FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 48/2012/MHZ - Ισχυρισμός περί εσφαλμένου χειρισμού καταγγελίας προς την ΕΤΕπ

Ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») σχετικά με σχέδιο για την κατασκευή οδικής γέφυρας και οδών πρόσβασης στην Πολωνία. Υποστήριξε ότι η ΕΤΕπ δεν έπρεπε να χρηματοδοτήσει το σχέδιο, καθόσον αυτό δεν συμμορφωνόταν προς τις σχετικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις, ενώ ισχυρίστηκε ότι πίσω από το σχέδιο κρύβονταν ιδιοτελείς σκοπιμότητες (πολιτικές πιέσεις και καταχρηστικές πρακτικές). Το τμήμα χειρισμού καταγγελιών της ΕΤΕπ κίνησε διαδικασία έρευνας σχετικά με την καταγγελία. Ο ενδιαφερόμενος δεν συμφώνησε με το συμπέρασμα του τμήματος περί μη ύπαρξης κρούσματος κακοδιοίκησης εκ μέρους της ΕΤΕπ και στράφηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Έκρινε, επίσης, ότι το εν λόγω τμήμα καθυστέρησε να αποφανθεί επί της καταγγελίας του. Υποστήριξε ότι η ΕΤΕπ όφειλε να διασφαλίσει τη συμμόρφωση των πολωνικών αρχών προς όλες τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις πριν από την εκταμίευση κονδυλίων για το σχέδιο.

Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι, στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η ΕΤΕπ ήταν σε θέση να αιτιολογήσει δεόντως την καθυστέρησή της κατά τον χειρισμό της καταγγελίας. Εκτίμησε επίσης ότι το τμήμα χειρισμού καταγγελιών προέβη στις ενδεδειγμένες ενέργειες στο πλαίσιο διεξαγωγής της σχετικής έρευνας. Επιπλέον, έκρινε ότι η απόφαση του τμήματος χειρισμού καταγγελιών, όπως συμπληρώθηκε από τη γνώμη της ΕΤΕπ, καθώς και η περαιτέρω απάντησή του στις ερωτήσεις του Διαμεσολαβητή, αιτιολογούν δεόντως τη θέση του τμήματος ότι δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης στις αποφάσεις της ΕΤΕπ σχετικά με το σχέδιο. Των αποφάσεων αυτών προηγήθηκε ο έλεγχος των εγγράφων που υπέβαλαν οι πολωνικές αρχές. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί περί μη συμμόρφωσης προς τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και οι ισχυρισμοί περί κατάχρησης εξουσίας δεν επιβεβαιώθηκαν από τις αρμόδιες πολωνικές αρχές παροχής έννομης προστασίας. Τέλος, επισημαίνεται ότι η ΕΤΕπ απέφυγε να προβεί σε εκταμιεύσεις υπέρ του σχεδίου πριν από τον έλεγχο των ανωτέρω ισχυρισμών.

Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται κρούσμα κακοδιοίκησης και περάτωσε την εξέταση της υπόθεσης. Εξάλλου, διατύπωσε συμπληρωματική παρατήρηση με την οποία κάλεσε το τμήμα χειρισμού καταγγελιών να εξετάσει το ενδεχόμενο αιτιολόγησης της απόφασής του με την οποία ενημερώνει τον εκάστοτε καταγγέλλοντα για τυχόν καθυστερήσεις κατά τον χειρισμό των καταγγελιών τους.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Στις 19 Οκτωβρίου 2010, ο καταγγέλλων, Πολωνός δημοσιογράφος και αντιπρόεδρος μη κυβερνητικής οργάνωσης («ΜΚΟ») στο Torun, υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») καταγγελία σχετικά με το έργο κατασκευής στο Torun (Πολωνία) οδικής γέφυρας με οδούς πρόσβασης («το έργο»). Το έργο χρηματοδοτήθηκε, μεταξύ άλλων, με δάνειο από την ΕΤΕπ[1]. Η καταγγελία διεκπεραιώθηκε από το Τμήμα Μηχανισμού Καταγγελιών της ΕΤΕπ (εφεξής «ΜΚ»).

2. Στην καταγγελία του προς την ΕΤΕπ, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, εν ολίγοις, ότι η ΕΤΕπ δεν έπρεπε να χρηματοδοτήσει το έργο για τους ακόλουθους λόγους.

3. Πρώτον, κατά την άποψή του, το έργο δεν συμμορφώνεται με τη διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων («ΕΠΕ») που προβλέπεται στην οδηγία 85/337 του Συμβουλίου για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον[2], όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/11/ΕΚ[3] και την οδηγία 2003/35 (όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού)[4].  Ειδικότερα, υποστήριξε ότι οι πολωνικές αρχές συναίνεσαν στην απόφαση του κυρίου του έργου να χωρίσει το κύριο έργο σε υποέργα με σκοπό την αποφυγή της απαίτησης ΕΠΕ («τεμαχισμός σαλαμιού»). Ο καταγγέλλων επισήμανε, εν ολίγοις, ότι, μολονότι διενεργήθηκαν ΕΠΕ όσον αφορά τα υποέργα, δεν πραγματοποιήθηκε σωρευτική ΕΠΕ για το συνολικό έργο. Κατά την άποψή του, πραγματοποιήθηκε ΕΠΕ μόνο όσον αφορά το πρώτο στάδιο της επένδυσης, το οποίο αφορούσε 4,1 χλμ. οδού και γέφυρας. Ο δρόμος, ωστόσο, σημείωσε, έχει μήκος 14 χιλιόμετρα και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις αυτού του δρόμου δεν έχουν εκτιμηθεί ποτέ. Ως εκ τούτου, δεν τηρήθηκε η υποχρέωση διενέργειας εκτίμησης, διότι μόνον εάν όλα τα επιμέρους έργα στο σύνολό τους μπορούν να εκτιμηθούν ουσιαστικά κατά πόσον το έργο είχε σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Δεύτερον, η αρχική πρόταση για τη θέση της γέφυρας ήταν πιο εφικτή και λιγότερο δαπανηρή. Τρίτον, ο πολωνικός νόμος περί δημόσιων οικονομικών απαγορεύει το χρέος των πόλεων να υπερβαίνει το 60 % των εσόδων του προϋπολογισμού, ενώ, ως αποτέλεσμα του δανείου της ΕΤΕπ, το χρέος της πόλης Torun θα αυξανόταν σε πάνω από 70 %. Τέταρτον, εν ολίγοις, η τοποθεσία που επιλέχθηκε για το έργο αποφασίστηκε αφού τα ενδιαφερόμενα μέρη δωροδόκησαν Πολωνούς αξιωματούχους. Υπήρχαν επίσης πολιτικοί λόγοι πίσω από το σχέδιο. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Τράπεζα να σταματήσει τις εκταμιεύσεις της για το έργο.

