Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 1286/2011/TN - Τοπικές υποχρεώσεις διοικητικής φύσεως σε σχέση με το προσωπικό που απασχολείται σε αντιπροσωπεία της ΕΕ
Απόφαση
Υπόθεση 1286/2011/TN - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 05 Σεπτεμβρίου 2011 - Απόφαση στις Παρασκευή | 08 Μαρτίου 2013 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης ( Διευθέτηση από το όργανο , Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες )
Η αναφορά αφορούσε καταγγελίες εις βάρος αντιπροσωπείας της ΕΕ για πλημμελή εφαρμογή εθνικών διοικητικών διαδικασιών που αφορούσαν τα δικαιώματα κοινωνικής ασφάλισης του ενδιαφερόμενου, ο οποίος υπήρξε μέλος του τοπικού προσωπικού της συγκεκριμένης αντιπροσωπείας.
Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίσθηκε ότι η αντιπροσωπεία της ΕΕ διέπραξε σειρά διοικητικών σφαλμάτων στο πλαίσιο της επικοινωνίας της με τις τοπικές αρχές σχετικά με τις συνθήκες απασχόλησής του. Σύμφωνα με τον ενδιαφερόμενο, η αντιπροσωπεία, μεταξύ άλλων, δεν υπέβαλε στις αρμόδιες τοπικές αρχές το έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που ήταν αναγκαίο για την τακτοποίηση του φακέλου κοινωνικής ασφάλισης του ενδιαφερόμενου. Σύμφωνα με τον ενδιαφερόμενο, η αντιπροσωπεία καθυστέρησε ως μη όφειλε να πράξει τα δέοντα στο συγκεκριμένο θέμα.
Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικού διακανονισμού στην ΕΥΕΔ, κατόπιν του οποίου θα μπορούσε να συμπεράνει ότι η ΕΥΕΔ είναι αποφασισμένη να διευθετήσει το ζήτημα. Ως εκ τούτου, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση με τη διαπίστωση ότι το κυρίως ζήτημα είχε διευθετηθεί από την ΕΥΕΔ.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η καταγγελία αφορά τον τρόπο με τον οποίο η αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μη ευρωπαϊκή χώρα (χώρα Χ) χειρίστηκε τις εθνικές διοικητικές διαδικασίες σχετικά με την απασχόληση του καταγγέλλοντος, πρώην τοπικού υπαλλήλου της αντιπροσωπείας.
2. Ο καταγγέλλων παραιτήθηκε από τη θέση του στην αντιπροσωπεία το 2001. Στη συνέχεια έφυγε από τη χώρα Χ για να εργαστεί στην Ευρώπη για μερικά χρόνια. Στα τέλη του 2004, αποφάσισε να επιστρέψει στην εργασία του στη χώρα Χ. Αναζήτησε εργασία και έλαβε διάφορες προσφορές. Ωστόσο, το φθινόπωρο του 2005, κατέστη σαφές ότι ο δυνητικός νέος εργοδότης του δεν μπορούσε να τον προσλάβει, λόγω διοικητικού προβλήματος με τον φάκελο κοινωνικής ασφάλισής του. Εν κατακλείδι, προέκυψε ότι η διοίκηση της χώρας Χ δεν είχε κλείσει τον φάκελο κοινωνικής ασφάλισής του όταν εγκατέλειψε τη χώρα Χ το 2001, διότι δεν είχε λάβει ποτέ, από την αντιπροσωπεία, επίσημο έντυπο για το θέμα αυτό («το έντυπο»). Το έντυπο χρησιμεύει για την ενημέρωση της διοίκησης της χώρας Χ σχετικά με τη λήξη της σύμβασης ενός προσώπου.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
3. Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αντιπροσωπεία της ΕΕ διέπραξε σειρά διοικητικών σφαλμάτων κατά την επικοινωνία με τις τοπικές αρχές σε σχέση με την απασχόλησή του στην αντιπροσωπεία. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η αντιπροσωπεία:
1) δεν υπέβαλε το απαιτούμενο έντυπο λήξης της σύμβασης στις αρχές της χώρας Χ·
2) εσκεμμένα παρέσχε στις αρχές της χώρας Χ εσφαλμένο ποσό όσον αφορά τον μισθό του·
3) παρέλειψε να ενεργήσει και καθυστέρησε άσκοπα το θέμα.
4) παρέλειψε να τον κρατήσει ενήμερο και να απαντήσει στα ερωτήματά του σχετικά με το θέμα?
5) χρησιμοποίησε έναν εκφοβιστικό τόνο στην αλληλογραφία του μαζί του.
6) δεν κατάφερε να επιλύσει το πρόβλημά του με τον ίδιο τρόπο που επέλυσε παρόμοια προβλήματα σε άλλες χώρες μέσω της αποκατάστασης και της αποζημίωσης, πράγμα που σημαίνει ότι έχει υποστεί διακρίσεις, δεδομένου ότι η υπόθεσή του δεν έχει φτάσει σε δίκαιο τέλος.
7) καταχράστηκε την εξουσία της προσεγγίζοντας τη Διοίκηση Μετανάστευσης και Διαβατηρίων της χώρας Χ χωρίς να τον ενημερώσει ή να λάβει την άδειά του· και
8) του επιφύλαξαν άδικη μεταχείριση, απαιτώντας του να προβεί σε επαχθή και ύποπτη διοικητική διαδικασία (έκδοση πιστοποιητικού κυκλοφορίας).
4. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αντιπροσωπεία θα πρέπει:
1) Έκδοση του εν λόγω εντύπου.
2) Τακτοποίηση όλων των ποσών που οφείλονται στην Κοινωνική Ασφάλιση της χώρας Χ σε ληξιπρόθεσμες οφειλές, συμπεριλαμβανομένων των εκκρεμών προστίμων και τόκων.
3) Προτείνετε ή διαπραγματευτείτε αποζημίωση για τις ακόλουθες ζημίες που προκλήθηκαν:
- συνεχιζόμενη ζημία στην επαγγελματική σταδιοδρομία του καταγγέλλοντος, ιδίως ζημίες που προκαλούνται από χαμένες ευκαιρίες απασχόλησης στη χώρα Χ·
- στρες και άγχος· και
- δαπάνες και δαπάνες για την επίλυση του προβλήματος, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για την πρόσληψη διοικητικών, οικονομικών και νομικών εμπειρογνωμόνων.
