FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Περιεχόμενα

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1560/2010/(ML)FOR κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

Ο καταγγέλλων, μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο («ΜΚΟ»), υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με έρευνα που διεξήγαγε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF»). Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF i) δεν κίνησε ορθά την έρευνα· ii) δεν ακολούθησε το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού 1073/1999· iii) δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της ορθής διαδικασίας· iv) δεν ακολούθησε το εγχειρίδιο της OLAF σχετικά με τις διατυπώσεις των συνεντεύξεων· v) παραβίασε τα δικαιώματα των ερωτηθέντων σε έρευνες απάτης· vi) δεν έδωσε στον καταγγέλλοντα εύλογη ευκαιρία να απαντήσει σε τυχόν πορίσματα· και vii) παρείχε αντιφατικές πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα της περίληψης των πορισμάτων της έρευνας.

Βάσει της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε τρεις επικριτικές παρατηρήσεις. Διαπίστωσε ότι η OLAF δεν τήρησε τις διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται στο εγχειρίδιο της OLAF σχετικά με τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων. Διαπίστωσε επίσης ότι η OLAF δεν διασφάλισε ότι οι υπάλληλοί της προσκομίζουν γραπτές άδειες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της OLAF. Τέλος, διαπίστωσε ότι η OLAF διαβίβασε εσφαλμένα τα πορίσματά της στους δωρητές του καταγγέλλοντος.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων, μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο («ΜΚΟ»), υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με έρευνα που διεξήγαγε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF»).

2. Ο καταγγέλλων χρηματοδοτείται από διάφορους θεσμικούς δωρητές (συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), εθνικές αρχές, ιδρύματα και φιλανθρωπικές οργανώσεις. Το 2006, η OLAF άρχισε έρευνα σχετικά με έργο χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ το οποίο διαχειρίζεται ο καταγγέλλων. Η απόφαση της OLAF να κινήσει έρευνα υπαγορεύθηκε από έλεγχο που ανατέθηκε από τον καταγγέλλοντα και διανεμήθηκε στους δωρητές της. Η έρευνα της OLAF αφορούσε τον χειρισμό από τον καταγγέλλοντα εξοπλισμού και περιουσιακών στοιχείων που αγοράστηκαν με κονδύλια της ΕΕ.

3. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η OLAF επισκέφθηκε τα κεντρικά γραφεία του καταγγέλλοντος στις 13 Ιουνίου 2007 και στις 27 και 28 Ιουλίου 2009. Ο διευθύνων σύμβουλος του καταγγέλλοντος επισκέφθηκε τα γραφεία της OLAF στις 26 Μαΐου 2009. Η OLAF εξέτασε τόσο τον διευθύνοντα σύμβουλο όσο και τον οικονομικό διευθυντή του καταγγέλλοντος και έλαβε αντίγραφα διαφόρων εγγράφων. Η έρευνα περιλάμβανε επίσης διάφορες επισκέψεις της OLAF στο τοπικό γραφείο του καταγγέλλοντος, επισκέψεις στους παραγωγούς εξοπλισμού και επισκέψεις σε άλλους χορηγούς βοήθειας.

4. Η έρευνα της OLAF αποκάλυψε την ύπαρξη δύο παράπλευρων συμφωνιών σχετικά με έργα που υλοποιήθηκαν σε δύο χώρες όπου η ΕΕ είχε χρηματοδοτήσει τις ανθρωπιστικές δραστηριότητες του καταγγέλλοντος. Οι δευτερεύουσες συμφωνίες ανέφεραν ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αγοράστηκαν με κονδύλια της ΕΕ έπρεπε να επιστραφούν στη ΜΚΟ για τη συνέχιση της χρήσης τους μετά το τέλος του έργου.

5. Στις 17 Δεκεμβρίου 2009, η OLAF απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα ενημερώνοντάς τον για την ολοκλήρωση της έρευνας της OLAF. Προσέθεσε ότι τα συμπεράσματα της εν λόγω έρευνας θα αποσταλούν στις «αρμόδιες αρχές» για διοικητική, οικονομική και ενδεχόμενη δικαστική παρακολούθηση. Η OLAF δήλωσε επίσης ότι θα «ενημέρωνε τους δωρητές με τους οποίους συνεργάστηκε η [OLAF] κατά τη διάρκεια της έρευνας».

6. Στη συνέχεια, η OLAF ενημέρωσε προφορικά έναν από τους δωρητές του καταγγέλλοντος σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας. Ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι, ως αποτέλεσμα των πληροφοριών αυτών, ο χορηγός απέσυρε τη χρηματοδότησή του από τον καταγγέλλοντα.

7. Στις 22 Δεκεμβρίου 2009 (προφανώς πριν από την παραλαβή της επιστολής της OLAF με ημερομηνία 17 Δεκεμβρίου που περάτωσε την έρευνα της OLAF), ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην OLAF με την οποία ζητούσε: 1) πληροφορίες σχετικά με τη φύση και το πεδίο της έρευνας της OLAF· 2) πληροφορίες σχετικά με το πότε θα ολοκληρωθεί η έρευνα και τα πορίσματα που θα αναφερθούν· και 3) διευκρινίσεις σχετικά με τον ακριβή χαρακτήρα τυχόν ανησυχιών όσον αφορά τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων ζήτησε να του επιτραπεί να απαντήσει σε τυχόν πορίσματα της OLAF. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ζήτησε από την OLAF να μην επικοινωνήσει με τους δωρητές του πριν του επιτρέψει να απαντήσει σε τυχόν πορίσματα της OLAF.

8. Στις 4 Ιανουαρίου 2010, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην OLAF με την οποία αναγνώριζε την παραλαβή της επιστολής της OLAF με την οποία την ενημέρωνε για την περάτωση της έρευνας της OLAF. Εξέφρασε την έκπληξή της για το γεγονός ότι δεν της επετράπη να απαντήσει στους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εναντίον της. Διευκρίνισε ότι ουδέποτε ενημερώθηκε προσηκόντως σχετικά με την έρευνα της OLAF και, ειδικότερα, σχετικά με το πεδίο της έρευνας αυτής. Ζήτησε αντίγραφο της εκθέσεως της OLAF και αντίγραφο των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε για την κατάρτιση της εκθέσεως.

9. Η OLAF απάντησε στις 21 Ιανουαρίου 2010. Δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια των επισκέψεών της στα κεντρικά γραφεία του καταγγέλλοντος, είχε ενημερώσει δεόντως τον καταγγέλλοντα για τους ισχυρισμούς εναντίον του, για το πεδίο της έρευνας της OLAF και για τα πορίσματα της OLAF. Η OLAF δήλωσε επίσης ότι δόθηκε στον καταγγέλλοντα η ευκαιρία να απαντήσει. Προσέθεσε ότι ο διευθύνων σύμβουλος της καταγγέλλουσας απέστειλε γραπτή απάντηση στις 18 Αυγούστου 2009 μετά τη συνεδρίαση στα γραφεία της OLAF. Στη συνέχεια, η OLAF εξήγησε ότι δεν μπορούσε να κοινοποιήσει την έκθεσή της στον καταγγέλλοντα, διότι καλυπτόταν από τέσσερις από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 [1].

10. Στις 28 Ιανουαρίου 2010, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην OLAF. Σημείωσε ότι οι μόνες πληροφορίες που έλαβε σχετικά με το πεδίο της έρευνας ήταν μια δήλωση ότι «[σ]την παρούσα έρευνα η OLAF εξετάζει - μεταξύ άλλων - ζητήματα που σχετίζονται με τη διπλή χρηματοδότηση». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν εξαιρετικά γενικό, ασυμβίβαστο με προηγούμενα πορίσματα και ανεπαρκές για την αποσαφήνιση του πεδίου της έρευνας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια των προαναφερθεισών συναντήσεων, η OLAF δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομέρειες σχετικά με την έρευνα ή τα πορίσματά της. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων διατύπωσε διάφορους ισχυρισμούς σχετικά με την παράλειψη της OLAF να τηρήσει το δικό της εγχειρίδιο διαδικασιών (το «εγχειρίδιο OLAF»), τη νομοθεσία της ΕΕ, το αγγλικό δίκαιο και την αρχή της δίκαιης δίκης. Ο καταγγέλλων ζήτησε επίσης να διαγραφεί αντίγραφο της έκθεσης της OLAF.

