Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1226/2008/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1226/2008/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 06 Ιουνίου 2008 - Απόφαση στις Παρασκευή | 19 Φεβρουαρίου 2010
Ο καταγγέλλων, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είχε σοβαρό ατύχημα τον Φεβρουάριο του 2001, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί μόνιμη αναπηρία 4%. Από τον Μάιο του 2004, στον καταγγέλλοντα παραχωρήθηκε, σε ετήσια βάση, δεσμευμένη θέση στάθμευσης σε έναν από τους χώρους στάθμευσης της Επιτροπής. Ωστόσο, τον Αύγουστο του 2007, ο ιατρός της Επιτροπής έκρινε ότι η επόμενη παράταση έπρεπε να εγκριθεί μόνο για έξι μήνες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει τον δεσμευμένο χώρο στάθμευσης για τη συντομευμένη αυτή περίοδο. Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή, αλλά χωρίς επιτυχία. Ο ιατρός του καταγγέλλοντος απέστειλε επιστολή στον ιατρό της Επιτροπής στις 21 Φεβρουαρίου 2008, ζητώντας του να αναθεωρήσει τη γνώμη του. Στην επιστολή του, ο ιατρός του καταγγέλλοντος εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι θα πρέπει να εξακολουθήσει να του χορηγείται δεσμευμένη θέση στάθμευσης.
Στην καταγγελία της προς τη Διαμεσολαβήτρια, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε την αίτησή της δίκαια και ορθά. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση της υγείας της δεν είχε αξιολογηθεί ορθά. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή έκρινε ότι η απόφασή της ήταν βάσιμη.
Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε υποβάλει έγγραφα που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη γνώμη του ιατρού της Επιτροπής προτού η Επιτροπή λάβει τις σχετικές αποφάσεις σχετικά με την αίτησή της και την καταγγελία της και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τις αποφάσεις της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε, ωστόσο, ότι η επιστολή της 21ης Φεβρουαρίου 2008, την οποία συνέταξε ο ιατρός του καταγγέλλοντος, περιείχε γνώμη που φαινόταν να διαφέρει από εκείνη του ιατρού της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει κατά πόσον ήταν αναγκαίο να επανεξετάσει την αίτηση του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προσωρινό συμπέρασμα ότι η παράλειψη της Επιτροπής να το πράξει συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης, καλώντας την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της.
Η Επιτροπή αποδέχθηκε την πρόταση φιλικής λύσης και ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι είχε επανεξετάσει την υπόθεση και αποφάσισε να χορηγήσει στην καταγγέλλουσα δεσμευμένο χώρο στάθμευσης για τα υπόλοιπα δύο έτη της σταδιοδρομίας της. Η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι ήταν απόλυτα ικανοποιημένη με την έκβαση της υπόθεσης, ιδίως δεδομένου ότι της είχε χορηγηθεί ο δεσμευμένος χώρος στάθμευσης μέχρι τη συνταξιοδότησή της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Στις 22 Φεβρουαρίου 2001, ο καταγγέλλων, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπέστη σοβαρό ατύχημα, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί μόνιμη αναπηρία 4 %. Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση για δεσμευμένη θέση στάθμευσης, την οποία η Επιτροπή του χορήγησε με ισχύ από τις 20 Μαΐου 2004. Η επιφύλαξη ανανεώνεται σε ετήσια βάση. Αφού ο ιατρός της Επιτροπής εξέτασε τον καταγγέλλοντα στις 9 Αυγούστου 2007, εξέφρασε την άποψη ότι η επόμενη παράταση θα πρέπει να εγκριθεί μόνο για έξι μήνες και δεν θα πρέπει να χορηγηθεί περαιτέρω παράταση. Στις 9 Αυγούστου 2007, απαντώντας στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος, το οποίο απέστειλε αμέσως μετά την ιατρική του επίσκεψη, ο ιατρός της Επιτροπής τον ενημέρωσε ότι μπορούσαν να διατεθούν δεσμευμένες θέσεις στάθμευσης για τους ακόλουθους ιατρικούς λόγους: i) εάν ο ενδιαφερόμενος ήταν κάτοχος πιστοποιητικού αναπηρίας προερχόμενου από κράτος μέλος, ii) μετά από τρεις μήνες εγκυμοσύνης, iii) προσωρινά για άτομα που υποβλήθηκαν πρόσφατα σε εγχείρηση ισχίου, αστραγάλου, γόνατος ή σπονδυλικής στήλης, iv) σε περιπτώσεις προφανών προβλημάτων βάδισης και v) σε πολύ ειδικές καταστάσεις (για παράδειγμα, νοσηρή παχυσαρκία). Στις 13 Αυγούστου 2007, με βάση τη γνωμάτευση του ιατρού, το Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης της Επιτροπής αποφάσισε ότι θα πρέπει να χορηγηθεί στον καταγγέλλοντα δεσμευμένη θέση στάθμευσης μόνο για περαιτέρω περίοδο έξι μηνών.
