FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 526/2012/ER κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η υπόθεση αφορά την εικαζόμενη παράνομη αφαίρεση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (εφεξής «ΕΤΕπ» ή «Τράπεζα») ορισμένων ποσών από τα σχολικά επιδόματα που χορηγούνται για τα τέκνα του καταγγέλλοντος.

2. Ο καταγγέλλων είναι συνταξιούχος υπάλληλος της ΕΤΕπ που κατοικεί στο Λουξεμβούργο και λαμβάνει σύνταξη από την Τράπεζα. Στο παρελθόν, τα δύο τέκνα της λάμβαναν σχολικά επιδόματα σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της ΕΤΕπ, τους κανόνες υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της ΕΤΕπ για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (εφεξής «κανόνες υπηρεσιακής κατάστασης») και τους κανονισμούς συνταξιοδοτικών καθεστώτων της ΕΤΕπ (εφεξής «PSR»). Μετά τη συνταξιοδότηση της μητέρας τους, τα δύο τέκνα άρχισαν να λαμβάνουν ποσό ίσο με το ποσό που λάμβαναν ως σχολικό επίδομα (εφεξής «σύνταξη τέκνου»).

3. Το 2010, το Λουξεμβούργο μεταρρύθμισε το σύστημα χρηματοδοτικής συνδρομής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το νέο σύστημα παρέχει οικονομική ενίσχυση (εφεξής «επίδομα CEDIES» ή «υποτροφία CEDIES») σε σπουδαστές που παρακολουθούν τριτοβάθμια εκπαίδευση, διαμένουν στο Λουξεμβούργο και των οποίων οι γονείς εργάζονται ή εργάζονταν στο Λουξεμβούργο. Η αποζημίωση CEDIES συνίσταται σε επιχορήγηση και/ή δάνειο με σταθερό επιτόκιο.

4. Στις 11 Αυγούστου 2010, στις 14 Οκτωβρίου 2010 και στις 4 Φεβρουαρίου 2011, μετά την έκδοση του σχετικού λουξεμβουργιανού νόμου στις 26 Ιουλίου 2010, η ΕΤΕπ ενημέρωσε τους δικαιούχους του σχολικού επιδόματος και των ισοδυνάμων του, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, σχετικά με την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και τον τρόπο υποβολής αίτησης για το επίδομα CEDIES. Ειδικότερα, η Τράπεζα τους ζήτησε να δηλώσουν τυχόν σπουδαστικές υποτροφίες που λαμβάνουν από άλλη πηγή και οι οποίες είναι παρόμοιας φύσης με το σχολικό της επίδομα, συμπεριλαμβανομένης της νέας υποτροφίας CEDIES, προκειμένου να αφαιρεθούν οι εν λόγω υποτροφίες από το δικό της σχολικό επίδομα. Η ΕΤΕπ υπενθύμισε επίσης ότι τα παιδιά που είναι δυνητικά επιλέξιμα για το επίδομα CEDIES έχουν καθήκον να υποβάλουν αίτηση για αυτό, διότι διαφορετικά, η ΕΤΕπ δεν θα ήταν υποχρεωμένη να χορηγήσει το σχολικό της επίδομα. Επιπλέον, η ΕΤΕπ ενημέρωσε τους δικαιούχους ότι θα πραγματοποιηθεί έκπτωση από το σχολικό επίδομα «το αργότερο τον Δεκέμβριο του 2010, με αναδρομική ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου 2010». Ωστόσο, πρόσθεσε, δεν θα γινόταν καμία έκπτωση αν οι δικαιούχοι προσκόμιζαν βεβαίωση που να βεβαιώνει ότι η αίτησή τους για το επίδομα CEDIES δεν ευδοκίμησε.

5. Στις 7 Φεβρουαρίου 2011, η ΕΤΕπ ζήτησε από την καταγγέλλουσα να την ενημερώσει εάν τα τέκνα της είχαν υποβάλει επιτυχώς αίτηση για το επίδομα CEDIES για το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2010/2011. Της υπενθύμισε επίσης ότι, σε περίπτωση μη υποβολής αίτησης, η Τράπεζα θα προέβαινε σε προσαρμογή των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν στα παιδιά της καταγγέλλουσας. Η ΕΤΕπ τόνισε ότι η αίτηση για την επιχορήγηση CEDIES ήταν «υποχρεωτική» και ότι, σε περίπτωση που τα παιδιά του καταγγέλλοντος δεν είχαν υποβάλει αίτηση για το επίδομα όσον αφορά το πρώτο εξάμηνο, οι αιτήσεις για το δεύτερο εξάμηνο εξακολουθούσαν να είναι δυνατές. Στην επιστολή της, η ΕΤΕπ παρείχε επίσης περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το επίδομα CEDIES, τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων και την αλληλεπίδραση μεταξύ του λουξεμβουργιανού συστήματος και του προγράμματος σχολικών επιδομάτων της ΕΤΕπ.

6. Σύμφωνα με το αίτημα της Τράπεζας, η καταγγέλλουσα ενημέρωσε την Τράπεζα σε απροσδιόριστη ημερομηνία ότι το μικρότερο παιδί της είχε υποβάλει επιτυχώς αίτηση για το επίδομα CEDIES για το πρώτο εξάμηνο του 2010/2011 και παρείχε στην ΕΤΕπ το σχετικό πιστοποιητικό. Ωστόσο, το μεγαλύτερο παιδί του καταγγέλλοντος δεν είχε υποβάλει αίτηση για το επίδομα CEDIES και, ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στην ΕΤΕπ πιστοποιητικό. Στις 24 Μαρτίου 2011, η ΕΤΕπ ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι ποσό ισοδύναμο με το μέρος της αποζημίωσης CEDIES που καταβαλλόταν για το δεύτερο εξάμηνο έπρεπε να αφαιρεθεί από τη σύνταξη του νεότερου γιου της σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 7 του PSR. Η Τράπεζα δεν ανέφερε κανένα μέτρο που σκόπευε να λάβει όσον αφορά τον μεγαλύτερο γιο του καταγγέλλοντος.

7. Στις 16 και 17 Ιανουαρίου 2012, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στην Τράπεζα ζητώντας την αναστολή της έκπτωσης για τον λόγο ότι, κατά την άποψή της, τα τέκνα της δεν ήταν υποχρεωμένα να υποβάλουν αίτηση για το επίδομα CEDIES. Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι το μικρότερο παιδί της είχε υποβάλει αίτηση για υποτροφία CEDIES μόνο κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010/2011 και όχι κατά το ακαδημαϊκό έτος 2011/2012.