4. Στην καταγγελία του προς την ΕΤΕπ, ο καταγγέλλων την ενημέρωσε επίσης ότι είχε ήδη υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγγελία κατά της Πολωνίας σχετικά με το έργο και ανέφερε ότι η καταγγελία του είχε καταχωριστεί με αριθμό αναφοράς CHAP(2010) 01685-Πολωνία. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να «αναβάλειτην απόφασή της να παράσχει χρηματοδότηση για την εν λόγω επένδυση»έως ότου η Επιτροπή λάβει απόφαση σχετικά με την καταγγελία του. Πρότεινε να συμμετάσχει η ΕΤΕπστην «εξέταση»της καταγγελίας του CHAP, δεδομένου ότι παρείχε στην Επιτροπή λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το έργο.

5. Ο CM καταχώρισε την καταγγελία του στις 5 Νοεμβρίου 2010 και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι «μπορείνα αναμένει επίσημη απάντηση από την Τράπεζα το αργότερο έως τις 6 Ιανουαρίου 2011».

6. Εν τω μεταξύ, στην περαιτέρω ανακοίνωση του καταγγέλλοντος της 2ας Νοεμβρίου 2010, η οποία συμπλήρωνε την αρχική καταγγελία προς την ΕΤΕπ, ενημέρωσε την CM ότι κατηγορείτο για δυσφήμηση και επρόκειτο να εναχθεί για συκοφαντική δυσφήμηση από τις αρχές του Torun, λόγω των επιστολών σχετικά με το έργο που είχε αποστείλει στα «έργαμεταφορών της ΕΕ»στη Βαρσοβία.

7. Στις 6 Ιανουαρίου 2011, η CM ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι «λόγωτης πολυπλοκότητας της έρευνας»,ήταν αναγκαίο να παραταθεί η προθεσμία εξέτασης της καταγγελίας του και ότι θα ελάμβανε επίσημη απάντηση «τοαργότερο έως τις 31 Μαΐου 2011.»

8. Στις 31 Μαΐου 2011, η CM ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν ήταν σε θέση να του παράσχει την έκθεση συμπερασμάτων και ότι «θακαταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να του παράσχειτην επίσημη απάντηση εντός της συντομότερης δυνατής προθεσμίας».

9. Στις 10 Αυγούστου 2011, η CM εξέδωσε την απόφασή της («έκθεση συμπερασμάτων»). Στην ενδεκασέλιδη απόφασή της, η CM συνόψισε πρώτα τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος (χωρίς να αναφερθεί στο ζήτημα της διαφθοράς). Στη συνέχεια, περιέγραψε το έργο. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε σε ανακοίνωση που έλαβε από τις αρχές του Torun στις 25 Νοεμβρίου 2010, στην οποία ανέφερε ότι είχε αποσύρει την προσφυγή του κατά του καταγγέλλοντος, διότι ο τελευταίος του είχε ζητήσει συγγνώμη. Στη συνέχεια, η CM περιέγραψε το πεδίο της έρευνάς της ως εξής. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο κοινωνικών και περιβαλλοντικών πρακτικών της ΕΤΕπ του 2007, η ΕΤΕπ είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο της συμμόρφωσης ενός φορέα υλοποίησης με τις απαιτήσεις: i) τη διεξαγωγή πλήρους διαδικασίας ΕΠΕ (συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας διαβούλευσης και της έγκρισης/συγκατάθεσης σχεδιασμού)· ii) τον προσδιορισμό των επιπτώσεων και των κατάλληλων μέτρων που απαιτούνται για την αποφυγή, τη μείωση ή τον μετριασμό τους· και iii) να εξετάσει εναλλακτικές λύσεις, δηλαδή τα προτεινόμενα μέτρα μετριασμού και αντιστάθμισης, και το σχετικό σχέδιο μετριασμού. Ενώ υπεύθυνος για την ΕΠΕ και όλες τις συναφείς δραστηριότητες είναι ο φορέας υλοποίησης και οι αρμόδιες εθνικές αρχές, ο ρόλος της ΕΤΕπ είναι να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.

10. Η CM ανέφερε περαιτέρω ότι η σύμβαση χρηματοδότησης του δανείου για το έργο προβλέπει ότι, πριν από την εκταμίευση οποιωνδήποτε κεφαλαίων είτε για το έργο στο σύνολό του είτε για μέρος αυτού, η ΕΤΕπ πρέπει να βεβαιωθεί ότι έχουν τηρηθεί οι περιβαλλοντικοί όροι. Η μη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει την ΕΤΕπ να διακόψει την εκταμίευση του δανείου. Η σύμβαση χρηματοδότησης προβλέπει ότι, πριν από την εκταμίευση, πρέπει να υποβάλλονται έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας για τους οικοτόπους. Η ΕΤΕπ δήλωσε επίσης ότι την ευθύνη για την ΕΠΕ φέρει η πολωνική περιφερειακή διεύθυνση για την προστασία του περιβάλλοντος. Πραγματοποιήθηκαν δύο διαδικασίες ΕΠΕ (το 2007 και το 2009). Στις 9.10.2009 εκδόθηκε από την ανωτέρω Δ/νση απόφαση έγκρισης μελέτης και χορήγησης οικοδομικής άδειας.

11. Η CM αναφέρθηκε λεπτομερώς σε τρεις εναλλακτικές λύσεις για το έργο και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η πρώτη έγινε δεκτή έναντι των άλλων δύο. Η σχετική απόφαση ελήφθη αφού οι εθνικές αρχές είχαν προβεί σε ανάλυση των προληπτικών μέτρων που θα ήταν αναγκαία για τη μείωση ή την αντιστάθμιση των πιθανών δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η εναλλακτική λύση 1 έλαβε την υψηλότερη βαθμολογία, διότι είχε μικρότερο αντίκτυπο στο περιβάλλον και καθόλου αντίκτυπο στην ιστορική περιοχή της πόλης Torun, σε σύγκριση με την εναλλακτική λύση 2 (που προτιμά ο καταγγέλλων). Η εναλλακτική λύση 1 ήταν πράγματι ακριβότερη, αλλά αυτό οφειλόταν στα πολύπλοκα αστικά χαρακτηριστικά της περιοχής.

12. Η CM υποστήριξε ότι «απότις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον φορέα υλοποίησης», ο τελευταίοςδιεξήγαγε δημόσιες διαβουλεύσεις μεταξύ 2003 και 2009 και κατέληξε σε πλειοψηφική συμφωνία σχετικά με την επιλεγείσα τοποθεσία της γέφυρας (εναλλακτική λύση 1). Όλες οι εναλλακτικές λύσεις για την τοποθεσία του έργου παρουσιάστηκαν και συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια των δημόσιων διαβουλεύσεων.

13. Η ΕΤΕπ έλαβε επίσης θετική γνώμη από το πολωνικό Περιφερειακό Λογιστικό Επιμελητήριο σχετικά με το κατά πόσον η αύξηση του χρέους της πόλης που προέκυψε από τις δαπάνες του έργου ήταν σύμφωνη με την πολωνική νομοθεσία.

