Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 407/2013/ANA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 407/2013/ANA - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 21 Μαρτίου 2013 - Απόφαση στις Τετάρτη | 18 Ιουνίου 2014 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες ) - Χώρα Ιρλανδία
Η υπόθεση αφορούσε την πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με ιρλανδικό καθεστώς φοροαποφυγής που αφορούσε το Ritz Carlton Hotel στην Ιρλανδία. Ο καταγγέλλων, ιρλανδός πολίτης, ζήτησε πρόσβαση στα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σχέση με την έρευνά της για τις κρατικές ενισχύσεις όσον αφορά το καθεστώς. Ελλείψει απάντησης από την Επιτροπή σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτησή του για πρόσβαση, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις αρχές του 2013 καταγγέλλοντας τον χειρισμό του αιτήματός του από την Επιτροπή.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή α) ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση και β) παρέσχε πλήρη ή μερική πρόσβαση στα περισσότερα έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης και αρνήθηκε την πρόσβαση στα υπόλοιπα, επικαλούμενη τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που αφορούν την προστασία i) της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου και ii) των εμπορικών συμφερόντων.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με το θέμα, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση, παρέσχε πλήρη ή μερική πρόσβαση στα περισσότερα από τα ζητηθέντα έγγραφα και παρείχε επαρκώς πειστικούς λόγους για τη μη γνωστοποίηση των υπόλοιπων εγγράφων. Υπό το πρίσμα των περιστάσεων αυτών, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι δεν ήταν δικαιολογημένες περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η καταγγελία αφορά τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα που υποβλήθηκε βάσει του κανονισμού 1049/2001 [1].
2. Στις 20 Νοεμβρίου 2012, η καταγγέλλουσα ζήτησε πρόσβαση σε έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή σχετικά με την έγκριση, στο πλαίσιο έρευνας για κρατικές ενισχύσεις, ενός καθεστώτος φοροαποφυγής όσον αφορά τις αποζημιώσεις κεφαλαίου ξενοδοχείων για το ξενοδοχείο Ritz Carlton Hotel στην Ιρλανδία (εφεξής «το καθεστώς»).
3. Στην απάντησή της της 18ης Ιανουαρίου 2013, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα βάσει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) («Προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου») και στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση («Προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου») του κανονισμού 1049/2001.
4. Στις 5 Φεβρουαρίου 2013, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στην Επιτροπή.
5. Στις 26 Φεβρουαρίου 2013, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να απαντήσει στο αίτημά του και ότι εξέταζε το ενδεχόμενο διαβούλευσης με τις ιρλανδικές αρχές.
6. Στις 26 Φεβρουαρίου 2013, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Η έρευνα
7. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και εντόπισε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:
1) Σε αντίθεση με τους διαδικαστικούς και ουσιαστικούς κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001, η Επιτροπή δεν γνωστοποίησε τα ζητηθέντα έγγραφα.
2) Η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιοποιεί τα ζητούμενα έγγραφα.
Ζητήθηκε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με την καταγγελία.
Έλεγχος εγγράφων
8. Ως πρώτο μέτρο έρευνας, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διενήργησαν έλεγχο του φακέλου της Επιτροπής σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Η έκθεση σχετικά με τον έλεγχο απεστάλη στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
Πρώτη απόφαση επί της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος
9. Στις 6 Ιουνίου 2013, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα την πρώτη απόφασή της σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτησή του. Η απόφαση αυτή αφορούσε έγγραφα προερχόμενα από την Επιτροπή και, ειδικότερα, τα έγγραφα που ανήκαν στον διοικητικό φάκελο της προαναφερθείσας έρευνας για τις κρατικές ενισχύσεις. Η Επιτροπή εντόπισε 18 έγγραφα και παρέσχε πλήρη ή μερική πρόσβαση σε 16 από αυτά που αφορούσαν κυρίως αλληλογραφία. Η Επιτροπή επικαλέστηκε την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) («προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου») του κανονισμού 1049/2001 για να δικαιολογήσει τη διαγραφή των ονομάτων άλλων προσώπων εκτός των υπαλλήλων της Επιτροπής στα δημοσιοποιημένα έγγραφα. Επιπλέον, η Επιτροπή επικαλέστηκε το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση («προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου») του κανονισμού 1049/2001 για να δικαιολογήσει τη μη δημοσιοποίηση των τμημάτων των εγγράφων που περιείχαν πληροφορίες σχετικά με την κυριότητα, τη συμφωνία διαχείρισης μεταξύ των μερών και τις αρμοδιότητες. Τέλος, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στις δύο εμπιστευτικές εκδοχές της απόφασής της σχετικά με την έρευνα βάσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν υφίστατο δημόσιο συμφέρον το οποίο θα υπερίσχυε του συμφέροντος προστασίας των εμπορικών συμφερόντων των ενδιαφερομένων.
