρχές δεν είχαν εφαρμόσει ορθά την ΟΣΑΕ στην πολωνική νομοθεσία και ότι, στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο άρθρο 13 της ΟΣΑΕ. Στις 22 Νοεμβρίου 2009, η αναφορά χαρακτηρίσθηκε παραδεκτή. Στις 11 Μαΐου 2010, η Επιτροπή διαβίβασε στο Κοινοβούλιο τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με την αναφορά. Η εξέταση της αναφοράς περατώθηκε από το Κοινοβούλιο τον Ιούλιο του 2010.

[6] COM(2002)141 τελικό.

[7] Η μετάφραση αυτή έγινε από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!