FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2660/2009/(BU)RT κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της επιτροπής προσωπικού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εξ ονόματός του.

2. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ:

«Το Συμβούλιο επανεξετάζει ανά διετία τα ποσά [των ημερήσιων αποζημιώσεων και των εξόδων ξενοδοχείου για αποστολές]. Η επανεξέταση αυτή πραγματοποιείται υπό το πρίσμα έκθεσης της Επιτροπής σχετικά με τις τιμές των ξενοδοχείων, των εστιατορίων και των υπηρεσιών εστίασης, λαμβανομένων υπόψη των δεικτών για την εξέλιξη των εν λόγω τιμών. Για τους σκοπούς της επανεξέτασης αυτής, το Συμβούλιο αποφασίζει μετά από πρόταση της Επιτροπής με την ειδική πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ.» (η υπογράμμιση δική μου).

3. Στις 27 Ιουνίου 2006, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1066/2006 για την προσαρμογή, από 1ης Ιουλίου 2006, της κλίμακας των αποστολών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα κράτη μέλη [1]. Ο κανονισμός εκδόθηκε βάσει της πρότασης της Επιτροπής για κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου για την προσαρμογή, από την 1η Μαΐου 2006, της κλίμακας των αποστολών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα κράτη μέλη [2].

4. Στις 30 Οκτωβρίου 2008, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου σχετικά με τις ανά διετία αναπροσαρμογές της κλίμακας που καθορίζει τις ημερήσιες αποζημιώσεις και τα έξοδα ξενοδοχείου για αποστολές. Επέστησε την προσοχή του στο γεγονός ότι η κλίμακα που καθορίστηκε το 2006 θα έπρεπε να είχε αναθεωρηθεί το 2008. Ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου να επικοινωνήσει με τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία επανεξέτασης χωρίς καθυστέρηση.

5. Στις 26 Νοεμβρίου 2008, ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού (ΓΔ Προσωπικού) του Κοινοβουλίου επικοινώνησε με τον καταγγέλλοντα με επιστολή. Υπογράμμισε ότι, στις 21 Νοεμβρίου 2008, απηύθυνε αίτηση στον γενικό διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής [3] (ΓΔ ADMIN) ζητώντας από την Επιτροπή να υποβάλει στο Συμβούλιο την έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

6. Στις 11 Φεβρουαρίου 2009, ο καταγγέλλων απέστειλε νέα επιστολή στον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ Προσωπικού του Κοινοβουλίου δηλώνοντας ότι, εκτός από την προαναφερθείσα απάντηση της 26ης Νοεμβρίου 2008, η επιτροπή προσωπικού δεν είχε λάβει καμία πληροφορία σχετικά με το θέμα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον γενικό διευθυντή να επικοινωνήσει εκ νέου με την Επιτροπή.

7. Στις 17 Φεβρουαρίου 2009, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ Προσωπικού του Κοινοβουλίου ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, στις 22 Δεκεμβρίου 2008, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ ADMIN της Επιτροπής ζήτησε από το Κοινοβούλιο να παράσχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία ώστε η Επιτροπή να υποβάλει την έκθεσή της. Ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ Προσωπικού πρόσθεσε ότι το Κοινοβούλιο είχε παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες και θα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τυχόν επακόλουθες ενέργειες της Επιτροπής.

8. Στις 26 Φεβρουαρίου 2009, ο καταγγέλλων επανέλαβε το αίτημά του προς τον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ Προσωπικού του Κοινοβουλίου.

9. Στις 28 Οκτωβρίου 2009, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

10. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων διατύπωσε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό.

Ισχυρισμός:

Το Συμβούλιο δεν εξέδωσε εγκαίρως απόφαση σχετικά με την επανεξέταση του 2008, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 3, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

Αίτημα:

Το Συμβούλιο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση σχετικά με την επανεξέταση του 2008, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ από την 1η Ιουλίου 2008.

Η έρευνα

11. Στις 2 Δεκεμβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα και ζήτησε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει σχετικά με την καταγγελία έως τις 31 Μαρτίου 2010.

12. Στις 12 Μαρτίου 2010, το Συμβούλιο απάντησε. Η απάντηση διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων.

13. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2010, ο καταγγέλλων ζήτησε αντίγραφο ολόκληρου του φακέλου της καταγγελίας του.

14. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στον καταγγέλλοντα αντίγραφο του φακέλου της καταγγελίας του. Ανανεώνει επίσης την πρόσκλησή του προς τον καταγγέλλοντα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη που υπέβαλε το Συμβούλιο έως τις 31 Οκτωβρίου 2010. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Επί του ισχυρισμού περί παραλείψεως έγκαιρης ενέργειας

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

15. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο θα έπρεπε να είχε εγκρίνει νέα κλίμακα με ισχύ από την 1η Ιουλίου 2008 ή, τουλάχιστον, να είχε επανεξετάσει τα ποσοστά στις αρχές του 2008, βάσει έκθεσης της Επιτροπής.

16. Το Συμβούλιο δεν προέβαλε επιχειρήματα επί της ουσίας της υπό κρίση υποθέσεως, αλλά αμφισβήτησε το παραδεκτό της αιτιάσεως.

