Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2015/2008/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2015/2008/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 23 Ιουλίου 2008 - Απόφαση στις Πέμπτη | 02 Ιουλίου 2009
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά
1. Η καταγγέλλουσα ήταν διευθύντρια μιας γερμανικής εταιρείας («Becker GmbH») που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο τούβλων. Η εταιρεία αυτή διαγράφηκε από το μητρώο εταιρειών και, ως εκ τούτου, έπαυσε να υφίσταται στις 4 Οκτωβρίου 2004.[1]
2. Με απόφαση που εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 1994 [2] («απόφαση Stichting Baksteen», εφεξής «απόφαση»), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορήγησε, υπό διάφορες προϋποθέσεις και για περίοδο πέντε ετών (1992-1997), απαλλαγή βάσει των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ σε συμφωνία μεταξύ Ολλανδών παραγωγών πλίνθων με σκοπό τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας ώστε να εξισορροπηθεί η αγορά.
3. Τον Σεπτέμβριο του 1999, η καταγγέλλουσα και η Becker GmbH υπέβαλαν καταγγελία («καταγγελία ανταγωνισμού») στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής («ΓΔ Ανταγωνισμού»), στην οποία ισχυρίζονταν ότι οι σχετικές ολλανδικές εταιρείες και η ένωσή τους («KNB») είχαν διαπράξει αρκετές σοβαρές παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι Ολλανδοί παραγωγοί τούβλων είχαν συστήσει σύμπραξη, ότι διατηρούσαν σύστημα αποκλειστικής διανομής χωρίς να διαθέτουν την απαιτούμενη απαλλαγή, ότι είχαν προβεί σε παράνομη ανταλλαγή πληροφοριών και ότι η εταιρεία του καταγγέλλοντος είχε εκτεθεί σε μποϊκοτάζ και διακρίσεις. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, απώλεσε όλα τα περιουσιακά της στοιχεία λόγω των εν λόγω παραβάσεων.
4. Στην καταγγελία της προς τη ΓΔ Ανταγωνισμού, η καταγγέλλουσα προέβαλε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα επιχειρήματα:
- Το σημείο 2 της αποφάσεως είχε ως εξής (η υπογράμμιση δική μου): "Τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας είναι τα αργιλικά τούβλα κατασκευής [3] που καίγονται σε καμίνους, εξαιρουμένων των ακριβότερων τούβλων επίστρωσης [4] και των τούβλων μηχανικής. Κατά γενικό κανόνα, μπορούν να διακριθούν τρεις τύποι τούβλων από την πλευρά της ζήτησης, δηλαδή τα κοινά τούβλα, τα τούβλα με όψη και τα τούβλα μηχανικής· τα κοινά τούβλα χρησιμοποιούνται γενικά στις γενικές οικοδομικές εργασίες, τα τούβλα που αντιμετωπίζουν είναι ακριβότερα και γίνονται ειδικά ή επιλέγονται για να δώσουν μια ελκυστική εμφάνιση στους τοίχους, και τα τούβλα εφαρμοσμένης μηχανικής είναι ανθεκτικότερα και ανθεκτικά. Μπορούν, ωστόσο, σε πολύ μεγάλο βαθμό να αντικατασταθούν το ένα από το άλλο από την πλευρά της προσφοράς και, ως εκ τούτου, η γενική αγορά τούβλων θεωρείται ως η σχετική αγορά." Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ωστόσο, η συμφωνία είχε εφαρμοστεί στα τούβλα με όψη.
- Μολονότι η συμφωνία που απαλλάχθηκε από την Επιτροπή υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε τον σκοπό της μείωσης της παραγωγικής ικανότητας, δημιουργήθηκε περαιτέρω παραγωγική ικανότητα σε μια εγκατάσταση στο Βέλγιο που βρισκόταν κοντά στα σύνορα με τις Κάτω Χώρες. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου απαλλαγής, δημιουργήθηκε επιπλέον νέα παραγωγική ικανότητα στις Κάτω Χώρες το 1996/1997.
Καταγγελία 227/2001/GG
5. Σε καταγγελία που υποβλήθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή τον Φεβρουάριο του 2001 (καταγγελία 227/2001/GG), η Becker GmbH ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία περί ανταγωνισμού εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα επί του θέματος. Η έρευνα αυτή περατώθηκε με τη διαπίστωση ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση τον Ιούνιο του 2001, δεδομένου ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση να αποδείξει ότι ασχολείτο ενεργά με την υπόθεση.
Περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος
6. Στις 24 Απριλίου 2003, η Επιτροπή απηύθυνε λεπτομερή επιστολή στον καταγγέλλοντα, στην οποία επισήμανε ότι είχε αποστείλει αιτήματα παροχής πληροφοριών σε ορισμένους γερμανούς παραγωγούς και εμπόρους τούβλων προκειμένου να προσδιοριστεί η σχετική αγορά προϊόντος. Προσέθεσε ότι, με απόφαση περί συγκεντρώσεως εκδοθείσα το 2002, είχε αφήσει ανοικτό το ζήτημα της αγοράς του σχετικού προϊόντος και περιορίστηκε να παραπέμψει σε πρόταση των μετεχόντων στη συγκέντρωση μερών, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ α) των φέροντων τοιχωμάτων, β) των μη φέροντων τοιχωμάτων, γ) των προσόψεων και δ) των συνδετήρων. Η Επιτροπή επισήμανε ότι σε άλλες αποφάσεις συγκέντρωσης είχε κάνει διάκριση μεταξύ του υλικού τοιχοποιίας για φέροντες τοίχους και του υλικού τοιχοποιίας για μη φέροντες τοίχους. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφασιστεί ποια ήταν η σχετική αγορά προϊόντος, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ήταν το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις.
7. Όσον αφορά τη σχετική γεωγραφική αγορά, η Επιτροπή επισήμανε ότι, στην απόφασή της, είχε κρίνει ότι οι αγορές είχαν περιφερειακό χαρακτήρα, αλλά ότι οι Κάτω Χώρες αποτελούσαν εξαίρεση, δεδομένου ότι το 25 % της παραγωγής τους εξαγόταν. Η Επιτροπή εξήγησε ότι είχε διεξαγάγει περαιτέρω έρευνες και ότι οι έρευνες αυτές την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η αγορά τούβλων εξακολουθούσε να έχει περιφερειακό χαρακτήρα. Επισήμανε, ωστόσο, ότι είχε διαπιστώσει, σε απόφαση περί συγκεντρώσεων που εξέδωσε το 2002, ότι η αγορά των τούβλων με όψη μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την αγορά των κοινών τούβλων. Ωστόσο, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφασιστεί ποια ήταν η σχετική γεωγραφική αγορά, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ήταν το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις.
8. Η Επιτροπή εξήγησε ότι, για να επαληθεύσει τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, διεξήγαγε έρευνα στον τομέα των πλίνθων στις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και τη Γερμανία. Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, υποβλήθηκαν αιτήσεις παροχής πληροφοριών στην KNB, σε Ολλανδούς, Βέλγους και Γερμανούς παραγωγούς τούβλων και σε γερμανικές εταιρείες που εμπορεύονται τούβλα. Ζητήθηκε από τους γερμανούς ανταγωνιστές της Becker GmbH να προσκομίσουν κάθε αποδεικτικό στοιχείο που θα μπορούσαν να αποδείξουν, άμεσα ή έμμεσα, ότι οι ολλανδοί παραγωγοί τούβλων συμμετείχαν σε σύμπραξη. Καμία από αυτές τις εταιρείες δεν εξέφρασε ούτε ανέφερε υποψίες που να υποδεικνύουν τέτοια συμπεριφορά. Η Επιτροπή έθεσε επίσης το ερώτημα αν οι Ολλανδοί παραγωγοί τούβλων ή οποιαδήποτε άλλη εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα αυτό έχουν πωλήσει ποτέ τούβλα σε υπερβολικές τιμές. Εκτός από την αναφορά στο γεγονός ότι, λόγω έλλειψης, είχαν χρεωθεί σημαντικά υψηλότερες τιμές κατά την περίοδο γύρω στο 1994, καμία από τις ενδιαφερόμενες εταιρείες δεν επιβεβαίωσε ότι αυτό είχε συμβεί.
9. Η Επιτροπή εξήγησε ότι, με βάση τα ανωτέρω, δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος ότι υπήρξε σύμπραξη.