Η έρευνα
5. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε αρχικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με την καταγγελία. Στις 13 Σεπτεμβρίου 2011, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι αρμόδιος φορέας για την εξέταση του θέματος ήταν η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής παρέπεμψε την έρευνά του στην ΕΥΕΔ με επιστολή της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, ζητώντας από την ΕΥΕΔ να υποβάλει γνωμοδότηση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Η ΕΥΕΔ υπέβαλε τη γνώμη της στις 20 Δεκεμβρίου 2011. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2012, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε στην ΕΥΕΔ πρόταση για φιλική λύση. Η απάντηση της ΕΥΕΔ της 29ης Οκτωβρίου 2012 διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 20 Δεκεμβρίου 2012.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Ισχυρισμός περί διοικητικών σφαλμάτων και συναφών αξιώσεων
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
6. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, όταν πληροφορήθηκε, το 2005, το πρόβλημα με τον φάκελο κοινωνικής ασφάλισής του στη χώρα Χ, επικοινώνησε αμέσως με την αντιπροσωπεία και συνέχισε να το πράττει, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τηλεφώνου και συστημένων επιστολών. Από το 2010 επικοινωνεί επίσης με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, το ζήτημα δεν έχει επιλυθεί. Η αντιπροσωπεία και η Επιτροπή συνέχισαν να δίνουν αόριστες απαντήσεις, δηλώνοντας ότι χρειαζόταν περισσότερος χρόνος. Στην αρχή, ο καταγγέλλων εξακολούθησε να αναζητεί εργασία στη χώρα Χ, θεωρώντας ότι το ζήτημα θα διευθετηθεί σύντομα. Ωστόσο, αναγκάστηκε τελικά να επιστρέψει στην Ευρώπη για να κερδίσει τα προς το ζην, επιτελώντας πολύ λιγότερο ικανοποιητική εργασία.
7. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η αντιπροσωπεία ζήτησε μάλιστα από την Αρχή Διαβατηρίων και Μετανάστευσης της χώρας Χ να εκδώσει «πιστοποιητικό μετακίνησης» για αυτόν, εντοπίζοντας όλα τα ταξίδια του εντός και εκτός της χώρας Χ για να αποδείξει ότι δεν ζούσε πλέον εκεί. Ωστόσο, η αίτηση απορρίφθηκε ως παράνομη, δεδομένου ότι η αντιπροσωπεία δεν μπορεί να ζητήσει τέτοιο πιστοποιητικό στο όνομα του καταγγέλλοντος. Στη συνέχεια, ο νομικός σύμβουλος του καταγγέλλοντος τον συμβούλευσε να μην προχωρήσει στην απόκτηση τέτοιου πιστοποιητικού, διότι, κατά την άποψή του, αυτό ζητείται κυρίως από εγκληματίες που προσπαθούν να αποδείξουν το άλλοθί τους. Ζητώντας ένα τέτοιο πιστοποιητικό, θα μπορούσε επομένως να τεθεί σε μια λεπτή ή ύποπτη θέση.
8. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η παράλειψη της αντιπροσωπείας να υποβάλει το σχετικό έντυπο λήξης της σύμβασης στη διοίκηση της χώρας Χ σημαίνει ότι:
- δεν μπορεί να απασχοληθεί στη χώρα Χ·
- δεν μπορεί να ρευστοποιήσει την κοινωνική του ασφάλιση·
- δεν θα λάβει σύνταξη κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης·
- έχει χάσει την ευκαιρία να βελτιώσει τη μελλοντική σύνταξή του μέσω νέας απασχόλησης ή εξαγοράς·
- δεν θα λάβει το ειδικό επίδομα λήξης θητείας της κυβέρνησης·
- δεδομένου ότι εξακολουθεί να θεωρείται υπάλληλος της αντιπροσωπείας, οφείλει στη διοίκηση κοινωνικής ασφάλισης όλες τις καθυστερούμενες εισφορές των προηγούμενων ετών, επιπλέον των προστίμων και των κυρώσεων για τις καθυστερημένες πληρωμές·
- έχει απολέσει κέρδη χάνοντας εξαιρετικές ευκαιρίες πρόσληψης·
- η επαγγελματική του σταδιοδρομία έχει θιγεί·
- έχει σπαταλήσει χρήματα προσπαθώντας να βρει νέα θέση εργασίας στη χώρα Χ· και
- Υπέφερε από αγωνία και αγωνία.
9. Στη γνώμη της, η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι, σύμφωνα με την τοπική νομοθεσία, το έντυπο που είναι γνωστό ως έντυπο (αίτηση κλεισίματος του φακέλου κοινωνικής ασφάλισης) θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μετά την παραίτηση του καταγγέλλοντος και να είχε αποσταλεί στις αρχές της χώρας Χ. Ωστόσο, αυτό δεν έγινε, λόγω του γεγονότος ότι ο καταγγέλλων δεν βρισκόταν στη χώρα όταν παραιτήθηκε από τη θέση του και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να υπογράψει το έντυπο. Η άλλη δυνατότητα να κλείσει ο φάκελος κοινωνικής ασφάλισης του καταγγέλλοντος ήταν να λάβει πιστοποιητικό κυκλοφορίας που να αποδεικνύει ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα Χ και δεν είχε εργαστεί για την αντιπροσωπεία μετά την παραίτησή του.
10. Σύμφωνα με την ΕΥΕΔ, κατά την περίοδο μεταξύ 2001 και 2007, όταν ο καταγγέλλων διέμενε εκτός της χώρας Χ, ουδέποτε ζήτησε να κλείσει ο φάκελος κοινωνικής ασφάλισής του. Η ΕΥΕΔ δεν εντόπισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην αντιπροσωπεία σχετικά με το θέμα το 2007 ή το 2008. Ωστόσο, μετά την καταγγελία που υποβλήθηκε το 2009, η αντιπροσωπεία εξέδωσε έντυπο και το υπέβαλε στις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης. Η διοίκηση της χώρας Χ απέρριψε την αίτηση επειδή δεν είχε προσκομιστεί πιστοποιητικό κυκλοφορίας.
11. Σύμφωνα με την ΕΥΕΔ, αφού εξήγησε στον καταγγέλλοντα ότι απαιτείται πιστοποιητικό κυκλοφορίας, ο καταγγέλλων δήλωσε, στις 14 Ιουνίου 2010, ότι δεν θα αποστείλει στην αντιπροσωπεία το απαιτούμενο πιστοποιητικό κυκλοφορίας. Θεωρεί ότι η αντιπροσωπεία ευθύνεται και ότι η αντιπροσωπεία πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για την επίλυση του προβλήματος. Η ΕΥΕΔ ήταν της άποψης ότι ο φάκελος θα είχε κλείσει πολύ νωρίτερα εάν ο καταγγέλλων είχε εγκρίνει τη διαδικασία για την απόκτηση πιστοποιητικού κυκλοφορίας.