14. Η CM κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά την αξιολόγηση του έργου, η ΕΤΕπ ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια. Οι πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις μετριάστηκαν με την επιλογή τόσο εναλλακτικών μέτρων διαχείρισης που συνδέονται με το στάδιο του σχεδιασμού και της περιβαλλοντικής ανάλυσης, όσο και κατάλληλων μέτρων. Επιπλέον, η ΕΤΕπ απαίτησε τα χρηματοδοτούμενα μέρη του έργου να υποβληθούν σε έλεγχο οδικής ασφάλειας, σύμφωνα με τις αρχές της οδηγίας 2008/96/ΕΚ για τη διαχείριση της ασφάλειας των οδικών υποδομών[5].

15. Η ΕΤΕπ διαπίστωσε επίσης ότι το υψηλό κόστος του έργου δικαιολογούνταν από τον αστικό χαρακτήρα της περιοχής. Η CM δήλωσε ότι, από τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν, «φαίνεται»ότι διενεργήθηκε ΕΠΕ, καθώς και δημόσιες διαβουλεύσεις, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Ως εκ τούτου, η CM «δενεντόπισε περίπτωση παραβίασηςτης περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ». Η CM δήλωσε επίσης ότι η Επιτροπή είναι το αρμόδιο θεσμικό όργανο της ΕΕ για την αντιμετώπιση εικαζόμενων παραβιάσεων του δικαίου της ΕΕ και θα ενημερώσει την CM σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνάς της. Η Επιτροπή κίνησε την έρευνα αυτή κατόπιν της καταγγελίας που της υπέβαλε ο καταγγέλλων. Εν κατακλείδι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της ΕΤΕπ.

16. Στις 27 Νοεμβρίου 2011, ο καταγγέλλων ζήτησε από την ΕΤΕπ τα ονόματα των υπαλλήλων της που ασχολούνται με την καταγγελία του.

17. Στις 7 Δεκεμβρίου 2011, η ΕΤΕπ απάντησε ότι η έκθεση συμπερασμάτων είχε υπογραφεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους.

18. Στις 16 Δεκεμβρίου 2011, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την CM (και την Επιτροπή) ότι η Γενική Διεύθυνση Προστασίας του Περιβάλλοντος στη Βαρσοβία είχε αποφασίσει, κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε η ΜΚΟ του καταγγέλλοντος, ότι η ΕΠΕ για το έργο που υλοποιήθηκε το 2007 δεν ήταν έγκυρη. Τον Δεκέμβριο του 2011, οι αρχές του Δήμου Torun άσκησαν προσφυγή ενώπιον της Γενικής Διεύθυνσης ζητώντας την αναθεώρηση της ανωτέρω απόφασής της, σύμφωνα με τη σχετική πολωνική νομοθεσία. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Το αντικείμενο της έρευνας

19. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ δεν χειρίστηκε ορθά την καταγγελία του.

20. Ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι πολωνικές αρχές συμμορφώνονται με όλες τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις πριν από την εκταμίευση τυχόν κονδυλίων για το έργο.

Η έρευνα

21. Στις 2 Φεβρουαρίου 2012, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την ΕΤΕπ να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση του καταγγέλλοντος.

22. Στις 14 Μαΐου 2012, η ΕΤΕπ υπέβαλε τη γνώμη της στην αγγλική γλώσσα. Η μετάφραση της γνώμης στα πολωνικά διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις, τις οποίες του ζητήθηκε να υποβάλει έως τις 31 Ιουλίου 2012. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2012, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε περαιτέρω ερωτήσεις στην ΕΤΕπ. Η ΕΤΕπ απάντησε στις 24 Οκτωβρίου 2012. Η απάντηση αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 14 Δεκεμβρίου 2012[6].

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

23. Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε i) παραλείψεις των πολωνικών αρχών που είχαν ως αποτέλεσμα τη μη συμμόρφωση του έργου με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο και ii) κρυφούς λόγους για την τοποθεσία του έργου, δηλαδή ότι τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο έργο δωροδοκήθηκαν και ότι ασκήθηκαν πολιτικές πιέσεις σε σχέση με το έργο. Στις παρατηρήσεις του της 14ης Δεκεμβρίου 2012, ο καταγγέλλων πρότεινε στον Διαμεσολαβητή να αναθέσει την εκπόνηση έκθεσης σε εμπειρογνώμονα του περιβαλλοντικού δικαίου προκειμένου να αξιολογηθεί η καταλληλότητα της τοποθεσίας που επιλέχθηκε για το έργο.

24. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να ακολουθήσει την πρόταση του καταγγέλλοντος. Επισημαίνει ότι το άρθρο 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) του παρέχει την εξουσία να διερευνά πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης μόνο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ. Το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προβλέπει ρητά ότι καμία ενέργεια άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να διερευνήσει εικαζόμενες παραλείψεις των πολωνικών αρχών ή ατόμων σε σχέση με το έργο. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αξιολόγηση της συμμόρφωσης του έργου με την περιβαλλοντική νομοθεσία θα αφορούσε αναγκαστικά τις σχετικές ενέργειες των πολωνικών αρχών ή ιδιωτών, δεν μπορεί να ακολουθήσει την πρόταση του καταγγέλλοντος.

Α. Ο εικαζόμενος εσφαλμένος χειρισμός της καταγγελίας του καταγγέλλοντος από την ΕΤΕπ

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

25. Αρχικά, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η CM χρειάστηκε δέκα μήνες για να εξετάσει την καταγγελία του και ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η CM παρέτεινε την προθεσμία για την υποβολή των τελικών συμπερασμάτων της.

26. Υποστήριξε επίσης ότι ενημερώθηκε από τις αρμόδιες αρχές του Δήμου Torun ότι, ακόμη και αν η ΕΠΕ επρόκειτο τελικά να κηρυχθεί άκυρη μέσω της διαδικασίας αναθεώρησης ενώπιον της πολωνικής γενικής διεύθυνσης, η ΕΤΕπ δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση χρηματοδότησης που ρυθμίζει το δάνειο για το έργο. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, εάν οι πληροφορίες αυτές είναι ορθές, ήταν άχρηστο για την CM να κινήσει την έρευνα.

27. Επιπλέον, η CM δεν εξήγησε στην απόφασή της τον τρόπο με τον οποίο διερεύνησε την καταγγελία, δηλαδή αν επικοινώνησε με την Κοινή Βοήθεια για τη Στήριξη Έργων στις Ευρωπαϊκές Περιφέρειες, γνωστή ως JASPERS, στη Βαρσοβία, η οποία αποτελείται από την ΕΤΕπ από κοινού με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης και άλλους εταίρους, και η οποία παρείχε διεθνή εμπειρογνωμοσύνη στη διαχείριση του έργου.

28. Επιπλέον, δεν έλαβε θέση σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος όσον αφορά τον «τεμαχισμό σαλαμιού» και τους κρυφούς λόγους πίσω από το έργο (πολιτική πίεση και πρακτικές διαφθοράς).

29. Τέλος, στην έκθεση συμπερασμάτων της, η CM διαπίστωσε ότι «δενεντόπισε περίπτωση παραβίασης τηςπεριβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ», ενώ ταυτόχρονα δήλωσε ότι η Επιτροπή είναι το μόνο αρμόδιο θεσμικό όργανο της ΕΕ για την αντιμετώπιση της εικαζόμενης παραβίασης του δικαίου της ΕΕ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, η προαναφερθείσα διαπίστωση της CM είναι αμφισβητήσιμη, δεδομένου ότι, το 2011, η Γενική Διεύθυνση Προστασίας του Περιβάλλοντος στη Βαρσοβία ακύρωσε την ΕΠΕ που διενεργήθηκε για το έργο.