8. Στις απαντήσεις της της 19ης Ιανουαρίου και της 27ης Ιανουαρίου 2012, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι η παρακράτηση στην οποία προέβη ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι το επίδομα CEDIES έπρεπε να θεωρηθεί ισοδύναμο με το σχολικό επίδομα που προβλέπεται στο PSR. Η ΕΤΕπ τόνισε επίσης ότι το σχολικό επίδομα που χορηγεί στους δικαιούχους είναι συμπληρωματικό των επιδομάτων που χορηγούνται από τις εθνικές διοικήσεις και ότι το απλό δικαίωμα στην εθνική επιχορήγηση, και όχι η πραγματική του απόλαυση, την υποχρέωνε να αφαιρέσει το αντίστοιχο ποσό. Η ΕΤΕπ παρατήρησε επίσης ότι και άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ είχαν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα.

9. Στην επιστολή της με ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 2012, η ΕΤΕπ ζήτησε επίσης από την καταγγέλλουσα να προσκομίσει έγγραφα που να αποδεικνύουν το ποσό που είχαν λάβει τα παιδιά της από το CEDIES [1] κατά το ακαδημαϊκό έτος 2011/2012. Η Τράπεζα επισήμανε ότι, εάν τα τέκνα της καταγγέλλουσας δεν είχαν υποβάλει αίτηση για το επίδομα CEDIES, θα έπρεπε να προσκομίσει στην Τράπεζα πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι τα τέκνα της δεν είχαν λάβει κανένα επίδομα από το CEDIES.

10. Στις 16 Ιανουαρίου και στις 29 Φεβρουαρίου 2012, η καταγγέλλουσα ζήτησε από το CEDIES να εκδώσει πιστοποιητικό που να πιστοποιεί το γεγονός ότι τα παιδιά της δεν είχαν λάβει οικονομική βοήθεια από αυτό κατά το ακαδημαϊκό έτος 2011/2012. Στις απαντήσεις του της 17ης Ιανουαρίου και της 1ης Μαρτίου 2012, το CEDIES ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το ζητούμενο πιστοποιητικό μπορούσε να εκδοθεί μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων για το δεύτερο εξάμηνο (31 Μαρτίου 2012) και ότι, δεδομένου ότι το επίδομα CEDIES χορηγείται στους σπουδαστές και όχι στους γονείς τους, μόνο οι πρώτοι δικαιούνται να ζητήσουν το πιστοποιητικό. Σε άλλο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 4ης Απριλίου 2012, το CEDIES ενημέρωσε τελικά το μικρότερο παιδί του καταγγέλλοντος ότι το πιστοποιητικό μπορούσε να εκδοθεί μόνο μετά την 1η Μαΐου 2012. Τα παιδιά του καταγγέλλοντος υπέβαλαν νέο αίτημα στο CEDIES για πιστοποιητικό σε απροσδιόριστη ημερομηνία. Στις 2 και 7 Μαΐου 2012, το CEDIES χορήγησε στα παιδιά του καταγγέλλοντος πιστοποιητικά στα οποία αναφέρεται ότι δεν είχαν λάβει οικονομική ενίσχυση από αυτό για τα ακαδημαϊκά έτη 2010/2011 και 2011/2012. Ο καταγγέλλων ενημέρωσε σχετικά την ΕΤΕπ.

11. Εν τω μεταξύ, στις 7 Φεβρουαρίου 2012, η καταγγέλλουσα απευθύνθηκε στον Πρόεδρο της ΕΤΕπ προκειμένου να καταγγείλει την εικαζόμενη παράνομη παρακράτηση από την Τράπεζα ποσών από τις συντάξεις των τέκνων της. Την 1η Μαρτίου 2012, ο διευθυντής του τμήματος ανθρώπινων πόρων της ΕΤΕπ απάντησε στον καταγγέλλοντα. Υπενθύμισε ότι το επίδομα CEDIES και το σχολικό επίδομα της ΕΤΕπ είναι παρόμοιας φύσης και ότι, ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ υποχρεούται να καταβάλλει μόνο «τη διαφορά μεταξύ του δικαιώματός της και της πληρωμής από άλλη πηγή». Τόνισε επίσης ότι η «αρχή της μη προσθετικότητας» εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αν το ισοδύναμο δικαίωμα από άλλη πηγή διεκδικήθηκε και εισπράχθηκε από τον δικαιούχο ή όχι. Το ίδιο το γεγονός ότι το πρόσωπο είχε το δικαίωμα να το ισχυριστεί είναι αρκετό». Στη συνέχεια, υπενθύμισε ότι στην ανακοίνωσή της προς τους δικαιούχους, η ΕΤΕπ είχε ζητήσει από τους δικαιούχους που κατοικούν στο Λουξεμβούργο να προσκομίσουν «πιστοποιητικό από το CEDIES στο οποίο να αναφέρεται ότι το συντηρούμενο τέκνο του λαμβάνει χρηματοδοτική συνδρομή από το CEDIES ή δεν είναι επιλέξιμο για χρηματοδοτική συνδρομή από το CEDIES», δεδομένου ότι στη δεύτερη περίπτωση η αρχή της μη προσθετικότητας δεν θα εφαρμόζεται πλέον. Ωστόσο, εάν το τέκνο δικαιούνταν το επίδομα CEDIES αλλά δεν υπέβαλε σχετική αίτηση, θα εξακολουθούσε να ισχύει η αρχή της μη προσθετικότητας.

12. Στις 8 Μαρτίου 2012, η ΕΤΕπ ενημέρωσε την καταγγέλλουσα για το συνολικό ποσό που έπρεπε να αφαιρεθεί από τις συντάξεις των τέκνων της και για τα ποσά που είχαν ήδη αφαιρεθεί. Η επιστολή καθιστούσε σαφές ότι η έκπτωση δεν θα αφορούσε μόνο το μικρότερο παιδί της καταγγέλλουσας αλλά και το μεγαλύτερο παιδί της, για το οποίο δεν είχαν γίνει ακόμη εκπτώσεις. Η επιστολή ενημέρωσε επίσης τον καταγγέλλοντα ότι, γενικά, η ΕΤΕπ αποφάσισε κατ’ εξαίρεση να μην αφαιρέσει το ποσό του επιδόματος CEDIES που αφορά τους τρεις πρώτους μήνες του πρώτου εξαμήνου του ακαδημαϊκού έτους 2010/2011, υπό την προϋπόθεση ότι το τέκνο ήταν σε θέση να αποδείξει ότι δεν έλαβε το επίδομα CEDIES κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Ωστόσο, η Τράπεζα δήλωσε ότι τα παιδιά του καταγγέλλοντος δεν μπορούσαν να επωφεληθούν από την εξαίρεση αυτή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο νεότερος υιός έλαβε το επίδομα CEDIES κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής και ο μεγαλύτερος υιός δεν προσκόμισε στην ΕΤΕπ πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έλαβε κανένα επίδομα. Ωστόσο, η ΕΤΕπ ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι, εάν προσκόμιζε το πιστοποιητικό σε μεταγενέστερο στάδιο, ο μεγαλύτερος γιος της θα μπορούσε να λάβει το πλήρες σχολικό επίδομα για την εν λόγω περίοδο.