11. Στις 16 Μαρτίου 2010, η OLAF δήλωσε ότι πίστευε ότι είχε εξηγήσει το πεδίο της έρευνας στον καταγγέλλοντα με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στις 21 Ιουνίου 2006. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ανέφερε ότι η OLAF είχε «ενημερωθεί για παρατυπίες» και περιείχε αίτημα για συνάντηση «ενόψει του ελέγχου [...] και των ενεργειών στις οποίες προέβη [ο καταγγέλλων] για να διορθώσει τα προβλήματα που υπήρχαν σαφώς». Η OLAF δήλωσε επίσης ότι ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα όσον αφορά το πεδίο της έρευνας κατά τη διάρκεια συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν στα γραφεία του καταγγέλλοντος. Η OLAF εξέτασε επίσης αρκετά από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σχετικά με την εικαζόμενη μη συμμόρφωσή της με το εγχειρίδιο της OLAF και με το αγγλικό δίκαιο. Προσέθεσε ότι τα πορίσματα συζητήθηκαν με τον καταγγέλλοντα κατά τις τελικές συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 27 και 28 Ιουλίου 2009. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, οι ελεγκτές αναφέρθηκαν στην παράλειψη του καταγγέλλοντος να τηρήσει κατάλληλη απογραφή των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και σε δύο παράπλευρες συμφωνίες οι οποίες, σε αντίθεση με τους ισχύοντες κανόνες της ΕΕ, όριζαν ότι τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονταν για τη δικαιούχο χώρα και/ή τον τοπικό εταίρο έπρεπε να μεταβιβαστούν εκ νέου στον καταγγέλλοντα.

12. Στις 17 Μαρτίου 2010, η OLAF παρέσχε συμπληρωματικές εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη της, τα ζητηθέντα έγγραφα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής τεσσάρων εξαιρέσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001.

13. Στις 19 Μαρτίου 2010, ο καταγγέλλων ζήτησε επιβεβαίωση των πορισμάτων της OLAF, αντίγραφα των δύο δευτερευουσών συμφωνιών και αντίγραφο της απόφασης για την έναρξη της έρευνας.

14. Στις 6 Μαΐου 2010, η OLAF απάντησε δηλώνοντας ότι ο καταγγέλλων απέστειλε τις δύο δευτερεύουσες συμφωνίες στην OLAF ως παράρτημα της επιστολής της με ημερομηνία 11 Αυγούστου 2009. Ως εκ τούτου, η OLAF δήλωσε ότι οι συμφωνίες αυτές βρίσκονταν ήδη στην κατοχή του καταγγέλλοντος. Στη συνέχεια, η OLAF κοινοποίησε εν μέρει την απόφαση για την έναρξη της έρευνας. Αρνήθηκε να παράσχει ευρύτερη πρόσβαση, υποστηρίζοντας, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, ότι η δημοσιοποίηση θα μπορούσε να βλάψει τη φήμη νομικής οντότητας.

15. Στις 21 Μαΐου 2010, ο καταγγέλλων απάντησε στην OLAF. Ζήτησε εκ νέου από την OLAF να γνωστοποιήσει τα πορίσματά της και να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες του καταγγέλλοντος όσον αφορά εικαζόμενες διαδικαστικές παρατυπίες που διέπραξε η OLAF. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

16. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF:

1. δεν κίνησε σωστά την έρευνα·

2. παρέλειψε να ακολουθήσει το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού 1073/1999 [2]·

3. παρέλειψε να τηρήσει τους κανόνες της ορθής διαδικασίας·

4. δεν ακολούθησε το εγχειρίδιο της OLAF σχετικά με τις διατυπώσεις των συνεντεύξεων·

5. παραβίασε το αγγλικό δίκαιο σχετικά με τα δικαιώματα των ερωτηθέντων σε έρευνες απάτης·

6. δεν έδωσε στον καταγγέλλοντα εύλογη ευκαιρία να απαντήσει σε τυχόν πορίσματα· και

7. παρείχε αντιφατικές πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα της περίληψης των πορισμάτων της έρευνας.

17. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF θα πρέπει να της δώσει την κατάλληλη ευκαιρία να αμυνθεί έναντι των πορισμάτων της OLAF, παρέχοντάς της πρόσβαση στην έκθεση της OLAF ή τουλάχιστον σε περίληψή της.

Η έρευνα

18. Ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του στις 8 Ιουλίου 2010. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην OLAF ζητώντας τη γνώμη της επί του θέματος. Η OLAF απάντησε στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Ο καταγγέλλων έλαβε αντίγραφο της γνώμης της OLAF και υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 30 Μαρτίου 2011.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

19. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς το σημαντικό, επικίνδυνο και δύσκολο έργο που επιτελείται από τον καταγγέλλοντα και άλλες παρόμοιες ΜΚΟ. Η πολύτιμη βοήθεια που παρέχει ο καταγγέλλων σε ευάλωτους πληθυσμούς αναγνωρίζεται μέσω των σημαντικών κονδυλίων που του έχουν παράσχει η ΕΕ και άλλοι χορηγοί.

20. Η Διαμεσολαβήτρια υπογραμμίζει τη σημασία της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των κονδυλίων της ΕΕ [3], η οποία είναι ζωτικής σημασίας για την οικοδόμηση και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και στην ΕΕ. Ο ρόλος της OLAF, η οποία είναι επιφορτισμένη με τη διερεύνηση εικαζόμενων περιπτώσεων κατάχρησης κονδυλίων της ΕΕ, είναι σημαντικός εν προκειμένω.

21. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF υπέπεσε σε ορισμένα διαδικαστικά σφάλματα στο πλαίσιο της έρευνάς της σχετικά με τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος. Τα σφάλματα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να μην τηρηθούν πλήρως οι αρχές της δίκαιης δίκης και να μην γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισής της. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι τα δικαιώματα αυτά αποτελούν θεμελιώδη δικαιώματα [4]. Είναι σημαντικό η OLAF να σέβεται τα δικαιώματα αυτά όταν διερευνά εικαζόμενη κατάχρηση κονδυλίων της ΕΕ.

22. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, ενώ οι διαδικαστικές παρατυπίες μπορεί να συνιστούν κακοδιοίκηση [5], η ύπαρξή τους δεν καθιστά κατ’ ανάγκη πλημμελείς τις αποφάσεις που προκύπτουν από την εν λόγω διαδικασία. Επισημαίνει ότι αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της ΕΕ ότι ο αιτών την ακύρωση διοικητικής απόφασης λόγω διαδικαστικής παρατυπίας πρέπει να αποδεικνύει τουλάχιστον ότι το αποτέλεσμα της διοικητικής διαδικασίας θα ήταν διαφορετικό, αλλά για την καταγγελλόμενη διαδικαστική παρατυπία [6]. Όσον αφορά, ειδικότερα, τα δικαιώματα άμυνας, πλημμέλεια μπορεί να επιφέρει την ακύρωση αποφάσεως μόνον αν είναι ικανή να θίξει ουσιωδώς τα δικαιώματα άμυνας του προσφεύγοντος. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οποιαδήποτε διαδικαστική πλημμέλεια μπορεί να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης, ακόμη και αν η εν λόγω διαδικαστική πλημμέλεια δεν συνιστά, σε συγκεκριμένη περίπτωση, λόγο ακύρωσης απόφασης.

23. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι, αφού κίνησε την έρευνά του, η Επιτροπή διαβίβασε στον καταγγέλλοντα σύνοψη των πορισμάτων της OLAF. Το περιεχόμενο των πορισμάτων αυτών και η ακρίβειά τους δεν εμπίπτουν στο πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή. Στην απόφασή του, ο Διαμεσολαβητής θα περιοριστεί στην εξέταση της διαδικαστικής ορθότητας της έρευνας της OLAF.

24. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στους ισχυρισμούς του, ο καταγγέλλων δεν έθεσε το ζήτημα της άρνησης της OLAF να του χορηγήσει πρόσβαση σε έγγραφα του φακέλου. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει με ανησυχία ότι η OLAF επέλεξε να κατανοήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα του φακέλου ως αίτημα πρόσβασης του κοινού που υποβλήθηκε δυνάμει του κανονισμού 1049/2001. Ως εκ τούτου, εφάρμοσε τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό. Ο Διαμεσολαβητής τονίζει, ωστόσο, ότι δεν βλέπει κανένα λόγο για τον οποίο η OLAF δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα ως αίτημα πρόσβασης στον δικό του φάκελο βάσει του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (Δικαίωμα χρηστής διοίκησης), το οποίο ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελό του, με παράλληλο σεβασμό των έννομων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου. Ορισμένες από τις εξαιρέσεις που ισχύουν σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα μπορούν επίσης να ισχύουν και για το δικαίωμα ατομικής πρόσβασης. Ωστόσο, δεν μπορεί να απαγορευθεί σε ένα πρόσωπο η ατομική πρόσβαση στον φάκελό του με την αιτιολογία ότι η πρόσβαση αυτή, εάν είχε χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο, θα μπορούσε να βλάψει την ιδιωτική ζωή και τα δικαιώματα επί των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή τα εμπορικά συμφέροντα του προσώπου που υποβάλλει την αίτηση πρόσβασης (βλ. σκέψεις 14 ανωτέρω και 27 κατωτέρω, όπου η OLAF φαίνεται να προτείνει να απορριφθεί η αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα του δικού της φακέλου, προκειμένου να προστατευθεί ο καταγγέλλων).