17. Το Συμβούλιο αρνήθηκε να γνωμοδοτήσει επί της καταγγελίας, διότι την έκρινε απαράδεκτη. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο έκρινε ότι η καταγγελία του καταγγέλλοντος στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θα έπρεπε να θεωρήσει την καταγγελία παραδεκτή. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο επισήμανε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε προβεί προηγουμένως σε διοικητικές ενέργειες ενώπιον του Συμβουλίου σε σχέση με το αντικείμενο της καταγγελίας του. Επιπλέον, το Συμβούλιο τόνισε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 228 της ΣΛΕΕ, ο Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δραστηριότητας των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης. Το Συμβούλιο έκρινε ότι η προσαρμογή της κλίμακας που καθορίζει τις ημερήσιες αποζημιώσεις και τα έξοδα ξενοδοχείου για αποστολές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, αποτελεί μέρος της νομοθετικής δραστηριότητας του Συμβουλίου και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στην εντολή του Διαμεσολαβητή.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

18. Ο Διαμεσολαβητής δεν συμφωνεί με την άποψη του Συμβουλίου. Θεωρεί την καταγγελία παραδεκτή για τους ακόλουθους λόγους.

19. Το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ δεν ορίζει ότι ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να λαμβάνει καταγγελίες από οργανισμούς όπως οι επιτροπές προσωπικού των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής τονίζει ότι, αν και η παρούσα καταγγελία υποβλήθηκε από υπάλληλο, αυτό έγινε εξ ονόματος της επιτροπής προσωπικού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η καταγγελία αυτή είναι μια καταγγελία actio popularis που υπερασπίζεται ένα συλλογικό συμφέρον των υπαλλήλων για τα έξοδα αποστολής τους ώστε να αντιστοιχούν στα πραγματικά τοπικά έξοδα που συνεπάγονται οι αποστολές.

20. Το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή ορίζει πράγματι ότι πριν από κάθε καταγγελία που υποβάλλεται στον Διαμεσολαβητή πρέπει να έχουν προηγηθεί κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς το οικείο θεσμικό όργανο. Θεωρεί, ωστόσο, ότι οι προηγούμενες διοικητικές προσεγγίσεις δεν θεωρούνται κατάλληλες για καταγγελίες actio popularis εάν το θεσμικό όργανο γνωρίζει το σχετικό ζήτημα και έχει ήδη εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να καθορίσει τη θέση του. Εν προκειμένω, είναι προφανές ότι το Συμβούλιο γνώριζε το ζήτημα.

21. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει επίσης ότι, σύμφωνα με τον ορισμό που παρέχεται στην ετήσια έκθεσή του για το 1997, «κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει». Έχει επανειλημμένα την άποψη ότι η κακοδιοίκηση αποτελεί ευρεία έννοια και ότι η χρηστή διοίκηση απαιτεί, μεταξύ άλλων, τη συμμόρφωση με τους νομικούς κανόνες και αρχές. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η παρούσα καταγγελία δεν αφορά το βάσιμο των διατάξεων σχετικά με τα ποσά των ημερήσιων αποζημιώσεων και των εξόδων ξενοδοχείου για αποστολές, αλλά μάλλον τη μη συμμόρφωση του Συμβουλίου με την υποχρέωσή του να τηρεί τις νόμιμες προθεσμίες για τη θέσπιση νομοθεσίας σχετικά με τα ανωτέρω ποσά, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η καταγγελία αναφερόταν στην υποχρέωση του Συμβουλίου να νομοθετεί επί του ειδικού θέματος που προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Εάν μια καταγγελία αφορά την οργάνωση της νομοθετικής δραστηριότητας, ο έλεγχος του Διαμεσολαβητή δεν αποκλείεται απαραιτήτως σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ.

22. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε ότι η καταγγελία ήταν παραδεκτή.

23. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο αρνήθηκε να υποβάλει την άποψή του επί της ουσίας της παρούσας υπόθεσης. Ωστόσο, σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το Συμβούλιο θα πρέπει να ενεργεί βάσει πρότασης που υποβάλλει η Επιτροπή. Από την άποψη αυτή, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη υποβάλει τέτοια πρόταση στο Συμβούλιο [4]. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά την παρούσα καταγγελία. Ως εκ τούτου, κλείνει την υπόθεση.

Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες.

Ο καταγγέλλων και το Συμβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 13 Δεκεμβρίου 2010


[1] ΕΕ 2006, L 194, σ. 1.

[2] COM(2006) 143 τελικό - της 29/03/2006.

[3] Η Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής (ΓΔ ADMIN) είναι πλέον η Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινων Πόρων και Ασφάλειας. Ωστόσο, στην παρούσα απόφαση θα γίνει αναφορά στη «ΓΔ ADMIN», η οποία ήταν η ορθή ονομασία κατά τον χρόνο των σχετικών πραγματικών περιστατικών.

[4] Βλ. την απόφαση του Διαμεσολαβητή στην καταγγελία 2659/2009/(BU)RT, η οποία είναι διαθέσιμη στον ιστότοπό του.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!