13. Στις 9 Μαρτίου 2012, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

14. Αφού υπέβαλε την καταγγελία της στον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα τον ενημέρωσε ότι, στις 20 Μαρτίου 2012, ζήτησε επίσης βοήθεια από τον Υπουργό Παιδείας του Λουξεμβούργου. Στις 27 Μαρτίου 2012, ο Υπουργός απέρριψε την καταγγελία της, με την αιτιολογία ότι το επίμαχο ζήτημα αφορούσε τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, η ΕΤΕπ ενημέρωσε τον μεγαλύτερο γιο του καταγγέλλοντος σχετικά με την κατ’ εξαίρεση απόφασή της να μην προβεί σε καμία μείωση όσον αφορά το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2010/2011, διότι είχε υποβάλει πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έλαβε επιδόματα κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

15. Στις 10 Απριλίου 2012, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

Ισχυρισμός

Η ΕΤΕπ παρακράτησε παράνομα χρήματα από τα σχολικά επιδόματα των τέκνων του καταγγέλλοντος.

Υποστηρικτικά επιχειρήματα:

θ) Η PSR της ΕΤΕπ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στους υπαλλήλους (ή στα παιδιά τους) την υποχρέωση να ζητούν οικονομική βοήθεια από τα εθνικά ιδρύματα.

ii) Οι υποτροφίες CEDIES και τα εκπαιδευτικά επιδόματα της ΕΕ δεν είναι «παρόμοιας φύσης», δεδομένου ότι έχουν διαφορετικούς σκοπούς και σκοπούς.

iii) Η ΕΤΕπ δεν μπορεί να αφαιρέσει χρήματα από τα επιδόματα που αφορούν τα παιδιά του καταγγέλλοντος χωρίς σχετική άδεια.

iv) Η ΕΤΕπ έχει επίγνωση του γεγονότος ότι τα πιστοποιητικά για τη χορήγηση υποτροφίας CEDIES για το ακαδημαϊκό έτος 2011/2012 θα είναι διαθέσιμα μόνο στο τέλος του εν λόγω ακαδημαϊκού έτους.

Απαιτήσεις

(1) Η Τράπεζα θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα που αφαιρέθηκαν από τα σχολικά επιδόματα.

(2) Η Τράπεζα θα πρέπει να απέχει από την αφαίρεση χρημάτων από τα σχολικά επιδόματα στο μέλλον.

Η έρευνα

16. Στις 10 Απριλίου 2012, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του καταγγέλλοντος και ζήτησε από την ΕΤΕπ να υποβάλει γνώμη. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2012, η ΕΤΕπ απέστειλε τη γνώμη της, η οποία στη συνέχεια διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Η καταγγέλλουσα απέστειλε τις παρατηρήσεις της στις 7 Οκτωβρίου 2012 και στις 18 Ιανουαρίου, στις 25 Μαρτίου και την 1η Απριλίου 2013.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

17. Η υπό κρίση αιτίαση αφορά το ζήτημα αν η ΕΤΕπ δικαιούται να αφαιρέσει το λουξεμβουργιανό επίδομα CEDIES από το σχολικό της επίδομα. Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ αναγνώρισε ότι είχε κάνει ορισμένα λάθη κατά τον υπολογισμό του ποσού που έπρεπε να αφαιρεθεί από τις πληρωμές που οφείλονταν στα παιδιά του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν καλύπτεται από την παρούσα καταγγελία και, ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται να την εξετάσει.

Α. Ισχυρισμός ότι η ΕΤΕπ παρακρατεί παράνομα χρήματα από τις πληρωμές που οφείλονται στα παιδιά του καταγγέλλοντος και συναφείς αξιώσεις

Νομικό πλαίσιο

18. Πριν προβεί σε ανάλυση της υπό κρίση υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να υπενθυμίσει εν συντομία τους κανόνες που είναι συναφείς με την υπόθεση. Οι διάδικοι συμφωνούν ότι το λουξεμβουργιανό σύστημα χρηματοδοτικής συνδρομής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση (στο εξής: χρηματοδοτική στήριξη CEDIES) μεταρρυθμίστηκε το 2010 με νόμο που ψηφίστηκε στις 26 Ιουλίου και τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2010. Εφαρμόστηκε για το ακαδημαϊκό έτος 2010/2011 [2]. Η νέα οικονομική ενίσχυση CEDIES προορίζεται για σπουδαστές που παρακολουθούν τριτοβάθμια εκπαίδευση, διαμένουν στο Λουξεμβούργο και των οποίων οι γονείς εργάζονται ή εργάζονταν στο Λουξεμβούργο, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία πραγματοποιούνται οι σπουδές. Η οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται απευθείας στους αιτούντες και οι γονείς δεν μπορούν να υποβάλουν αίτηση για λογαριασμό των παιδιών τους. Το επίδομα CEDIES μπορεί να χορηγηθεί ως επιχορήγηση ή / και δάνειο με σταθερό επιτόκιο και εκδίδεται ανάλογα με το εισόδημα του σπουδαστή και σύμφωνα με την οικογενειακή του κατάσταση. Οι σπουδαστές οποιασδήποτε ηλικίας μπορούν να υποβάλουν σχετική αίτηση, δεδομένου ότι δεν υπάρχει όριο ηλικίας [3].

19. Οι αποζημιώσεις και οι συντάξεις που χορηγεί η ΕΤΕπ διέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της ΕΤΕπ, τους κανόνες υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της ΕΤΕπ για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και τον κανονισμό για το συνταξιοδοτικό καθεστώς της ΕΤΕπ [4].

20. Σύμφωνα με το άρθρο 20 και το παράρτημα 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΤΕπ, τα μηνιαία οικογενειακά επιδόματα που ισχύουν για το σύνολο του προσωπικού συνίστανται i) σε οικογενειακό επίδομα, ii) σε επίδομα συντηρούμενου τέκνου και iii) σε σχολικό επίδομα.