30. Στη γνωμοδότησή της επί της καταγγελίας, η ΕΤΕπ επισήμανε καταρχάς ότι, αφού η Επιτροπή εξέδωσε θετική γνώμη για το έργο στις 23 Ιουλίου 2010, η ΕΤΕπ διενήργησε την αξιολόγησή της και την ολοκλήρωσε τον Νοέμβριο του 2010. Στις 14 Δεκεμβρίου 2010, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΤΕπ ενέκρινε το έργο.

31. Η ΕΤΕπ παραδέχθηκε στη γνώμη της ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 του μέρους IV των «Αρχών,όρων εντολής και διαδικαστικών κανόνων του μηχανισμού καταγγελιών της ΕΤΕπ»(«CMPTR»), η τελική απάντηση ΕΤΕπ-CM θα πρέπει να παρέχεται το αργότερο εντός 40 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της απόδειξης παραλαβής της καταγγελίας. Η CMPTR προβλέπει ότι, για πολύπλοκα ζητήματα ή λόγους πέραν της «σφαίραςεπιρροής» τηςCM, η προθεσμία για την παροχή τελικής απάντησης μπορεί να παραταθεί κατά 100 εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο, αφού ενημερωθεί δεόντως ο καταγγέλλων για την εν λόγω παράταση.

32. Η ΕΤΕπ υπογράμμισε, όσον αφορά την εικαζόμενη καθυστέρηση, ότι, στις 3 και 8 Νοεμβρίου 2010, καθώς και στις 6, 13, 23 και 30 Μαΐου 2011, ο καταγγέλλων διαβίβασε στην ΕΤΕπ περαιτέρω αλληλογραφία σχετικά με την αρχική καταγγελία του της 19ης Οκτωβρίου 2010. Η αλληλογραφία αυτή έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την εν εξελίξει επανεξέταση. Ως εκ τούτου, μετά τη λήξη της παράτασης των 100 εργάσιμων ημερών στις 31 Μαΐου 2011, η CM ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι ήταν αναγκαίο να παραταθεί το χρονικό πλαίσιο για τη διεκπεραίωση της καταγγελίας πέραν της καθορισμένης προθεσμίας. Επιπλέον, ήταν αναγκαίο να ζητηθούν μεταφράσεις βασικών πληροφοριών και εγγράφων στις γλώσσες εργασίας της ΕΤΕπ. Ως εκ τούτου, εάν είχε υποβάλει απάντηση έως τις 31 Μαΐου 2011, δεν θα ήταν σε θέση να λάβει υπόψη όλες τις πληροφορίες και τα νέα στοιχεία (άρθρα στον Τύπο, αποφάσεις και δηλώσεις των εθνικών περιβαλλοντικών αρχών) που υπέβαλε ο καταγγέλλων μεταξύ 6 και 30 Μαΐου 2011. Ωστόσο, στις 10 Αυγούστου 2011, κατά την υποβολή της έκθεσης συμπερασμάτων, η ΕΤΕπ ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση.

33. Η ΕΤΕπ δήλωσε ότι, σε αντίθεση με την άποψη του καταγγέλλοντος, η CM μπορεί, κατά περίπτωση, να παρέχει συστάσεις, συμπεριλαμβανομένων επιχειρησιακών διορθωτικών μέτρων, στη διοίκηση της ΕΤΕπ.

34. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 6 του μέρους IV της CMPTR, όταν μια καταγγελία κρίνεται παραδεκτή, η CM κινεί πλήρη έρευνα και έλεγχο συμμόρφωσης σχετικά με τα ζητήματα που εγείρει ο καταγγέλλων. Αυτό περιλαμβάνει επανεξέταση των εγγράφων και των αρχείων, συναντήσεις με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς ενδιαφερόμενους φορείς, εάν είναι απαραίτητο, και συντονισμό των διαφόρων υπηρεσιών του Ομίλου ΕΤΕπ που συμμετέχουν στο σχετικό έργο. Εν προκειμένω, η CM ζήτησε τη γνώμη των επιχειρησιακών υπηρεσιών της ΕΤΕπ, ήτοι της ομάδας αξιολογήσεως και της JASPERS. Ζήτησε επίσης και επανεξέτασε περαιτέρω διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν από τον φορέα υλοποίησης του έργου. Τέλος, συνεργάστηκε με τη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης της Επιτροπής («ΓΔ REGIO»).

35. Η ΕΤΕπ αναφέρθηκε επίσης στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με τον «τεμαχισμό σαλαμιού». Δήλωσε ότι το έργο συνίσταταιστην «κατασκευή γέφυρας και των οδών πρόσβασης στον ποταμό Βιστούλα στη νέα πορεία της εθνικής οδού αριθ. 1 στο Torún, η οποία αποτελεί μέρος του δικτύου ΔΕΔ-Μ, ενώνοντάς την με τις εθνικές οδούς αριθ. 15 και αριθ. 80 ... Το συνολικό μήκος της νέας διαδρομής είναι περίπου 4,1 χλμ.... Το έργο περιλαμβάνει επίσης οδούς εξυπηρέτησης που συνδέουν τη γειτονική περιοχή για πάνω από 2 km, καθώς και ορισμένες άλλες κύριες διασταυρώσεις ... στο βόρειο άκρο ... και ... στο νότιο άκρο.« Πρόκειται για «αυτοτελέςέργο»,το οποίο, σύμφωνα με την οδηγία ΕΠΕ, έχει υποβληθεί σε πλήρη ΕΠΕ, συμπεριλαμβανομένων αρκετών δημόσιων διαβουλεύσεων. Η ΕΠΕ του έργου πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια (η πρώτη ΕΠΕ πραγματοποιήθηκε το 2007 και η δεύτερη το 2009). Η διαδικασία ΕΠΕ περιλάμβανε δημόσιες διαβουλεύσεις. Τα αποτελέσματα αυτών των δημόσιων διαβουλεύσεων ελήφθησαν υπόψη στις σχετικές διοικητικές αποφάσεις για την ΕΠΕ και στη διαδικασία χορήγησης άδειας. Η πρώτη περιβαλλοντική απόφαση που εκδόθηκε σχετικά με το έργο περιλάμβανε απαιτήσεις όπως η κατάρτιση καταλόγου προστατευόμενων ειδών και η παρακολούθησή τους. Η ΕΤΕπ δήλωσε ότι η σωρευτική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα είναι αναγκαία μόνο όταν ληφθεί απόφαση για την κατασκευή νέας οδού που θα ενώνει το έργο με την υφιστάμενη οδό N1 προς το Γκντανσκ. Ωστόσο, η σωρευτική αξιολόγηση δεν απαιτείται για την κατασκευή της γέφυρας. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι φαίνεται ότι η διαδικασία ΕΠΕ διεξήχθη με διαφάνεια και ότι δεν φαίνεται ότι το έργο χωρίστηκε σε μικρότερα έργα προκειμένου να αποφευχθεί η ανάγκη σωρευτικής εκτίμησης.