Η γνώμη της Επιτροπής
10. Ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
Δεύτερη απόφαση επί της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος
11. Στις 18 Δεκεμβρίου 2013, η Επιτροπή απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος σχετικά με τα έγγραφα που προέρχονταν από τις ιρλανδικές αρχές. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι, στις 28 Ιουνίου 2013, οι ιρλανδικές αρχές αρνήθηκαν τη γνωστοποίηση όλων των ζητηθέντων εγγράφων. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι η άρνηση της Ιρλανδίας δεν αιτιολογήθηκε σαφώς. Σε αυτή τη βάση και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προέβη σε δική της εξέταση των ζητηθέντων εγγράφων. Στο πλαίσιο αυτό, προσδιόρισε 41 έγγραφα. Παρείχε πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα που περιείχαν αλληλογραφία μεταξύ της ιδίας και των ιρλανδικών αρχών. Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στον κατάλογο των δικαιούχων της ενίσχυσης βάσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 («προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου»). Αρνήθηκε επίσης την πρόσβαση σε έγγραφα ή τμήματα εγγράφων που περιείχαν εμπορικές και χρηματοοικονομικές πληροφορίες σχετικά με την υπό έρευνα κρατική ενίσχυση, όπως τα ποσά της ενίσχυσης, οι δικαιούχοι, η περιγραφή του έργου, οι υπολογισμοί του μεριδίου αγοράς και της διάρθρωσης της συναλλαγής ή στοιχεία επιχειρηματικής στρατηγικής, βάσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 («προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου»).
Ισχυρισμός περί μη γνωστοποίησης των ζητηθέντων εγγράφων και της σχετικής αξίωσης
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
12. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν του χορήγησε πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή α) καθυστέρησε τη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησής του πέραν κάθε εύλογης προθεσμίας και β) επέδειξε αδικαιολόγητο σεβασμό στο αίτημα των ιρλανδικών αρχών να αρνηθούν την κοινοποίηση.
Πρώτο επιχείρημα προς στήριξη της προσφυγής
13. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι δεν εξέδωσε απόφαση σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος εντός των προθεσμιών που ορίζει ο κανονισμός 1049/2001 και ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση. Ωστόσο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η παράταση των προθεσμιών απάντησης δικαιολογείται από την πολυπλοκότητα και τον σημαντικό αριθμό εγγράφων που πρέπει να επανεξεταστούν, καθώς και από τον χρόνο που απαιτείται για τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων με τις ιρλανδικές αρχές. Η Επιτροπή τόνισε ότι κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για να απαντήσει εγκαίρως, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αποφάσισε να χωρίσει την απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση σε δύο μέρη.