2. Στις 28 Αυγούστου 2007, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον διευθυντή της Διεύθυνσης Γ (Κοινωνική πολιτική και υγεία) της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοίκησης («ΓΔ ADMIN»), στο οποίο περιέγραφε το ιστορικό της κατάστασης της υγείας του. Δήλωσε ότι υπέφερε από επικονδυλίτιδα του αριστερού χεριού, ότι έπρεπε να φοράει πρόθεση μέρα και νύχτα και ότι υπέφερε από μειωμένη κινητικότητα. Με την από 6 Σεπτεμβρίου 2008 απάντησή της, η διευθύντρια επισήμανε ότι δεν μπορούσε να παρέμβει σε απόφαση αμιγώς ιατρικής φύσεως.
3. Στις 8 Νοεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κατά της «απόφασης» που έλαβε στις 9 Αυγούστου 2007 ο ιατρός της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι είχε επωφεληθεί από δεσμευμένη θέση στάθμευσης για σχεδόν τέσσερα έτη. Επισήμανε ότι η ιατρική του κατάσταση δεν βελτιωνόταν αλλά επιδεινωνόταν, ότι υπέφερε από επικονδυλίτιδα του αριστερού χεριού και έπρεπε να φοράει προσθετική μέρα και νύχτα. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ότι η άδεια χρήσης δεσμευμένης θέσης στάθμευσης θα πρέπει να παραταθεί πέραν της περιόδου των έξι μηνών που είχε χορηγηθεί. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η πιο πρόσφατη παράταση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Ιατρικής Υπηρεσίας της Επιτροπής και της ΓΔ ADMIN αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε αποφάσεις ιατρικού χαρακτήρα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο διευθυντής της Διεύθυνσης Γ της ΓΔ ADMIN είχε παραβιάσει το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο εγγυάται το ιατρικό απόρρητο, αποστέλλοντας ηλεκτρονικό μήνυμα που περιείχε πληροφορίες σχετικά με την ιατρική του κατάσταση σε πέντε άτομα εντός της ΓΔ ADMIN που δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν τέτοιες πληροφορίες. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι παραβιάστηκε η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, δεδομένου ότι, μετά τη λήξη της άδειας που του χορηγήθηκε για τη χρήση δεσμευμένης θέσης στάθμευσης, θα αντιμετωπιζόταν σαν να μην είχε πρόβλημα κινητικότητας. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις που ελήφθησαν ήταν παράνομες και θα πρέπει να ανακληθούν. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να του καταβληθεί ένα συμβολικό ευρώ λόγω των σφαλμάτων που διέπραξε η Επιτροπή.
4. Στις 20 Δεκεμβρίου 2007, η ΑΔΑ απέρριψε τη διοικητική ένσταση. Πρώτον, επισήμανε ότι η προβαλλόμενη απόφαση του ιατρού της Επιτροπής αποτελούσε απλώς γνωμοδότηση και προπαρασκευαστική πράξη σχετικά με την απόφαση που αφορούσε την κρατηθείσα θέση σταθμεύσεως. Η τελευταία αυτή απόφαση ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία, οι προπαρασκευαστικές πράξεις δεν μπορούν να προσβληθούν. Επομένως, η διοικητική ένσταση ήταν απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της αποφάσεως του ιατρού.
