FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 676/2008/RT κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Ο καταγγέλλων είναι μη κυβερνητική οργάνωση που δραστηριοποιείται στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος. Την 1η Μαρτίου 2007, ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα σχετικά με συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και εκπροσώπων των κατασκευαστών αυτοκινήτων, κατά τη διάρκεια των οποίων συζητήθηκε η προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τα αυτοκίνητα. Η Επιτροπή παρέσχε μερική μόνο πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Αρνήθηκε να επιτρέψει την πρόσβαση σε τρεις επιστολές που απέστειλε η Porsche AG στον πρώην αντιπρόεδρο Verheugen, υποστηρίζοντας ότι η γνωστοποίησή τους θα υπονόμευε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της Porsche AG.

Ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με τη θέση που έλαβε η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της. Μετά από έλεγχο των εν λόγω εγγράφων, στις 27 Οκτωβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή να επιτρέψει την πρόσβαση, στο σύνολό τους, στις τρεις επιστολές που απέστειλε η Porsche AG στον πρώην αντιπρόεδρο Verheugen ή να εξετάσει το ενδεχόμενο μερικής γνωστοποίησής τους.

Η Επιτροπή απάντησε στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή μόλις στις 11 Μαρτίου 2010, δηλαδή σχεδόν 15 μήνες μετά την τρίμηνη προθεσμία που όρισε ο Διαμεσολαβητής σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ. Εν τω μεταξύ, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε ειδική έκθεση στο Κοινοβούλιο σχετικά με τη μη απάντηση της Επιτροπής στο σχέδιο σύστασής του εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας.

Στην απάντησή της, η Επιτροπή δέχθηκε να χορηγήσει μερική πρόσβαση στις τρεις επιστολές της Porsche AG στον πρώην αντιπρόεδρο Verheugen. Έκρινε, ωστόσο, ότι τα μη γνωστοποιηθέντα εξαρτήματα καλύπτονταν από την εξαίρεση σχετικά με την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της Porsche AG.

Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παρείχε πειστικές πρόσθετες εξηγήσεις σχετικά με τα επιμέρους πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης για να δικαιολογήσει την απόφασή της να παράσχει μερική μόνο δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να αιτιολογήσει δεόντως τους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε την πρόσβαση στις τρεις επιστολές της Porsche AG προς τον πρώην αντιπρόεδρο Verheugen στο σύνολό τους, διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτική παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Ο καταγγέλλων είναι μη κυβερνητική οργάνωση που δραστηριοποιείται στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος. Την 1η Μαρτίου 2007, ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» και του πρώην αντιπροέδρου κ. Verheugen. Οι πληροφορίες και τα έγγραφα που ζητήθηκαν αφορούσαν συναντήσεις μεταξύ της Επιτροπής και εκπροσώπων των κατασκευαστών αυτοκινήτων, κατά τις οποίες συζητήθηκε η προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τα αυτοκίνητα από την 1η Ιανουαρίου 2006. Η Επιτροπή παρέσχε μερική μόνο πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

2. Στις 25 Ιουνίου 2007, σύμφωνα με το άρθρο 7 δεύτερο εδάφιο [1] του κανονισμού 1049/2001, της 31ης Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής («κανονισμός 1049/2001»), ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στην Επιτροπή, η οποία απάντησε στις 9 Αυγούστου 2007.

3. Η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι, προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον μια εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 [2] ή στο άρθρο 4 παράγραφος 2 [3] του κανονισμού 1049/2001, εφαρμόζεται στο περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών, έπρεπε να συμβουλευθεί τους συντάκτες [4] 18 επιστολών που έλαβε ο πρώην αντιπρόεδρος Verheugen από διάφορους κατασκευαστές αυτοκινήτων. Ανέφερε ότι, μετά την εν λόγω διαβούλευση, θα παρείχε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση σε όλες τις επιστολές που δεν υπόκειντο στις προαναφερθείσες εξαιρέσεις.

