Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 100/2010/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 100/2010/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 27 Ιανουαρίου 2010 - Απόφαση στις Πέμπτη | 19 Αυγούστου 2010 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Επικριτική παρατήρηση )
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Η παρούσα καταγγελία υποβλήθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή από την Internationaler Hilfsfonds e.V., μια γερμανική μη κυβερνητική οργάνωση («ΜΚΟ»), η οποία παρέχει στήριξη σε πρόσφυγες και θύματα πολέμου και καταστροφής.
2. Στις 14 Δεκεμβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1874/2003/GG που υπέβαλε ο ίδιος καταγγέλλων. Η υπόθεση αυτή αφορούσε τη διεκπεραίωση αίτησης πρόσβασης στον φάκελο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με σύμβαση που είχε συνάψει η Επιτροπή με τον καταγγέλλοντα («σύμβαση LEN 97-2011»). Η έρευνα περατώθηκε με επικριτική παρατήρηση, αφού η Διαμεσολαβήτρια είχε απευθύνει ανεπιτυχώς σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή.
3. Στις 28 και 31 Αυγούστου 2009, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση στα τμήματα του προαναφερθέντος φακέλου που δεν είχαν ακόμη γνωστοποιηθεί. Η απάντηση της Επιτροπής δεν ικανοποίησε τον καταγγέλλοντα.
4. Στις 15 Οκτωβρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης.
5. Στις 10 Νοεμβρίου 2009, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προθεσμία απάντησης έπρεπε να παραταθεί κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες.
6. Η συμπληρωματική αυτή προθεσμία έληξε την 1η Δεκεμβρίου 2009. Την ημέρα εκείνη, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δυστυχώς δεν ήταν ακόμη σε θέση να αποστείλει την απάντησή της. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι, ως εκ τούτου, είχε το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, η Επιτροπή προσέθεσε ότι η απάντησή της ήταν σχεδόν έτοιμη και ότι αναμενόταν ότι θα μπορούσε να αποσταλεί σύντομα. Ζήτησε συγγνώμη για κάθε ενόχληση που θα μπορούσε να προκύψει από αυτή την καθυστέρηση.
7. Στις 17 Δεκεμβρίου 2009, ο καταγγέλλων ρώτησε την Επιτροπή πότε θα μπορούσε να αναμένεται η απάντησή του.
8. Στις 7 Ιανουαρίου 2010, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
9. Ο καταγγέλλων προέβαλε αρχικά τους ακόλουθους ισχυρισμούς και τον ακόλουθο ισχυρισμό:
Ισχυρισμοί:
- Η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001.
- Η Επιτροπή σκόπιμα καθυστέρησε να ασχοληθεί με το θέμα.
Αίτημα:
Η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίσει χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.
10. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι ο καταγγέλλων είχε ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της εικαζόμενης σιωπηρής άρνησής του να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα (υπόθεση T-36/10). Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 228 της ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 1 παράγραφος 3 και του άρθρου 2 παράγραφος 7 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή, οι οποίες προβλέπουν ότι ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να εξετάζει καταγγελίες που αφορούν ζητήματα επί των οποίων έχουν εκδοθεί αποφάσεις από δικαστήρια ή τα οποία εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίου.
11. Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να περιορίσει την έρευνά του στην εξέταση του ακόλουθου ισχυρισμού:
Η Επιτροπή αγνόησε εσκεμμένα τις προθεσμίες απάντησης στο αίτημά της για πρόσβαση στον σχετικό φάκελο, παρά το γεγονός ότι είχε υποσχεθεί να το πράξει.
Ο καταγγέλλων τόνισε ότι απέσυρε όλους τους άλλους ισχυρισμούς.
12. Επομένως, η παρούσα έρευνα αφορά μόνον τον ισχυρισμό που εκτίθεται στο σημείο 11 των παρουσών προτάσεων.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
13. Στις 27 Ιανουαρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με τους ισχυρισμούς και τον ισχυρισμό που είχε αρχικά προβάλει ο καταγγέλλων. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 31 Μαρτίου (αγγλικό πρωτότυπο) και στις 8 Απριλίου 2010 (γερμανική μετάφραση).
14. Στις 13 Απριλίου 2010, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να σχολιάσει τη σημασία της υπόθεσης T-36/10 για την παρούσα έρευνα. Ο καταγγέλλων απέστειλε την απάντησή του στις 22 Απριλίου 2010.