12. Η ΕΥΕΔ δήλωσε ότι οι υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης συμβούλευσαν την αντιπροσωπεία να ζητήσει πιστοποιητικό κυκλοφορίας από τη διοίκηση μετανάστευσης και διαβατηρίων. Οι υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης δήλωσαν ότι αυτή ήταν η μόνη δυνατή διαδικασία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για το κλείσιμο του φακέλου του καταγγέλλοντος. Η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι δεν υπήρχε λόγος να θεωρηθεί ότι οι υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης θα συμβούλευαν την αντιπροσωπεία να πράξει κάτι παράνομο. Επιπλέον, κατά την άποψη της ΕΥΕΔ, δεν υφίσταται νομική υποχρέωση του εργοδότη να ζητήσει την προηγούμενη έγκριση εργαζομένου πριν ζητήσει την έκδοση πιστοποιητικού κυκλοφορίας.
13. Οι υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης της χώρας Χ ζήτησαν το πιστοποιητικό κυκλοφορίας από το Τμήμα Μετανάστευσης στις 25 Οκτωβρίου 2010. Τον Νοέμβριο του 2010, η αντιπροσωπεία ενημερώθηκε ότι οι υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα να υποβάλουν τέτοιου είδους αίτημα.
14. Η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι, κατά συνέπεια, χωρίς τη συνεργασία του καταγγέλλοντος και χωρίς να είναι σε θέση να επιλύσει το ζήτημα με τις αρχές της χώρας Χ, η αντιπροσωπεία αναγκάστηκε να αναζητήσει εξειδικευμένο νομικό σύμβουλο, ο οποίος πρότεινε, τον Ιούλιο του 2011, να αποστείλει το έντυπο στην τελευταία επίσημη διεύθυνση του καταγγέλλοντος στη χώρα Χ και να υποβάλει προσφορά στις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε από τη διοίκηση της χώρας Χ. Η αντιπροσωπεία ζήτησε από τον δικηγόρο να ενεργήσει αναλόγως και να ζητήσει πληροφορίες από τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης σχετικά με το ύψος του επιβληθέντος προστίμου. Την εποχή που η ΕΥΕΔ συνέτασσε τη γνωμοδότηση προς τον Διαμεσολαβητή, ούτε οι υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης ούτε ο καταγγέλλων είχαν απαντήσει στις επιστολές του δικηγόρου. Ωστόσο, η ΕΥΕΔ ήταν πεπεισμένη ότι το ζήτημα θα επιλυόταν και θα τακτοποιούνταν σύντομα.
15. Η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι η αντιπροσωπεία δεν παρέσχε ποτέ στις αρχές της χώρας Χ εσφαλμένο ποσό για τον μισθό του καταγγέλλοντος. Όταν ο καταγγέλλων προσελήφθη το 1990, απεστάλη αντίγραφο της σύμβασης του καταγγέλλοντος στις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης αναφέροντας τον ακριβή μισθό του.
16. Η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ενημερώθηκε για τις εξελίξεις σχετικά με την υπόθεσή του, από τον Φεβρουάριο του 2009, όταν, δηλαδή, η αντιπροσωπεία έλαβε γνώση των προβλημάτων του. Πραγματοποιήθηκαν τηλεφωνικές συνομιλίες, συνάντηση με τη σύζυγό του και εκτενής ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του καταγγέλλοντος και του προϊσταμένου διοίκησης.
17. Όσον αφορά την αποζημίωση που ζήτησε ο καταγγέλλων, η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει νομική βάση και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Ωστόσο, εάν ο καταγγέλλων θεωρεί ότι δικαιούται την εν λόγω αποζημίωση, έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο της χώρας Χ.
18. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της ΕΥΕΔ, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η ΕΥΕΔ αναγνώρισε ότι, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, το έντυπο θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και αποσταλεί στις αρχές της χώρας Χ όταν ο καταγγέλλων παραιτήθηκε το 2001. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο τοπικός κανονισμός ορίζει ότι το έντυπο πρέπει να εκδίδεται από τον εργοδότη εντός επτά ημερών από τη λήξη της υπηρεσίας. Το έντυπο πρέπει να παραδοθεί στις αρμόδιες Υπηρεσίες Κοινωνικής Ασφάλισης για να καταχωρηθεί στα αρχεία τους. Ως εκ τούτου, ο εργοδότης υποχρεούται εκ του νόμου να εκδώσει το έντυπο, ανεξάρτητα από τη φυσική τοποθεσία του εργαζομένου. Σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι επισκέφθηκε την αντιπροσωπεία δύο φορές μετά την παραίτησή του. Επιπλέον, διάφορα διοικητικά ζητήματα αντιμετωπίστηκαν από μακριά όταν η αντιπροσωπεία απέστειλε έγγραφα ταχυδρομικώς στη διεύθυνση του καταγγέλλοντος στην Ευρώπη. Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και με το έντυπο που θα υπογραφόταν από αυτόν. Ωστόσο, αυτό δεν έγινε ποτέ ούτε καν προτάθηκε από την αντιπροσωπεία. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε επίσης τους λόγους για τους οποίους η αντιπροσωπεία δεν ανέφερε το πρόβλημα με το έντυπο στις άλλες επικοινωνίες της μαζί του σχετικά με διοικητικά ζητήματα.
19. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, απευθύνθηκε στην αντιπροσωπεία σχετικά με το έντυπο το 2005 και όχι το 2007, όπως υποστήριξε η ΕΥΕΔ. Ο λόγος για τον οποίο δεν το έπραξε αμέσως μετά την παραίτησή του το 2001 ήταν ότι νόμιζε ότι το θέμα ήταν υπό εξέταση, μαζί με τα ζητήματα του ταμείου πρόνοιας και της σύνταξής του. Επίσης, δεδομένου ότι ήταν στην Ευρώπη, δεν υπήρχε επείγουσα ανάγκη για το έντυπο. Από το 2005, επικοινωνούσε τακτικά με τους πρώην συναδέλφους του σχετικά με το θέμα. Ωστόσο, αρχικά δεν βρήκε κανένα λόγο να κρατήσει αρχεία και αποδεικτικά στοιχεία αυτών των επικοινωνιών, επειδή ήταν πεπεισμένος ότι το θέμα επρόκειτο να επιλυθεί και δεν πίστευε ότι μια μέρα θα έπρεπε να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία αυτής της αλληλογραφίας.
20. Ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τους λόγους για τους οποίους η αντιπροσωπεία δεν τον ενημέρωσε για την ανάγκη έκδοσης πιστοποιητικού κυκλοφορίας προτού προσεγγίσει την έδρα στις Βρυξέλλες τον Φεβρουάριο του 2010. Επιπλέον, μόλις τον Μάιο του 2010, όταν ο σύζυγος συναντήθηκε με την αντιπροσωπεία με δική του πρωτοβουλία, πληροφορήθηκε ότι οι υπηρεσίες διαβατηρίων είχαν απορρίψει το σχετικό αίτημα της αντιπροσωπείας τον Μάρτιο του 2010 και ότι θα έπρεπε να ζητήσει ο ίδιος ένα τέτοιο πιστοποιητικό. Η αντιπροσωπεία δεν τον προσέγγισε ποτέ εν προκειμένω.
21. Κατά τη συνεδρίαση του Μαΐου 2010, η αντιπροσωπεία εξήγησε στη σύζυγο του καταγγέλλοντος ότι υπήρχαν δύο πιθανές λύσεις στο πρόβλημα: 1) να εκδίδει αναδρομικό έντυπο, βάσει πιστοποιητικού κυκλοφορίας· ή 2) να εκδώσει έντυπο που να φέρει την ημερομηνία υποβολής του στις αρχές της χώρας Χ και να καταβάλει τις καθυστερούμενες οφειλές. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν απέρριψε αυθαίρετα την ιδέα της απόκτησης πιστοποιητικού κυκλοφορίας. Εάν η αντιπροσωπεία είχε επικοινωνήσει μαζί του σχετικά με το θέμα, αντί να προσπαθήσει η ίδια να αποκτήσει αυτό το έγγραφο, το οποίο έχει προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, πιθανότατα θα ήταν σε θέση να επιλύσει το ζήτημα από κοινού. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι σκοπός του μέτρου που έλαβε η αντιπροσωπεία, δηλαδή η προσπάθεια απόκτησης πιστοποιητικού κυκλοφορίας προκειμένου να είναι δυνατή η αναδρομική χρήση του εντύπου, ήταν να καλυφθεί το διοικητικό σφάλμα που είχε αρχικά διαπραχθεί, αγνοώντας παράλληλα όλες τις συνέπειες που αυτό θα είχε για τον ίδιο. Από την άλλη πλευρά, στα ηλεκτρονικά του μηνύματα προς την αντιπροσωπεία της 14ης Ιουνίου και της 13ης Οκτωβρίου 2010, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι εξακολουθούσε να είναι ανοικτός σε άλλες λύσεις που θα πρότεινε η αντιπροσωπεία. Η αντιπροσωπεία δεν απάντησε ποτέ σε αυτά τα ηλεκτρονικά μηνύματα.
22. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, όπως αναφέρεται στη γνώμη της ΕΥΕΔ προς τον Διαμεσολαβητή, η αντιπροσωπεία, μετά την ανεπιτυχή προσπάθειά της να λάβει πιστοποιητικό κυκλοφορίας τον Μάρτιο του 2010, φαίνεται ότι προσπάθησε για δεύτερη φορά στις 25 Οκτωβρίου 2010. Αυτή τη δεύτερη φορά, η αντιπροσωπεία προσπάθησε να εμπλέξει τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης προκειμένου να καλύψει το δικό της διοικητικό λάθος. Ωστόσο, και πάλι, το αίτημα απορρίφθηκε. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η αντιπροσωπεία θα έπρεπε να είχε συναγάγει από την προηγούμενη απάντηση των υπηρεσιών διαβατηρίων, η οποία ελήφθη τον Μάρτιο του 2010, ότι μόνον αυτός είχε το δικαίωμα να ζητήσει πιστοποιητικό κυκλοφορίας.
23. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η αντιπροσωπεία απέστειλε τελικά το έντυπο στη διεύθυνση των γονέων του στη χώρα Χ και το παρέδωσε προσωπικά στις εθνικές αρχές τον Νοέμβριο του 2011. Ωστόσο, η μορφή αποδείχθηκε ότι δεν είχε καμία αξία. Το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν φαίνεται να δέχεται αναδρομικό έντυπο για τη διευθέτηση του ζητήματος. Ως εκ τούτου, ο φάκελος του καταγγέλλοντος εξακολουθεί να είναι «ανοικτός» σαν να εξακολουθούσε να εργάζεται για την αντιπροσωπεία και να βρίσκεται σε ειδική άδεια. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι, ακόμη και αν το έντυπο γίνει τελικά δεκτό λόγω του προστίμου που η αντιπροσωπεία πρότεινε να καταβάλει, αυτό δεν θα θέσει τέλος στη ζημία που υπέστη, λόγω του διοικητικού σφάλματος που διέπραξε η αντιπροσωπεία.
24. Ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε ότι η πρόταση της ΕΥΕΔ να μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων είναι εκφοβιστική και συνιστά κατάχρηση εξουσίας, δεδομένου ότι η ΕΥΕΔ γνωρίζει πολύ καλά ότι μια τέτοια διαδικασία θα διαρκέσει χρόνια και ότι η αντιπροσωπεία απολαύει προνομιακού καθεστώτος μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών.
25. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η δήλωση της ΕΥΕΔ ότι δεν ζήτησε ποτέ το κλείσιμο του φακέλου κοινωνικής ασφάλισής του στη χώρα Χ δεν είναι συναφής. Η αντιπροσωπεία ήταν υπεύθυνη για την έκδοση του εντύπου. Μετά την έκδοσή της, ο καταγγέλλων θα ήταν υποχρεωμένος να ζητήσει από την Αρχή Κοινωνικής Ασφάλισης να κλείσει τον φάκελό του.
26. Η δήλωση της ΕΥΕΔ ότι ο καταγγέλλων ενημερωνόταν συνεχώς δεν ήταν, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ακριβής περιγραφή των γεγονότων, δεδομένου ότι αυτός ήταν εκείνος που έκανε τις τηλεφωνικές κλήσεις και ότι τα περισσότερα από τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εστάλησαν σχετικά με το θέμα εστάλησαν με δική του πρωτοβουλία.