4. Στις 14 Νοεμβρίου 2007, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι 15 από τις εν λόγω επιστολές δεν αποτελούσαν αντικείμενο εξαίρεσης από το δικαίωμα πρόσβασης. Ως εκ τούτου, παρασχέθηκε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις εν λόγω επιστολές. Ωστόσο, η Επιτροπή αρνήθηκε να επιτρέψει την πρόσβαση σε τρεις επιστολές που είχε αποστείλει η Porsche AG στον πρώην αντιπρόεδρο Verheugen. Με τον τρόπο αυτό, στήριξε την απόφασή της στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 [5], δηλαδή ότι η δημοσιοποίησή τους θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της εταιρείας.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

5. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή:

  1. εσφαλμένως αρνήθηκε την πρόσβαση στις επιστολές της Porsche AG, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001· και
  2. εσφαλμένως αρνήθηκε μερική πρόσβαση στις επιστολές της Porsche AG, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001 [6].

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να του χορηγήσει πρόσβαση στις ζητούμενες επιστολές στο σύνολό τους.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

6. Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή με αίτηση γνωμοδότησης σχετικά με το περιεχόμενό της, η οποία έπρεπε να υποβληθεί έως τις 31 Μαΐου 2008. Η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας, η οποία χορηγήθηκε έως τις 30 Ιουνίου 2008. Μετά την παραλαβή της, η γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στη συνέχεια στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 4 Σεπτεμβρίου 2008.

7. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διενήργησαν, στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής, έλεγχο των εγγράφων στα οποία παρέπεμψε ο καταγγέλλων.

8. Αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου εστάλη τόσο στον καταγγέλλοντα όσο και στην Επιτροπή.

9. Στις 27 Οκτωβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή.

10. Καθ’ όλη τη διάρκεια των έξι μηνών μετά την αρχική προθεσμία που έθεσε ο Διαμεσολαβητής για απάντηση στο σχέδιο σύστασής του, η Επιτροπή ζήτησε επανειλημμένα παράταση της εν λόγω προθεσμίας. Η Επιτροπή δήλωσε ότι γνώριζε ότι δεν μπορούσε να αναβάλει επ' αόριστον την απάντησή της στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, αλλά ότι προτιμούσε να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες επίτευξης συμφωνίας με το τρίτο μέρος (Porsche AG) αντί απλώς να «επιβεβαιώσει την απόφασή της να μην δημοσιοποιήσει τα έγγραφα». Η Διαμεσολαβήτρια χορήγησε στην Επιτροπή όλα τα αιτήματά της για παράταση της προθεσμίας.

11. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον Διαμεσολαβητή, με την οποία ανέφερε ότι είχε αποφασίσει να χορηγήσει μερική πρόσβαση στις τρεις επιστολές και, ως εκ τούτου, είχε δημιουργήσει συντακτικές εκδόσεις των εγγράφων. Η Επιτροπή υπέβαλε την εν λόγω πρόταση για τη χορήγηση μερικής πρόσβασης στην Porsche AG. Ωστόσο, η τελευταία παρέλειψε να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τη γνώμη της επί του θέματος.

12. Στις 27 Οκτωβρίου 2009, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διευκρίνισαν ότι «η διαδικασία κοινοποίησης των τριών επιστολών δεν μπορούσε να προχωρήσει πριν από τα μέσα Νοεμβρίου 2009». Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι θα μπορούσε να παράσχει στον Διαμεσολαβητή, εάν το επιθυμούσε, αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης που θα αποσταλεί στην Porsche.

13. Στις 9 Νοεμβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε άλλη επιστολή στην Επιτροπή, με την οποία ζητούσε i) αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης που απέστειλε η Επιτροπή στην Porsche AG και ii) πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή για να επιτρέψει την πρόσβαση στις σχετικές επιστολές.

14. Στις 4 Δεκεμβρίου 2009, η Επιτροπή απάντησε ότι i) η επιστολή κοινοποίησης θα αποσταλεί σύντομα στην Porsche AG και ii) αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης θα διαβιβαστεί στον Διαμεσολαβητή. Η Επιτροπή επικοινώνησε εκ νέου σχετικά με το θέμα αυτό, αλλά φαίνεται ότι, έως τις 15 Δεκεμβρίου 2009, η επιστολή κοινοποίησης προς την Porsche δεν είχε ακόμη αποσταλεί.