10. Στο πλαίσιο αυτό, διατύπωσε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες ειδικότερες παρατηρήσεις:
11. Το γεγονός ότι η KNB συνέταξε γενικούς όρους και προμήθευσε τους εν λόγω όρους στα μέλη της δεν παραβιάζει το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 17 των εν λόγω γενικών όρων, οι τιμές αναφέρονταν με βάση τα στοιχεία κόστους που ίσχυαν κατά την ημερομηνία της προσφοράς και κάθε μεταγενέστερη αύξηση της τιμής των εν λόγω στοιχείων θα τιμολογούνταν όσον αφορά τα τμήματα της σύμβασης που δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 17 των γενικών όρων επέτρεπε στους πωλητές να παραπέμπουν στις πληροφορίες σχετικά με τις αυξήσεις τιμών που δημοσίευσε η KNB. Η Επιτροπή εξήγησε ότι οι πληροφορίες που δημοσίευσε η KNB υπολογίστηκαν βάσει επίσημων στατιστικών στοιχείων σχετικά με την αύξηση ή τη μείωση του ενεργειακού κόστους, του μισθολογικού κόστους και του κόστους μεταφοράς.
12. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι μια ανακοίνωση σχετικά με τη σχετική συμφωνία είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα στις 6 Φεβρουαρίου 1993 («ανακοίνωση Stichting Baksteen») [5], παρέχοντας έτσι στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις. Ωστόσο, δεν ελήφθησαν αρνητικές παρατηρήσεις. Επιπλέον, η απόφαση δεν είχε προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
13. Η Επιτροπή παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι η διατύπωση του σημείου 2 της απόφασής της θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρανοήσεις και ότι θα μπορούσε να στηρίξει την άποψη του καταγγέλλοντος ότι δεν είχε χορηγηθεί απαλλαγή όσον αφορά τα τούβλα με όψη. Ωστόσο, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η ολλανδική βιομηχανία τούβλων είχε μειώσει την παραγωγική της ικανότητα με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής. Κατά την Επιτροπή, τούτο προκύπτει σαφώς από τον φάκελό της και από την απόφαση. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται από τα ενδιαφερόμενα μέρη ποικίλλουν και ότι η έκφραση "metselbakstenen" χρησιμοποιείται επίσης για να υποδηλώσει τα τούβλα που είναι στραμμένα προς τα εμπρός. Αναφέρθηκε επίσης σε έγγραφο που της απέστειλαν το 1992 τα μέρη που συμμετείχαν στη συμφωνία. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, η προτεινόμενη αναδιάρθρωση «αφορούσε αποκλειστικά τα τούβλα (gevelbakstenen) και κανένα άλλο προϊόν ή ομάδα προϊόντων που συνδεόταν ή δεν συνδεόταν με αυτά».
14. Όσον αφορά το φερόμενο ως παράνομο σύστημα αποκλειστικής διανομής, η Επιτροπή επισήμανε ότι η έρευνά της δεν απέδειξε την ύπαρξη τέτοιων παραβάσεων.
15. Όσον αφορά το εικαζόμενο μποϊκοτάζ και τις διακρίσεις εις βάρος της Becker GmbH, η Επιτροπή επισήμανε ότι το άρθρο 82 της συνθήκης ΕΚ εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Ωστόσο, κανένας από τους Ολλανδούς παραγωγούς τούβλων δεν βρισκόταν σε τέτοια θέση. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι 22 ανεξάρτητοι Ολλανδοί παραγωγοί πλίνθων ή όμιλοι παραγωγών πλίνθων κατείχαν από κοινού δεσπόζουσα θέση. Η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι κανένας από τους Γερμανούς εμπόρους τούβλων δεν είχε απαντήσει καταφατικά στο ερώτημά της αν ένας Ολλανδός παραγωγός τούβλων είχε ποτέ αρνηθεί να πωλήσει ή να παραδώσει τούβλα ή είχε χρεώσει υπερβολικές τιμές (με την προαναφερθείσα εξαίρεση για το 1994). Επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η φερόμενη συμπεριφορά των Ολλανδών παραγωγών τούβλων συνιστούσε μποϊκοτάζ με σκοπό την εκδίωξη ενός ανταγωνιστή από την αγορά. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι δεν θεωρούσε ότι ήταν καθήκον της να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του καταγγέλλοντος όσον αφορά τους μεμονωμένους Ολλανδούς παραγωγούς τούβλων ή να εξακριβώσει αν οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος ήταν βάσιμοι βάσει του αστικού δικαίου. Αυτό ήταν ένα θέμα που έπρεπε να παραπεμφθεί στα πολιτικά δικαστήρια.
16. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να γίνει δεκτή η αίτηση του καταγγέλλοντος, αλλά ότι θα εκδώσει οριστική απόφαση μόνο αφού λάβει τις παρατηρήσεις του.
17. Στις 25 Ιουνίου 2003, η καταγγέλλουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της σχετικά με την επιστολή αυτή. Στις παρατηρήσεις αυτές, διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
18. Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα τούβλα με όψη προς τα έξω δεν καλύπτονταν από την απόφαση. Οι εξηγήσεις της Επιτροπής σχετικά με το θέμα αυτό ήταν ανάξιες ενός ευρωπαϊκού εκτελεστικού οργάνου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η συμφωνία, όπως εφαρμόστηκε στην πράξη, είχε ως αποτέλεσμα ζημίες για τους καταναλωτές ύψους 675 εκατ. EUR. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι στα μέσα της δεκαετίας του '90, και υπό την κάλυψη της απόφασης, είχε δημιουργηθεί τεχνητή έλλειψη τούβλων. Υποστήριξε επίσης ότι η προσθήκη νέας παραγωγικής ικανότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου απαλλαγής, τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και στο Βέλγιο, είχε καταστήσει τη συμφωνία παράλογη. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι, παρόλο που τα αποθέματα είχαν αυξηθεί κατά την υπό εξέταση περίοδο, οι τιμές δεν είχαν μειωθεί αλλά αυξηθεί. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι τιμές μιας από τις εμπλεκόμενες εταιρείες αυξήθηκαν κατά περίπου 71 % σε πέντε έτη και το περιθώριο κέρδους ανήλθε σε περίπου 40 %. Αναφέρθηκε επίσης σε επιστολή των δικηγόρων ενός από τα μέρη της συμφωνίας της 22ας Μαΐου 2001. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η επιστολή αυτή, η οποία είχε υποβληθεί στην Επιτροπή, αποδείκνυε ότι ο στόχος της συμφωνίας ήταν να προκαλέσει προβλήματα παράδοσης και ότι τα μέρη της εν λόγω συμφωνίας είχαν, ως εκ τούτου, αποδεχθεί εγκύρως τη ζημία τρίτων μερών που δραστηριοποιούνται στην αγορά. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορούσε να χορηγηθεί απαλλαγή. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας είχε ήδη εφαρμοστεί το 1990. Ως εκ τούτου, το ζήτημα είχε αντιμετωπιστεί προ πολλού όταν τα ενδιαφερόμενα μέρη γνωστοποίησαν τη συμφωνία τους στην Επιτροπή.
19. Σε επιστολή που απέστειλε στις 22 Απριλίου 2005, η Επιτροπή εξήγησε εκ νέου στον καταγγέλλοντα τους λόγους για τους οποίους δεν θεωρούσε ότι υπήρχε λόγος να δραστηριοποιηθεί. Η Επιτροπή σημείωσε ότι η επιστολή της συμπλήρωσε την επιστολή της 24ης Απριλίου 2003 και εξέτασε τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 25ης Ιουνίου 2003. Στην επιστολή της, η Επιτροπή διατύπωσε λεπτομερείς παρατηρήσεις σχετικά με τα σημεία που είχε θέσει ο καταγγέλλων. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα μέρη της σχετικής συμφωνίας αύξησαν την παραγωγική τους ικανότητα, κατά παράβαση του σκοπού της εν λόγω συμφωνίας, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτό ήταν ζήτημα που έπρεπε να επιλύσουν τα ίδια τα μέρη. Όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από τη συμφωνία, η Επιτροπή υποστήριξε, βάσει της τελευταίας περιόδου του σημείου 2 της αποφάσεώς της, ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας ενός τύπου τούβλων συνεπαγόταν μείωση της παραγωγικής ικανότητας και για άλλα τούβλα. Απαντώντας στο επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα μέλη της KNB είχαν προβεί σε παράνομη ανταλλαγή πληροφοριών, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η απόφαση (στην αιτιολογική σκέψη 45) απαγόρευε ρητά την ανταλλαγή ατομικών δεδομένων. Ωστόσο, η Επιτροπή προσέθεσε ότι οι έρευνές της δεν απέδειξαν την ύπαρξη μιας τέτοιας πρακτικής. Οι Ολλανδοί παραγωγοί τούβλων διαβίβασαν τα στοιχεία τους σε μια ουδέτερη ελεγκτική εταιρεία, η οποία παρείχε συγκεντρωτικά στοιχεία στην KNB και στη Στατιστική Υπηρεσία των Κάτω Χωρών. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό δεν παραβίασε την απόφαση, δεδομένου ότι τα δεδομένα που ανταλλάχθηκαν δεν ήταν ατομικά δεδομένα και ότι η ανταλλαγή αυτών των δεδομένων δεν επέτρεπε στα μέλη της KNB να ελέγχουν αμοιβαία τη συμπεριφορά τους. Όσον αφορά την αύξηση των τιμών κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε επίσης να εξηγηθεί από την οικοδομική άνθηση στα νέα ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας εκείνη την περίοδο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας ότι η εταιρεία της υπήρξε θύμα μποϊκοτάζ από τα μέρη της σχετικής συμφωνίας, η Επιτροπή επισήμανε ότι η καταγγέλλουσα είχε ήδη υποβάλει το ζήτημα αυτό στα εθνικά δικαστήρια.
20. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό το πρίσμα των διαθέσιμων πληροφοριών, υπήρχε περιορισμένη μόνο πιθανότητα ύπαρξης παράβασης και ότι θα χρειάζονταν σημαντικοί πόροι για τη διεξαγωγή διεξοδικότερης έρευνας. Επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν υπήρχε κοινοτικό συμφέρον για την εξέταση του ζητήματος αυτού. Ωστόσο, όπως και στην επιστολή της 24ης Απριλίου 2003, η Επιτροπή τόνισε ότι η οριστική απόφαση θα ληφθεί μόνο αφού ληφθούν υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.
21. Στις 19 Μαΐου 2005, η καταγγέλλουσα υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την επιστολή αυτή, στις οποίες τόνισε ότι επιθυμούσε να εμμείνει στην καταγγελία της. Η καταγγέλλουσα επανέλαβε την άποψή της ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας είχε εφαρμοστεί πριν από την κοινοποίηση της συμφωνίας στην Επιτροπή. Υποστήριξε ότι οι προβλεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο απαλλαγές δεν μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ πέραν της ημερομηνίας κοινοποιήσεως. Συνεπώς, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η απόφαση ήταν άκυρη. Ο καταγγέλλων τόνισε επίσης ότι, λόγω της αύξησης των τιμών, οι καταναλωτές δεν είχαν λάβει δίκαιο μερίδιο από τα οφέλη που απορρέουν από τη σχετική συμφωνία, όπως απαιτεί το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.
22. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να ανακαλέσει την απόφασή της ή, εναλλακτικά, να μεριμνήσει για την εφαρμογή της εν λόγω απόφασης και των όρων στους οποίους υπόκειται. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το πρόσθετο κέρδος που είχαν αποκομίσει οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις θα έπρεπε, στον βαθμό που υπερέβαινε το ποσοστό πληθωρισμού, να επιστραφεί στους καταναλωτές.
Καταγγελία 3065/2005/GG
23. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε εκ νέου στον Διαμεσολαβητή (καταγγελία 3065/2005/GG). Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα ζήτησε από τη Διαμεσολαβήτρια να καλέσει την Επιτροπή «να διορθώσει τις αποφάσεις που έχει λάβει μέχρι στιγμής», φαίνεται ότι η καταγγέλλουσα ήταν δυσαρεστημένη με την ουσία της θέσης της Επιτροπής και όχι με το γεγονός ότι είχαν παρέλθει έξι έτη από τότε που είχε υποβάλει την καταγγελία της για τον ανταγωνισμό.
24. Ωστόσο, οι επιστολές της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2003 και της 22ας Απριλίου 2005 διευκρίνιζαν ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη λάβει οριστική απόφαση επί της καταγγελίας περί ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι θεωρούσε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας στο παρόν στάδιο.
25. Η Διαμεσολαβήτρια ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι είχε τη δυνατότητα να ανανεώσει την καταγγελία της (1) εάν η Επιτροπή απέρριπτε την καταγγελία της περί ανταγωνισμού ή (2) εάν θεωρούσε ότι η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με το θέμα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Καταγγελία 1640/2007/GG
26. Στις 12 Ιουνίου 2007, η καταγγέλλουσα ενημέρωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη απαντήσει στην επιστολή της 19ης Μαΐου 2005. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να επιληφθεί της υπόθεσης.
27. Στις 5 Ιουλίου 2007, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό ότι, αφού έλαβε την επιστολή της 19ης Μαΐου 2005, η Επιτροπή δεν εξέτασε την καταγγελία περί ανταγωνισμού της καταγγέλλουσας εντός εύλογης προθεσμίας.
28. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε απορρίψει την καταγγελία του καταγγέλλοντος περί ανταγωνισμού με επίσημη απόφαση που εκδόθηκε στις 15 Απριλίου 2008. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή επανέλαβε την άποψή της ότι δεν υπήρχε επαρκές κοινοτικό συμφέρον για τη συνέχιση της έρευνας σχετικά με την καταγγελία περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Όσον αφορά τα συνεχιζόμενα αποτελέσματα των εικαζόμενων παραβάσεων του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ, η Επιτροπή υποστήριξε ότι αφορούσαν μόνο τον καταγγέλλοντα, αν όχι καθόλου. Ωστόσο, ο καταγγέλλων είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τα εθνικά δικαστήρια να εξετάσουν την υπόθεση και να επιδικάσουν αποζημίωση για τυχόν ζημία που ενδέχεται να έχει προκληθεί. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η καταγγέλλουσα απευθύνθηκε πράγματι στα γερμανικά δικαστήρια, αν και ανεπιτυχώς. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε πραγματικά περιστατικά που είχαν λάβει χώρα προ πολλού.
29. Οι τελικές παρατηρήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων κατά τη διάρκεια της έρευνας αφορούσαν την ουσία της απόφασης της 15ης Απριλίου 2008 και όχι την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί. Ωστόσο, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν ήταν σκόπιμο να εξεταστεί το θέμα αυτό στο πλαίσιο της έρευνας για την καταγγελία 1640/2007/GG, η οποία επικεντρώθηκε στον χρόνο που χρειάστηκε η Επιτροπή για να εξετάσει την καταγγελία ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1640/2007/GG, δεδομένου ότι δεν φαινόταν αναγκαία η ανάληψη περαιτέρω δράσης όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος στην παρούσα υπόθεση.
30- Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής καταχώρισε την επιστολή του καταγγέλλοντος της 23ης Ιουνίου 2008 ως νέα καταγγελία.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
31. Επομένως, η παρούσα αιτίαση αφορά την ουσία της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Απριλίου 2008. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι η απόφαση αυτή είναι εσφαλμένη.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
32. Στις 23 Ιουλίου 2008, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα και ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει επί της καταγγελίας.
33. Προκειμένου να επικεντρωθεί η έρευνα, η Διαμεσολαβήτρια ενημέρωσε την Επιτροπή ότι θα ήταν χρήσιμο, κατά τη γνώμη της, να εξετάσει ιδίως τα ακόλουθα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων:
- Μολονότι το σημείο 2 της αποφάσεως της 29ης Απριλίου 1994 ανέφερε ότι η συμφωνία δεν κάλυπτε τα τούβλα κρούσης, στην πραγματικότητα είχε εφαρμοστεί στα τούβλα κρούσης.
- Η συμφωνία επεδίωκε τον σκοπό της πρόκλησης προβλημάτων παράδοσης και, ως εκ τούτου, τα μέρη της συμφωνίας είχαν αποδεχθεί εγκύρως τη ζημία τρίτων μερών που δραστηριοποιούνται στην αγορά. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορούσε να χορηγηθεί απαλλαγή.
- Η μείωση της παραγωγικής ικανότητας είχε ήδη πραγματοποιηθεί το 1990. Έτσι, όταν τα ενδιαφερόμενα μέρη γνωστοποίησαν τη συμφωνία τους στην Επιτροπή, το ζήτημα είχε αντιμετωπιστεί προ πολλού.
- Μολονότι η συμφωνία που απαλλάχθηκε από την Επιτροπή υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε τον σκοπό της μείωσης της παραγωγικής ικανότητας, δημιουργήθηκε περαιτέρω παραγωγική ικανότητα σε μια εγκατάσταση στο Βέλγιο που βρισκόταν κοντά στα σύνορα με τις Κάτω Χώρες. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου απαλλαγής, δημιουργήθηκε, επιπλέον, νέα παραγωγική ικανότητα στις Κάτω Χώρες το 1996/1997.
- Οι καταναλωτές δεν είχαν λάβει δίκαιο μερίδιο από τα οφέλη που απορρέουν από τη σχετική συμφωνία, όπως απαιτεί το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.