Δεύτερο επιχείρημα υποστήριξης και σχετικός ισχυρισμός
14. Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001, ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από τα θεσμικά όργανα να μην δημοσιοποιήσουν έγγραφο που προέρχεται από το εν λόγω κράτος μέλος χωρίς προηγούμενη συμφωνία. Προσέθεσε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, εάν ένα κράτος μέλος αντιτίθεται στη δημοσιοποίηση εγγράφου προερχόμενου από το εν λόγω κράτος και παρέχει τους λόγους που προβάλλονται όσον αφορά τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί τη δημοσιοποίηση [2] και ότι ο έλεγχος του θεσμικού οργάνου συνίσταται στην εξακρίβωση του κατά πόσον οι λόγοι που προβάλλει το κράτος μέλος για την αντίρρησή του είναι εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένοι [3]. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι, προκειμένου να ολοκληρώσει τη δική της ανάλυση και να διερευνήσει όλες τις δυνατότητες για τη χορήγηση τουλάχιστον μερικής πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα, διαπραγματεύτηκε συστηματικά με την Ιρλανδία όλες τις δυνατότητες για τη χορήγηση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001. Η Επιτροπή σημείωσε επίσης ότι είναι τελικά ευθύνη της να λάβει απόφαση σχετικά με τα έγγραφα των κρατών μελών με βάση το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων που πραγματοποιήθηκαν. Τόνισε ότι εάν οι λόγοι που προβάλλει το κράτος μέλος «φαίνονται εκ πρώτης όψεως αβάσιμοι ή δεν παρέχονται συγκεκριμένοι λόγοι, η Επιτροπή θα λάβει απόφαση με βάση τη δική της αξιολόγηση δυνάμει του κανονισμού 1049/2001».
15. Στην απάντησή της, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή εξήγησε ότι θεωρεί ότι οι ιρλανδικές αρχές δεν αιτιολόγησαν σαφώς την άρνησή τους να παράσχουν πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέτασε τα έγγραφα, παρέσχε πρόσβαση στα περισσότερα έγγραφα και αρνήθηκε την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα βάσει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) και στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
Πρώτο επιχείρημα προς στήριξη της προσφυγής
16. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στις 5 Φεβρουαρίου 2013 και ότι η Επιτροπή απάντησε σε αυτήν με δύο χωριστές απαντήσεις στις 6 Ιουνίου και στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Είναι προφανές ότι η καθυστέρηση αυτή δεν συνάδει με την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001, το οποίο απαιτεί από τα θεσμικά όργανα να λάβουν απόφαση σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να χορηγηθεί πρόσβαση εντός 15 εργάσιμων ημερών.
17. Ενώ η Επιτροπή αναφέρθηκε στον μεγάλο αριθμό εγγράφων, στην πολυπλοκότητα του αιτήματος και στην ανάγκη διαβούλευσης και εκ νέου διαβούλευσης με τις ιρλανδικές αρχές, κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν δικαιολογεί πειστικά την καθυστέρηση στην επεξεργασία της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά, ειδικότερα, τον μεγάλο αριθμό εγγράφων, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει δεσμευτικές προθεσμίες, οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής. Πράγματι, το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 κάνει ρητή αναφορά σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για παράδειγμα, όταν μια επιβεβαιωτική αίτηση αφορά πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων. Στις περιπτώσεις αυτές, ένα θεσμικό όργανο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία για τη διεκπεραίωση αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα μία φορά κατά 15 εργάσιμες ημέρες, αλλά δεν μπορεί να αναβάλει την απόφασή του για απροσδιόριστη ημερομηνία στο μέλλον. Πράγματι, η Επιτροπή έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας, αλλά θεώρησε ότι δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει εντός της παραταθείσας προθεσμίας.
18. Όσον αφορά την ανάγκη διαβούλευσης με τις ιρλανδικές αρχές, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου [4], το γεγονός ότι ένα θεσμικό όργανο έχει ξεκινήσει διάλογο με το κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται το ζητούμενο έγγραφο δεν του επιτρέπει να υπερβεί τις προθεσμίες που ορίζονται στον κανονισμό 1049/2001.
19. Παρά τη διαπίστωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα που διεξάγονταν οι διαβουλεύσεις με τις ιρλανδικές αρχές, αποφάσισε να παράσχει στον καταγγέλλοντα απάντηση σχετικά με τα δικά της έγγραφα, αναλαμβάνοντας έτσι εύλογη πρωτοβουλία για τον περιορισμό της καθυστέρησης σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, τόσο στις επιστολές που εστάλησαν στον καταγγέλλοντα όσο και στη γνώμη της, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση στην απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω έρευνες σχετικά με το θέμα αυτό στην παρούσα υπόθεση. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι πρόσφατα κίνησε αυτεπάγγελτη έρευνα με σκοπό να εξακριβώσει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τηρούν τις προθεσμίες που ορίζονται στον κανονισμό 1049/2001 [5].