15. Ως εκ τούτου, στις 24 Φεβρουαρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στο Κοινοβούλιο ειδική έκθεση στην οποία παρουσίασε τα πορίσματά του, και συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή, καθυστερώντας την απάντησή της στο σχέδιο σύστασής του και παραλείποντας να υλοποιήσει τη δέσμευσή της να κοινοποιήσει στην Porsche AG την πρόθεσή της να γνωστοποιήσει τα πορίσματά της, παρέβη την υποχρέωσή της, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση [7], να συνεργαστεί ειλικρινά και καλόπιστα μαζί του κατά τη διάρκεια της έρευνάς του [8].

16. Στις 11 Μαρτίου 2010, η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Στις 6 Μαΐου 2010, ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Α. Ισχυρισμός περί μη παροχής πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα και σχετικός ισχυρισμός

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν αρχικά στον Διαμεσολαβητή

17. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή εσφαλμένα αρνήθηκε i) την πρόσβαση στις επιστολές της Porsche AG, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, και ii) τη μερική πρόσβαση στις επιστολές της Porsche AG, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001. Υποστήριξε επίσης ότι η Επιτροπή έπρεπε να της παράσχει πρόσβαση στο σύνολο των ζητηθεισών επιστολών.

18. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν έδωσε λεπτομερείς εξηγήσεις όσον αφορά τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG και ότι δεν έλαβε υπόψη το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για την κοινοποίηση.

19. Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι τρεις εν λόγω επιστολές παρείχαν λεπτομέρειες σχετικά με τη «συγκεκριμένη θέση της Porsche AG στην αγορά αυτοκινήτων». Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν μπορούσε να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενο των επιστολών χωρίς να αποκαλύψει το περιεχόμενό τους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κοινοποίηση των επιστολών θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της Porsche AG.

20. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι όντως προέβη στη «δοκιμή του δημόσιου συμφέροντος» και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG υπερτερούν του δημόσιου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση των επιστολών. Μερική πρόσβαση δεν μπορούσε να χορηγηθεί διότι οι επιστολές δεν περιείχαν μέρη τα οποία θα μπορούσαν να γνωστοποιηθούν χωρίς να θιγούν τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG.

Έλεγχος εγγράφων από τον Διαμεσολαβητή

21. Οι υπηρεσίες της Διαμεσολαβήτριας επισκέφθηκαν τις εγκαταστάσεις της Επιτροπής και επιθεώρησαν τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία η Επιτροπή θεώρησε εμπιστευτικά:

θ) Επιστολή της 28ης Νοεμβρίου 2005, συνοδευόμενη από παραρτήματα, του κ. Wiedeking, προέδρου της Porsche AG, προς τον αντιπρόεδρο Verheugen.

ii) Επιστολή με ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 2006 του κ. Wiedeking προς τον αντιπρόεδρο Verheugen.

iii) Επιστολή της Porsche AG της 2ας Φεβρουαρίου 2007, με την οποία διαβιβάζονται αντίγραφα των επιστολών που απέστειλε ο κ. Wiedeking στην Καγκελάριο Merkel, στον Πρόεδρο Barroso και στην Αντιπρόεδρο Wallström.

iv) Ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ της Επιτροπής και της Porsche AG, με την οποία η Επιτροπή ενημέρωσε την Porsche AG ότι σκόπευε να μην κοινοποιήσει τις ανωτέρω επιστολές.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης

22. Το άρθρο 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι στόχος του εν λόγω κανονισμού είναι να εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, οι εξαιρέσεις από την αρχή αυτή πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

23. Για να διεκπεραιώσει αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα, η Επιτροπή πρέπει να ακολουθήσει τη σειρά αξιολόγησης [9] που περιγράφεται κατωτέρω και να εξετάσει κατά πόσον:

i) το ζητούμενο έγγραφο εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001·

ii) η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά το προστατευόμενο συμφέρον·

iii) δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση· και

iv) η ανάγκη προστασίας ισχύει για ολόκληρο το εν λόγω έγγραφο.

