Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η έρευνα σχετικά με την καταγγελία 1703/2012/(VIK)CK κατά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ)
Απόφαση
Υπόθεση 1703/2012/CK - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 03 Οκτωβρίου 2012 - Απόφαση στις Πέμπτη | 24 Απριλίου 2014 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ( Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες )
Η υπόθεση αφορά την άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας («ΕΚΤ») να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα, Ιρλανδό δημοσιογράφο, πρόσβαση του κοινού σε επιστολή που απέστειλε στον Ιρλανδό Υπουργό Οικονομικών το 2010. Αφού εξέτασε την επιστολή, ο Διαμεσολαβητής συμφώνησε ότι η δημοσιοποίηση της επιστολής τη στιγμή που ο δημοσιογράφος ζήτησε πρόσβαση, το 2011, θα έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα της Ιρλανδίας και του χρηματοπιστωτικού της τομέα. Για τον λόγο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση εκ μέρους της ΕΚΤ.
Ωστόσο, καθώς είχαν περάσει περισσότερα από τρία χρόνια από την αποστολή της επιστολής, κάλεσε την ΕΚΤ να εξετάσει το ενδεχόμενο δημοσιοποίησης της επιστολής υπό το πρίσμα των επακόλουθων αλλαγών στις νομισματικές και οικονομικές συνθήκες της ευρωζώνης. Η ΕΚΤ προσέφυγε στο Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο έκρινε ότι η προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη νομισματική πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ιρλανδία εξακολουθούσε να δικαιολογεί την εμπιστευτικότητα.
Ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε από την εξήγηση αυτή. Εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έχασε την ευκαιρία να εφαρμόσει την αρχή ότι, σε μια δημοκρατία, η διαφάνεια θα πρέπει να αποτελεί τον κανόνα και η μυστικότητα την εξαίρεση. Κλείνοντας την υπόθεση, ευελπιστεί ότι, σε περίπτωση που ένας πολίτης υποβάλει νέο αίτημα για πρόσβαση του κοινού στην επιστολή, η ΕΚΤ θα λάβει υπόψη τις απόψεις της και θα δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον για διαφάνεια και λογοδοσία, καθώς και στην ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της νομιμότητάς της στα μάτια των πολιτών της ΕΕ.
Η υπόθεση αφορά την άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας («ΕΚΤ») να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα, Ιρλανδό δημοσιογράφο, πρόσβαση του κοινού σε επιστολή που απέστειλε στον Ιρλανδό Υπουργό Οικονομικών το 2010. Αφού εξέτασε την επιστολή, ο Διαμεσολαβητής συμφώνησε ότι η δημοσιοποίηση της επιστολής τη στιγμή που ο δημοσιογράφος ζήτησε πρόσβαση, το 2011, θα έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα της Ιρλανδίας και του χρηματοπιστωτικού της τομέα. Για τον λόγο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση εκ μέρους της ΕΚΤ. Ωστόσο, καθώς είχαν περάσει περισσότερα από τρία χρόνια από την αποστολή της επιστολής, κάλεσε την ΕΚΤ να εξετάσει το ενδεχόμενο δημοσιοποίησης της επιστολής υπό το πρίσμα των επακόλουθων αλλαγών στις νομισματικές και οικονομικές συνθήκες της ευρωζώνης. Η ΕΚΤ προσέφυγε στο Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο έκρινε ότι η προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη νομισματική πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ιρλανδία εξακολουθούσε να δικαιολογεί την εμπιστευτικότητα. Ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε από την εξήγηση αυτή. Εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έχασε την ευκαιρία να εφαρμόσει την αρχή ότι, σε μια δημοκρατία, η διαφάνεια θα πρέπει να αποτελεί τον κανόνα και η μυστικότητα την εξαίρεση. Κλείνοντας την υπόθεση, ευελπιστεί ότι, σε περίπτωση που ένας πολίτης υποβάλει νέο αίτημα για πρόσβαση του κοινού στην επιστολή, η ΕΚΤ θα λάβει υπόψη τις απόψεις της και θα δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον για διαφάνεια και λογοδοσία, καθώς και στην ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της νομιμότητάς της στα μάτια των πολιτών της ΕΕ.
Ιστορικό
1. Τον Νοέμβριο του 2011, ο καταγγέλλων, Ιρλανδός δημοσιογράφος, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα («ΕΚΤ») πρόσβαση του κοινού σε επιστολή που απέστειλε ο τότε Πρόεδρος της ΕΚΤ, Jean-Claude Trichet, στον Ιρλανδό Υπουργό Οικονομικών στις 19 Νοεμβρίου 2010 («η επιστολή»). Η ΕΚΤ αρνήθηκε να κοινοποιήσει την επιστολή. Στήριξε την άρνησή της στην ανάγκη προστασίας της ακεραιότητας της νομισματικής πολιτικής της Ιρλανδίας και της σταθερότητας του ιρλανδικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεδομένης της σημαντικής πίεσης της αγοράς και της ακραίας αβεβαιότητας ως προς τις προοπτικές της ιρλανδικής οικονομίας που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 20 Αυγούστου 2012.
2. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη γνώμη της ΕΚΤ σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τα σχόλια του καταγγέλλοντος σχετικά με τη γνώμη της ΕΚΤ. Οι υπηρεσίες της επιθεώρησαν επίσης την επιστολή.
Εικαζόμενη αδυναμία παροχής πρόσβασης
Τα πορίσματα του Διαμεσολαβητή και η πρόταση φιλικής λύσης
3. Αφού εξέτασε το έγγραφο και εξέτασε διεξοδικά τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι [1], ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (δηλαδή κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης πρόσβασης τον Νοέμβριο του 2011) η ΕΚΤ είχε το δικαίωμα να αρνηθεί ακόμη και μερική πρόσβαση στην επιστολή βάσει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης της ΕΚΤ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την ΕΚΤ.
4. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το αίτημα είχε υποβληθεί σχεδόν δύο έτη νωρίτερα και ότι είχαν παρέλθει περισσότερα από τρία έτη από την αποστολή της επιστολής στον ιρλανδό υπουργό Οικονομικών. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε επίσης ότι η ΕΚΤ είχε ήδη γνωστοποιήσει την ουσία της επιστολής στον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την αποστολή της Διαμεσολαβήτριας να επιδιώκει δίκαια αποτελέσματα σε καταγγελίες που ικανοποιούν τόσο τον καταγγέλλοντα όσο και το οικείο θεσμικό όργανο, υπέβαλε την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση, η οποία είχε ως στόχο να δώσει στην ΕΚΤ την ευκαιρία να αποδείξει περαιτέρω τη δέσμευσή της στις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας:
Κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος πρόσβασης του καταγγέλλοντος, η ΕΚΤ είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την πρόσβαση στην επιστολή που απέστειλε στον Ιρλανδό Υπουργό Οικονομικών στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εκ μέρους της ΕΚΤ. Ωστόσο, λόγω της παρόδου του χρόνου από την αποστολή της επιστολής και την υποβολή του αιτήματος πρόσβασης, ο Διαμεσολαβητής καλεί την ΕΚΤ να εξετάσει τώρα το ενδεχόμενο δημοσιοποίησης της επιστολής, λαμβάνοντας υπόψη το συγκεκριμένο περιεχόμενό της και τις επικρατούσες νομισματικές και οικονομικές συνθήκες.
5. Στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή, η ΕΚΤ ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε παραπέμψει το θέμα στο διοικητικό της συμβούλιο [2], το οποίο έκρινε ότι η προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη νομισματική πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ιρλανδία εξακολουθούσε να δικαιολογεί την εμπιστευτικότητα, και αρνήθηκε να δημοσιεύσει την επιστολή. Σύμφωνα με το Διοικητικό Συμβούλιο, παρόλο που οι προοπτικές της ιρλανδικής οικονομίας έχουν εν τω μεταξύ βελτιωθεί σημαντικά, εξακολουθούν να υφίστανται κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η κατάσταση εξακολουθεί να απαιτεί στενή παρακολούθηση. Προσέθεσε ότι το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εστάλη η επιστολή θεωρήθηκε ότι εξακολουθεί να είναι συναφές, δεδομένου ότι η Ιρλανδία υπόκειται σε εποπτεία μετά το πρόγραμμα μετά την έξοδό της από το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Τέλος, η ΕΚΤ επανέλαβε την προσήλωσή της στις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας και δεσμεύτηκε ότι το Διοικητικό της Συμβούλιο θα επαναξιολογήσει τη δημοσιοποίηση της επιστολής σε πιο προχωρημένο στάδιο της μεταπρογραμματικής εποπτείας.
6. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
7. Αφού έλαβε την απάντηση της ΕΚΤ στην πρότασή της, η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε δημόσια τη λύπη της για το γεγονός ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έχασε την ευκαιρία να αποδείξει την προσήλωσή του στις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας και να ενισχύσει περαιτέρω τη νομιμότητά του στα μάτια των πολιτών της ΕΕ, σε μια περίοδο κατά την οποία τόσοι πολλοί από αυτούς υποφέρουν ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης [3]. Ωστόσο, υπό το πρίσμα του προηγούμενου συμπεράσματος του Διαμεσολαβητή [4] ότι η ΕΚΤ είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την πρόσβαση στην επιστολή κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος του καταγγέλλοντος, δεν θα δώσει περαιτέρω συνέχεια στο θέμα στο πλαίσιο της παρούσας καταγγελίας.
8. Η Διαμεσολαβήτρια λαμβάνει υπό σημείωση τη δέσμευση του Διοικητικού Συμβουλίου να επαναξιολογήσει τη δημοσιοποίηση της επιστολής σε πιο προχωρημένο στάδιο της εποπτείας μετά το πρόγραμμα. Ως εκ τούτου, ευελπιστεί ότι, σε περίπτωση που ένας πολίτης υποβάλει νέο αίτημα για πρόσβαση του κοινού στην επιστολή [5], η ΕΚΤ θα λάβει υπόψη τις απόψεις της και θα δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον για διαφάνεια και λογοδοσία, καθώς και στην ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της νομιμότητάς της στα μάτια των πολιτών της ΕΕ.
Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος του καταγγέλλοντος, η ΕΚΤ είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την πρόσβαση στην επιστολή. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτιάσεως, δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω εξετάσεως του ζητήματος αυτού.
Ο καταγγέλλων και η ΕΚΤ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Στρασβούργο, 24 Απριλίου 2014
[1] Τα επιχειρήματα και η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή εξηγήθηκαν λεπτομερώς στην επιστολή του Διαμεσολαβητή προς την ΕΚΤ, της 16ης Δεκεμβρίου 2013, με την οποία πρότεινε φιλική λύση.
[2] Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ και αποτελείται από τα έξι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και τους διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών των 18 χωρών της ζώνης του ευρώ.
[3] Βλ. το δελτίο Τύπου του Διαμεσολαβητή της 7ης Μαρτίου 2014, το οποίο διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/el/press/release.faces/en/53710/html.bookmark
[4] Βλ. ανωτέρω παράγραφο 3 και αναλυτικά στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση.
[5] Κάθε τέτοιο αίτημα θα πρέπει να υποβάλλεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην απόφαση 2004/258/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 4ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ΕΕ 2004, L 80, σ. 42, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση ΕΚΤ/2011/6 της 9ης Μαΐου 2011, ΕΕ 2011, L 158, σ. 37.