5. Δεύτερον, επί της ουσίας, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έκρινε ότι η χορήγηση δεσμευμένης θέσης στάθμευσης δεν συνιστά νόμιμο δικαίωμα, αλλά απλώς ευνοϊκή μεταχείριση. Ωστόσο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επισήμανε ότι τα κριτήρια σχετικά με την άδεια χρήσης δεσμευμένης θέσης στάθμευσης είχαν δημοσιευθεί στο ενδοδίκτυο της Επιτροπής [1]. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο τρίτο κριτήριο: «δικαίωμα [2] σε δεσμευμένη θέση στάθμευσης για ιατρικούς λόγους (ανάλογα με τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων): Υπάλληλοι με ιατρικά προβλήματα κατόπιν αποκλειστικής αιτήσεως της ιατρικής υπηρεσίας της Επιτροπής και μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο καθορίζεται από την ιατρική υπηρεσία». Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επισήμανε εκ νέου ότι, εν προκειμένω, σύμφωνα με τη γνώμη του ιατρού της Επιτροπής, έπρεπε να χορηγηθεί παράταση μόνο έξι μηνών.
6. Τέλος, η ΑΔΑ εξήγησε ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις απόψεις του ιατρού με τις δικές της. Όσον αφορά την εικαζόμενη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υπενθύμισε ότι η γνώμη του ιατρού δεν συνιστά απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται να είναι αιτιολογημένη. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί για τους λόγους της αρνητικής γνώμης του ιατρού αμέσως μετά την εξέτασή του στις 9 Αυγούστου 2007. Κατά την άποψη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί πλήρως για τους λόγους της σχετικής απόφασης.
7. Στις 21 Φεβρουαρίου 2008, ο ιατρός του καταγγέλλοντος απέστειλε επιστολή στον ιατρό της Επιτροπής ζητώντας του να αναθεωρήσει τη γνώμη του. Ο γιατρός του καταγγέλλοντος αναφέρθηκε στο ατύχημα του καταγγέλλοντος το 2001 και στα συμπτώματα αυχενικής κήλης (hernie discale cervicale) που ακολούθησαν. Τον Ιανουάριο του 2002, χρειάστηκε χειρουργική επέμβαση για να χωρέσει μια αυχενική πρόθεση. Υποστήριξε ότι ήταν γνωστό ότι οι αυχενικές κήλες μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνες και να εξελίσσονται άσχημα, δεδομένης της εγγύτητάς τους σε ένα νευρικό κέντρο πρωταρχικής σημασίας. Επισήμανε ότι, ακόμη και μετά από πολλά χρόνια, ο καταγγέλλων εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει προβλήματα κινητικότητας, ιδίως όταν απαιτούνταν επαναλαμβανόμενες κινήσεις του κεφαλιού. Τέτοιες κινήσεις είναι επιζήμιες, ειδικά μετά την τοποθέτηση μιας πρόθεσης. Κατέληξε δηλώνοντας ότι η υγεία του καταγγέλλοντος θα βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο εάν έπρεπε να μετακινήσει το λαιμό του με ακραίο τρόπο για να παρκάρει το αυτοκίνητό του. Δήλωσε επίσης ότι κανονικά δεν συνέτασσε τέτοιες επιστολές, αλλά ότι η κατάσταση του καταγγέλλοντος ήταν πολύ σοβαρή για να αγνοηθεί.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
8. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή της 28ης Απριλίου 2008, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπήρξε i) σφάλμα στην αξιολόγηση της ιατρικής κατάστασής του, ii) παραβίαση του ιατρικού απορρήτου, iii) διάκριση (δεδομένου ότι άλλα πρόσωπα στην ίδια κατάσταση θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη διαιτησία) και iv) απουσία σαφών και διαφανών κριτηρίων και, ως εκ τούτου, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.
9. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς i) και iv), ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, σύμφωνα με την απάντηση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 20ής Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή έκρινε i) ότι η γνώμη του ιατρού της Επιτροπής δεν χρειαζόταν να είναι αιτιολογημένη και ii) ότι δεν υπήρχαν αποτελεσματικά ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων απόρριψης αιτήματος για δεσμευμένη θέση στάθμευσης. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η υπό κρίση υπόθεση εγείρει σοβαρό ζήτημα αρχής. Σημείωσε ότι ήταν σκόπιμο και χρήσιμο να συνδυαστούν οι δύο προαναφερθέντες ισχυρισμοί σε έναν ενιαίο ισχυρισμό, δηλαδή ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε δίκαια και ορθά την αίτηση του καταγγέλλοντος να του χορηγηθεί δεσμευμένη θέση στάθμευσης. Η Διαμεσολαβήτρια ρώτησε την Επιτροπή εάν, κατά τη γνώμη της, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα δύο προαναφερθέντα ζητήματα.
10. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να δηλώσει αν εξέταζε το ενδεχόμενο χορήγησης αποκλειστικής θέσης στάθμευσης για υπαλλήλους με αναπηρία ως χάρη ή προνόμιο, ή μάλλον ως μέρος της έννοιας των «εύλογων προσαρμογών» που προβλέπεται στο άρθρο 1 στοιχείο δ) σημείο 4 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ρώτησε επίσης αν η Επιτροπή θεωρεί ότι οποιαδήποτε τέτοια διαφορά πρέπει να ακολουθεί τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 33 του ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει ιατρική επιτροπή αποτελούμενη από τρεις ιατρούς.
11. Όσον αφορά τον ισχυρισμό (ii), ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχε λόγος να διεξαγάγει νέα έρευνα, διότι η απόφαση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) της 26ης Μαΐου 2008 είχε ήδη εξετάσει αυτόν τον ισχυρισμό στην καταγγελία που του είχε υποβάλει ο καταγγέλλων (αριθ. αναφοράς 2007-0611). Στην απόφασή του, ο ΕΕΠΔ έκρινε ότι υπήρχαν νομικοί λόγοι για τη διαβίβαση του ηλεκτρονικού μηνύματος στους ενδιαφερομένους, αλλά ότι τα ιατρικά στοιχεία δεν έπρεπε να γνωστοποιηθούν στους αποδέκτες που δεν ήταν μέλη του ιατρικού προσωπικού. Ως εκ τούτου, ο ΕΕΠΔ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαβίβαση των ιατρικών στοιχείων στα εν λόγω πρόσωπα ήταν υπερβολική και κατά παράβαση του άρθρου 4 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 [3]. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε επίσης την παράγραφο 2.B (Αποφυγή της επανάληψης των διαδικασιών) του μνημονίου συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων [4], η οποία προβλέπει ότι «[κ]άθε αρχή προτίθεται να κινήσει έρευνα εάν η άλλη αρχή εξετάζει ή έχει εξετάσει ουσιαστικά την ίδια καταγγελία ...».
12. Όσον αφορά τον ισχυρισμό iii), ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε αρχικά τον καταγγέλλοντα ότι τον θεωρούσε απαράδεκτο, βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 8 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή, διότι ο καταγγέλλων δεν είχε θέσει το ζήτημα αυτό στην καταγγελία του βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Ωστόσο, σε νέα επιστολή του καταγγέλλοντος με ημερομηνία 9 Ιουνίου 2008, εξήγησε ότι μόνο μετά την υποβολή της καταγγελίας βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 ενημερώθηκε ότι άλλοι υπάλληλοι είχαν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη διαιτησία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εικαζόμενη διάκριση θα πρέπει επίσης να συμπεριληφθεί στην έρευνα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
13. Στις 28 Απριλίου 2008, η καταγγελία υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή. Διαβιβάστηκε στην Επιτροπή για γνωμοδότηση. Στις 2 Ιουλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να σχολιάσει και τον τρίτο ισχυρισμό.
14. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος απέστειλε τις παρατηρήσεις του στις 20 Νοεμβρίου 2008.
15. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση για φιλική λύση μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής. Στις 27 Νοεμβρίου 2009, η Επιτροπή απάντησε, αποδεχόμενη την πρόταση φιλικής λύσης. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την απάντηση της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα. Σε τηλεφωνική συνομιλία της 18ης Δεκεμβρίου 2009 με το γραφείο του Διαμεσολαβητή, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος επιβεβαίωσε ότι η πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση ήταν επιτυχής.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Α. Προκαταρκτική παρατήρηση
16. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η παρούσα έρευνα αφορά δύο ισχυρισμούς, και συγκεκριμένα i) ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε δίκαια και ορθά την αίτηση του καταγγέλλοντος για εγκεκριμένη δεσμευμένη θέση στάθμευσης και ii) ότι υπήρξε διάκριση. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει από κοινού τους δύο αυτούς ισχυρισμούς, στο σημείο Β κατωτέρω.