24. Η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις τρεις επιστολές της Porsche AG, βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας [...]».

25. Οι τρεις επιστολές της Porsche AG συντάχθηκαν όταν η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη βασικών ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με την επανεξέταση της κοινοτικής στρατηγικής για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από επιβατικά αυτοκίνητα. Ως εκ τούτου, ήταν πιθανό οι τρεις επιστολές να περιείχαν πληροφορίες σχετικά με τις επιχειρηματικές σχέσεις της Porsche AG. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα μπορούσε να θεωρήσει ότι εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

26. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε κατά πόσον οι πληροφορίες που περιέχονται στα σχετικά έγγραφα ήταν πράγματι τόσο ευαίσθητες ώστε η κοινοποίησή τους θα έθιγε σοβαρά τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG.

27. Η μόνη ειδική αναφορά της Επιτροπής στο περιεχόμενο των επιστολών ήταν ότι «στις επιστολές αυτές η Porsche AG εξήγησε τη συγκεκριμένη θέση της στην αγορά αυτοκινήτων».

28. Αυτό θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι αφορά τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG υπό ευρεία έννοια, συμπεριλαμβανομένου του μεριδίου αγοράς της· την εμπορική στρατηγική της· βιομηχανικά, χρηματοοικονομικά, τραπεζικά ή εμπορικά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις επιχειρηματικές σχέσεις ή συμβάσεις της εταιρείας· τις μεθόδους του για την εκτίμηση του κόστους· και την τεχνογνωσία της εταιρείας.

29. Από την εξέταση των εγγράφων από τον Διαμεσολαβητή διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω επιστολές και/ή τα παραρτήματά τους δεν αφορούσαν αποκλειστικά τα προστατευόμενα εμπορικά συμφέροντα που περιγράφονται ανωτέρω. Επιπλέον, δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι ορισμένες από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στις επιστολές ήταν ήδη διαθέσιμες στο κοινό, είτε από την ίδια την εταιρεία είτε από άλλες οντότητες, όπως οι αρμόδιες εθνικές αρχές του τομέα, ή ακόμη και από εξειδικευμένες εκδόσεις που ασχολούνται με την αυτοκινητοβιομηχανία.

30. Εν προκειμένω, το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή ορίζει ότι ο Διαμεσολαβητής και το προσωπικό του «δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες ή έγγραφα που περιέρχονται εις γνώση τους κατά τη διάρκεια των ερευνών τους». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να παραθέτει παραπομπές από έγγραφα τα οποία το θεσμικό όργανο θεωρεί εμπιστευτικά ή να παραπέμπει σε αυτά κατά τρόπο ώστε να μπορεί να δημοσιοποιηθεί το περιεχόμενό τους.

31. Ακόμη και αν οι επιστολές περιείχαν ακριβώς το είδος των πληροφοριών που περιγράφονται στη σκέψη 28 ανωτέρω, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν θα σήμαινε κατ’ ανάγκη ότι η γνωστοποίησή τους θα έθιγε συγκεκριμένα και πραγματικά τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG. Όπως έκρινε το Πρωτοδικείο (νυν Γενικό Δικαστήριο) σε πρόσφατη απόφαση [10], εάν όλες οι πληροφορίες που αφορούν μια εταιρεία και τις εμπορικές της σχέσεις θεωρούνταν ότι καλύπτονται από την προστασία των εμπορικών συμφερόντων σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού αριθ. 1049/2001, δεν θα ετίθετο σε εφαρμογή η γενική αρχή της παροχής στο κοινό της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων.

32. Η απλή αναφορά της Επιτροπής στη «συγκεκριμένη θέση της Porsche AG στην αγορά αυτοκινήτων», η οποία δεν υποστηρίχθηκε από καμία άλλη αναφορά στα επιμέρους πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δεν αρκούσε για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι έχει εφαρμογή η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.

33. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε από το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η χορήγηση μερικής πρόσβασης θα έβλαπτε αναγκαστικά τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG.