21. Το άρθρο 59 παράγραφος 1 του PSR ορίζει ότι «τα τέκνα ασφαλισμένου που θεωρούνται συντηρούμενα από την Τράπεζα δικαιούνται σύνταξη τέκνου εάν ο ασφαλισμένος λαμβάνει σύνταξη γήρατος […]». Η σύνταξη τέκνου ορίζεται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 του PSR ως «το άθροισμα του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου και του μηνιαίου κατ’ αποκοπή σχολικού επιδόματος». Το άρθρο 61 παράγραφος 2 ορίζει ότι η σύνταξη τέκνου «δεν καταβάλλεται πλέον μετά το τέλος του μήνα κατά τον οποίο ο δικαιούχος συμπληρώνει το 26ο έτος της ηλικίας του».

22. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο 4 των κανόνων της ΕΤΕπ για θέματα προσωπικού, το σχολικό επίδομα είναι ένα μηνιαίο κατ' αποκοπή σχολικό επίδομα που αποσκοπεί στην κάλυψη όλων των σχολικών δαπανών για κάθε τέκνο που φοιτά κανονικά με πλήρες ωράριο σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, πανεπιστήμιο ή ίδρυμα ισοδύναμου επιπέδου ή που συμπληρώνει σπουδές με πρόγραμμα κατάρτισης ή επαγγελματικής μαθητείας και για το οποίο ο γονέας λαμβάνει επίδομα συντηρούμενου τέκνου. Όσον αφορά το επίδομα συντηρούμενου τέκνου, το άρθρο 2, παράγραφος 2, σημείο 3, των κανόνων για θέματα προσωπικού προβλέπει ότι οι υπάλληλοι δικαιούνται το επίδομα αυτό για κάθε συντηρούμενο τέκνο ηλικίας κάτω των 18 ετών ή που δεν έχει ακόμη συμπληρώσει το 26ο έτος της ηλικίας του και είτε παρακολουθεί σπουδές πλήρους φοίτησης είτε παρακολουθεί πρόγραμμα κατάρτισης ή επαγγελματικής μαθητείας.

23. Το άρθρο 35 παράγραφος 1 του κανονισμού PSR παρέχει στην ΕΤΕπ τη δυνατότητα να απαιτεί την προσκόμιση πιστοποιητικών ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου είναι αναγκαίο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των δικαιούχων. Το άρθρο 37 του PSR επιτρέπει στην Τράπεζα να συμψηφίζει «τα ποσά που οφείλονται από ασφαλισμένο ή τους νόμιμους αιτούντες του [...] με τις παροχές που καταβάλλονται στον ασφαλισμένο ή στους νόμιμους αιτούντες του».

24. Το άρθρο 60 παράγραφος 7 του PSR θεσπίζει την αρχή του μη προσθετικού χαρακτήρα των παροχών, σύμφωνα με την οποία «[γ] οι συντάξεις κτήσης μειώνονται κατά το ποσό των παροχών παρόμοιας φύσης με τα επιδόματα συντηρούμενου τέκνου και τα σχολικά επιδόματα που χορηγούνται από την Τράπεζα και τα οποία ο ασφαλισμένος, το τέκνο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο μπορεί να ζητήσει από άλλη πηγή».

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

25. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ παρακράτησε παράνομα χρήματα από τα σχολικά επιδόματα των τέκνων της. Η προσφεύγουσα στήριξε τον ισχυρισμό της στα τέσσερα επιχειρήματα που παρατίθενται στη σκέψη 15 ανωτέρω, τα οποία θα εξεταστούν διαδοχικά.

Πρώτο επιχείρημα προς στήριξη της προσφυγής

26. Ο καταγγέλλων υποστήριξε καταρχάς ότι η PSR δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στους υπαλλήλους (ή στα παιδιά τους) την υποχρέωση να ζητούν οικονομική ενίσχυση από τους εθνικούς φορείς.

27. Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ τόνισε ότι το σχολικό της επίδομα υπόκειται στις αρχές της μη προσθετικότητας και της συμπληρωματικότητας. Σύμφωνα με την αρχή της μη προσθετικότητας, οι παροχές δεν μπορούν να σωρευθούν και, ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ είχε το δικαίωμα να αφαιρέσει από τη σύνταξη τέκνου το καθαρό ποσό που εισέπραξε για ένα πρόγραμμα κατάρτισης ή επαγγελματικής μαθητείας μαζί με όλα τα επιδόματα παρόμοιας φύσης. Σύμφωνα με την αρχή της συμπληρωματικότητας, δεν ασκεί επιρροή για τους σκοπούς της έκπτωσης το αν ο υπάλληλος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο απολαύει πράγματι παροχής, δεδομένου ότι αρκεί το πρόσωπο αυτό να έχει το δικαίωμα να υποβάλει σχετική αίτηση. Ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση που οι δικαιούχοι του επιδόματος ΕΤΕπ έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν εναλλακτική πηγή χρηματοδοτικής συνδρομής για την τριτοβάθμια εκπαίδευσή τους, πρέπει να το πράξουν. Η μη υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση τέτοιας συνδρομής θα είχε ως αποτέλεσμα την αφαίρεση από τα επιδόματα του ποσού που αντιστοιχεί στο μηνιαίο κατ’ αποκοπήν ποσό του σχολικού επιδόματος.

28. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι το CEDIES δεν είναι θεσμικό όργανο εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει και να εκτελεί αποφάσεις, αλλά «Centre de Documentation et d'information sur l'enseignement supérieur». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν υπάρχει νόμος ή κανονισμός που θα μπορούσε να υποχρεώσει τα παιδιά των μελών του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της ΕΕ να υποβάλουν αίτηση στο CEDIES για αποζημίωση. Στο πλαίσιο αυτό, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι είχε σύμβαση με την ΕΤΕπ και όχι με το CEDIES. Ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ θα πρέπει να υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω επιδόματα στα παιδιά της και δεν θα πρέπει να τα υποχρεώνει να υποβάλλουν αίτηση για εθνικό επίδομα. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα μέλη του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της ΕΕ δεν καταβάλλουν φόρους στο Λουξεμβούργο. Η καταγγέλλουσα τόνισε περαιτέρω ότι η άποψή της επιβεβαιώθηκε από την επιστολή του Υπουργείου Παιδείας του Λουξεμβούργου της 27ης Μαρτίου 2012, στην οποία το Υπουργείο δήλωσε ότι το πρόβλημα ήταν καθαρά εσωτερικό της ΕΤΕπ.