Β. Εικαζόμενη παράλειψη δίκαιης και ορθής διεκπεραίωσης της αίτησης του καταγγέλλοντος και εικαζόμενη διάκριση
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
17. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει δίκαια και ορθά την αίτησή του για δεσμευμένη θέση στάθμευσης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρξε διάκριση επειδή άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη διαιτησία.
18. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν μπορούσε παρά να επιβεβαιώσει όσα είχε ήδη δηλώσει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στην απόφασή της της 20ής Δεκεμβρίου 2007.
19. Όσον αφορά τις ερωτήσεις του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι η χορήγηση αποκλειστικής θέσης στάθμευσης σε υπαλλήλους με αναπηρία δεν αποτελεί δικαίωμα. Δήλωσε ότι η άποψη αυτή επιβεβαιώνει εμμέσως ότι η παρούσα υπόθεση δεν εγείρει ζητήματα σχετικά με τις «εύλογες προσαρμογές» που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο δ) σημείο 4 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η διάταξη αυτή δεν ήταν συναφής στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν ήταν «άτομο με αναπηρία» του οποίου η «μειονεξία [έχει] προσδιοριστεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 33».
20. Κατά την Επιτροπή, οι διαφορές σχετικά με τις κλειστές θέσεις σταθμεύσεως δεν πρέπει να ακολουθούν τη διαδικασία του άρθρου 33 του ΚΥΚ. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες πραγματοποιήθηκε ιατρική εξέταση πριν από τον διορισμό του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, εάν η εν λόγω ιατρική εξέταση οδηγήσει σε αρνητικά συμπεράσματα, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη μη πρόσληψη του ενδιαφερόμενου προσώπου. Δεδομένης αυτής της σοβαρής και σοβαρής συνέπειας για το εν λόγω πρόσωπο, το άρθρο 33 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπει διαδικασία που εγγυάται τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του υποψηφίου. Η Επιτροπή έκρινε ότι θα ήταν εντελώς δυσανάλογο να ακολουθηθεί η διαδικασία αυτή σε περίπτωση διαφοράς σχετικά με δεσμευμένη θέση στάθμευσης. Κατά την Επιτροπή, ο ΚΥΚ δεν περιείχε καμία διάταξη που να καλύπτει το αντικείμενο της υπό κρίση αιτιάσεως. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή δεν ήταν βάσιμη.
21. Όσον αφορά την προβαλλόμενη δυσμενή διάκριση, η Επιτροπή επισήμανε ότι η ιατρική υπηρεσία είχε, εν τω μεταξύ, θεσπίσει διαδικασία διαιτησίας με την οποία μπορούσε να διενεργηθεί δεύτερη αξιολόγηση της ιατρικής καταστάσεως του προσφεύγοντος. Δήλωσε ότι ο καταγγέλλων μπορούσε πλέον να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του υποβάλλοντας αίτηση στον κ. F., προϊστάμενο μονάδας της Ιατρικής Υπηρεσίας. Η διαδικασία αυτή κινήθηκε αρκετούς μήνες μετά την υποβολή της καταγγελίας του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και, ως εκ τούτου, δεν ήταν διαθέσιμη όταν ελήφθη η σχετική απόφαση.
22. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υπενθύμισε τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την οποία η υποχρέωση αιτιολόγησης αποτελεί ουσιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ήταν αδιαμφισβήτητο ότι η απόφαση που εκδόθηκε το 2004 για τη χορήγηση στον ίδιο δεσμευμένης θέσης στάθμευσης βασίστηκε στην ιατρική του κατάσταση, δηλαδή σε μόνιμη αναπηρία, η οποία προέκυψε από ατύχημα, και αναγνωρίστηκε ως τέτοια από επιτροπή αναπηρίας. Υποστήριξε ότι τα προβλήματα κινητικότητάς του συνιστούν αναπηρία η οποία απαιτεί εύλογες προσαρμογές. Στη γνώμη της, η Επιτροπή περιορίστηκε να δηλώσει ότι ο καταγγέλλων δεν είχε κάποια αναπηρία κατά τη στιγμή της πρόσληψής του. Η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει το ζήτημα των μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται όταν ένας υπάλληλος καθίσταται ανάπηρος κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι η αναπηρία του θα πρέπει να αποτελεί τη βάση για θετική διάκριση κατά την έννοια της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία [5]. Αναφέρθηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά [6]. Ο καταγγέλλων κατέληξε δηλώνοντας ότι η χορήγηση δεσμευμένης θέσης στάθμευσης δεν συνιστά, ως εκ τούτου, χάρη ή προνόμιο, αλλά απλώς εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της ίσης μεταχείρισης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αιτιολογηθεί η απόσυρση του χώρου στάθμευσης.
23. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η θέση που έλαβε η Επιτροπή, δηλαδή ότι δεν απαιτείται αιτιολόγηση της απόφασης, αντιβαίνει στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, στην υποχρέωση αιτιολόγησης και στην αρχή της χρηστής διοίκησης. Επιπλέον, έκρινε ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά τρόπο ασυνεπή, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη την κατάσταση της υγείας του προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφασή της να μην του χορηγήσει πλέον την αποκλειστική θέση σταθμεύσεως, ενώ η κατάσταση της υγείας του ήταν εκείνη που αποτέλεσε αρχικώς τη βάση για την απόφαση που ελήφθη το 2004 να του χορηγηθεί η αποκλειστική θέση σταθμεύσεως. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής να αξιολογεί ιατρικά δεδομένα. Επομένως, οι αποφάσεις που λαμβάνει είναι καθαρά επιβεβαιωτικές των ιατρικών γνωμών. Επισήμανε επίσης ότι ο ΚΥΚ ουδόλως εμπόδιζε τον διορισμό ιατρικής επιτροπής σε περίπτωση όπως η δική του.
24. Όσον αφορά την εικαζόμενη διάκριση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ήταν ικανοποιημένος με την απόφαση της Επιτροπής να επανεξετάσει την κατ' αντιδικία απόφαση. Επισήμανε, ωστόσο, ότι οι λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία αυτή δεν είχαν καθοριστεί από την Επιτροπή. Για παράδειγμα, η Επιτροπή δεν ανέφερε αν ο καταγγέλλων μπορούσε να εκπροσωπηθεί από τον γιατρό του. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων κάλεσε την Επιτροπή να παράσχει στον Διαμεσολαβητή τις πληροφορίες αυτές, καθώς και την προθεσμία εντός της οποίας θα μπορούσε να αναμένεται νέα απόφαση.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
25. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η γνώμη του ιατρού της Επιτροπής της 9ης Αυγούστου 2007 διαδραμάτισε σαφώς αποφασιστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση που εξέδωσε στη συνέχεια. Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι η γνώμη αυτή δεν ήταν από μόνη της απόφαση, αλλά μάλλον προπαρασκευαστική πράξη για την απόφαση της Επιτροπής. Επομένως, η υποχρέωση αιτιολογήσεως έπρεπε να εκτιμηθεί μόνον όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής.
26. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επανέλαβε ότι η χορήγηση δεσμευμένης θέσης στάθμευσης δεν αποτελεί νόμιμο δικαίωμα, αλλά απλώς χάρη. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι το άρθρο 1, στοιχείο δ ́, σημείο 4, του ΚΥΚ, το οποίο αναφέρεται στην έννοια των εύλογων προσαρμογών, δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί περαιτέρω συνέχεια στα ζητήματα αυτά. Ωστόσο, η Επιτροπή έπρεπε να αποφασίσει εάν θα χορηγήσει στον καταγγέλλοντα δεσμευμένη θέση στάθμευσης και ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε να διεκπεραιώσει το αίτημα του καταγγέλλοντος δίκαια, ορθά και χωρίς διακρίσεις.