27. Όσον αφορά τους μισθούς του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε ότι η εθνική νομοθεσία θέτει «όρια» ή «ανώτατα όρια» για τους δηλωθέντες μισθούς· μία για τον «βασικό μισθό» και μία για τον «μεταβλητό μισθό». Η αντιπροσωπεία προσκόμισε έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι δήλωσε το ανώτατο ποσό του βασικού μισθού κατά τον χρόνο πρόσληψης του καταγγέλλοντος το 1990. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα εν λόγω ανώτατα όρια αναπροσαρμόζονται από τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης κάθε χρόνο τον Ιούλιο. Μια περίληψη του φακέλου του καταγγέλλοντος, που ελήφθη από την ιστοσελίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ασφάλισης, έδειξε ότι, για τον βασικό μισθό του καταγγέλλοντος, δεν καταχωρήθηκαν εισφορές για το 1991 ή το 1995· το ποσό που καταχωρίστηκε το 1996 διέφερε ελαφρώς από το ποσό που ορίζει ο νόμος· και ο τρόπος με τον οποίο η αντιπροσωπεία αναπροσάρμοσε τον μισθό του (τον Ιανουάριο του επόμενου έτους και όχι τον Ιούλιο) σήμαινε εξαμηνιαία απώλεια εισφορών για κάθε έτος. Όσον αφορά τον μεταβλητό μισθό του καταγγέλλοντος, δεν καταχωρίστηκαν εισφορές για τα έτη 1991, 1993 και από το 1995 και μετά· το ποσό που καταγράφηκε για το 1992 διέφερε ελαφρώς από το ποσό που είχε καθοριστεί από τον νόμο, λόγω του τρόπου με τον οποίο η αντιπροσωπεία είχε αναπροσαρμόσει τον μισθό του. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, συνολικά, οι εισφορές που καταχωρίστηκαν από τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης ήταν σημαντικά χαμηλότερες από ό,τι θα έπρεπε.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
28. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η δημόσια διοίκηση της ΕΕ θα πρέπει να διαθέτει διαδικασίες που να διασφαλίζουν ότι συμμορφώνεται με όλες τις υποχρεώσεις που της επιβάλλονται βάσει των εθνικών κανόνων που ισχύουν για το προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών κανόνων σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής είναι επίσης της άποψης ότι όλα τα μέλη του προσωπικού έχουν υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας με τη δημόσια διοίκηση της ΕΕ. Αυτό περιλαμβάνει τη λήψη όλων των εύλογων μέτρων για να βοηθηθεί η διοίκηση να διασφαλίσει ότι οι φάκελοι του προσωπικού είναι σε καλή κατάσταση.
29. Από τις πληροφορίες που του παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η αντιπροσωπεία είχε την υποχρέωση, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, να υποβάλει το έντυπο στις αρχές της χώρας Χ μόλις λήξει η απασχόληση του καταγγέλλοντος το 2001. Φαίνεται ότι, κατά τον εν λόγω χρόνο, ο καταγγέλλων δεν ήταν παρών στη χώρα Χ για να υπογράψει το έντυπο. Αυτό σαφώς θα δυσχέραινε τη διαδικασία για την αντιπροσωπεία. Ωστόσο, η αντιπροσωπεία θα έπρεπε, εκείνη τη στιγμή, να έχει τουλάχιστον αποστείλει το έντυπο στον καταγγέλλοντα για να το υπογράψει, επιτρέποντας έτσι στη διοίκηση να υποβάλει το έντυπο στις αρχές της χώρας Χ. Η ΕΥΕΔ δεν υπέβαλε κανένα επιχείρημα για να εξηγήσει γιατί δεν έγινε αυτό ή γιατί αυτό δεν θα ήταν δυνατό. Ως εκ τούτου, η αντιπροσωπεία ήταν υπεύθυνη για τη μη υποβολή του εντύπου εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Η ΕΥΕΔ θα πρέπει να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για την επίλυση των συνεπειών αυτής της αποτυχίας.
30. Επειδή η αντιπροσωπεία δεν υπέβαλε το έντυπο στις αρχές της χώρας Χ εντός της προθεσμίας που ορίζει ο νόμος, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα, και πάλι βάσει των πληροφοριών που του παρασχέθηκαν, ότι ένα μέσο για να κλείσει ο φάκελος του καταγγέλλοντος θα ήταν να παράσχει στις αρχές της χώρας Χ πιστοποιητικό κυκλοφορίας [1].
31. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο μόνος τρόπος για την απόκτηση πιστοποιητικού κυκλοφορίας φαίνεται να είναι ο καταγγέλλων να ζητήσει την έκδοσή του. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν επιθυμεί να το πράξει, διότι θεωρεί ότι η αντιπροσωπεία ευθύνεται για το πρόβλημα με τον φάκελο κοινωνικής ασφάλισής του και υποστηρίζει ότι το πιστοποιητικό κυκλοφορίας είναι ύποπτο έγγραφο που ζητείται κυρίως από εγκληματίες.
32. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το γεγονός ότι είναι δυνατόν να ζητηθεί και να ληφθεί επίσημο πιστοποιητικό κυκλοφορίας από τη διοίκηση της χώρας Χ πρέπει εύλογα να σημαίνει ότι το πιστοποιητικό έχει νόμιμο και νομικά έγκυρο σκοπό. Εν ολίγοις, δεν μπορεί να ισχύει ότι το πιστοποιητικό κυκλοφορίας ζητείται και χρησιμοποιείται μόνο από εγκληματίες. Ως εκ τούτου, δεν είναι πεπεισμένος από το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι δεν μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο έγγραφο από φόβο ότι το αίτημά του θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενο ότι είναι εγκληματίας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν βλέπει κανέναν βάσιμο λόγο για την απροθυμία του καταγγέλλοντος να συνδράμει την αντιπροσωπεία στην απόκτηση του εν λόγω πιστοποιητικού τον Μάιο του 2010, προκειμένου να κλείσει επιτυχώς ο φάκελος κοινωνικής ασφάλισής του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι οποιαδήποτε ζημία υποστεί ο καταγγέλλων μετά την ημερομηνία αυτή ως αποτέλεσμα του παράτυπου καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισής του πρέπει να αποδοθεί μόνο στον καταγγέλλοντα.