Δεύτερο επιχείρημα προς στήριξη της προσφυγής

29. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημά της, η καταγγέλλουσα υπενθύμισε ότι το άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο 5 των κανόνων για θέματα προσωπικού της ΕΤΕπ και το άρθρο 67 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπουν ότι ο κανόνας της μη προσθετικότητας εφαρμόζεται μόνο όταν δύο παροχές είναι παρόμοιας φύσης. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου [5] και του Δικαστηρίου [6] της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία μόνο παροχές που είναι συγκρίσιμες και έχουν τον ίδιο σκοπό μπορούν να θεωρηθούν «της ίδιας φύσης». Υπενθύμισε επίσης ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι ο σκοπός της παροχής είναι ο βασικός παράγοντας για να καθοριστεί αν δύο παροχές είναι της ίδιας φύσης [7].

30. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η αποζημίωση της ΕΤΕπ και η επιχορήγηση CEDIES διαφέρουν για τους ακόλουθους λόγους:

θ) Έχουν διαφορετικό σκοπό: Ενώ η αποζημίωση της ΕΤΕπ αποσκοπεί στην κάλυψη των εξόδων εγγραφής, φοίτησης και μεταφοράς, με ρητή εξαίρεση κάθε άλλης δαπάνης, ο στόχος της επιχορήγησης CEDIES είναι να διευκολύνει την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

ii) Έχουν διαφορετικούς αποδέκτες: Ενώ το επίδομα της ΕΤΕπ χορηγείται στους μόνιμους και λοιπούς υπαλλήλους της ΕΤΕπ, το επίδομα CEDIES χορηγείται στους σπουδαστές που κατοικούν στο Λουξεμβούργο.

iii) Τα δύο οφέλη διαφέρουν ουσιαστικά: Ενώ το επίδομα της ΕΤΕπ συνίσταται σε κατ' αποκοπή αποζημίωση που καθορίζεται στους κανόνες προσωπικού της ΕΤΕπ, το επίδομα CEDIES υπολογίζεται ανάλογα με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του σπουδαστή.

iv) Ενώ η ΕΤΕπ χορηγεί το επίδομα χωρίς να επιβάλλει όρους, το CEDIES απαιτεί από τους δικαιούχους να λάβουν ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία.

v) Η επιχορήγηση που παρέχεται από το CEDIES αποτελεί χρηματοδοτική στήριξη η οποία συνίσταται σε μηνιαία πληρωμή και/ή δάνειο. Ενώ το μέρος «υποτροφία» της επιχορήγησης CEDIES μπορεί να είναι παρόμοιου χαρακτήρα με την αποζημίωση της ΕΤΕπ, το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για το δάνειο.

31. Με βάση τα ανωτέρω επιχειρήματα, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι οι δύο αποζημιώσεις δεν είναι συγκρίσιμες. Κατά συνέπεια, η έκπτωση που πραγματοποίησε η ΕΤΕπ δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο, δεδομένου ότι η αρχή της μη προσθετικότητας δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.

32. Κατά την εξέταση του δεύτερου επιχειρήματος του καταγγέλλοντος, η ΕΤΕπ προέβη καταρχάς σε διάκριση μεταξύ των σχολικών επιδομάτων που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης για τους υπαλλήλους της ΕΕ και των σχολικών επιδομάτων της ΕΤΕπ, τα οποία προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

33. Όσον αφορά την πρώτη, η ΕΤΕπ υπενθύμισε το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο και τη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ στον τομέα αυτό. Η ΕΤΕπ αναφέρθηκε, ειδικότερα, σε δύο πρόσφατες αποφάσεις στις οποίες το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κλήθηκε να διαπιστώσει κατά πόσον το επίδομα CEDIES είναι παρόμοιας φύσης με το σχολικό επίδομα που προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ [8]. Το Δικαστήριο ΔΔ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δύο οικονομικά οφέλη είχαν παρόμοιους σκοπούς, δεδομένου ότι επιδίωκαν να συμβάλουν στη διδασκαλία τέκνων εξαρτώμενων από υπαλλήλους και, ως εκ τούτου, ήταν παρόμοιας φύσης.

34. Η ΕΤΕπ υποστήριξε ότι, όσον αφορά τόσο τον δικαιούχο όσο και τον σκοπό της παροχής, η επιχορήγηση CEDIES και το σχολικό επίδομα της ΕΤΕπ είναι πανομοιότυπα. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ επισήμανε ότι το ποσό που καθορίζεται από τους κανόνες προσωπικού της ΕΤΕπ για το σχολικό της επίδομα αποτελεί μόνο ένα ελάχιστο όριο. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση που το CEDIES χορηγήσει σε έναν σπουδαστή ποσό χαμηλότερο από εκείνο που προβλέπεται από τους κανόνες προσωπικού της ΕΤΕπ, η ΕΤΕπ θα καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του σχολικού επιδόματος και της χρηματοδοτικής στήριξης του CEDIES.

35. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε καταρχάς ότι το περιεχόμενο της γνώμης της ΕΤΕπ συνιστούσε «σαφή παραδοχή κακοδιοίκησης που προκύπτει από την πρωτοβουλία [της καταγγέλλουσας]». Στη συνέχεια, επισήμανε ότι, απλώς και μόνο επειδή η ΕΤΕπ δήλωσε ότι ακολουθεί την πρακτική άλλων θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ, αυτό δεν σημαίνει ότι η πρακτική είναι ορθή. Τέλος, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι τα παιδιά της δεν έχουν λάβει «διπλό επίδομα».

Τρίτο επιχείρημα

36. Όσον αφορά το τρίτο επιχείρημα του καταγγέλλοντος, η ΕΤΕπ υπενθύμισε το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει ότι η ΕΤΕπ μπορεί να συμψηφίσει «τα ποσά που οφείλονται από ασφαλισμένο ή τους νόμιμους αιτούντες του [...] με τις παροχές που καταβάλλονται στον ασφαλισμένο ή στους νόμιμους αιτούντες του»[9]. Η ΕΤΕπ δήλωσε ότι η πρακτική της αφαίρεσης χρημάτων από τις πληρωμές που οφείλονται στα παιδιά του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παράπτωμα.

37. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στην άποψή της ότι η Τράπεζα δεν ενήργησε νόμιμα όταν αφαίρεσε αναδρομικά χρήματα από τις συντάξεις των τέκνων της.

Τέταρτο επιχείρημα

38. Όσον αφορά το τέταρτο επιχείρημά της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι υπέβαλε αίτηση στο CEDIES για τα ζητηθέντα πιστοποιητικά τον Ιανουάριο του 2012, αλλά την ενημέρωσε ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά δεν μπορούσαν να εκδοθούν πριν από το τέλος Απριλίου του ίδιου έτους. Τόνισε ότι, παρόλο που η ΕΤΕπ γνώριζε αυτό το χρονοδιάγραμμα, της ζητούσε επανειλημμένα τέτοια πιστοποιητικά.

39. Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι ζήτησε από την καταγγέλλουσα να προσκομίσει πιστοποιητικό στο οποίο να αναφέρεται ότι τα παιδιά της λάμβαναν οικονομική ενίσχυση από το CEDIES ή δεν ήταν επιλέξιμα για αυτήν (αναφερόμενο ως «επίσημο πιστοποιητικό»), καθώς και πιστοποιητικό στο οποίο να βεβαιώνεται ότι τα παιδιά της δεν είχαν λάβει οικονομική ενίσχυση από το CEDIES κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010/2011 (αναφερόμενο ως «ειδικό πιστοποιητικό»). Η ΕΤΕπ επισήμανε ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε τα επίσημα πιστοποιητικά που ζητήθηκαν. Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε ότι, από την αλληλογραφία της καταγγέλλουσας με τη διοίκηση του CEDIES, προέκυψε ότι η καταγγέλλουσα δεν υπέβαλε αίτηση για το επίσημο πιστοποιητικό, αλλά μόνο για πιστοποιητικό που πιστοποιεί το γεγονός ότι τα παιδιά της δεν είχαν λάβει οικονομική βοήθεια από το CEDIES για τα ακαδημαϊκά έτη 2010/2011 και 2011/2012. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι τα πιστοποιητικά που της προσκόμισε η καταγγέλλουσα δεν ήταν τα επίσημα πιστοποιητικά που της ζητήθηκε να υποβάλει. Πράγματι, τα πιστοποιητικά που προσκόμισε πιστοποιούσαν απλώς ότι τα τέκνα της δεν λάμβαναν επιδόματα από το CEDIES. Ωστόσο, δεν διευκρίνισαν αν τα παιδιά είχαν υποβάλει αίτηση για τέτοια οικονομική ενίσχυση ή δεν ήταν επιλέξιμα για αυτήν.

40. Στη συνέχεια, η ΕΤΕπ υποστήριξε ότι τα επίσημα και τα ειδικά πιστοποιητικά θα μπορούσαν να παρασχεθούν εντός διαφορετικών χρονικών πλαισίων. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ εξήγησε ότι το επίσημο πιστοποιητικό εκδόθηκε κανονικά από τη διοίκηση του CEDIES ως απάντηση στην αίτηση που υπέβαλε ο σπουδαστής. Όσον αφορά το ειδικό πιστοποιητικό, η ΕΤΕπ επισήμανε ότι η καταγγέλλουσα θα μπορούσε να το έχει λάβει εάν είχε διατυπώσει ορθά το αίτημά της.

41. Η ΕΤΕπ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διοίκησή της θα συνεχίσει να συνεργάζεται με το CEDIES προκειμένου να προωθήσει τη διοργανική ανταλλαγή πληροφοριών και με σκοπό τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τους δικαιούχους της επιχορήγησης CEDIES που δικαιούνται επιδόματα της ΕΤΕπ.

42. Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ ανέφερε ορισμένα μέτρα που έλαβε μετά από αίτημα του Διαμεσολαβητή για γνωμοδότηση. Τόνισε, ειδικότερα, ότι είχε διορθώσει το ποσό που παρακρατήθηκε από τη σύνταξη του μεγαλύτερου τέκνου του καταγγέλλοντος και επικαιροποίησε τον υπολογισμό της σύνταξής του. Στη συνέχεια, η ΕΤΕπ τόνισε ότι είχε ενημερώσει επανειλημμένα την καταγγέλλουσα σχετικά με το σύστημα CEDIES, τον τρόπο υποβολής αίτησης για επιχορήγηση CEDIES και τις συνέπειες στα επιδόματα που χορήγησε η ΕΤΕπ στα παιδιά της. Τέλος, η ΕΤΕπ τόνισε ότι είχε κατ’ εξαίρεση αποφασίσει να μην μειώσει τη σύνταξη των τέκνων που δεν είχαν υποβάλει αίτηση για την επιχορήγηση CEDIES για το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2010/2011, μολονότι θα είχε το δικαίωμα να το πράξει. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, η ΕΤΕπ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε δικαίως αφαιρέσει χρήματα από τα σχολικά επιδόματα των τέκνων του καταγγέλλοντος και ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να είναι βάσιμο. Ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ δεν έκρινε σκόπιμο να ικανοποιήσει τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

43. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα εξέφρασε την έκπληξή της για τη δήλωση της ΕΤΕπ ότι τα πιστοποιητικά που προσκόμισαν τα παιδιά της «δεν έχουν καμία σχέση με τα επίσημα πιστοποιητικά που ζητήθηκαν». Υποστήριξε ότι η ΕΤΕπ ουδέποτε είχε προβεί σε τέτοια παρατήρηση στην αλληλογραφία της μαζί της.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

44. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, προκειμένου να αξιολογήσει τη συνάφεια του πρώτου, του τρίτου και του τέταρτου υποστηρικτικού επιχειρήματος του καταγγέλλοντος, είναι αναγκαίο να εξετάσει καταρχάς το ζήτημα που εγείρει το δεύτερο επιχείρημά του, δηλαδή κατά πόσον το επίδομα CEDIES και τα σχολικά επιδόματα που παρέχει η ΕΤΕπ είναι «παρόμοιας φύσης».

Δεύτερο επιχείρημα προς στήριξη της προσφυγής

45. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το Πρωτοδικείο (νυν Γενικό Δικαστήριο)[10] και το Δικαστήριο [11] της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αποφανθεί ότι μόνο παροχές που είναι συγκρίσιμες και έχουν τον ίδιο σκοπό μπορούν να θεωρηθούν «παρόμοιας φύσης». Συναφώς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διευκρίνισε περαιτέρω ότι το αποφασιστικό κριτήριο για την εκτίμηση του «παρόμοιου χαρακτήρα» δύο παροχών είναι ο σκοπός που επιδιώκουν [12].