Α. Ισχυρισμός ότι η OLAF υπέπεσε σε σφάλμα επειδή δεν κίνησε ορθά την έρευνα, δεδομένου ότι η απόφαση κίνησης της έρευνας δεν υπογράφηκε από τον γενικό διευθυντή της OLAF και δεν περιείχε το όνομα του καταγγέλλοντος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

25. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF δεν κίνησε ποτέ έγκυρα την έρευνά της σχετικά με τις δραστηριότητες του καταγγέλλοντος. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο γενικός διευθυντής της OLAF δεν υπέγραψε το έγγραφο για την επίσημη έναρξη της έρευνας, γνωστό ως έντυπο 22. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, μόνο ο γενικός διευθυντής της OLAF έχει την εξουσία να κινήσει έρευνα. Αντιθέτως, το έντυπο 22 υπογράφηκε από τον P., υπάλληλο της OLAF, ο οποίος δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ γενικός διευθυντής της OLAF. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το έντυπο 22, τουλάχιστον στην απαλοιφή του, δεν ανέφερε ονομαστικά τον καταγγέλλοντα.

26. Στη γνωμοδότησή της, η OLAF ανέφερε ότι η απόφαση για την έναρξη της έρευνας ελήφθη υπό την εποπτεία και με την έγκριση του γενικού διευθυντή της OLAF. Τούτο, κατά την άποψή της, ήταν σύμφωνο με τις διαδικασίες της OLAF κατά τον χρόνο εκείνο.

27. Η OLAF επιβεβαίωσε επίσης ότι το έντυπο 22 περιέχει πράγματι το όνομα του καταγγέλλοντος. Προς στήριξη της απόψεώς της, προσκόμισε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο του πρωτοτύπου του εγγράφου. Σημείωσε ότι η OLAF είχε απαλείψει το όνομα του καταγγέλλοντος από την έκδοση του εν λόγω εγγράφου που είχε προηγουμένως αποστείλει στον καταγγέλλοντα λόγω της εξαίρεσης του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, δηλαδή για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου. Διευκρίνισε ότι η πλήρης δημοσιοποίηση του εγγράφου αυτού θα μπορούσε να βλάψει τα εμπορικά συμφέροντα του καταγγέλλοντος.

28. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της OLAF, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1073/1999 ορίζει ότι μόνο ο γενικός διευθυντής της OLAF έχει την εξουσία να κινεί έρευνες. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε σε προηγούμενες αποφάσεις του Διαμεσολαβητή, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό στον οποίο ο Γενικός Διευθυντής έχει το δικαίωμα να μεταβιβάζει τις εξουσίες του. Στην καταγγελία 856/2008/BEH, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι «η OLAF δεν απέδειξε ότι η πρακτική της να αναθέτει την εξουσία να ανοίγει και να κλείνει αποφάσεις του Γενικού Διευθυντή στον Διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις είναι σύμφωνη με τον νόμο» και ότι αυτό συνιστούσε «κακοδιοίκηση».

Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας

29. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η OLAF έχει πλέον δημοσιεύσει μη διατυπωμένο αντίγραφο της απόφασης για την έναρξη της έρευνας, στο οποίο αναγράφεται σαφώς το όνομα του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση σε σχέση με το μέρος του ισχυρισμού που αφορά την ταυτοποίηση του καταγγέλλοντος στο έντυπο 22.

30. Η δεύτερη πτυχή του ισχυρισμού αυτού αφορά το γεγονός ότι η απόφαση περί κινήσεως έρευνας υπογράφεται από τον P., ο οποίος δεν ήταν ο γενικός διευθυντής της OLAF.

31. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 του κανονισμού 1073/1999 ορίζει ότι «[ε]ξάμηνες έρευνες κινούνται με απόφαση του διευθυντή της Υπηρεσίας, ο οποίος ενεργεί με δική του πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση ενδιαφερόμενου κράτους μέλους».

32. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην απόφασή του σχετικά με την καταγγελία 856/2008/BEH, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρακτική της ανάθεσης της εξουσίας για την κίνηση και τη θέση στο αρχείο αποφάσεων, από τον Γενικό Διευθυντή της OLAF στον Διευθυντή που είναι αρμόδιος για τις έρευνες, δεν είχε νομική βάση και συνιστούσε κακοδιοίκηση.

33. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει τη διάκριση μεταξύ εξουσιοδότησης και εξουσιοδότησης υπογραφής στην οποία στηρίζεται η εν λόγω απόφαση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εμπίπτουν οι περιπτώσεις στις οποίες ο υπάλληλος που είναι αρμόδιος για τη λήψη αποφάσεως εγκρίνει μια απόφαση και, στη συνέχεια, επιτρέπει σε άλλον υπάλληλο να υπογράψει απλώς την απόφαση αυτή. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος που είναι εξουσιοδοτημένος να υπογράφει δεν ενεργεί βάσει εξουσιοδότησης, αλλά απλώς βάσει εξουσιοδότησης υπογραφής ή, με άλλα λόγια, βάσει εξουσιοδότησης υπογραφής [7]. Η εξουσιοδότηση υπογραφής "συνιστά μέτρο που αφορά την εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών της Επιτροπής"[8] και, ως εκ τούτου, δεν απαιτεί ειδική νομική βάση.

34. Στην καταγγελία 856/2008/BEH, ο διευθυντής που είναι αρμόδιος για τις έρευνες και τις επιχειρήσεις έλαβε αποφάσεις οι οποίες δεν είχαν προηγουμένως εγκριθεί από τον γενικό διευθυντή της OLAF. Ένα τέτοιο μέτρο δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με απλή αναφορά στην εσωτερική οργάνωση μιας υπηρεσίας. Αντιθέτως, ο Διαμεσολαβητής ήταν πεπεισμένος ότι, στο πλαίσιο της νομολογίας του Δικαστηρίου, μια τέτοια μεταβίβαση εξουσιών απαιτεί νομική βάση, προκειμένου να είναι νόμιμη.

35. Το αν υπήρξε πράγματι κακοδιοίκηση εξαρτάται από το αν η απόφαση για την κίνηση της έρευνας ελήφθη από τον γενικό διευθυντή ή τον P. Αν ο P. απλώς υπέγραψε το έντυπο εξ ονόματος του γενικού διευθυντή, τότε το ζήτημα αυτό αφορά αποκλειστικά την εσωτερική οργάνωση της OLAF. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η OLAF δήλωσε επισήμως στη Διαμεσολαβήτρια στη γνωμοδότησή της ότι η απόφαση για την έναρξη της συγκεκριμένης έρευνας που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας έρευνας από τη Διαμεσολαβήτρια ελήφθη «με την έγκριση» του γενικού διευθυντή της OLAF. Υπό το πρίσμα αυτής της δήλωσης, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την OLAF σε σχέση με αυτόν τον ισχυρισμό.

Β. Ισχυρισμός ότι η OLAF δεν τήρησε τους κανόνες της ορθής διαδικασίας επειδή δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για το πεδίο της έρευνας

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

36. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, παρά το γεγονός ότι είχε υποβάλει επανειλημμένα αιτήματα στην OLAF για διευκρινίσεις σχετικά με το πεδίο της έρευνας, η OLAF δεν παρείχε τέτοιες διευκρινίσεις. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι αυτό αντιβαίνει στις αρχές της δίκαιης δίκης.

37. Στη γνωμοδότησή της, η OLAF υποστήριξε ότι ενημέρωσε επανειλημμένα τον καταγγέλλοντα σχετικά με το πεδίο της έρευνας. Πρώτον, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 21ης Ιουνίου 2006, δεύτερον, κατά τη διάρκεια των συναντήσεων μεταξύ του καταγγέλλοντος και των ανακριτών και, τέλος, και πάλι στην επιστολή της 16ης Μαρτίου 2010.

38. Το ηλεκτρονικό μήνυμα της 21ης Ιουνίου 2006 αναφέρει ότι «η OLAF ενημερώθηκε για παρατυπίες [σε σχέση με έργο χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ]». Περιλαμβάνει επίσης αίτημα για συνάντηση «[π]ροκειμένου για τα συμπεράσματα του ελέγχου [του καταγγέλλοντος] και τις ενέργειες [του καταγγέλλοντος] για τη διόρθωση των προβλημάτων που υπήρχαν σαφώς».

39. Στην επιστολή της 16ης Μαρτίου 2010 αναφέρεται ότι, κατά την έναρξη των συναντήσεων στην έδρα του καταγγέλλοντος, «το πεδίο της έρευνας -«πιθανή κατάχρηση κονδυλίων της ΕΕ»- εξηγήθηκε από τους ερευνητές. Το πεδίο της έρευνας δεν τροποποιήθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας.»

40. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι μόλις τώρα η OLAF την ενημέρωσε πλήρως για το πεδίο της έρευνάς της. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι η έρευνα θα πρέπει να ορίζεται δεόντως και να κοινοποιείται εξαρχής.

Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας

41. Τα ερευνώμενα μέρη θα πρέπει να ενημερώνονται, σε εύθετο χρόνο στο πλαίσιο της έρευνας, σχετικά με το πεδίο της έρευνας. Αυτό τους επιτρέπει να ασκούν αποτελεσματικά ορισμένα δικαιώματα υπεράσπισης, όπως το δικαίωμα εκπροσώπησης από νομικό σύμβουλο. Όταν η OLAF ζητεί πληροφορίες από ερευνώμενο μέρος ή καλεί σε συνέντευξη το ερευνώμενο μέρος, θα πρέπει να ενημερώνει το εν λόγω μέρος για το πεδίο της έρευνας.

42. Ωστόσο, για να γίνει κατανοητό το πεδίο της έρευνας, είναι απαραίτητο μόνο ο ενδιαφερόμενος να κατανοήσει τη φύση των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν εναντίον του. Δεν είναι αναγκαίο να παρασχεθούν στο πρόσωπο αυτό λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών.

43. Αντιθέτως, όταν έχουν συγκεντρωθεί όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και πρόκειται να ληφθεί βλαπτική απόφαση, το δικαίωμα ακροάσεως απαιτεί να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς της εν λόγω αποφάσεως. Επομένως, η έκταση των πληροφοριών που διαβιβάζονται στον ενδιαφερόμενο προκειμένου αυτός να μπορέσει να κατανοήσει την έκταση της έρευνας είναι λιγότερο εκτεταμένη από την έκταση των πληροφοριών που πρέπει να διαβιβαστούν σε ένα πρόσωπο προκειμένου το πρόσωπο αυτό να μπορέσει να ασκήσει το δικαίωμα ακροάσεως.

44. Η γενική αρχή που περιλαμβάνεται στο εγχειρίδιο της OLAF είναι ότι ένα πρόσωπο θα πρέπει να ενημερώνεται για μια έρευνα το συντομότερο δυνατόν, εκτός εάν αυτό θα ήταν «επιζήμιο».

45. Στην περίπτωση αυτή, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 21 Ιουνίου 2006 σχετικά με έρευνα για εικαζόμενες παρατυπίες σε έργο χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ. Το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανέφερε ότι η εν λόγω έρευνα κινήθηκε εν όψει του ελέγχου του καταγγέλλοντος, ο οποίος έθεσε διάφορα ζητήματα.

46. Σε επιστολή μετά την επίσκεψη υπαλλήλων της OLAF στην έδρα του καταγγέλλοντος τον Ιούνιο του 2009, ο καταγγέλλων παρείχε στην OLAF «πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία ... όπως ζητήθηκε» και περιέγραψε την τρέχουσα κυριότητα και χρήση διαφόρων περιουσιακών στοιχείων σε τρεις χώρες.

47. Στην επιστολή, ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:

"Όπως συζητήθηκε κατά τη διάρκεια της επίσκεψής σας, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν προβλήματα με το σύστημα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Σας ενημερώσαμε ότι δεν στηριζόμαστε τόσο πολύ στις καταχωρίσεις αποθεμάτων μας όσο στις πληροφορίες που διατηρούνται στο χρηματοπιστωτικό μας σύστημα, το οποίο έχει ελέγχους για να διασφαλίσει την ακεραιότητά του... Γνωρίζουμε ότι η έρευνά σας έχει δείξει ορισμένες αδυναμίες στο σύστημα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μας, αλλά αυτό είναι κάτι που γνωρίζαμε και εργαζόμαστε για να το βελτιώσουμε. Πάντα καταβάλαμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διαφυλάξουμε τα περιουσιακά στοιχεία που προμηθεύουμε με τα κεφάλαια των δωρητών μας και όπου συνεχίσαμε να χρησιμοποιούμε περιουσιακά στοιχεία πέρα από τη διάρκεια ζωής των επιχορηγήσεων, είναι πάντα στην προώθηση των ανθρωπιστικών μας δραστηριοτήτων.

Υπήρξε κάποια προφανής σύγχυση για [τον καταγγέλλοντα] σχετικά με τη διαδικασία όταν ο εξοπλισμός της ΕΚ παραδίδεται σε εθνικό εταίρο. Όπου έχουμε παραδώσει εξοπλισμό σε τοπικούς εταίρους σύμφωνα με τις συμβατικές μας υποχρεώσεις, αγνοούσαμε τυχόν περιορισμούς στους τοπικούς εταίρους που μας επέτρεπαν να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε αυτόν τον εξοπλισμό για την παράδοση των ανθρωπιστικών μας δραστηριοτήτων. Πιστεύαμε, όπως φαίνεται και από τους τοπικούς εταίρους μας, ότι μόλις τους δοθεί η κυριότητα αυτών των περιουσιακών στοιχείων, τότε εναπόκειται σε αυτούς ο τρόπος με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της παράδοσής τους πίσω στο MAG για χρήση στις ανθρωπιστικές μας δραστηριότητες».

48. Η OLAF υπέβαλε περίληψη των πορισμάτων της στη Διαμεσολαβήτρια και την επισύναψε στη γνωμοδότησή της. Η περίληψη έχει ως εξής:

«Η υπόθεση [του καταγγέλλοντος] βασίζεται σε πορίσματα εσωτερικού ελέγχου που διενεργήθηκε στο γραφείο [του καταγγέλλοντος]...

Τα περιουσιακά στοιχεία που αγοράζονται στο πλαίσιο επιχορηγήσεων της ΕΕ πρέπει να διατίθενται στο τέλος της σύμβασης, εκτός εάν η χρήση συνεχίζεται στο πλαίσιο νέας σύμβασης ή εάν ληφθεί ρητή παρέκκλιση. Στην περίπτωση συμβάσεων ECHO, εάν ο εξοπλισμός παραμένει στη ΜΚΟ, η αξία μετά την απόσβεση καταβάλλεται από τη ΜΚΟ. Σε αρκετές περιπτώσεις [ο καταγγέλλων] δεν εκπλήρωσε αυτή τη συμβατική υποχρέωση. Είτε πραγματοποίησε εικονική μεταφορά του εξοπλισμού στις δικαιούχες χώρες είτε απλώς συνήψε παράπλευρες συμφωνίες για να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό χωρίς να λάβει τη συμβατικά καθορισμένη παρέκκλιση...

Η [επιτόπια επίσκεψη] επιβεβαίωσε ότι υπήρχαν προβλήματα όσον αφορά τον εξοπλισμό που αγοράστηκε μέσω επιχορηγήσεων της ΕΚ. Σύμφωνα με τη συμφωνία επιχορήγησης της ΕΚ, ο εξοπλισμός πρέπει να μεταφέρεται στη δικαιούχο χώρα στο τέλος του έργου. Στους καταλόγους που επισυνάφθηκαν στη μεταβίβαση δεν περιλαμβανόταν όλος ο εξοπλισμός που περιλαμβανόταν στην απογραφή. Διαπιστώθηκε δευτερεύουσα συμφωνία [...] με την οποία ακυρώθηκε η μεταβίβαση, επιτρέποντας στην [καταγγέλλουσα] να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό. Ορισμένοι εξοπλισμοί που αγοράστηκαν στο πλαίσιο επιχορηγήσεων της ΕΕ περιλαμβάνονταν στον κατάλογο με το όνομα άλλων δωρητών....

Από την έρευνα προκύπτει ότι [ο καταγγέλλων] διατηρεί τον εξοπλισμό σε συστηματική βάση και συνάπτει συναφείς συμφωνίες για τις οποίες δεν έχει λάβει άδεια από την Επιτροπή.

[Το συμπέρασμα του καταγγέλλοντος] ότι το τοπικό μητρώο περιουσιακών στοιχείων του δεν είναι ορθό είναι σημαντικό. Αυτό είναι ένα επίσημο οικονομικό έγγραφο και μέρος της διαδικασίας ελέγχου σε πολλές επιχορηγήσεις (Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς και άλλοι δωρητές)...

Μετά την καταληκτική συνεδρίαση του Ιουλίου 2009 και με επιστολή που απεστάλη στην OLAF στις 11 Αυγούστου 2009, [ο καταγγέλλων] επιβεβαίωσε ότι ο εξοπλισμός που επρόκειτο να μεταφερθεί στη δικαιούχο χώρα [...] μεταφέρθηκε μόνο σε έντυπη μορφή. [...]

Από την έρευνα προέκυψαν αποδεικτικά στοιχεία για παρατυπίες στην ιδιοκτησία εξοπλισμού που αγοράστηκε στο πλαίσιο επιχορηγήσεων της ΕΕ μετά τη λήξη της περιόδου επιχορήγησης...»

49. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι παρατηρήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων στην επιστολή του προς την OLAF σχετίζονται πολύ στενά με τα ενδεχόμενα πορίσματα της OLAF. Ο καταγγέλλων φαίνεται να απαντά άμεσα σε σημεία που περιλαμβάνονται αργότερα στα πορίσματα της OLAF. Αυτό υποδηλώνει ότι ο καταγγέλλων γνωρίζει τα βασικά ζητήματα της έρευνας.

50. Κατά τη γνώμη του Διαμεσολαβητή, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν, ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση ενημερώθηκε για την ύπαρξη έρευνας σε αρκετά πρώιμο στάδιο της έρευνας.

51. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την OLAF όσον αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό.

Γ. Ισχυρισμοί ότι η OLAF δεν τήρησε τις διατυπώσεις που ισχύουν για τις έρευνες

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

52. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF δεν τήρησε τις δέουσες διατυπώσεις για τις συνεντεύξεις. Υπάρχουν, δήλωσε ο καταγγέλλων, ορισμένες διατυπώσεις στο εγχειρίδιο της OLAF που αποσκοπούν στην παροχή προστασίας στους ερωτώμενους, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της απαίτησης να διαβάζεται η ακόλουθη δήλωση κατά την έναρξη της συνέντευξης: «Η συνέντευξη διεξάγεται από [ονόματα των ερευνητών] στ... [τοποθεσία] στις [ημερομηνία] στις [ώρα]. Ο ερωτώμενος είναι [ονοματεπώνυμο]· τα άλλα παρόντα πρόσωπα είναι [ονοματεπώνυμα]. Σκοπός αυτής της συνέντευξης είναι η συλλογή πληροφοριών σχετικά με το [θέμα]. Έχετε το δικαίωμα να μιλάτε σε οποιαδήποτε από τις επίσημες κοινοτικές γλώσσες. το δικαίωμα παράστασης νόμιμου ή άλλου εκπροσώπου· και το δικαίωμα να μην ενοχοποιείς τον εαυτό σου. Μπορείτε να ζητήσετε να επισυναφθούν όλα τα έγγραφα που προσκομίζετε στα επίσημα πρακτικά αυτής της συνέντευξης, συμπεριλαμβανομένων όλων των παραρτημάτων. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο σε οποιαδήποτε διοικητική, πειθαρχική, νομική ή ποινική διαδικασία».

53. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η OLAF δεν τήρησε το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού 1073/1999, το οποίο προβλέπει ότι «[ο]ι υπάλληλοι της Υπηρεσίας εκτελούν τα καθήκοντά τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που αποδεικνύει την ταυτότητά τους και την ιδιότητά τους».

54. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και της OLAF αποδεικνύει ότι η OLAF αποδέχεται ότι δεν τηρήθηκαν οι ανωτέρω διατυπώσεις.

55. Όσον αφορά τη μη ανάγνωση της ανωτέρω δήλωσης κατά την έναρξη της συνέντευξης, η OLAF, κατά τη γνώμη της, υποστήριξε ότι δεν πραγματοποιήθηκαν «επίσημες» συνεντεύξεις με τον καταγγέλλοντα. Οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν σε εθελοντική βάση στο πλαίσιο των διερευνητικών αποστολών. Σημείωσε ότι το εγχειρίδιο της OLAF αναφέρει μόνο ότι «[η] συνέντευξη σύμφωνα με το τμήμα 3.4.4.3. μπορεί να διεξαχθεί κατά τη διάρκεια αποστολής έρευνας». Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής επίσημων συνεντεύξεων και, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, προτιμήθηκαν οι εθελοντικές συνεδριάσεις. Η OLAF επισήμανε ότι ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για επίσημη συνέντευξη.

56. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ επίσημων και ανεπίσημων συνεντεύξεων στο εγχειρίδιο της OLAF. Το εγχειρίδιο της OLAF ορίζει τις συνεντεύξεις ως «[τ]ην ανάκριση προσώπου από ερευνητή στο πλαίσιο υπό έρευνα υπόθεσης, με σκοπό τη συλλογή όλων των σχετικών πληροφοριών εν γνώσει του ερωτώμενου, προκειμένου να αποσαφηνιστούν ζητήματα στο πλαίσιο της έρευνας». Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα γεγονότα που συνέβησαν εμπίπτουν στον ορισμό της «συνέντευξης» στο εγχειρίδιο της OLAF. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η OLAF όφειλε να τηρήσει τις διατυπώσεις που αποσκοπούσαν στην προστασία των συμφερόντων των ερωτηθέντων και ότι, αν το είχε πράξει, ο καταγγέλλων θα είχε ζητήσει νομικές συμβουλές πολύ νωρίτερα.

57. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι υπάλληλοι της OLAF δεν διέθεταν γραπτή εξουσιοδότηση, η γνώμη της OLAF ανέφερε ότι ο αρμόδιος ερευνητής και ο συνεργαζόμενος ερευνητής είχαν πράγματι διοριστεί δεόντως από τη στιγμή της κίνησης της έρευνας και διέθεταν ανά πάσα στιγμή γραπτή εξουσιοδότηση που αποδείκνυε την ταυτότητά τους. Η OLAF διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο της γραπτής εξουσιοδότησης ως απόδειξη.

58. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων παρέμεινε δυσαρεστημένος με την απάντηση της OLAF. Υποστήριξε ότι οι εν λόγω γραπτές άδειες δεν χρειάζεται να ζητούνται, αλλά πρέπει να υποβάλλονται όταν οι ερευνητές συναντώνται με τρίτους. Σημείωσε ότι το άρθρο 6 παράγραφος 2 έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από αίτημα τρίτου.

Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας

59. Ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει πρώτα κατά πόσον η OLAF δεν τήρησε τις αναγκαίες διατυπώσεις συνέντευξης. Στη συνέχεια, θα εξετάσει αν μια τέτοια παράλειψη θα προσέβαλλε τα δικαιώματα άμυνας του καταγγέλλοντος στην παρούσα υπόθεση.

60. Η OLAF υποστήριξε ότι δεν συμμορφώθηκε με το εγχειρίδιο της OLAF στην παρούσα υπόθεση, διότι η εν λόγω συνέντευξη ήταν «ανεπίσημη» και «εθελοντική».

61. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι το επιχείρημα ότι η συνέντευξη ήταν ανεπίσημη και, ως εκ τούτου, δεν χρειαζόταν να συμμορφωθεί με τις διατυπώσεις που ορίζονται στο εγχειρίδιο της OLAF αποτελεί κυκλικό επιχείρημα. Σημειώνει ότι το εγχειρίδιο της OLAF ορίζει τις συνεντεύξεις ως «[τ]ην ανάκριση προσώπου από ερευνητή στο πλαίσιο υπό έρευνα υπόθεσης, με σκοπό τη συλλογή όλων των σχετικών πληροφοριών που γνωρίζει ο ερωτώμενος, προκειμένου να αποσαφηνιστούν ζητήματα στο πλαίσιο της έρευνας». Ο ορισμός αυτός φαίνεται να ισχύει για την επίμαχη συνεδρίαση. Το προσωπικό του καταγγέλλοντος ερωτήθηκε από έναν ερευνητή στο πλαίσιο ενός υπό έρευνα θέματος. Στόχος ήταν σαφώς να συγκεντρωθούν όλες οι σχετικές πληροφορίες εν γνώσει του ερωτώμενου, προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα ζητήματα της έρευνας.

62. Όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε η OLAF ότι η συνεδρίαση ήταν «εθελοντική», ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η OLAF δεν έχει καμία εξουσία να υποχρεώσει ένα πρόσωπο να εξεταστεί στο πλαίσιο εξωτερικών ερευνών. Στο μέτρο αυτό, όλες οι συνεντεύξεις της OLAF είναι εθελοντικές. Ως εκ τούτου, δεν κατανοεί τη νομική βάση για τη διάκριση που φαίνεται να κάνει η OLAF μεταξύ επίσημων και ανεπίσημων συνεντεύξεων. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι ο Διαμεσολαβητής απορρίπτει κατηγορηματικά την άποψη, σιωπηρή στη θέση που έλαβε η OLAF, ότι η εκούσια συμμόρφωση με τις αρχές έρευνας συνιστά παραίτηση από τα δικαιώματα υπεράσπισης. Δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι οι διατυπώσεις που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας δεν χρειάζεται να γίνονται σεβαστές απλώς και μόνο επειδή ένα πρόσωπο συμφωνεί να ερωτηθεί.

63. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τον ορισμό της OLAF, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις μεταξύ της OLAF και του διευθύνοντος συμβούλου και του οικονομικού διευθυντή του καταγγέλλοντος. Η OLAF παραδέχθηκε ότι δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα δικαιώματά του, είτε γραπτώς εκ των προτέρων είτε κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων. Προς το συμφέρον της χρηστής διοίκησης, μια δημόσια αρχή θα πρέπει να τηρεί τις δικές της διαδικασίες, ιδίως εκείνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της μη παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών. Επομένως, η παράλειψη της OLAF να τηρήσει τις δικές της διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις συνεντεύξεις συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει σχετική κριτική παρατήρηση.