15. Στις 26 Απριλίου 2010, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε την Επιτροπή ότι ο καταγγέλλων είχε αποσύρει τους αρχικούς ισχυρισμούς και τις αιτιάσεις του και της ζήτησε να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον ισχυρισμό που παρατίθεται στο σημείο 11 ανωτέρω.
16. Η Επιτροπή απέστειλε την περαιτέρω γνώμη της στις 30 Ιουνίου (αγγλικό πρωτότυπο) και στις 7 Ιουλίου 2010 (γερμανική μετάφραση). Η γνώμη αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος απέστειλε τις παρατηρήσεις του στις 15 Ιουλίου 2010.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Α. Ισχυρισμός περί εσκεμμένης μη τήρησης των προθεσμιών
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
17. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή σκόπιμα αγνόησε τις προθεσμίες απάντησης στο αίτημά του για πρόσβαση στον σχετικό φάκελο, παρά το γεγονός ότι είχε υποσχεθεί να το πράξει.
18. Στη γνώμη της σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, η Επιτροπή επισήμανε ότι η επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος που εστάλη στις 15 Οκτωβρίου 2009 καταχωρίστηκε στις 19 Οκτωβρίου 2009. Η προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών για την απάντηση σε αυτήν έληξε στις 10 Νοεμβρίου 2009. Ωστόσο, την ίδια ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή παρέτεινε την προθεσμία αυτή κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες έως την 1η Δεκεμβρίου 2009. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, την 1η Δεκεμβρίου 2009, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να παράσχει την τελική απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση και ότι πραγματοποιούσε λεπτομερή επανεξέταση όλων των εγγράφων στα οποία δεν είχε ακόμη χορηγηθεί πρόσβαση. Στην εν λόγω επιστολή, η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι, δεδομένου του μεγάλου αριθμού εγγράφων που πρέπει να εξεταστούν, χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσει την ανάλυσή της, γεγονός που απαιτούσε εσωτερικές διαβουλεύσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής.
19. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν υπερέβη σκοπίμως τις συνήθεις προθεσμίες για την εξέταση των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως στα έγγραφα. Υποστήριξε ότι επιφυλάσσει ίση μεταχείριση σε όλες τις αιτήσεις προσβάσεως στα έγγραφα και ότι δεν εισάγει διακρίσεις εις βάρος των αιτούντων. Η Επιτροπή τόνισε ότι ο μόνος λόγος για τη μη τήρηση των συνήθων προθεσμιών ήταν οι διοικητικές εργασίες που προέκυψαν από την πολύ λεπτομερή ανάλυση ενός ογκώδους φακέλου που περιείχε διάφορα έγγραφα, ορισμένα από τα οποία επαναλήφθηκαν σε διαφορετικά τμήματα ή επισυνάφθηκαν σε άλλα έγγραφα.
20. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, στη γνώμη που εξέδωσε στις 31 Μαρτίου 2010 σχετικά με την αρχική καταγγελία, είχε ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή ότι είχε ως στόχο να παράσχει στον καταγγέλλοντα την απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτησή του κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Απριλίου 2010. Η απάντηση εστάλη στις 29 Απριλίου 2010. Στην απάντηση αυτή, δόθηκε πλήρης πρόσβαση σε 43 έγγραφα και μερική πρόσβαση σε 41 έγγραφα. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι δεν επετράπη η πρόσβαση σε 11 έγγραφα και ότι τα υπόλοιπα 15 έγγραφα δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης του καταγγέλλοντος.
21. Η Επιτροπή επισήμανε ότι εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να διεκπεραιώσει την επιβεβαιωτική αίτηση εντός 30 εργάσιμων ημερών, όπως προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι θεωρούσε ότι η παράταση της προθεσμίας ήταν δικαιολογημένη όταν μια αίτηση απαιτούσε λεπτομερή ανάλυση μεγάλου αριθμού εγγράφων. Η Επιτροπή επανέλαβε ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος δεν καθυστέρησε εσκεμμένα, αλλά διεκπεραιώθηκε το συντομότερο δυνατόν, λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των διακυβευόμενων συμφερόντων.
22. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή ενήργησε συστηματικά με σκοπό όχι μόνο να αποτρέψει τη διαφάνεια αλλά και να αποδυναμώσει τον καταγγέλλοντα.
23. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή θα μπορούσε κάλλιστα να ασχοληθεί με το θέμα εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001. Τόνισε ότι το ζήτημα της πρόσβασης στον σχετικό φάκελο είχε ήδη τεθεί στο παρελθόν και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν σαφώς εξοικειωμένη με αυτό. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η δήλωση της Επιτροπής ότι εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση δεν ήταν πραγματική.
24. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι η απάντηση της Επιτροπής της 29ης Απριλίου 2010 ήταν και πάλι ελλιπής και παραπλανητική. Επιπλέον, ο καταγγέλλων τόνισε ότι στην εν λόγω απάντηση η Επιτροπή τον υποχρέωσε εκ νέου να ζητήσει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα στα οποία είχε ήδη ζητήσει πρόσβαση το 2009.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
25. Πριν ασχοληθεί με το θέμα της παρούσας καταγγελίας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει τις παρατηρήσεις που διατύπωσε ο καταγγέλλων όσον αφορά την επιστολή της Επιτροπής της 29ης Απριλίου 2010. Οι παρατηρήσεις αυτές φαίνεται να αφορούν τόσο την ουσία, δηλαδή το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη κατ' αυτόν τον τρόπο, όσο και τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή ερμήνευσε την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος όσον αφορά ορισμένα έγγραφα. Επί της ουσίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι το ζήτημα της αρνήσεως της Επιτροπής να παράσχει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως T-36/10. Επομένως, το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί μέρος της παρούσας έρευνας. Όσον αφορά τις διαδικαστικές πτυχές, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην απόφασή της της 29ης Απριλίου 2010, η Επιτροπή έκρινε ότι η επιβεβαιωτική αίτηση είχε διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της αρχικής αίτησης όσον αφορά ορισμένα έγγραφα. Στο μέτρο αυτό, η επιβεβαιωτική αίτηση έπρεπε να θεωρηθεί ως αρχική αίτηση πρόσβασης κατά την άποψη της Επιτροπής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία αυτή οδήγησε σε περαιτέρω καταγγελία του καταγγέλλοντος (καταγγελία 1577/2010/GG), στην οποία ο Διαμεσολαβητής κίνησε πρόσφατα έρευνα. Ως εκ τούτου, το ζήτημα αυτό δεν χρειάζεται να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.
26. Όσον αφορά το αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός που προέβαλε ο καταγγέλλων θα πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει δύο πτυχές. Πρώτον, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή διέπραξε κακοδιοίκηση παραλείποντας να εξετάσει το αίτημά του για πρόσβαση εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τον κανονισμό 1049/2001. Δεύτερον, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή σκόπιμα αγνόησε αυτές τις προθεσμίες.
27. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, η Επιτροπή εξήγησε ότι η επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος καταχωρίστηκε στις 19 Οκτωβρίου 2009, ότι η προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών για την απάντηση σε αυτήν έληξε στις 10 Νοεμβρίου 2009 και ότι είχε παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες έως την 1η Δεκεμβρίου 2009. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι η απόφαση της Επιτροπής να παρατείνει την προθεσμία έως την 1η Δεκεμβρίου 2009 συνιστούσε κακοδιοίκηση.
28. Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να εξετάζονται οι αιτήσεις πρόσβασης του κοινού εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τον κανονισμό 1049/2001. Εν προκειμένω, η Επιτροπή απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση μόλις στις 29 Απριλίου 2010, ήτοι σχεδόν πέντε μήνες μετά τη λήξη της παραταθείσας προθεσμίας της 1ης Δεκεμβρίου 2009. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή καθυστέρηση.
29. Κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό δεν είναι πειστικό.
30. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να διεκπεραιώσει την επιβεβαιωτική αίτηση εντός 30 εργάσιμων ημερών, όπως προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι θεωρούσε ότι η παράταση της προθεσμίας ήταν δικαιολογημένη όταν μια αίτηση απαιτούσε λεπτομερή ανάλυση μεγάλου αριθμού εγγράφων. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι η Επιτροπή υποθέτει ότι οι προθεσμίες που ορίζονται στον κανονισμό 1049/2001 δεν χρειάζεται να τηρούνται σε περιπτώσεις που αφορούν την πρόσβαση σε μεγάλο αριθμό εγγράφων. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί οποιαδήποτε τέτοια πρόταση. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001 είναι σαφώς υποχρεωτικές. Επιπλέον, το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ρητά ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, «για παράδειγμα σε περίπτωση αίτησης που αφορά ... πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων», η προθεσμία απάντησης σε επιβεβαιωτική αίτηση μπορεί να παραταθεί κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες. Ως εκ τούτου, ο ίδιος ο κανονισμός 1049/2001 καθιστά σαφές ότι μόνο περιορισμένη παράταση της προθεσμίας είναι διαθέσιμη σε καταστάσεις όπως αυτή στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή.