46. Όσον αφορά το σχολικό επίδομα που προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξέδωσε δύο παράλληλες αποφάσεις σχετικά με το κατά πόσον το επίδομα CEDIES είναι παρόμοιου χαρακτήρα [13]. Στις αποφάσεις Γιαννακούρης και Χατζηδουκάκης, το Δικαστήριο ΔΔ επισήμανε ότι σκοπός της προβλεπόμενης από τον ΚΥΚ αποζημιώσεως είναι η κάλυψη των δαπανών στις οποίες πρέπει να υποβληθεί ο υπάλληλος για τη στήριξη της εκπαιδεύσεως των τέκνων του. Όσον αφορά την επιδότηση CEDIES, το Tribunal τόνισε ότι τόσο ο τίτλος όσο και το περιεχόμενο του λουξεμβουργιανού νόμου της 22ας Ιουνίου 2000 διευκρινίζουν ότι σκοπός του είναι να παράσχει στους σπουδαστές οικονομική ενίσχυση που θα τους επιτρέψει να καλύψουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ΔΔ έκρινε ότι οι δύο παροχές έχουν τον ίδιο σκοπό, δεδομένου ότι αμφότερες έχουν ως σκοπό να συμβάλουν στην κάλυψη των εκπαιδευτικών δαπανών των τέκνων του υπαλλήλου. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δύο παροχές είναι παρόμοιας φύσης και ότι η αρχή της μη προσθετικότητας είχε εφαρμογή στις εν λόγω περιπτώσεις.

47. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι σκοπός της αποζημίωσης της ΕΤΕπ είναι η κάλυψη των δαπανών που πρέπει να φέρει ο υπάλληλος για την υποστήριξη της εκπαίδευσης των τέκνων του. Όσον αφορά την επιχορήγηση CEDIES, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σκοπός της είναι να παράσχει στους σπουδαστές οικονομική ενίσχυση που θα τους επιτρέψει να καλύψουν τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Φαίνεται, επομένως, ότι οι δύο παροχές έχουν τον ίδιο σκοπό. Κατά συνέπεια, η απόφαση της ΕΤΕπ να θεωρήσει τα δύο οφέλη παρόμοιας φύσης και, κατά συνέπεια, να θεωρήσει την αρχή της μη προσθετικότητας εφαρμοστέα στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, είναι εύλογη.

48. Επομένως, το δεύτερο επιχείρημα του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

Πρώτο επιχείρημα προς στήριξη της προσφυγής

49. Όσον αφορά την αρχή της μη προσθετικότητας, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι το άρθρο 67 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ καθιστά σαφές ότι το σχετικό επίδομα είναι συμπληρωματικό των εθνικών επιδοτήσεων παρόμοιας φύσης και ότι η συμπληρωματικότητα αυτή αποτελεί τη νομική αιτιολόγηση για την αφαίρεση εθνικής επιδότησης από νόμιμο επίδομα [14]. Το άρθρο 60 παράγραφος 7 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το άρθρο 67 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΕ ορίζουν κατ’ ουσίαν τον ίδιο κανόνα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογη την άποψη της ΕΤΕπ ότι ήταν υποχρεωμένη να σεβαστεί την αρχή της μη προσθετικότητας στην παρούσα υπόθεση. Η εφαρμογή της αρχής αυτής στην παρούσα υπόθεση σημαίνει ότι τα τέκνα των μελών του προσωπικού της ΕΤΕπ πρέπει πρώτα να υποβάλουν αίτηση για εθνική επιδότηση και ότι δικαιούνται να λάβουν το σχολικό επίδομα της ΕΤΕπ μόνον εάν και στο μέτρο που μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι επιλέξιμα για εθνική επιδότηση ή εάν, μολονότι είναι επιλέξιμα και λαμβάνουν εθνική επιδότηση, το ποσό της επιδότησης αυτής είναι χαμηλότερο από το ποσό του σχολικού επιδόματος της ΕΤΕπ (οπότε η ΕΤΕπ θα κατέβαλλε τη διαφορά μεταξύ της επιδότησης και του επιδόματος).

50. Επομένως, το πρώτο επιχείρημα του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

Τρίτο επιχείρημα

51. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 37 παράγραφος 1 του PSR έχει ως εξής: "τα ποσά που οφείλει ο ασφαλισμένος ή οι νόμιμοι αιτητές του δυνάμει των παρόντων Κανονισμών μπορούν να συμψηφίζονται με τις παροχές που καταβάλλονται στον ασφαλισμένο ή στους νόμιμους αιτητές του δυνάμει των παρόντων Κανονισμών". Αυτό σημαίνει ότι η ΕΤΕπ δικαιούται να παρακρατεί από τη σύνταξη δικαιούχου τα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στον συνταξιούχο ή στα τέκνα του. Στην παρούσα υπόθεση, ο νεότερος γιος του καταγγέλλοντος έλαβε το επίδομα CEDIES κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010/2011. Ωστόσο, δεν υπέβαλε σχετική αίτηση κατά το ακαδημαϊκό έτος 2011/2012 και δεν απέδειξε ότι δεν είχε σχετικό δικαίωμα κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Ο μεγαλύτερος γιος του καταγγέλλοντος δεν υπέβαλε αίτηση για το επίδομα CEDIES κατά τα ακαδημαϊκά έτη 2010/2011 και 2011/2012, ούτε απέδειξε ότι δεν δικαιούνταν το εν λόγω επίδομα. Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται το άρθρο 60 παράγραφος 7 του PSR και αποτελεί τη νομική βάση για την απόφαση της ΕΤΕπ να αφαιρέσει τα αντίστοιχα ποσά από τις συντάξεις των τέκνων του καταγγέλλοντος.

52. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι δεν επιτράπηκε στην ΕΤΕπ να αφαιρέσει χρήματα «αναδρομικά», ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι συμψηφισμοί είναι, από τη φύση τους, αναδρομικοί. Η αναδρομικότητα αφορά την εφαρμογή του κανόνα που επιτρέπει την έκπτωση και όχι τον ίδιο τον κανόνα. Επομένως, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

53. Ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της ΕΤΕπ να αφαιρέσει χρήματα από τις συντάξεις των τέκνων του καταγγέλλοντος ήταν νόμιμη.

Τέταρτο επιχείρημα

54. Όσον αφορά τα πιστοποιητικά που ζήτησε η ΕΤΕπ, φαίνεται ότι υπήρξε κάποια παρανόηση μεταξύ των μερών. Κατά τη γνώμη της, η ΕΤΕπ έκανε διάκριση μεταξύ των αποκαλούμενων «ειδικών πιστοποιητικών» και των «επίσημων πιστοποιητικών». Σύμφωνα με την ΕΤΕπ, μόνο τα επίσημα πιστοποιητικά που αποδείκνυαν ότι οι δικαιούχοι των συντάξεών της δεν δικαιούνταν επιχορηγήσεις CEDIES επέτρεπαν στους εν λόγω δικαιούχους να εξαιρεθούν από τις κρατήσεις. Ωστόσο, η ΕΤΕπ δεν φαίνεται να έχει κάνει αυτή τη διάκριση στην προηγούμενη αλληλογραφία της με τον καταγγέλλοντα.