64. Όσον αφορά την εικαζόμενη μη προσκόμιση γραπτής άδειας, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού 1073/1999 ορίζει ότι «[ο]ι υπάλληλοι της Υπηρεσίας εκτελούν τα καθήκοντά τους με την προσκόμιση γραπτής άδειας που αποδεικνύει την ταυτότητά τους και την ιδιότητά τους».

65. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι σκοπός του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού 1073/1999 είναι να διασφαλίσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης των προσώπων τα οποία αφορά μια έρευνα, ιδίως του δικαιώματός τους κατά της αυτοενοχοποίησης (και τα πρόσωπα τα οποία αφορά μια έρευνα θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν ότι τα πρόσωπα που συναντούν είναι πράγματι μέλη του προσωπικού της OLAF που διεξάγουν έρευνα της OLAF).

66. Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική για μια δημόσια αρχή να τηρεί τις δικές της διαδικασίες, ιδίως εκείνες που αποσκοπούν στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών. Οι διαδικαστικές ενέργειες τις οποίες η OLAF δεν τήρησε εν προκειμένω αποσκοπούν στη διασφάλιση της μη προσβολής ορισμένων δικαιωμάτων άμυνας του ερευνώμενου μέρους. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να τηρούνται συστηματικά. Επομένως, η παράλειψη της OLAF να τηρήσει τις δικές της διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την παροχή αποδεικτικών στοιχείων ταυτότητας και ικανότητας συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει σχετική κριτική παρατήρηση.

67. Όπως επισημάνθηκε στην προηγούμενη σκέψη, οι διαδικαστικές ενέργειες τις οποίες η OLAF δεν τήρησε εν προκειμένω αποσκοπούν στη διασφάλιση της μη προσβολής ορισμένων δικαιωμάτων άμυνας του ερευνώμενου μέρους. Ωστόσο, η παράλειψη της OLAF να λάβει τα μέτρα που αποσκοπούν να διασφαλίσουν ότι ο καταγγέλλων γνώριζε ποιος τον αμφισβήτησε, γιατί και τα δικαιώματά του, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος. Στην απόφασή του στην υπόθεση CPEM κατά Επιτροπής [9], το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δικαιώματα άμυνας παραβιάζονται λόγω διαδικαστικής παρατυπίας μόνον όταν η παρατυπία επηρεάζει πραγματικά την ικανότητα άμυνας των ενδιαφερομένων. Κατά συνέπεια, η μη τήρηση των κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας μπορεί να καταστήσει πλημμελή τη διοικητική διαδικασία μόνον εάν αποδειχθεί ότι η διοικητική διαδικασία θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα εάν είχαν τηρηθεί οι κανόνες [10]. Εν ολίγοις, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η διαπίστωση κακοδιοίκησης δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ο καταγγέλλων υπέστη ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς του. Ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει τώρα κατά πόσον το εν λόγω διαδικαστικό σφάλμα προκάλεσε παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας του καταγγέλλοντος στην παρούσα υπόθεση.

68. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αποφανθεί ότι, κατά την προδικαστική ανάκριση, το άρθρο 6 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών μπορεί να απαιτεί τον σεβασμό του δικαιώματος πρόσβασης σε νομική συνδρομή.

69. Την ευθύνη για την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο φέρουν, τουλάχιστον εν μέρει, οι δημόσιες αρχές, οι οποίες πρέπει να παρέχουν στον ύποπτο ή κατηγορούμενο τουλάχιστον τη δυνατότητα να επικουρείται από δικηγόρο. Στη συνέχεια, η ευθύνη για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε δικηγόρο μετατίθεται στον κατηγορούμενο.

70. Ο Διαμεσολαβητής εφιστά την προσοχή στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε σχετικά με τον ισχυρισμό Β ανωτέρω (βλ. παραγράφους 41-51), δηλαδή ότι ο καταγγέλλων κατανόησε, σε πρώιμο στάδιο, τη φύση της έρευνας. Στο ηλεκτρονικό της μήνυμα της 21ης Ιουνίου 2006 με το οποίο ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα για την προτεινόμενη συνέντευξη, η OLAF εξέθεσε την OLAF και τους λόγους για τους οποίους επισκέφθηκε τον καταγγέλλοντα. Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα χρησίμευσε έτσι για να αφήσει χωρίς πραγματικά αποτελέσματα τις διαδικαστικές παρατυπίες που διέπραξε η OLAF. Ο καταγγέλλων, εν ολίγοις, κατανόησε τη φύση της έρευνας και τον συγκεκριμένο σκοπό των επισκέψεων των ερευνητών της OLAF στις εγκαταστάσεις της. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων γνώριζε τη φύση της διαδικασίας και τα καθήκοντα που εκτελούσαν οι ερευνητές, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι τυπικές παραλείψεις προσκόμισης των γραπτών αδειών ή επίσημης ενημέρωσής του για το δικαίωμά του σε νομική συνδρομή επηρέασαν, εν προκειμένω, τα δικαιώματα υπεράσπισης του καταγγέλλοντος.

71. Υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας νομολογίας, ο Διαμεσολαβητής είναι της γνώμης ότι οι περιπτώσεις κακοδιοίκησης που εντοπίστηκαν ανωτέρω δεν παραβίασαν τα θεμελιώδη δικαιώματα του καταγγέλλοντος.

Δ. Ισχυρισμός ότι η OLAF δεν παρέσχε στον καταγγέλλοντα εύλογη δυνατότητα να απαντήσει σε τυχόν πορίσματα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

72. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα να απαντήσει σε τυχόν πορίσματα πριν από την ολοκλήρωση της έρευνας από την OLAF. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με τα πορίσματα της OLAF και να του είχε δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία να απαντήσει.

73. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, κατά την περίοδο των επισκέψεων της OLAF στα γραφεία της, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης με τον διευθύνοντα σύμβουλο και τον οικονομικό διευθυντή της, η OLAF φαίνεται να διεύρυνε την έρευνά της χωρίς να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για το γεγονός αυτό. Για παράδειγμα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η έρευνα επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλάβει νέες χώρες και ζητήθηκαν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με αυτές.

74. Στη γνωμοδότησή της, η OLAF ανέφερε ότι τα πορίσματα συζητήθηκαν κατά τις τελικές συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 27 και 28 Ιουλίου 2009. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, οι ελεγκτές αναφέρθηκαν στην απουσία κατάλληλης απογραφής των περιουσιακών στοιχείων του καταγγέλλοντος, καθώς και στην ανακάλυψη δύο παράπλευρων συμφωνιών που προέβλεπαν ότι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ, θα έπρεπε να είχαν μεταβιβαστεί στη δικαιούχο χώρα και/ή στον τοπικό εταίρο, μεταφέρθηκαν πίσω στον καταγγέλλοντα.

75. Η OLAF δήλωσε ότι ο καταγγέλλων συμφώνησε να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις του μετά την εν λόγω συνεδρίαση. Το έπραξε με επιστολή της 11ης Αυγούστου 2009. Στην εν λόγω επιστολή, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι παρείχε «κάποιες περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία» σε διάφορες χώρες. Στη συνέχεια, η επιστολή ανέφερε ότι ο καταγγέλλων «γνώριζε ότι η έρευνα της [OLAF] κατέδειξε ορισμένες αδυναμίες στο σύστημα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μας, αλλά αυτό είναι κάτι που γνωρίζαμε και εργαζόμαστε για να βελτιώσουμε.... Όπου έχουμε παραδώσει εξοπλισμό σε τοπικούς εταίρους σύμφωνα με τις συμβατικές μας υποχρεώσεις, αγνοούσαμε τυχόν περιορισμούς στους τοπικούς εταίρους που μας επέτρεπαν να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε αυτόν τον εξοπλισμό για την παράδοση των ανθρωπιστικών μας δραστηριοτήτων. Πιστεύαμε, όπως φαίνεται και από τους τοπικούς εταίρους μας, ότι μόλις τους δοθεί η κυριότητα αυτών των περιουσιακών στοιχείων, τότε εναπόκειται σε αυτούς ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της παράδοσής τους πίσω ... για χρήση στις ανθρωπιστικές μας δραστηριότητες. Από τις συζητήσεις με το προσωπικό του προγράμματος της χώρας μας πιστεύουν επίσης ότι οι ρυθμίσεις αυτές αναλαμβάνονται με τη γνώση και την υποστήριξη της τοπικής αντιπροσωπείας της ΕΚ. Προχωρώντας προς τα εμπρός, σίγουρα θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ζητήσουμε διευκρινίσεις σχετικά με τις σωστές διαδικασίες και να συνεργαστούμε με εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την παροχή καλύτερης καθοδήγησης στον τομέα αυτό.» Η επιστολή έληξε ως εξής «[p] lease μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου εάν χρειάζεστε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα σημεία της παρούσας επιστολής ή ακόμη και για να σας βοηθήσουμε να ολοκληρώσετε τις έρευνές σας. Ανυπομονούμε να λάβουμε τη συνοπτική έκδοση της έκθεσής σας.»