36. Επιπλέον, η ΕΤΕπ επισήμανε ότι ο δανειολήπτης στην παρούσα υπόθεση παρείχε στην ΕΤΕπ τις αναγκαίες άδειες και τις εγκεκριμένες περιβαλλοντικές αποφάσεις σχετικά με την ΕΠΕ. Η ΕΤΕπ πρόσθεσε ότι δεν είναι αρμόδια να ασκεί αξιολογική κρίση όσον αφορά την επιλογή του συνόλου των εναλλακτικών επιλογών που πρέπει να μελετηθούν και/ή να αναλυθούν. Το καθήκον αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Η ΕΤΕπ είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο του κατά πόσον ο φορέας υλοποίησης έχει i) διεξαγάγει πλήρη διαδικασία ΕΠΕ (συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας διαβούλευσης και της έγκρισης/συγκατάθεσης σχεδιασμού)· ii) προσδιόρισε τις επιπτώσεις και τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή, τη μείωση ή τον μετριασμό τους· και iii) εξετάστηκαν εναλλακτικές λύσεις, δηλαδή τα προτεινόμενα μέτρα μετριασμού και αντιστάθμισης και το σχετικό σχέδιο μετριασμού. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ ελέγχει την αξιολόγηση των εθνικών αρχών, καθώς και τη συμμόρφωσή τους με τη σχετική ενωσιακή και εθνική νομοθεσία.

37. Τέλος, η ΕΤΕπ παρέπεμψε στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ και δήλωσε ότι η CM δεν είναι αρμόδια να διενεργεί πλήρη έλεγχο της εικαζόμενης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος. Από την άλλη πλευρά, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του μέρους II της CMPTR, η CM μπορεί να διεξάγει έρευνες σχετικά με καταγγελίες για εικαζόμενη κακοδιοίκηση από τον όμιλο της ΕΤΕπ. Στην παρούσα υπόθεση, η CM έκρινε αβάσιμους τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος κατά της ΕΤΕπ. Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία διεξήγαγε έρευνα για το ίδιο θέμα, επιβεβαίωσε τα πορίσματα και τα συμπεράσματα της CM.

38. Στην περαιτέρω απάντησή της, η ΕΤΕπ ανέφερε, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί πρακτικών διαφθοράς που ο καταγγέλλων περιέλαβε στην καταγγελία του προς την ΕΤΕπ, ότι η CM διαβίβασε τον ισχυρισμό στο τμήμα ερευνών απάτης της ΕΤΕπ. Πρόσθεσε ότι το τμήμα αυτό συνεργάζεται με την Εισαγγελία Εφετών στο Γκντανσκ (Πολωνία), η οποία διερευνά τους ισχυρισμούς περί απάτης.

39. Απαντώντας στην περαιτέρω ερώτηση του Διαμεσολαβητή σχετικά με τα αρχικά επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ότι η τοποθεσία του έργου αποφασίστηκε για πολιτικούς λόγους και ότι υπήρχαν πρακτικές διαφθοράς, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι στην έκθεση συμπερασμάτων της, η CM αποσαφήνισε ουσιαστικά τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν για την ανάλυση των εναλλακτικών τοποθεσιών. Η ανάλυση των εναλλακτικών τοποθεσιών επιβεβαίωσε ότι η επιλεγμένη τοποθεσία ήταν η πλέον συμφέρουσα εναλλακτική λύση σε σύγκριση με τις άλλες εναλλακτικές λύσεις, γεγονός που θα είχε οδηγήσει στην καταστροφή μιας φυσικής προστατευόμενης περιοχής και στην παρεμβολή με ιστορικά στοιχεία στην παλιά πόλη. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι δεν βρήκε αποδεικτικά στοιχεία που να στηρίζουν τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η τοποθεσία επιλέχθηκε για πολιτικούς λόγους.

40. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη συμπληρωματική απάντηση της ΕΤΕπ, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι η ΕΤΕπ δεν θα έπρεπε να είχε χρηματοδοτήσει το έργο, διότι δεν ήταν ούτε οικονομικά δικαιολογημένο ούτε συμβατό με το περιβάλλον. Ενέμεινε στην άποψή του ότι η απόφαση σχετικά με την τοποθεσία του έργου ελήφθη λόγω της δωροδοκίας των εμπλεκόμενων Πολωνών αξιωματούχων. Κατά την άποψή του, μέρος της γης που τελικά επιλέχθηκε για την τοποθεσία του έργου και στη συνέχεια πωλήθηκε στον επενδυτή ανήκε σε συγγενή ενός από τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι ο πολωνός περιφερειακός εισαγγελέας στο Γκντανσκ δεν εντόπισε στοιχεία διαφθοράς ή αντιοικονομικής διαχείρισης. Ανέφερε επίσης ότι, στις 26 Οκτωβρίου 2012, η Γενική Διεύθυνση Προστασίας του Περιβάλλοντος στη Βαρσοβία αποφάσισε να ασκήσει προσφυγή σχετικά με απόφαση που είχε λάβει η ίδια το 2011. Σύμφωνα με την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου, η ΕΠΕ του 2007 για το έργο δεν ήταν απολύτως σύμφωνη με την τότε ισχύουσα νομοθεσία, αλλά αυτή η μη συμμόρφωση δεν ήταν πρόδηλη και δεν ακύρωσε την ΕΠΕ αυτή καθαυτή. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν συμφωνεί με την τελική απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, οι αρμόδιες πολωνικές αρχές (ο εισαγγελέας και η Γενική Διεύθυνση) θα είχαν λάβει διαφορετικές αποφάσεις σχετικά με το έργο εάν δεν υπήρχε χρηματοδότηση από την ΕΕ. Ο καταγγέλλων δεν είναι ικανοποιημένος με το σκεπτικό της ΕΤΕπ όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η τρέχουσα τοποθεσία του έργου επιλέχθηκε μεταξύ άλλων εναλλακτικών τοποθεσιών. Και τούτο διότι, κατά την άποψή του, το πολωνικό έγγραφο σχετικά με τους εναλλακτικούς τόπους στους οποίους αναφέρθηκε η ΕΤΕπ δεν ήταν ορθό.