33. Είναι επίσης σαφές ότι οποιαδήποτε ζημία υπέστη ο καταγγέλλων λόγω του παράτυπου καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισής του πριν από τον Μάιο του 2010 πρέπει να αποδοθεί στις αρχικές παραλείψεις της αντιπροσωπείας να λάβει εύλογα μέτρα για την τακτοποίηση του φακέλου του το 2001 και στη συνεχιζόμενη παράλειψή της μετά το 2001 να τακτοποιήσει την κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει από τον φάκελο ότι η αντιπροσωπεία θα μπορούσε να είχε λάβει μέτρα σε προγενέστερο στάδιο για τη διευθέτηση της κατάστασης. Σημειώνει ότι ο καταγγέλλων απέστειλε ένα πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα στη διοίκηση στις 3 Φεβρουαρίου 2005, στο οποίο επέστησε την προσοχή σε μια παρατυπία της διοικητικής του κατάστασης.
34. Ο Διαμεσολαβητής αναφέρθηκε στην παράλειψη της αντιπροσωπείας να εκπληρώσει τη νομική της υποχρέωση να υποβάλει το έντυπο του καταγγέλλοντος στις εθνικές αρχές το 2001, καθώς και στην καθυστερημένη προσπάθειά της να επιλύσει το ζήτημα, υποβάλλοντας πρόταση για φιλική λύση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (βλ. παράγραφο 40 κατωτέρω).
35. Εκτός από το θέμα του εντύπου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι μισθοί που δηλώθηκαν από την αντιπροσωπεία στις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης για λογαριασμό του δεν ήταν ακριβείς. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η αντιπροσωπεία δήλωσε το μέγιστο ποσό του βασικού μισθού κατά την πρόσληψή του το 1990, αλλά ότι για ορισμένα από τα επόμενα έτη δεν καταβλήθηκαν εισφορές ή καταβλήθηκαν εσφαλμένες εισφορές. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα ανώτατα όρια των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης αναπροσαρμόζονταν από τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης κάθε Ιούλιο. Ωστόσο, η αντιπροσωπεία αναπροσάρμοσε τον μισθό του μόνο τον Ιανουάριο του επόμενου έτους (και όχι τον Ιούλιο). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό σήμαινε μείωση των εισφορών για έξι μήνες κάθε έτους. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, συνολικά, ότι οι εισφορές που καταχωρίστηκαν από τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης ήταν σημαντικά χαμηλότερες από ό,τι θα έπρεπε.
36. Ο Διαμεσολαβητής ήταν της άποψης ότι τα σχετικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ήταν άξια πλήρους εξέτασης των πραγματικών περιστατικών. Φαίνεται ότι η αντιπροσωπεία δεν είχε ακόμη προβεί σε τόσο πλήρη εξέταση των πραγματικών περιστατικών. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η αντιπροσωπεία θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά τον φάκελο του καταγγέλλοντος, ώστε να διασφαλίσει ότι δεν σημειώθηκαν παρατυπίες όσον αφορά τις πληρωμές προς τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης. Αν όντως συνέβησαν, θα πρέπει να τακτοποιηθεί η κατάσταση. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε επίσης το ζήτημα αυτό στην πρότασή του για φιλική λύση.
37. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε επίσης τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο της πρότασης για φιλική λύση.
38. Δεδομένης της παράλειψης της αντιπροσωπείας να εκπληρώσει τη νομική της υποχρέωση να υποβάλει το έντυπο στις εθνικές αρχές και της καθυστερημένης προσπάθειάς της να επιλύσει το ζήτημα, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πλήρως πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει νομική βάση για το αίτημα αποζημίωσης του καταγγέλλοντος, τουλάχιστον όσον αφορά τυχόν ζημίες που ενδέχεται να έχουν επέλθει πριν από τον Μάιο του 2010, όταν η αντιπροσωπεία κατέβαλε εύλογες προσπάθειες για την επίλυση του ζητήματος.
39. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η καθυστέρηση στην προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος φαίνεται να έχει οδηγήσει σε καθυστερούμενα ποσά που οφείλονται στην κοινωνική ασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των εκκρεμών προστίμων και τόκων. Η Διαμεσολαβήτρια υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε αξίωση αποζημίωσης μπορεί να αφορά μόνο ζημίες που δεν μπορούν να αναιρεθούν με τη λήψη διορθωτικών μέτρων τώρα.
Η πρόταση φιλικής λύσης
40. Με βάση την ανωτέρω ανάλυση και τα πορίσματα, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε την ακόλουθη πρόταση φιλικής λύσης:
Λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας, η ΕΥΕΔ θα μπορούσε:
(1) να λάβει μέτρα για να κλείσει ο φάκελος κοινωνικής ασφάλισης του καταγγέλλοντος στη χώρα Χ, κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος, και στη συνέχεια να υποβάλει στην αντιπροσωπεία πιστοποιητικό κυκλοφορίας·
(2) να εξετάσει τα επιχειρήματα και τις ανησυχίες του καταγγέλλοντος όσον αφορά τους μισθούς που δήλωσε η αντιπροσωπεία στις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης της χώρας Χ·
(3) Τακτοποίηση τυχόν καθυστερούμενων ποσών που οφείλονται στην κοινωνική ασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των εκκρεμών προστίμων και τόκων, λαμβανομένων υπόψη τυχόν σφαλμάτων που εντοπίστηκαν κατά την επανεξέταση που προτείνεται στο σημείο 2· και
(4) Να εξετάσει με προσοχή κάθε τεκμηριωμένο αίτημα αποζημίωσης για ζημία που μπορεί να υποβάλει ο καταγγέλλων σχετικά με την περίοδο πριν από την πρώτη πρόταση της αντιπροσωπείας για τα μέσα επίλυσης του αδιεξόδου τον Μάιο του 2010.
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
41. Όσον αφορά το σημείο 1 της πρότασης φιλικής λύσης, η ΕΥΕΔ δήλωσε ότι η αντιπροσωπεία εξακολουθεί να διαβουλεύεται με ιδιώτες δικηγόρους και τις αρχές της χώρας Χ, λαμβάνοντας όλα τα δυνατά μέτρα για την επίλυση του ζητήματος. Ωστόσο, η έλλειψη καλόπιστης συνεργασίας που επέδειξε ο καταγγέλλων έχει βλάψει σοβαρά τις προσπάθειες αυτές. Ωστόσο, η ΕΥΕΔ παραμένει προσηλωμένη στη συνεργασία με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο φάκελος κοινωνικής ασφάλισής του θα κλείσει το συντομότερο δυνατόν μετά την υποβολή του πιστοποιητικού κυκλοφορίας.