76. Η OLAF διαβίβασε στη γνωμοδότησή της σύνοψη των πορισμάτων που διατυπώθηκαν κατά του καταγγέλλοντος.

77. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διεξαγωγής συνεντεύξεων και της συλλογής πληροφοριών από τους ερευνητές. Σε κανένα στάδιο δεν παρουσιάστηκαν ευρήματα για σχολιασμό. Ούτε η OLAF παρέσχε σύνοψη μετά τις εν λόγω συνεδριάσεις. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν ήταν σε θέση να υποβάλει παρατηρήσεις.

78. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι έχει πλέον υποβληθεί περίληψη των πορισμάτων, αλλά αμφισβήτησε τους λόγους για τους οποίους η OLAF δεν θα μπορούσε να το είχε πράξει στο παρελθόν. Ο καταγγέλλων επισήμανε περαιτέρω ότι θα είχε αμφισβητήσει διάφορες δηλώσεις της περίληψης.

Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας

79. Από νομική άποψη, το δικαίωμα ακρόασης γεννάται μόνο πριν από την έκδοση βλαπτικής πράξης [11].

80. Η νομολογία του Δικαστηρίου ορίζει ότι η απόφαση της OLAF να διαβιβάσει πληροφορίες στις εθνικές αρχές έρευνας δεν συνιστά βλαπτική πράξη [12]. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί πράξη παράγουσα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη θέση της [13]. Αυτό που έχει σημασία εν προκειμένω είναι ότι οι εθνικές ερευνητικές αρχές στις οποίες αποστέλλονται πληροφορίες παραμένουν ελεύθερες, στο πλαίσιο της άσκησης των δικών τους αρμοδιοτήτων, να αξιολογούν το περιεχόμενο και τη σημασία των πληροφοριών που τους διαβιβάζονται.

81. Βάσει των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η OLAF δεν είχε νομική υποχρέωση να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα το δικαίωμα ακρόασης (σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν εις βάρος του και τα σχετικά πορίσματα της OLAF) προτού διαβιβάσει τα συμπεράσματά της στις αρχές έρευνας του Ηνωμένου Βασιλείου. Εναπόκειται στις εθνικές ερευνητικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και, κατά περίπτωση, στις εθνικές δικαστικές αρχές, να διασφαλίσουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ακρόασης, του υπό έρευνα μέρους.

82. Ωστόσο, η έννοια της χρηστής διοίκησης είναι ευρύτερη από την έννοια της νομιμότητας. Μολονότι δεν ήταν παράνομο για την OLAF να διαβιβάσει τα πορίσματά της στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου χωρίς να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα επίσημο δικαίωμα ακρόασης, αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η OLAF δεν θα έπρεπε, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τους ισχυρισμούς σε βάρος του, καθώς και για τα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν τους εν λόγω ισχυρισμούς, πριν οριστικοποιήσει τη θέση της σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς και αποδεικτικά στοιχεία. Η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι, υποβάλλοντας τα πορίσματά της σε έλεγχο και αμφισβήτηση, η OLAF μπορεί να ενισχύσει τη βεβαιότητα και την εγκυρότητά τους.

83. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τη δήλωση της OLAF ότι συζήτησε τα πορίσματά της με τον καταγγέλλοντα κατά τις τελικές συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 27 και 28 Ιουλίου 2009. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, η OLAF αναφέρει ότι οι ελεγκτές αναφέρθηκαν στην παράλειψη του καταγγέλλοντος να τηρήσει κατάλληλη απογραφή των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και στην ανακάλυψη δύο παράπλευρων συμφωνιών που προέβλεπαν την επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων στον καταγγέλλοντα μετά τη λήξη ενός έργου, παρά το γεγονός ότι οι κανόνες της ΕΕ απαιτούσαν τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων στη δικαιούχο χώρα και/ή στον τοπικό εταίρο. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι η παροχή πληροφοριών στον καταγγέλλοντα μέσω μιας τέτοιας συνεδρίασης δεν θα πληρούσε τα πρότυπα που απαιτούνται από την OLAF εάν ήταν νομικά υποχρεωμένη να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα το επίσημο δικαίωμα ακρόασης. Εντούτοις, η OLAF τήρησε επαρκώς την αρχή της χρηστής διοικήσεως που υπομνήσθηκε στη σκέψη 82 ανωτέρω, παρέχοντας στον καταγγέλλοντα, μέσω τέτοιας συναντήσεως, τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τους εις βάρος του ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς.

84. Η ανωτέρω ανάλυση βασίζεται στη διαδικασία με την οποία η OLAF διαβίβασε τα πορίσματά της στις αρχές έρευνας του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεδομένου ότι η πράξη αυτή δεν συνιστά βλαπτική πράξη κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, δεν γεννάται τυπικό δικαίωμα ακροάσεως επ’ αυτής. Ωστόσο, η OLAF δεν υπέβαλε τα πορίσματά της μόνο στις αρχές έρευνας του Ηνωμένου Βασιλείου. Ενημέρωσε επίσης τρίτους δωρητές. Η OLAF ανέφερε σε επιστολή της 17ης Δεκεμβρίου 2009, με την οποία ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα για την ολοκλήρωση της έρευνας, ότι «[τ]ο κλείσιμο της έρευνας οδηγεί στη διαβίβαση του συμπεράσματος στις αρμόδιες αρχές για διοικητική, οικονομική και ενδεχόμενη δικαστική παρακολούθηση. Η OLAF θα ενημερώσει τους δωρητές με τους οποίους συνεργάστηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας.»

85. Με επιστολή της 16ης Μαρτίου 2010, η OLAF αιτιολόγησε την κοινοποίησή της στους δωρητές του καταγγέλλοντος ως εξής: «Η OLAF συνεργάζεται τακτικά με άλλους χορηγούς και συχνά στη βάση της αμοιβαιότητας. Κατά την κοινοποίηση των γενικών αποτελεσμάτων μιας διοικητικής έρευνας, το τεκμήριο αθωότητας τονίζεται πάντα από τους ερευνητές.« Στην παρούσα επιστολή, η OLAF διεκδικεί την εξουσία να κοινοποιεί τα πορίσματά της με βάση την αρχή της «αμοιβαιότητας».

86. Το άρθρο 10 του κανονισμού 1073/1999 ορίζει ότι «[μ]ε την επιφύλαξη των άρθρων 8, 9 και 11 του παρόντος κανονισμού και των διατάξεων του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, η Υπηρεσία μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών τις πληροφορίες που λαμβάνει κατά τη διάρκεια εξωτερικών ερευνών.» Η φράση «αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών» δεν ορίζεται στον κανονισμό 1073/99. Ωστόσο, η φράση θα πρέπει να νοείται ως αναφερόμενη μόνο στις αρχές που είναι αρμόδιες να κινήσουν ή να συνεχίσουν έρευνα ή να κινήσουν δικαστική διαδικασία κατά του ενδιαφερόμενου προσώπου.

87. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν βλέπει καμία νομική βάση στον κανονισμό 1073/1999 επί της οποίας να μπορεί η OLAF να θεμελιώσει την εν λόγω εξουσία κοινοποίησης των διαπιστώσεών της με βάση την αρχή της «αμοιβαιότητας». Ο κανονισμός περιλαμβάνει μόνο την εξουσία κοινοποίησης πληροφοριών στις «αρμόδιες αρχές των κρατών μελών». Η OLAF αναγνώρισε σιωπηρά ότι ο συγκεκριμένος δωρητής στην προκειμένη περίπτωση δεν εμπίπτει στην κατηγορία της «αρμόδιας αρχής». Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι η OLAF ενήργησε εκτός των αρμοδιοτήτων της γνωστοποιώντας τα πορίσματά της στους δωρητές.

88. Η απόφαση της OLAF να διαβιβάσει πληροφορίες στους χορηγούς ήταν πράξη που επηρέασε δυσμενώς τον καταγγέλλοντα, μεταξύ άλλων διότι, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οδήγησε έναν χορηγό να διακόψει τη χρηματοδότησή του. Στη συνέχεια, η παρατήρηση αυτή εγείρει το ζήτημα αν η OLAF όφειλε να παράσχει στον καταγγέλλοντα δικαίωμα ακροάσεως πριν από την έκδοση της βλαπτικής γι’ αυτόν πράξεως.

89. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ανωτέρω ότι η απόφαση ενημέρωσης των δωρητών δεν είχε νομική βάση. Ως εκ τούτου, το πρόβλημα με την απόφαση αυτή δεν είναι ότι ελήφθη χωρίς σεβασμό του δικαιώματος ακρόασης, αλλά ότι ελήφθη καθόλου.

90. Ως εκ τούτου, αντί να επικρίνει την OLAF επειδή δεν έδωσε στον καταγγέλλοντα το δικαίωμα ακρόασης πριν επικοινωνήσει με τους δωρητές, ο Διαμεσολαβητής θα περατώσει την έρευνά του σχετικά με τον ισχυρισμό αυτόν προβαίνοντας σε επικριτική παρατήρηση σχετικά με την απόφαση της OLAF να ενημερώσει τους δωρητές του καταγγέλλοντος για τα πορίσματά της.

Ε. Ισχυρισμός ότι η OLAF παρείχε αντιφατικές πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα της περίληψης των πορισμάτων της έρευνας

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

91. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η OLAF υποσχέθηκε να παράσχει σύνοψη των πορισμάτων της μετά τις επισκέψεις της στα γραφεία του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι αυτό επιβεβαιώνεται από επιστολή που του απευθύνθηκε στις 16 Μαρτίου 2010, στην οποία αναφέρεται ότι «σε ενδεχόμενη περίληψη της έκθεσης [οι εκπρόσωποι της OLAF] σας ανέφεραν ότι μια τέτοια περίληψη μπορεί να καταστεί διαθέσιμη, αλλά αυτό εξαρτάται από απόφαση της OLAF και από τα αποτελέσματα της έρευνας». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, μια τέτοια δήλωση επιβεβαιώνει ότι συζητήθηκε το ενδεχόμενο παροχής περίληψης. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους η OLAF δεν διέθεσε περίληψη.

92. Η OLAF σημείωσε ότι, κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2009 και στην επιστολή της της 16ης Μαρτίου 2010, εξήγησε ότι θα μπορούσε να είναι δυνατή η λήψη σύνοψης των πορισμάτων της OLAF ανάλογα με το αποτέλεσμα της έρευνας και την απόφαση της OLAF όσον αφορά πιθανές δραστηριότητες παρακολούθησης. Η OLAF δήλωσε ότι δεν βλέπει τίποτα αντιφατικό σχετικά με τη δήλωση αυτή.

93. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε εκ νέου τους λόγους για τους οποίους υποβλήθηκε περίληψη μόνο τώρα, αφού δαπανήθηκε σημαντικός χρόνος και προσπάθεια για την απόκτησή της.

Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας

94. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη του κοινού, είναι σημαντικό τα θεσμικά όργανα να είναι συνεπή στις επικοινωνίες τους.

95. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η OLAF ουδέποτε ανέλαβε θετική δέσμευση έναντι του καταγγέλλοντος να παράσχει σύνοψη των πορισμάτων της. Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.

ΣΤ. Ισχυρισμός ότι η OLAF παραβίασε το αγγλικό δίκαιο σχετικά με τα δικαιώματα των ερωτηθέντων σε έρευνες απάτης

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

96. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά της OLAF κατά τη διάρκεια της έρευνάς της ήταν αντίθετη προς τις αρχές της ορθής διαδικασίας που κατοχυρώνονται στο αγγλικό δίκαιο. Εάν ένα πρόσωπο εξεταστεί από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου σε σχέση με πιθανό αδίκημα, πρέπει να ειδοποιηθεί, να ενημερωθεί για το δικαίωμά του να ζητήσει νομικές συμβουλές και το δικαίωμά του να παραμείνει σιωπηλός. Πρόκειται για σημαντικό συνταγματικό δικαίωμα και περιλαμβάνεται στον νόμο περί αστυνομίας και ποινικών αποδεικτικών στοιχείων. Παρόμοιες υποχρεώσεις περιλαμβάνονται στο εγχειρίδιο της OLAF σχετικά με την ανάγνωση ανακοινώσεων/προσεκτικών μαρτύρων.

Αξιολόγηση της Διαμεσολαβήτριας

97. Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος σχετικά με το αγγλικό δίκαιο αφορά το άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού 1073/1999. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι κατά την κατάρτιση των εκθέσεων «... λαμβάνονται υπόψη οι διαδικαστικές απαιτήσεις που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Οι εκθέσεις που συντάσσονται σε αυτή τη βάση αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες του κράτους μέλους στο οποίο η χρήση τους αποδεικνύεται αναγκαία, κατά τον ίδιο τρόπο και υπό τους ίδιους όρους με τις διοικητικές εκθέσεις που συντάσσουν οι εθνικοί διοικητικοί επιθεωρητές. Υπόκεινται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης με εκείνους που ισχύουν για τις διοικητικές εκθέσεις που συντάσσουν οι εθνικοί διοικητικοί επιθεωρητές και έχουν την ίδια αξία με τις εκθέσεις αυτές.»

98. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι εναπόκειται στις δικαστικές και διοικητικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου να καθορίσουν αν η έκθεση της OLAF συνιστά παραδεκτό αποδεικτικό στοιχείο σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία κινηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαστικές και διοικητικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου μπορούν να επαληθεύουν αν η έκθεση της OLAF συμμορφώνεται με τους ίδιους κανόνες αξιολόγησης με εκείνους που ισχύουν για τις διοικητικές εκθέσεις που καταρτίζονται από διοικητικούς επιθεωρητές του Ηνωμένου Βασιλείου. Βεβαίως, εάν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου απορρίψουν τα πορίσματα της OLAF και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν τα πορίσματα αυτά, με βάση το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι παραδεκτά βάσει του αγγλικού δικαίου, ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να επανεξετάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, ελλείψει τέτοιας θέσης από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να προβεί σε καμία διαπίστωση σχετικά με αυτόν τον ισχυρισμό. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό.

Συμπεράσματα

Βάσει της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τις ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:

1) Η OLAF δεν τήρησε τις διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται στο εγχειρίδιο της OLAF σχετικά με τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων.

2) Η OLAF δεν εξασφάλισε ότι οι υπάλληλοί της προσκομίζουν γραπτές άδειες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της OLAF.

3) Η OLAF εσφαλμένα διαβίβασε τα πορίσματά της σε τρίτους δωρητές.

Ο καταγγέλλων και η OLAF θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 28 Μαΐου 2013


[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

[2] Κανονισμός (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136, σ. 1).

[3] Βλ. άρθρο 317, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ: «Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού που εκδίδεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 322, με δική της ευθύνη και εντός των ορίων των πιστώσεων, τηρουμένων των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή για να εξασφαλίσουν ότι οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.»

[4] Αιτιολογία Το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, καθώς και το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα υπεράσπισης προστατεύονται από τα άρθρα 41, 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, αντίστοιχα.

[5] Βλέπε σημεία 116 και 134 της απόφασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1935/2008/FOR κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/en/cases/decision.faces/en/4164/html.bookmark)

[6] Βλ. υπόθεση 90/74, Deboeck κατά Επιτροπής, Συλλογή 1975, σ. 1123· υπόθεση 30/78 Distillers Company κατά Επιτροπής, Συλλογή 1980, σ. 2229, σκέψη 26· και υπόθεση T-50/91, De Persio κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-2365, σκέψη 24.

[7] Υπόθεση 8/72 Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, Συλλογή 1972, σ. 977, σκέψεις 11-12· υπόθεση 55/69 Cassella Farbwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1972, σ. 887, σκέψη 5· Υπόθεση 52/69 Ciba-Geigy κατά Επιτροπής, Συλλογή 1972, σ. 787, σκέψη 5.

[8] Αιτιολογία Υπόθεση 8/72 Vereeniging von Cementhandelaren κατά Επιτροπής, παρατεθείσα στην υποσημείωση 6 ανωτέρω, σκέψη 13· υπόθεση 55/69 Cassella Farbwerke κατά Επιτροπής, παρατεθείσα στην υποσημείωση 6 ανωτέρω, σκέψη 5· Απόφαση Ciba-Geigy κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 5).

[9] Αιτιολογία Υπόθεση T-444/07 Centre de promotion de l’emploi par la micro-entreprise (CPEM) κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [2009] Συλλογή II-02121.

[10] Βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2005, T‐210/01, General Electric κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‐5575, σκέψη 632 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

[11] Βλ. άρθρο 41 παράγραφος 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

[12] Βλ. υπόθεση C-521/04 Hans-Martin Tillack κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή I-03103· και συνεκδικασθείσες υποθέσεις F-5/05 και F-7/05 Antonello Violetti και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2009, σ. I-A-1-83 και II-A-1-473.

[13] Υπόθεση 60/81, International Business Machines Corporation κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 02639, σκέψη 9· και συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-32/89 και T-39/89, Γιώργος Μαρκόπουλος κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1990, σ. II-00281, σκέψη 21.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!