41. Εν ολίγοις, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η ΕΤΕπ θα έπρεπε να είχε επιδείξει μεγαλύτερη επιμέλεια κατά την επαλήθευση των εγγράφων που υπέβαλαν οι πολωνικές αρχές που υπέβαλαν αίτηση για το δάνειο. Η τεκμηρίωση αυτή κατέδειξε σαφώς τη διαφθορά στο πλαίσιο του έργου και την αντιοικονομική διαχείρισή του. Διαπιστώθηκαν αστοχίες που υποδεικνύουν μη συμμόρφωση με την περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ (παρέμβαση σε τόπους Natura 2000, ανεπαρκείς δημόσιες διαβουλεύσεις). Πράγματι, το δάνειο της ΕΤΕπ αύξησε το χρέος της πόλης Torun στο 75% και η πόλη Torun έγινε η πιο χρεωμένη πόλη της Πολωνίας. Ως αποτέλεσμα, οι δημόσιες δαπάνες στην πόλη αυτή μειώθηκαν.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

42. Οι κανόνες σχετικά με τον διαδικαστικό χειρισμό των καταγγελιών από το Τμήμα Μηχανισμού Καταγγελιών της ΕΤΕπ κωδικοποιούνται από την Τράπεζα σε έγγραφο με τίτλο «Οιαρχές του Μηχανισμού Καταγγελιών της ΕΤΕπ, η εντολή και ο εσωτερικός κανονισμός». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα αξιολογήσει πρώτα κατά πόσον η CM ακολούθησε ορθά τους κανόνες που την δεσμεύουν και οι οποίοι περιλαμβάνονται στους τίτλους «Προθεσμίαεξέτασης της καταγγελίας του καταγγέλλοντος»και «Βήματατης έρευνας»που παρουσιάζονται κατωτέρω. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής θα λάβει θέση σχετικά με την έκθεση συμπερασμάτων.

Προθεσμία εξέτασης της καταγγελίας του καταγγέλλοντος

43. Ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του στην ΕΤΕπ στις 19 Οκτωβρίου 2010. Ο CM την καταχώρισε στις 5 Νοεμβρίου 2010 και εξέδωσε την τελική απόφαση επί της καταγγελίας του (έκθεση συμπερασμάτων) στις 10 Αυγούστου 2011. Ως εκ τούτου, χρειάστηκαν 10 μήνες ή περίπου 300 ημέρες για την εξέταση της καταγγελίας. Το άρθρο 10.1 του μέρους IV της CMPTR προβλέπει προθεσμία 40 ημερών για την εξέταση καταγγελίας. Το χρονικό αυτό πλαίσιο μπορεί να παραταθεί κατά 100 επιπλέον ημέρες «γιαπολύπλοκα ζητήματα»ή «γιαλόγους πέραν της σφαίρας επιρροής»της ΚΕ. Ως εκ τούτου, συνολικά, η CMPTR προβλέπει χρονικό πλαίσιο 140 ημερών, ή λιγότερο από επτά μήνες. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η ΕΤΕπ αιτιολόγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους χρειάστηκε τρεις επιπλέον μήνες για να διεκπεραιώσει την καταγγελία του καταγγέλλοντος.

44. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται το επιχείρημα της ΕΤΕπ ότι η συμπληρωματική αλληλογραφία του καταγγέλλοντος που εστάλη πριν από τη λήξη της παραταθείσας προθεσμίας έπρεπε να επανεξεταστεί και η επανεξέταση αυτή απαιτούσε πρόσθετο χρόνο. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης εύλογο το επιχείρημα ότι η CM χρειαζόταν πρόσθετο χρόνο για να λάβει μετάφραση των σχετικών πληροφοριών.

45. Ο Διαμεσολαβητής εκτιμά το γεγονός ότι, στις 31 Μαΐου 2011, όταν επρόκειτο να λήξει η προθεσμία που είχε παραταθεί κατά 100 ημέρες, η ΕΤΕπ επικοινώνησε με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να τον ενημερώσει για την καθυστέρηση. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι πληροφορίες αυτές δεν περιλάμβαναν εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.

Βήματα της έρευνας

46. Το άρθρο 7.6 του μέρους IV της CMPTR προβλέπει ότι η CM θα πρέπει να λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα όταν διερευνά πιθανή περίπτωση κακοδιοίκησης από την Τράπεζα: i) εξετάζει τα σχετικά έγγραφα· ii) διασφαλίζει τον συντονισμό των διαφόρων εμπλεκόμενων υπηρεσιών του Ομίλου ΕΤΕπ· και iii) πραγματοποιούν συναντήσεις με τους κατάλληλους εσωτερικούς και εξωτερικούς ενδιαφερόμενους φορείς προκειμένου να συγκεντρώσουν όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες. Το άρθρο 8 του μέρους IV της CMPTR, με τίτλο «Μέθοδοιέρευνας»,προβλέπει ότι η τυποποιημένη διαδικασία έρευνας της CM περιλαμβάνει την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών και την εσωτερική επανεξέταση. Ως εκ τούτου, η CM μπορεί, μεταξύ άλλων, να επικοινωνήσει με τον καταγγέλλοντα, τα θιγόμενα άτομα, τους κυβερνητικούς υπαλλήλους και τις αρχές έργου της χώρας στην οποία βρίσκεται το έργο, τους φορείς υλοποίησης έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΤΕπ, τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και τις ΜΚΟ και μπορεί να ζητήσει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις για συγκεκριμένα θέματα από τα πρόσωπα και τις οντότητες που αναφέρονται ανωτέρω. Είναι αυτονόητο ότι η επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου έρευνας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε σχέση με μια συγκεκριμένη καταγγελία εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της CM.

47. Στη συμπληρωματική απάντησή της, η ΕΤΕπ περιέγραψε λεπτομερέστερα την έρευνα της CM. Δήλωσε ότι η CM επικοινώνησε με την ομάδα αξιολόγησης του έργου, τη JASPERS, τη ΓΔ REGIO και ζήτησε επίσης πρόσθετες εξηγήσεις από τον φορέα υλοποίησης του έργου. Τα μέτρα αυτά είναι εύλογα υπό το πρίσμα της φύσης της καταγγελίας του καταγγέλλοντος.

48. Επιπλέον, η CM ορθώς μετέφερε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος περί διαφθοράς μεταξύ των υπαλλήλων που ασχολούνται με το έργο στο τμήμα ερευνών απάτης της ΕΤΕπ. Το στάδιο αυτό είναι σύμφωνο με τον κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 7.4 του μέρους IV της CMPTR,σύμφωνα με τον οποίο «εάν, κατά τη διάρκεια της έρευνας μιας καταγγελίας, ... ορισμένοι ισχυρισμοί αφορούν απάτη και/ή διαφθορά, το σχετικό μέρος της καταγγελίας παραδίδεται στο τμήμα ερευνών απάτης της ΕΤΕπ».

49. Τέλος, όπως εξήγησε η ΕΤΕπ στη συμπληρωματική απάντησή της, η CM έχει τη δυνατότητα να περατώσει την έρευνά της με συστάσεις ή προτάσεις διορθωτικών μέτρων. Η Τράπεζα θα μπορούσε πράγματι να διακόψει τις εκταμιεύσεις της για το έργο ανά πάσα στιγμή (επίσης μετά την έκδοση της έκθεσης συμπερασμάτων της CM σχετικά με την έρευνά της), εάν πληρούνταν συγκεκριμένες προϋποθέσεις που δικαιολογούν την εν λόγω δράση. Επομένως, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο καταγγέλλων, δεν ήταν «άχρηστο»για την CM να κινήσει έρευνα σχετικά με την καταγγελία του.