42. Όσον αφορά το σημείο 2 της πρότασης, η ΕΥΕΔ δήλωσε ότι η αντιπροσωπεία κατέβαλλε τακτικά, καλή τη πίστει, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τον καταγγέλλοντα κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του. Οι ανησυχίες του καταγγέλλοντος ότι η αντιπροσωπεία δεν κατέβαλλε τακτικά εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τον ίδιο κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στη χώρα Χ βασίζονται σε δεδομένα που είναι προσβάσιμα μέσω του δικτυακού τόπου της υπηρεσίας κοινωνικής ασφάλισης της χώρας Χ. Η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στην εκτύπωση από τον εν λόγω δικτυακό τόπο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αξιόπιστα ως απόδειξη ότι η αντιπροσωπεία δεν κατέβαλε τις κατάλληλες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Πρώτον, η έννοια των δεδομένων δεν έχει επαληθευτεί και επιβεβαιωθεί από τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης. Δεύτερον, τα στοιχεία που παρέχονται είναι ανεπεξέργαστα και επιδέχονται ερμηνεία. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την ΕΥΕΔ, ο καταγγέλλων φαίνεται να ερμηνεύει τα αριθμητικά στοιχεία ως συνιστώσες τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που κατέβαλε η αντιπροσωπεία, ενώ τα στοιχεία φαίνεται να συνιστούν τις αλλαγές στα ανώτατα όρια που δηλώθηκαν για τον «βασικό μισθό» και τον «μεταβλητό μισθό» για τον καταγγέλλοντα. Επομένως, το γεγονός ότι δεν αναφέρεται κανένα ποσό για ένα συγκεκριμένο έτος δεν σημαίνει ότι δεν καταβλήθηκαν εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, αλλά απλώς ότι το ανώτατο όριο μισθού βάσει του οποίου υπολογίστηκαν οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης παρέμεινε αμετάβλητο. Σύμφωνα με την ΕΥΕΔ, η αντιπροσωπεία κατέβαλε εισφορές στον καταγγέλλοντα για όλα τα έτη κατά τα οποία εργάστηκε εκεί. Επιπλέον, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο καταγγέλλων, τα ανώτατα όρια των μισθών κοινωνικής ασφάλισης προσαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου απασχόλησής του.
43. Η ΕΥΕΔ δήλωσε επίσης ότι, όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η τιμαριθμική αναπροσαρμογή του ανώτατου ορίου μισθού γινόταν με καθυστέρηση έξι μηνών κάθε χρόνο, η αντιπροσωπεία βρίσκεται επί του παρόντος σε επαφή με τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης της χώρας Χ για να διαπιστώσει κατά πόσον όντως διαπράχθηκε διοικητικό σφάλμα. Φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι η αντιπροσωπεία εφάρμοσε την τιμαριθμική αναπροσαρμογή με εξάμηνη καθυστέρηση κατά την περίοδο 1995-1999, αλλά ότι το σφάλμα διορθώθηκε από το έτος 2000. Εάν διαπιστωθεί ότι στην πραγματικότητα οφείλονται ορισμένα ελάχιστα ποσά, η ΕΥΕΔ θα τακτοποιήσει τα ποσά αυτά.
44. Όσον αφορά το σημείο 3 της πρότασης, η ΕΥΕΔ δήλωσε ότι δεσμεύεται να καταβάλει κάθε πρόστιμο που ενδέχεται να οφείλεται μετά την εκπρόθεσμη υποβολή του εντύπου, καθώς και κάθε ποσό κοινωνικής ασφάλισης που οφείλεται καθυστερημένα (βλ. σκέψη 43 ανωτέρω).
45. Όσον αφορά το σημείο 4 της πρότασης, η ΕΥΕΔ υποστήριξε ότι επέδειξε καλή θέληση στην προσπάθειά της να επιλύσει αποτελεσματικά το ζήτημα, αλλά ότι ο καταγγέλλων δεν συνεργάστηκε. Ως εκ τούτου, η ΕΥΕΔ θεωρεί αβάσιμα τα αιτήματα του καταγγέλλοντος για αποκατάσταση της ζημίας.
46. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της ΕΥΕΔ, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε, όσον αφορά το σημείο 1 της πρότασης, ότι η ΕΥΕΔ δεν απέδειξε τίποτα από όσα υποστηρίζει ότι έπραξε η αντιπροσωπεία. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν υπάρχει πραγματική απόδειξη «καλής πίστης» εκ μέρους της αντιπροσωπείας. Προσπάθησε ευγενικά να επικοινωνήσει με την αντιπροσωπεία για χρόνια. Ωστόσο, δεν δέχεται την αναδρομική ισχύ του κλεισίματος του φακέλου του βάσει πιστοποιητικού κυκλοφορίας, δεδομένου ότι ένας τέτοιος τρόπος ενέργειας θα αντέβαινε στις εθνικές νομοθεσίες.
47. Όσον αφορά το σημείο 2 της πρότασης, ο καταγγέλλων διερωτάται, συνοπτικά, για ποιον λόγο θα πρέπει να είναι βέβαιος ότι η ΕΥΕΔ κατανοεί ορθά τα αριθμητικά στοιχεία και όχι τα δικά του. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο μόνος τρόπος για να γνωρίζουμε ακριβώς την κατάσταση είναι να λάβουμε επίσημη δήλωση από τις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης της χώρας Χ.
48. Όσον αφορά τα οφειλόμενα ποσά και το αίτημα αποζημίωσης, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η καταβολή από την αντιπροσωπεία «χαμένων» εισφορών έως το 2010 θα αποτελούσε έναν τρόπο αποκατάστασης, τουλάχιστον εν μέρει, των ζημιών που προκλήθηκαν από το λάθος της αντιπροσωπείας. Μια άλλη πιθανή λύση θα ήταν η έκδοση του εντύπου με την τρέχουσα ημερομηνία, η οποία θα απαιτούσε από την αντιπροσωπεία να καταβάλει εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τον καταγγέλλοντα μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν συμφωνεί ανεπιφύλακτα να χορηγήσει στην Αντιπροσωπεία πιστοποιητικό κυκλοφορίας, διότι αυτό θα της επέτρεπε να εκθέσει εκ των υστέρων το κλείσιμο του φακέλου κοινωνικής ασφάλισής του στις αρχές της χώρας Χ. Μόλις κλείσει ο φάκελός του, ο καταγγέλλων φοβάται ότι θα είναι αδύνατο να ζητήσει αποζημίωση για τη ζημία που θεωρεί ότι υπέστη.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
49. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τη δήλωση της ΕΥΕΔ ότι δεσμεύεται να αναλάβει δράση για το κλείσιμο του φακέλου κοινωνικής ασφάλισης του καταγγέλλοντος στη χώρα Χ μόλις ο καταγγέλλων υποβάλει πιστοποιητικό κυκλοφορίας στην αντιπροσωπεία. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων δεν επιθυμεί να υποβάλει πιστοποιητικό κυκλοφορίας στην αντιπροσωπεία διότι, κατά την άποψή του, (1) μια τέτοια ενέργεια θα παραβίαζε την εθνική νομοθεσία· και 2) δικαιούται αποζημίωση τουλάχιστον ίση με το ποσό των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που θα έπρεπε να καταβάλει η αντιπροσωπεία εάν ο φάκελος έκλεινε με την τρέχουσα ημερομηνία, αντί να έχει αναδρομική ισχύ από το 2001 βάσει πιστοποιητικού κυκλοφορίας.