Δεύτερο επιχείρημα υποστήριξης και σχετικός ισχυρισμός
20. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα του καταγγέλλοντος, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων υποθέτει ότι η Επιτροπή παρέλειψε επικριτικά να εξετάσει τη θέση των ιρλανδικών αρχών ότι κανένα από τα έγγραφα που είχαν παράσχει στην Επιτροπή δεν έπρεπε να γνωστοποιηθεί. Το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε πριν η Επιτροπή εξετάσει το ουσιαστικό ζήτημα. Ωστόσο, στην απόφασή της της 18ης Δεκεμβρίου 2013, η Επιτροπή κατέστησε σαφές ότι δεν συμμεριζόταν τη θέση των ιρλανδικών αρχών ότι η πρόσβαση έπρεπε να απορριφθεί και ότι, ως εκ τούτου, είχε προβεί σε δική της ανάλυση των εγγράφων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή επέδειξε αδικαιολόγητο σεβασμό στη θέση των ιρλανδικών αρχών δεν είναι πειστικό.
21. Για λόγους πληρότητας, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις αποφάσεις της σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή παρείχε πλήρη ή μερική πρόσβαση στα περισσότερα έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος του καταγγέλλοντος.
22. Όσον αφορά την επίκληση από την Επιτροπή του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 («προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου»), ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή διέγραψε τα ονόματα των προσώπων που δεν είναι υπάλληλοι της Επιτροπής από τα δημοσιοποιημένα έγγραφα και αρνήθηκε την πρόσβαση στον κατάλογο των δικαιούχων της ενίσχυσης. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί πειστική την άποψη της Επιτροπής ότι η θέση που υιοθέτησε με τον τρόπο αυτό είναι σύμφωνη με τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ [6].
23. Όσον αφορά την εξαίρεση σχετικά με την προστασία των εμπορικών συμφερόντων την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την άρνηση προσβάσεως σε ορισμένα έγγραφα και τη μη γνωστοποίηση τμημάτων άλλων εγγράφων, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να δικαιολογηθεί η άρνηση προσβάσεως σε έγγραφο, δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, το έγγραφο αυτό να εμπίπτει σε δραστηριότητα του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001. Το οικείο θεσμικό όργανο πρέπει επίσης να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και πραγματικά το συμφέρον που προστατεύεται από την εξαίρεση που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο [7].
24. Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα έγγραφα ή μέρη εγγράφων στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση περιείχαν εμπορικές και οικονομικές πληροφορίες σχετικά με την υπό εξέταση κρατική ενίσχυση, όπως τα ποσά της ενίσχυσης, οι δικαιούχοι, η περιγραφή του έργου, οι υπολογισμοί του μεριδίου αγοράς και της δομής της συναλλαγής ή στοιχεία της επιχειρηματικής στρατηγικής. Βάσει της εξέτασης των εγγράφων αυτών, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι όντως περιλαμβάνουν εμπιστευτικές και εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πλήρως πεπεισμένος ότι η εξαίρεση που επικαλείται η Επιτροπή ισχύει για τα εν λόγω έγγραφα στο σύνολό τους. Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ρητώς τη δυνατότητα παροχής μερικής προσβάσεως στα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση.
25. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις που να αμφισβητούν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει πλήρη πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα.
26. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω περιστάσεων, ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες ούτε όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του ισχυρισμού του καταγγέλλοντος ούτε όσον αφορά τον σχετικό ισχυρισμό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Καμία περαιτέρω έρευνα σχετικά με την καταγγελία δεν είναι δικαιολογημένη.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
[2] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής [2007] Συλλογή I-11389.
[3] Υπόθεση T-59/09, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2012, σ. II-75, σκέψη 53.
[4] Υπόθεση C-64/05 P Σουηδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑11389, σκέψεις 85-89.
[5] OI/6/2013/KM.
[6] Υπόθεση C-28/08 P Επιτροπή κατά Bavarian Lager [2010] Συλλογή I-6051.
[7] Υπόθεση C-365/12 P, Επιτροπή κατά EnBW Energie Baden-Württemberg AG, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.