55. Παρά τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η ΕΤΕπ ενημέρωσε αμέσως και δεόντως τους δικαιούχους του σχολικού επιδόματος, συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος, σχετικά με τη διαθεσιμότητα της επιχορήγησης CEDIES και τον τρόπο υποβολής αίτησης για αυτήν. Η ΕΤΕπ κατέστησε επίσης σαφές από την αρχή ότι οι αρχές της μη προσθετικότητας και της συμπληρωματικότητας απαιτούν από τους δικαιούχους να υποβάλουν αίτηση για την επιχορήγηση CEDIES ή, σε περίπτωση μη επιλεξιμότητας, να προσκομίσουν στην ΕΤΕπ πιστοποιητικό που να αποδεικνύει ότι δεν δικαιούνται την εν λόγω επιχορήγηση. Φαίνεται ότι η έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών από το CEDIES χρειάστηκε περισσότερο χρόνο από ό,τι υπολόγιζε αρχικά η ΕΤΕπ. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει, ωστόσο, ότι η ΕΤΕπ φαίνεται να ήταν έτοιμη να διορθώσει τυχόν μειώσεις στις οποίες προέβη σε περίπτωση που της υποβάλλονταν στη συνέχεια τα σχετικά πιστοποιητικά. Πράγματι, στην επιστολή της με ημερομηνία 8 Μαρτίου 2012, η ΕΤΕπ ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι, εάν προσκομίσει το πιστοποιητικό του μεγαλύτερου γιου της σε μεταγενέστερο στάδιο, θα μπορούσε ακόμη να λάβει το πλήρες σχολικό επίδομα για το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2010/2011.

56. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει επίσης εν προκειμένω ότι, κατά τη γνώμη της, η ΕΤΕπ αναγνώρισε ότι «ενισχυμένος και προορατικός συντονισμός με τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως [θα απαιτούνταν] στην παρούσα υπόθεση η διοίκηση του CEDIES». Η ΕΤΕπ εξέφρασε επίσης την προθυμία της να συνεχίσει «τις προσπάθειές της για συνεργασία με το CEDIES με σκοπό την προώθηση της διοργανικής ανταλλαγής πληροφοριών και τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τους δικαιούχους χρηματοδοτικής συνδρομής του CEDIES που δικαιούνται επιδόματα από την ΕΤΕπ».

57. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ούτε το τέταρτο επιχείρημα του καταγγέλλοντος είναι πειστικό.

58. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι η Διαμεσολαβήτρια δεν θεώρησε βάσιμα τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη του ισχυρισμού της καταγγέλλουσας, ούτε οι ισχυρισμοί της μπορούν να γίνουν δεκτοί.

59. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δήλωση της ΕΤΕπ που αναφέρεται στις παραγράφους 41 και 56 ανωτέρω και ενθαρρύνει την ΕΤΕπ να επιδιώξει αυτόν τον στόχο και να ενημερώσει σχετικά το σημερινό και το πρώην προσωπικό της. Περαιτέρω σχετική παρατήρηση γίνεται κατωτέρω.

Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της ΕΤΕπ.

Ο καταγγέλλων και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατήρηση

Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την προθυμία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να συνεχίσει τις προσπάθειές της για την προώθηση της διοργανικής ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τους δικαιούχους χρηματοδοτικής συνδρομής CEDIES που δικαιούνται επιδόματα από την ΕΤΕπ. Ο Διαμεσολαβητής ενθαρρύνει την ΕΤΕπ να επιδιώξει αυτόν τον στόχο και να ενημερώσει σχετικά το σημερινό και το πρώην προσωπικό της.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 17 Ιουνίου 2013


[1] "Centre de Documentation et d'Information sur l'Enseignement Supérieur"

[2] Loi du 26 juillet 2010 modifiant: 1. la loi modifiée du 22 juin 2000 concernant l'aide financière de l'Etat pour études supérieures· 2. la loi modifiée du 4 décembre 1967 concernant l'impôt sur le revenu· 3. la loi du 21 décembre 2007 concernant le boni enfant· 4. la loi du 31 octobre 2007 sur le service volontaire des jeunes· 5. le Code de la sécurité sociale· Mémorial A n° 118 du 27.07.2010, σ. 2040, διατίθεται στη διεύθυνση:

http://www.legilux.public.lu/leg/a/archives/2010/0118/index.html

[3] http://www.cedies.public.lu/fr/aides-financieres/pret-bourses/index.html

[4] http://www.eib.org/infocentre/publications/all/staff-pension-scheme-regulations.htm

[5] Υπόθεση T-147/95, Pavan κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-291 και II-861, σκέψη 41· Υπόθεση T-33/04 Weißenfels κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-2-1 και II-A-2-1, σκέψη 45.

[6] Υπόθεση 106/76 Deboeck κατά Επιτροπής, Συλλογή 1977, σ. 1623, σκέψη 16· Υπόθεση 14/77 Van den Branden κατά Επιτροπής [1977] Συλλογή 1683, σκέψη 15· Υπόθεση C-135/06 P Weißenfels κατά Κοινοβουλίου [2007] Συλλογή I-12041.

[7] Υπόθεση F-62/06 Guarneri κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. I-A-1-51 και II-A-1-275, σκέψη 42.

[8] Υποθέσεις F-83/10 Γιαννακούρης κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή· και F-84/10 Χατζηδουκάκης κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή.

[9] Άρθρο 37 του PSR.

[10] Υπόθεση T-147/95, Pavan κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 41· και υπόθεση T-33/04 Weißenfels κατά Κοινοβουλίου, αμφότερες προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 5.

[11] Υπόθεση 106/76 Deboeck κατά Επιτροπής, σκέψη 16· Υπόθεση 14/77 Emer κατά Επιτροπής [1977] Συλλογή 1683, σκέψη 15· Υπόθεση C-135/06 P Weißenfels κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αναφέρεται στην υποσημείωση 6 ανωτέρω.

[12] Υπόθεση F-62/06 Guarneri κατά Επιτροπής, που αναφέρεται στην υποσημείωση 7 ανωτέρω, σκέψη 42.

[13] Υπόθεση F-83/10 Γιαννακούρης κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής· και υπόθεση F-84/10, Χατζηδουκάκης κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αμφότερες προαναφερθείσες στην υποσημείωση 8 ανωτέρω.

[14] Υπόθεση F-62/06 Guarneri κατά Επιτροπής, που αναφέρεται στην υποσημείωση 7 ανωτέρω, σκέψη 55.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!