50. Στον Διαμεσολαβητή δεν παρασχέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η διαδικασία που πρότεινε η αντιπροσωπεία για το κλείσιμο του φακέλου κοινωνικής ασφάλισης του καταγγέλλοντος, δηλαδή η υποβολή πιστοποιητικού κυκλοφορίας στις αρχές της χώρας Χ, θα παραβίαζε το εθνικό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν προκύψει ότι δεν είναι νομικά δυνατό, βάσει του εθνικού δικαίου, να κλείσει ο φάκελος βάσει πιστοποιητικού κυκλοφορίας, ασφαλώς, σημειώνει ο Διαμεσολαβητής, η μόνη συνέπεια θα είναι ότι οι αρχές της χώρας Χ απλώς δεν θα αποδεχθούν το αίτημα της αντιπροσωπείας να κλείσει ο φάκελος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν βλέπει καμία δικαιολογία για την απροθυμία του καταγγέλλοντος τουλάχιστον να επιτρέψει στην αντιπροσωπεία να επιχειρήσει μια τέτοια λύση παρέχοντάς της το απαιτούμενο πιστοποιητικό κυκλοφορίας. Η αντιπροσωπεία θα μπορούσε στη συνέχεια να υποβάλει αίτηση για το κλείσιμο του φακέλου του από την ημερομηνία λήξης της σύμβασής του με την αντιπροσωπεία.
51. Όσον αφορά τα εικαζόμενα σφάλματα στους μισθούς που δηλώθηκαν στις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης σε σχέση με τον καταγγέλλοντα, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τη δέσμευση της ΕΥΕΔ να τακτοποιήσει τα ποσά που οφείλονται στις υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης, εάν υπάρχουν, μόλις κλείσει ο φάκελος του καταγγέλλοντος και αποσαφηνιστεί το ζήτημα της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης τη δέσμευση της ΕΥΕΔ να καταβάλει κάθε πρόστιμο που ενδέχεται να οφείλεται μετά την εκπρόθεσμη υποβολή του εντύπου.
52. Βάσει των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η ΕΥΕΔ είναι πράγματι προσηλωμένη στην επίλυση του καταγγελλόμενου ζητήματος. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει αυτή την πτυχή της καταγγελίας διαπιστώνοντας ότι το ζήτημα έχει διευθετηθεί από την ΕΥΕΔ. Ωστόσο, εάν η ΕΥΕΔ δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις της όσον αφορά το κλείσιμο του φακέλου κοινωνικής ασφάλισης του καταγγέλλοντος μετά την προσκόμιση πιστοποιητικού κυκλοφορίας ή την καταβολή των οφειλόμενων ποσών και προστίμων, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής νέας καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.
53. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι υπέστη σημαντική ζημία λόγω της καθυστέρησης στο κλείσιμο του φακέλου κοινωνικής ασφάλισής του και της επακόλουθης αξίωσής του για αποζημίωση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι το ζήτημα αυτό είναι σαφώς διακριτό από την υποχρέωση της ΕΥΕΔ να αναλάβει δράση για το κλείσιμο του φακέλου κοινωνικής ασφάλισης του καταγγέλλοντος και τα πιθανά εκκρεμή ποσά και πρόστιμα που ενδέχεται να οφείλονται στις αρχές της χώρας Χ.
54. Όπως επισημαίνεται στην πρόταση φιλικής λύσης (βλ. παραγράφους 32 και 33 ανωτέρω), κάθε ζημία που υπέστη ο καταγγέλλων, πριν από τον Μάιο του 2010, λόγω του παράτυπου καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισής του, πρέπει να αποδοθεί στην αντιπροσωπεία.
55. Ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει ότι οι κανόνες που διέπουν την εξωσυμβατική ευθύνη είναι ιδιαίτερα αυστηροί. Στον καταγγέλλοντα μπορεί να χορηγηθεί αποζημίωση μόνον εάν υποβάλει στην ΕΥΕΔ στοιχεία που αποδεικνύουν ότι έχασε ευκαιρίες απασχόλησης, υπέστη άγχος και επιβαρύνθηκε με δαπάνες ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της παράλειψης της αντιπροσωπείας να κλείσει τον φάκελο κοινωνικής ασφάλισής του. Ο Διαμεσολαβητής δεν έχει στη διάθεσή του κανένα αποδεικτικό στοιχείο τέτοιας ζημίας. Δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο καταγγέλλων να υποβάλει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία στην ΕΥΕΔ στο μέλλον. Εάν το πράξει, η ΕΥΕΔ θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά το ζήτημα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει αυτή την πτυχή της καταγγελίας διαπιστώνοντας ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες εκ μέρους του.
Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Η ΕΥΕΔ διευθέτησε την πτυχή της καταγγελίας που αφορά το κλείσιμο του φακέλου κοινωνικής ασφάλισης του καταγγέλλοντος και την καταβολή των οφειλόμενων ποσών και προστίμων.
Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά την πτυχή της καταγγελίας που σχετίζεται με το αίτημα του καταγγέλλοντος για αποκατάσταση της ζημίας.
Ο καταγγέλλων και η ΕΥΕΔ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 8 Μαρτίου 2013
[1] Δεν είναι σαφές στον Διαμεσολαβητή εάν θα ήταν πράγματι αρκετό να κλείσει ο φάκελος κοινωνικής ασφάλισης του καταγγέλλοντος εάν υπογράφει τώρα το έντυπο που πρέπει να υποβληθεί στις αρχές της χώρας Χ από την αντιπροσωπεία.