27. Όσον αφορά τις διατυπώσεις, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η απαίτηση αιτιολόγησης, όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 25 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, πρέπει να αξιολογείται λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, ιδίως του επίμαχου μέτρου και της φύσης των προβαλλόμενων λόγων [7]. Εν προκειμένω, φαίνεται ότι το Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης της Επιτροπής καθόρισε έξι κριτήρια για τη χορήγηση δεσμευμένων θέσεων στάθμευσης. Σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, διατίθεται δεσμευμένη θέση στάθμευσης για ιατρικούς λόγους «κατόπιν αποκλειστικής αίτησης της ιατρικής υπηρεσίας της Επιτροπής και μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο καθορίζεται από την ιατρική υπηρεσία». Επιπλέον, υπάρχουν πέντε ιατρικοί λόγοι [8] βάσει των οποίων μπορούν να χορηγηθούν δεσμευμένες θέσεις στάθμευσης. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η απόφαση που ελήφθη στις 13 Αυγούστου 2007 από το Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης της Επιτροπής δεν περιείχε καμία αιτιολογία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ιατρικής επίσκεψης της 9ης Αυγούστου 2007, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τη γνώμη του ιατρού της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων γνώριζε ότι η απόφαση της 13ης Αυγούστου 2007 βασιζόταν στην εν λόγω γνώμη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο καταγγέλλων γνώριζε σαφώς τους λόγους της απόφασης της Επιτροπής της 13ης Αυγούστου 2007.
28. Όσον αφορά το ουσιαστικό ζήτημα του υποτιθέμενου σφάλματος στην αξιολόγηση της ιατρικής κατάστασης του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να βασίσει την απόφασή της στη γνώμη του ιατρού της Επιτροπής, εκτός εάν υπήρχε λόγος να αμφισβητηθεί. Ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να το έπραξε όταν ελήφθη η αρχική απόφαση της 13ης Αυγούστου 2007 και όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξέδωσε την απόφασή της της 20ής Δεκεμβρίου 2007 σχετικά με την καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην ιατρική του κατάσταση, αλλά δεν υπήρχαν έγγραφα στον φάκελο που να αποδεικνύουν ότι οι παρατηρήσεις του υποστηρίζονταν από αποδεικτικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος δεν έθεταν υπό αμφισβήτηση τη γνώμη του ιατρού της Επιτροπής της 9ης Αυγούστου 2007.
29. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων επέκρινε όχι μόνο την απόφαση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε την αίτησή του εν γένει. Όπως προαναφέρθηκε, ο ιατρός του καταγγέλλοντος απέστειλε επιστολή στον ιατρό της Επιτροπής στις 21 Φεβρουαρίου 2008, ζητώντας του να αναθεωρήσει τη γνώμη του. Είναι σαφές ότι ο Διαμεσολαβητής δεν διαθέτει τα προσόντα για να αξιολογήσει το περιεχόμενο της παρούσας επιστολής, η οποία αφορούσε αμιγώς ιατρικό ζήτημα. Σημείωσε, ωστόσο, ότι η επιστολή αυτή περιείχε ιατρική γνωμάτευση η οποία φαινόταν να διαφέρει από εκείνη του ιατρού της Επιτροπής. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η ιατρική γνώμη που εξέφρασε ο ιατρός του καταγγέλλοντος θα έπρεπε να είχε οδηγήσει την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον έπρεπε να αναθεωρήσει τη θέση της. Θεώρησε αλυσιτελές το γεγονός ότι το έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 2008 απευθύνθηκε στον ιατρό της Επιτροπής και όχι στην Επιτροπή. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος δεν είχε επανεξεταστεί υπό το πρίσμα των νέων ιατρικών στοιχείων που υπέβαλε ο γιατρός του. Μολονότι είναι σαφές ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια για την αντιμετώπιση ιατρικών ζητημάτων, θα μπορούσε, ωστόσο, να ζητήσει από τον ιατρό που εξέδωσε τη γνώμη της 9ης Αυγούστου 2007 να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε ο ιατρός του καταγγέλλοντος ή, ακόμη καλύτερα, θα μπορούσε να παραπέμψει το ζήτημα σε άλλον ιατρό για δεύτερη γνώμη.