Έκθεση συμπερασμάτων

50. Στην αρχική του καταγγελία προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ορθώς επισήμανε ότι στην έκθεση συμπερασμάτων, την οποία εξέδωσε η CM μετά την έρευνά της, η τελευταία δεν έλαβε σαφή θέση σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος για «τεμαχισμό σαλαμιού» του έργου και δεν έλαβε θέση σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι υπήρχαν κρυφοί λόγοι πίσω από το έργο (πολιτική πίεση και πρακτικές διαφθοράς). Ωστόσο, οι αποτυχίες αυτές διορθώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή. Στη γνωμοδότησή της, την οποία διαβίβασε ο Διαμεσολαβητής στον καταγγέλλοντα, η ΕΤΕπ εξήγησε λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος σχετικά με τον «τεμαχισμό σαλαμιού» δεν ήταν δικαιολογημένος. Επιπλέον, όπως επισημαίνεται στο σημείο 48 ανωτέρω, η ΕΤΕπ κατέδειξε στη συμπληρωματική απάντησή της ότι η αγορά ισχύος έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος για διαφθορά. Τέλος, εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η τοποθεσία του έργου επιλέχθηκε βάσει ανάλυσης των εναλλακτικών λύσεων που παρασχέθηκαν και όχι για πολιτικούς λόγους.

51. Επιπλέον, στη γνωμοδότησή της σχετικά με την καταγγελία, η ΕΤΕπ αποσαφήνισε την αρμοδιότητα της CM. Δήλωσε ότι η CM είναι αρμόδια να αντιμετωπίζει πιθανές περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του ομίλου της ΕΤΕπ, ενώ η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, είναι αρμόδια να εξετάζει καταγγελίες για παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τη διευκρίνιση αυτή, διότι η έκθεση συμπερασμάτων δημιούργησε κάποια ασάφεια ως προς το θέμα αυτό, λόγω της δήλωσης στην οποία αναφέρεται ότι η CM «δενεντόπισε περίπτωση παραβίασης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ».

52. Η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έκθεση συμπερασμάτων της CM, η οποία συμπληρώνεται από τη γνώμη της ΕΤΕπ και την περαιτέρω απάντησή της στις ερωτήσεις της Διαμεσολαβήτριας, συνιστά, εν ολίγοις, ορθή αιτιολόγηση της θέσης της CM ότι δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης στις αποφάσεις της ΕΤΕπ σχετικά με το έργο.

53. Συναφώς, πρέπει ωστόσο να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως ως διαδικαστικής προϋποθέσεως και, αφετέρου, της λειτουργίας της ως ενδείξεως ουσιαστικού ελαττώματος της προς εξέταση αποφάσεως. Πράγματι, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ δεν επέδειξε επαρκή επιμέλεια κατά την επαλήθευση της συμμόρφωσης του έργου με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και ότι αυτό κατέστη εμφανές στα τέλη του 2011, όταν η πολωνική Γενική Διεύθυνση ακύρωσε την ΕΠΕ που πραγματοποίησαν οι πολωνικές αρχές για το έργο το 2007. Επιπλέον, λόγω του δανείου της ΕΤΕπ, ο Δήμος Torun κατέστη υπερχρεωμένος.

54. Ωστόσο, αφού εξέτασε τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε ότι η ΕΤΕπ δεν επαλήθευσε τα έγγραφα που παρασχέθηκαν από τον φορέα υλοποίησης του έργου και τις πολωνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης απάντησης από το πολωνικό επιμελητήριο λογοδοσίας όσον αφορά το χρέος της πόλης Torun. Όπως ορθώς επισήμανε η Τράπεζα, οι περιβαλλοντικές αποφάσεις και όλες οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από τις πολωνικές αρχές[7] και η ΕΤΕπ ελέγχει μόνο, πριν συμφωνήσει με το δάνειο, την αξιολόγηση των εθνικών αρχών, καθώς και τη συμμόρφωσή του με τη σχετική ενωσιακή και εθνική νομοθεσία.

55. Από την άλλη πλευρά, ο καταγγέλλων μπορεί να έχει δίκιο να υποστηρίζει ότι η συνολική θετική αξιολόγηση του έργου από την ΕΤΕπ, πριν αποφασίσει για το δάνειο το 2010, ενδέχεται να μην ήταν απολύτως ορθή εάν, το 2011, η πολωνική γενική διεύθυνση διαπίστωσε ότι η ΕΠΕ που διενήργησαν οι πολωνικές αρχές το 2007 ήταν άκυρη. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι, το 2010, και με βάση τις πληροφορίες και τα μέσα που είχε στη διάθεσή της εκείνη την περίοδο, η ΕΤΕπ θα έπρεπε οπωσδήποτε να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με αυτό που κατέληξε η Γενική Διεύθυνση ένα έτος αργότερα. Επιπλέον, από τις τελευταίες παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος προκύπτει ότι, το 2012, η ίδια Γενική Διεύθυνση ακύρωσε κατ’ έφεση τη δική της απόφαση του 2011 και έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η μη συμμόρφωση της ΕΠΕ δεν ήταν πρόδηλη και ότι, ως εκ τούτου, η ΕΠΕ ήταν έγκυρη.

56. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει τις ανησυχίες που εξέφρασε ο καταγγέλλων στις τελευταίες παρατηρήσεις του, σύμφωνα με τις οποίες, συνολικά, η τελική απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης και η απόφαση του Πολωνού Εισαγγελέα στο Γκντανσκ σχετικά με εικαζόμενη διαφθορά σε σχέση με το έργο δεν επηρεάστηκαν από τον νόμο, αλλά από τη μεγάλη οικονομική επένδυση της ΕΕ στο εν εξελίξει έργο, η οποία για τον λόγο αυτό κατέστη μη αναστρέψιμη. Για τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο 24 ανωτέρω, το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων του Διαμεσολαβητή. Ούτε φαίνεται ότι η ΕΤΕπ μπορεί να λάβει υπόψη τις ανησυχίες αυτές στις μελλοντικές αποφάσεις της, εάν υπάρχουν, σχετικά με το δάνειο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να επιστήσει την προσοχή στην αρχή του αμοιβαίου σεβασμού και της καλόπιστης συνεργασίας που επιβάλλεται στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και στα κράτη μέλη της ΕΕ από το άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση («ΣΕΕ»). Επιπλέον, το Δικαστήριο της ΕΕ επικαλέστηκε την αρχή αυτή στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ (τότε άρθρο 226 της ΣΕΚ)[8]. Το άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η ΕΤΕπ μπορούσε ευλόγως να αναμένει από τις πολωνικές αρχές να διενεργήσουν, με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια, αξιολόγηση βάσει του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου.

57. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης σε σχέση με τον ισχυρισμό.

Β. Ισχυρισμός ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις πριν από την εκταμίευση περισσότερων χρημάτων για το έργο

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

58. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΕπ θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι πολωνικές αρχές συμμορφώνονται με όλες τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις πριν από την εκταμίευση τυχόν περαιτέρω κονδυλίων για το έργο. Κατ’ ουσίαν, έκρινε ότι, από τον Δεκέμβριο του 2011, όταν η πολωνική Γενική Διεύθυνση ακύρωσε την ΕΠΕ που διενεργήθηκε για το έργο το 2007, η ΕΤΕπ δεν θα έπρεπε να έχει εκταμιεύσει περαιτέρω χρήματα για το έργο.