34. Εάν η πρόθεση της Επιτροπής ήταν να στηρίξει την άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση αναφέροντας (και δείχνοντας στον Διαμεσολαβητή τα σχετικά έγγραφα που αναφέρονται στο σημείο iv) ανωτέρω κατά τη διάρκεια του ελέγχου) ότι η ίδια η Porsche AG της είχε ζητήσει να μην αποκαλύψει τις επιστολές, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία, οι απόψεις που εξέφρασε ο τρίτος συντάκτης ενός εγγράφου, στο πλαίσιο της διαβούλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού αριθ. 1049/2001, δεν είναι δεσμευτικές για την Επιτροπή [11]. Παρά το αίτημα της Porsche AG, η Επιτροπή εξακολουθούσε να υποχρεούται να προβεί σε δική της εκτίμηση όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 ή 2 του κανονισμού αριθ. 1049/2001.

35. Από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί αν η Επιτροπή διενήργησε το κριτήριο του δημόσιου συμφέροντος. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων στη σκέψη 33, σε συνδυασμό με τη σκέψη 23 ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί αν υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.

36. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πρόσβαση στις τρεις επιστολές της Porsche AG βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση και του άρθρου 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, υπέβαλε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του. Το παρόν σχέδιο σύστασης παρουσιάζεται κατωτέρω, υπό τον τίτλο «Σχέδιο σύστασης».

Σχέδιο σύστασης

«Η Επιτροπή θα πρέπει να επιτρέψει την πρόσβαση στο σύνολο των τριών επιστολών που απέστειλε η Porsche AG στον αντιπρόεδρο Verheugen ή να εξετάσει το ενδεχόμενο μερικής γνωστοποίησής τους.»

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

37. Στην απάντησή της στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε αποφασίσει να χορηγήσει μερική πρόσβαση στις τρεις επιστολές της Porsche AG στον πρώην αντιπρόεδρο Verheugen και επισύναψε αντίγραφα των εν λόγω επιστολών στις οποίες είχαν διαγραφεί ορισμένες πληροφορίες. Η Επιτροπή εξήγησε ότι, με επιστολή της 11ης Ιανουαρίου 2010, είχε ενημερώσει την Porsche AG για την πρόθεσή της να κοινοποιήσει εν μέρει τις τρεις επιστολές. Στις 5 Μαρτίου 2010, η Porsche AG ενημέρωσε την Επιτροπή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι αποδεχόταν την πρόταση της τελευταίας για μερική κοινοποίηση.

38. Τέλος, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για τη σημαντική καθυστέρηση στην ανταπόκριση στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι η παρούσα υπόθεση ήταν η πρώτη στην οποία ο Διαμεσολαβητής είχε συστήσει στην Επιτροπή να απορρίψει την ένσταση τρίτου όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εγγράφων. Η Επιτροπή εξήγησε ότι η απάντηση καθυστέρησε λόγω των προσπαθειών που είχε καταβάλει για την επίτευξη συμφωνίας με την Porsche AG σχετικά με τη μερική κοινοποίηση, προκειμένου να αποφευχθούν περιττές δικαστικές διαφορές.

39. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στις τρεις επιστολές της Porsche AG.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του

40. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει πρόσβαση, στο σύνολό τους, στις τρεις επιστολές της Porsche AG προς τον πρώην αντιπρόεδρο Verheugen βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.

41. Ωστόσο, στην αρχική της γνώμη και στην καθυστερημένη απάντηση στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δεν παρείχε καμία εξήγηση σχετικά με τα επιμέρους πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εφαρμογή της ανωτέρω εξαίρεσης στις διαγραφείσες παραγράφους. Όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η γνωστοποίηση των σχετικών εγγράφων στο σύνολό τους θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά τα εμπορικά συμφέροντα της Porsche AG.

42. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι ο κανονισμός 1049/2001 προβλέπει καταρχήν δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Επιτροπής και ότι μια απόφαση άρνησης πρόσβασης είναι έγκυρη μόνο εάν βασίζεται σε μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 [12]. Τυχόν εξαιρέσεις από την αρχή αυτή πρέπει να ερμηνεύονται στενά [13].

43. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν ζήτησε από την Επιτροπή να «παρακάμψει» την αντίρρηση τρίτου όσον αφορά την κοινοποίηση εγγράφων. Όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 34, επισήμανε ότι, κατά την κοινοτική νομολογία, τέτοιες αιτιάσεις δεν είναι υποχρεωτικές για την Επιτροπή. Η Επιτροπή παραμένει υποχρεωμένη να διενεργήσει τη δική της αξιολόγηση και να προβάλει νομικά πειστικά επιχειρήματα ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατή η πλήρης κοινοποίηση. Η Επιτροπή δεν ακολούθησε τη διαδικασία αυτή, ακόμη και μετά από διαβούλευση με τον ενδιαφερόμενο τρίτο. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.

44. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να αναλύσει περαιτέρω την καθυστέρηση της Επιτροπής να απαντήσει στο σχέδιο σύστασής του, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής έκθεσης που υποβλήθηκε στο Κοινοβούλιο. Αναγνώρισε την έκφραση λύπης και ευελπιστεί ότι η Επιτροπή θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφύγει παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον.

Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Παραλείποντας να αιτιολογήσει προσηκόντως τους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε την πρόσβαση στο σύνολό τους στις τρεις επιστολές που απέστειλε η Porsche AG στον πρώην αντιπρόεδρο Verheugen, η Επιτροπή διέπραξε περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 7 Ιουλίου 2010


[1] ΕΕ L 145, σ. 43. Το άρθρο 7 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 ορίζει ότι: «Σε περίπτωση ολικής ή μερικής άρνησης, ο αιτών μπορεί, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της απάντησης του θεσμικού οργάνου, να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση ζητώντας από το θεσμικό όργανο να επανεξετάσει τη θέση του.»

[2] Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001 έχει ως εξής: «Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία:

α) το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά:

— δημόσια ασφάλεια,

— αμυντικές και στρατιωτικές υποθέσεις,

— διεθνείς σχέσεις,

— τη δημοσιονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Κοινότητας ή ενός κράτους μέλους·

β) της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

[3] Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 έχει ως εξής: «Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία:

— εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας,

— δικαστικές διαδικασίες και παροχή νομικών συμβουλών,

— ο σκοπός των επιθεωρήσεων, ερευνών και λογιστικών ελέγχων, εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση».

[4] Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1049/2001 έχει ως εξής: «Όσον αφορά τα έγγραφα τρίτων, το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον εφαρμόζεται η εξαίρεση της παραγράφου 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή όχι.»

[5] Βλ. υποσημείωση 5.

[6] Το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 1049/2001 έχει ως εξής: «Εάν μόνο μέρη του ζητούμενου εγγράφου καλύπτονται από κάποια από τις εξαιρέσεις, τα υπόλοιπα μέρη του εγγράφου δίδονται στη δημοσιότητα.»

[7] Το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ έχει ως εξής: «Κάθε θεσμικό όργανο ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους στόχους τους οποίους προβλέπουν. Τα θεσμικά όργανα συνεργάζονται μεταξύ τους καλή τη πίστει.»

[8] Η έκθεση είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή στην ακόλουθη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/specialreport.faces/en/4639/html.bookmark

[9] Σύμφωνα με την υπόθεση T-380/04, Τερεζάκης κατά Επιτροπής, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2008, σκέψη 88, Συλλογή 2008, σ. II-11.

[10] Βλ. υπόθεση T-380/04, Τερεζάκης κατά Επιτροπής, σκέψη 93, Συλλογή 2008, σ. II-11.

[11] Όπ.π., παράγραφος 60.

[12] Υπόθεση C-64/05 Σουηδία κατά Επιτροπής [2007] Συλλογή I-11389, σκέψη 57 και υπόθεση C-266/05 P Sison κατά Συμβουλίου [2007] Συλλογή I-1233, σκέψη 62.

[13] Υπόθεση C-64/05 Σουηδία κατά Επιτροπής [2007] Συλλογή I-11389, σκέψη 66· υπόθεση C-266/05 P, Sison κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I-1233, σκέψη 63.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!