30. Στη γνωμοδότησή της σχετικά με την προβαλλόμενη δυσμενή διάκριση, η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε πλέον υιοθετήσει μια διαδικασία η οποία προβλέπει δεύτερη αξιολόγηση της ιατρικής κατάστασης του προσφεύγοντος μέσω διαδικασίας διαιτησίας. Η θέσπιση μιας τέτοιας διαδικασίας κατέδειξε ότι η επανεξέταση αυτή ήταν δυνατή. Ο Διαμεσολαβητής επικρότησε την απόφαση της Επιτροπής να εισαγάγει τη διαδικασία αυτή, αλλά ήταν ωστόσο της γνώμης ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε εφαρμόσει τις απαιτούμενες αρχές χρηστής διοίκησης κατά την εξέταση παρατηρήσεων, όπως αυτές της παρούσας υπόθεσης, οι οποίες προέρχονταν από περιστάσεις προγενέστερες της έγκρισης της νέας διαδικασίας. Σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές της χρηστής διοίκησης, η Επιτροπή έπρεπε να είχε διεκπεραιώσει το αίτημα του καταγγέλλοντος με δίκαιο και ορθό τρόπο και να είχε λάβει δεόντως υπόψη την επιστολή της 21ης Φεβρουαρίου 2008, την οποία συνέταξε ο ιατρός του καταγγέλλοντος και η οποία περιείχε διαφορετική γνώμη από εκείνη του ιατρού της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το προσωρινό συμπέρασμα του Διαμεσολαβητή ήταν ότι η παράλειψη της Επιτροπής να το πράξει συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.
31. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση για φιλική λύση. Κάλεσε την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος για κράτηση θέσης στάθμευσης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την επιστολή του ιατρού του καταγγέλλοντος της 21ης Φεβρουαρίου 2008.
32. Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε η προηγούμενη σκέψη, δεν φαινόταν αναγκαίο να εξεταστεί περαιτέρω ο ισχυρισμός περί δυσμενούς διακρίσεως.
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
33. Στην απάντησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, στη γνώμη της της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, έδωσε στον καταγγέλλοντα την ευκαιρία να ζητήσει διαδικασία διαιτησίας προκειμένου να λάβει δεύτερη αξιολόγηση της ιατρικής του κατάστασης. Ο καταγγέλλων δεν το έπραξε. Ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε να επανεξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για κράτηση θέσης στάθμευσης. Στις 20 Οκτωβρίου 2009, ο καταγγέλλων εξετάστηκε από τον Δρ. D., ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να χορηγηθεί στον καταγγέλλοντα αποκλειστική θέση στάθμευσης για ιατρικούς λόγους. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση. Δήλωσε ότι θα χορηγηθεί στον καταγγέλλοντα δεσμευμένος χώρος στάθμευσης για τα υπόλοιπα δύο έτη της σταδιοδρομίας του.
34. Σε τηλεφωνική συνομιλία με τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή στις 18 Δεκεμβρίου 2009, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος δήλωσε ότι ο καταγγέλλων ήταν πλήρως ικανοποιημένος με την έκβαση της υπόθεσης, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι του είχε χορηγηθεί θέση στάθμευσης έως τη συνταξιοδότησή του.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
35. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε την πρότασή του για φιλική λύση και ότι, για ιατρικούς λόγους, χορηγήθηκε στον καταγγέλλοντα κράτηση θέσης στάθμευσης. Σημειώνει επίσης ότι ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε ότι η πρόταση φιλικής λύσης ήταν επιτυχής.
Γ. Συμπέρασμα
36. Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Επιτεύχθηκε φιλική λύση μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 19 Φεβρουαρίου 2010
[1] Τα κριτήρια αυτά καθορίζονται στο σημείωμα σχετικά με τα «Κριτήρια κατανομής των θέσεων στάθμευσης» (OIB.9/RC) της 25ης Ιανουαρίου 2007, το οποίο καταρτίστηκε από το Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης της Επιτροπής.
[2] Στη γαλλική έκδοση αυτού του σημειώματος, ο όρος αποδίδεται από τον "Peuvent bénéficier...".
[3] Κανονισμός (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1).
[4] ΕΕ 2007, C 27, σ. 21.
[5] ΕΕ 2000, L 303, σ. 16.
[6] Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008 στην υπόθεση C-303/06 Coleman, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
[7] Υπόθεση C-316/97 P Κοινοβούλιο κατά Gaspari [1998] Συλλογή I-7597.
[8] Πρόκειται για τα εξής: i) πιστοποιητικό αναπηρίας προερχόμενο από κράτος μέλος, ii) μετά από τρεις μήνες εγκυμοσύνης, iii) προσωρινά, για άτομα που έχουν υποβληθεί πρόσφατα σε επέμβαση στο ισχίο, τον αστράγαλο, το γόνατο ή τη σπονδυλική στήλη, iv) προφανή προβλήματα βάδισης και v) πολύ ειδικές καταστάσεις (για παράδειγμα νοσηρή παχυσαρκία).