31. Η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης τις διοικητικές εργασίες που προέκυψαν από την πολύ λεπτομερή ανάλυση ενός ογκώδους φακέλου και την ανάγκη διεξαγωγής εσωτερικών διαβουλεύσεων για να δικαιολογήσει τον χρόνο που χρειάστηκε για να απαντήσει στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, και όπως ορθώς παρατήρησε ο καταγγέλλων, ο καταγγέλλων είχε ήδη ζητήσει πρόσβαση στον σχετικό φάκελο στο παρελθόν. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε μπορέσει, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, να βασιστεί στις προπαρασκευαστικές εργασίες που είχε πραγματοποιήσει κατά την εξέταση αυτής της προηγούμενης αίτησης πρόσβασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε αξιόπιστη εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους η εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησης στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν δυνατή εντός της προθεσμίας των 30 εργάσιμων ημερών που επιτρέπει ο κανονισμός 1049/2001, αλλά χρειάστηκε σχεδόν πέντε επιπλέον μήνες.
32. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το γεγονός ότι αυτή η περαιτέρω καθυστέρηση ήταν υπερβολική επιβεβαιώνεται επίσης από το περιεχόμενο της επιστολής της Επιτροπής της 1ης Δεκεμβρίου 2009 με την οποία ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα ότι θα υπάρξει κάποια καθυστέρηση. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή επισήμανε ότι η απάντησή της ήταν σχεδόν έτοιμη και ότι αναμενόταν ότι θα μπορούσε να αποσταλεί σύντομα. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή απέφυγε να εξετάσει τη δήλωση αυτή στη γνωμοδότησή της, παρόλο που η διατύπωση του ισχυρισμού επί του οποίου της ζητήθηκε να σχολιάσει αναφερόταν σαφώς σε αυτήν.
33. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή καθυστέρησε σοβαρά να απαντήσει στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, χωρίς να είναι σε θέση να προβάλει πειστικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσει τον χρόνο που χρειάστηκε. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
34. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιστολή της 29ης Απριλίου 2010, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση που σημειώθηκε. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η υποβολή μιας τέτοιας συγγνώμης σε έναν πολίτη αποτελεί συνήθως επαρκή αντίδραση σε περιπτώσεις όπου έχουν σημειωθεί καθυστερήσεις στο παρελθόν κατά τη διεκπεραίωση αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά κανόνα δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω ενέργειες εκ μέρους του Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η γνώμη της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση δεν περιέχει καμία συγγνώμη, αλλά απλώς δηλώνει ότι η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την καθυστέρηση. Επιπλέον, η δήλωση αυτή ακολουθείται αμέσως από τον ισχυρισμό ότι η επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος διεκπεραιώθηκε το συντομότερο δυνατόν, λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των διακυβευόμενων συμφερόντων. Με βάση τις δηλώσεις αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η συγγνώμη που περιέχεται στην επιστολή της 29ης Απριλίου 2010 δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση της κακοδιοίκησης που σημειώθηκε στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, θα διατυπωθεί επικριτική παρατήρηση στο πλαίσιο αυτό κατωτέρω.
35. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του ισχυρισμού που προέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή αρνήθηκε ότι υπερέβη σκοπίμως τις συνήθεις προθεσμίες για τη διεκπεραίωση των επιβεβαιωτικών αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα.
36. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η υπερβολική καθυστέρηση που σημειώθηκε στην παρούσα υπόθεση οδήγησε τον καταγγέλλοντα να υποθέσει ότι η Επιτροπή ενήργησε εσκεμμένα. Ωστόσο, και ενώ η καθυστέρηση αυτή συνιστά σαφώς κακοδιοίκηση, ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή ενήργησε κακόπιστα. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική να εξετάζονται οι αιτήσεις πρόσβασης του κοινού εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τον κανονισμό 1049/2001. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος μόλις στις 29 Απριλίου 2010, δηλαδή σχεδόν πέντε μήνες μετά τη λήξη της παραταθείσας προθεσμίας της 1ης Δεκεμβρίου 2009, χωρίς να είναι σε θέση να προβάλει πειστικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσει τον χρόνο που χρειάστηκε. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 19 Αυγούστου 2010