59. Στη γνώμη της, η ΕΤΕπ ανέφερε ότι αρκετούς μήνες μετά την έκδοση της έκθεσης συμπερασμάτων, ενημερώθηκε για την απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας του Περιβάλλοντος στη Βαρσοβία με την οποία ακυρώθηκε η ΕΠΕ που πραγματοποιήθηκε για το έργο το 2007. Ωστόσο, η Γενική Διεύθυνση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση δεν ήταν οριστική, αλλά υπόκειτο σε επανεξέταση, σύμφωνα με τον πολωνικό κώδικα διοικητικής δικονομίας. Η ΕΤΕπ ενημερώθηκε ότι οι αρμόδιες πολωνικές αρχές πράγματι επανεξέταζαν το θέμα αυτό, αλλά δεν εξήχθησαν συμπεράσματα μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της γνώμης της ΕΤΕπ. Ως εκ τούτου, η CM παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς την κατάσταση.

60. Στη συμπληρωματική απάντησή της, η ΕΤΕπ επισήμανε επίσης ότι ουδέποτε έλαβε περαιτέρω αιτήσεις εκταμιεύσεων για το έργο. Σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της ΕΤΕπ, κάθε μελλοντικό αίτημα εκταμίευσης θα υπόκειται σε επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους ισχύοντες όρους, συμπεριλαμβανομένης της νομιμότητας έγκυρης ΕΠΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ βρίσκεται επί του παρόντος σε επαφή με τις πολωνικές εθνικές περιβαλλοντικές αρχές, καθώς και με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με σκοπό τη λήψη των αναγκαίων μέτρων υπό το πρίσμα των εν εξελίξει επανεξετάσεων και/ή προσφυγών που δεν έχουν ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα.

61. Απαντώντας στην περαιτέρω ερώτηση του Διαμεσολαβητή κατά πόσον προβλέπονται πράγματι περαιτέρω εκταμιεύσεις για το έργο και κατά πόσον, εάν το έργο έχει ήδη ξεκινήσει, η ΕΤΕπ θα μπορούσε να διακόψει ή να αναστείλει τις πληρωμές της ανά πάσα στιγμή, η ΕΤΕπ δήλωσε ότι το ποσό για το έργο που έχει ήδη εγκριθεί και υπογραφεί δεν έχει ακόμη εκταμιευθεί πλήρως. Περαιτέρω εκταμιεύσεις θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν βάσει μελλοντικού αιτήματος εκταμίευσης από τον φορέα υλοποίησης, σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές και διαδικασίες της ΕΤΕπ.

62. Η ΕΤΕπ πρόσθεσε ότι μπορεί να αναστείλει ή να ακυρώσει τις εκταμιεύσεις και να ζητήσει την επιστροφή των κεφαλαίων που έχουν ήδη εκταμιευθεί σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ο δανειολήπτης δεν συμμορφώνεται με τους συμβατικούς όρους που συμφωνήθηκαν στη σύμβαση χρηματοδότησης δανείου μεταξύ του φορέα υλοποίησης και της ΕΤΕπ, εκτός εάν αποκατασταθεί η μη συμμόρφωση.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

63. Ο Διαμεσολαβητής είναι ικανοποιημένος με την απάντηση της ΕΤΕπ στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Αντιλαμβάνεται ότι μέχρι την ημερομηνία της απόφασης της πολωνικής Γενικής Διεύθυνσης επί της προσφυγής, δηλαδή στις 26 Οκτωβρίου 2012, δεν είχαν πραγματοποιηθεί περαιτέρω εκταμιεύσεις.

64. Επιπλέον, αποδέχεται τις διαβεβαιώσεις της Τράπεζας ότι, κάθε φορά που θα υποβάλλεται νέο αίτημα εκταμίευσης, η ΕΤΕπ θα ελέγχει τη συμμόρφωση με τη σύμβαση χρηματοδότησης δανείου και τους ισχύοντες όρους, συμπεριλαμβανομένης της νομιμότητας έγκυρης ΕΠΕ.

65. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά τον ισχυρισμό.

Γ. Συμπεράσματα

Βάσει της έρευνάς του, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά τον ισχυρισμό. Επιπλέον, δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με τον ισχυρισμό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κλείνει τον φάκελο.

Ο καταγγέλλων και η ΕΤΕπ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατήρηση

Κάθε φορά που το Τμήμα Μηχανισμού Καταγγελιών της ΕΤΕπ ενημερώνει τους καταγγέλλοντες ότι θα υπάρξει κάποια καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των καταγγελιών τους, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο αιτιολόγησης της καθυστέρησης αυτής.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 19 Φεβρουαρίου 2013


[1] Επιπλέον, το έργο χρηματοδοτήθηκε από κονδύλια της ΕΕ βάσει απόφασης της Επιτροπής της 15ης Μαΐου 2011. Η απόφαση αυτή αποτελεί αντικείμενο άλλης καταγγελίας που υπέβαλε ο ίδιος καταγγέλλων στον Διαμεσολαβητή και φέρει τον αριθμό 1786/2011/MHZ. Η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία βρίσκεται σε εξέλιξη.

[2] Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (85/337/ΕΟΚ) (ΕΕ 1985, L 175, σ. 40).

[3] Οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 1997, L 73, σ. 5).

[4] Οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 156, σ. 17).

[5] Οδηγία 2008/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τη διαχείριση της ασφάλειας των οδικών υποδομών (ΕΕ 2008, L 319, σ. 59).

[6] Ο καταγγέλλων υπέβαλε κοινές παρατηρήσεις όσον αφορά την παρούσα καταγγελία και την καταγγελία 1786/2011/MHZ κατά της Επιτροπής.

[7] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία 85/337 αποσκοπεί στη θέσπιση γενικών αρχών για την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον με σκοπό τη συμπλήρωση και τον συντονισμό των διαδικασιών αδειοδότησης που διέπουν τα δημόσια και ιδιωτικά σχέδια που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Προς τούτο, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337 ορίζει ως «άδεια» την απόφαση της ή των αρμόδιων αρχών που παρέχει στον κύριο του έργου το δικαίωμα να πραγματοποιήσει ένα έργο.

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής: «Τακράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι, πριν δοθεί η άδεια, τα έργα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσης, του μεγέθους ή της θέσης τους, υποβάλλονται σε εκτίμηση των επιπτώσεών τους. Τα έργα αυτά ορίζονται στο άρθρο 4.»

Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 3, τα έργα των κατηγοριών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 10.

2. Τα έργα των κατηγοριών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10, εφόσον τα κράτη μέλη θεωρούν ότι το απαιτούν τα χαρακτηριστικά τους.

Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζουν ορισμένους τύπους έργων ως υποκείμενων σε εκτίμηση ή μπορούν να καθορίζουν τα κριτήρια ή/και τα κατώτατα όρια που απαιτούνται για τον καθορισμό των έργων των κατηγοριών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ τα οποία πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10»(η υπογράμμιση δική μου).

[8] Βλ. υπόθεση C-10/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2002, σ. I-2357, σκέψη 88.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!