34. Στις 10 Οκτωβρίου 2008, η καταγγέλλουσα υπέβαλε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία της στον Διαμεσολαβητή. Μεταξύ άλλων εγγράφων, ο καταγγέλλων διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο των παρατηρήσεων που είχε υποβάλει η Επιτροπή στο Πρωτοδικείο στις 11 Ιουνίου 2008 στην υπόθεση T-178/08 AJ. Η υπόθεση αυτή αφορούσε αίτηση δικαστικής συνδρομής υποβληθείσα από τον καταγγέλλοντα με σκοπό την άσκηση προσφυγής κατά της Επιτροπής ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου. Η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι η αίτησή της απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο στις 11 Ιουλίου 2008. Στις 16 Οκτωβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στην Επιτροπή αντίγραφο του υλικού που υπέβαλε ο καταγγέλλων.
35. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 11 Δεκεμβρίου 2008. Στις 15 Δεκεμβρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την εν λόγω γνώμη στον καταγγέλλοντα, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις.
36. Στις 21 Ιανουαρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε ορισμένες παρατηρήσεις. Σε αυτά, επισήμανε ότι ένα από τα συνημμένα της γνώμης της Επιτροπής είχε παρασχεθεί μόνο στην αγγλική έκδοση. Ως εκ τούτου, ζητεί αντίγραφο της γερμανικής έκδοσης ή της (αυθεντικής) ολλανδικής έκδοσης του παρόντος εγγράφου. Η καταγγέλλουσα εξήγησε ότι ενδέχεται να υποβάλει περαιτέρω παρατηρήσεις μετά την παραλαβή του εν λόγω εγγράφου ή των εν λόγω εγγράφων.
37. Στις 30 Ιανουαρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γερμανική και την ολλανδική έκδοση του σχετικού εγγράφου στον καταγγέλλοντα.
38. Στις 11 Φεβρουαρίου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε συμπληρωματικές παρατηρήσεις.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
39. Οι επιστολές του καταγγέλλοντος προς τον Διαμεσολαβητή ήταν γραμμένες σε επιστολόχαρτο που έφερε την επιγραφή «Becker Klinker». Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι η καταγγέλλουσα στράφηκε προς αυτόν υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της Becker GmbH. Ως εκ τούτου, και οι δύο καταγγελίες 3065/2005/GG και 1640/2007, καθώς και η παρούσα, θεωρήθηκε ότι υποβλήθηκαν από την εν λόγω εταιρεία. Στις 10 Οκτωβρίου 2008, και όπως προαναφέρθηκε, ο καταγγέλλων υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο των παρατηρήσεων που είχε υποβάλει η Επιτροπή στο Πρωτοδικείο στις 11 Ιουνίου 2008 στην υπόθεση T-178/08 AJ. Στις παρατηρήσεις αυτές, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή του Συνεδρίου στο γεγονός ότι η Becker GmbH είχε διαγραφεί από το μητρώο εταιρειών και, ως εκ τούτου, έπαυσε να υφίσταται στις 4 Οκτωβρίου 2004. Ο Διαμεσολαβητής δεν γνώριζε το γεγονός αυτό. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε ότι η Becker GmbH δεν υπήρχε πλέον. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παρούσα καταγγελία πρέπει να θεωρηθεί ότι υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα και όχι από την Becker GmbH. Από αυστηρά νομική άποψη, η ίδια προσαρμογή θα πρέπει να γίνει και όσον αφορά τις καταγγελίες 3065/2005/GG και 1640/2007. Ωστόσο, δεδομένου ότι το προαναφερθέν γεγονός δεν επηρεάζει τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο Διαμεσολαβητής σε αυτές τις υποθέσεις και δεδομένου ότι οι υποθέσεις αυτές έχουν περατωθεί εδώ και καιρό, δεν φαίνεται αναγκαίο να πραγματοποιηθεί μια τέτοια επίσημη προσαρμογή όσον αφορά τις εν λόγω υποθέσεις.
40. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι τα μέρη που κοινοποίησαν τη συμφωνία στην Επιτροπή είχαν παράσχει εσκεμμένα εσφαλμένη περιγραφή των σχετικών πραγματικών περιστατικών. Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο Διαμεσολαβητής μπορεί να εξετάζει μόνο καταγγελίες κατά κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών. Ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να εξετάσει τη συμπεριφορά άλλων φορέων, όπως ιδιωτικών εταιρειών ή ενώσεων επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, η παρούσα απόφαση αφορά μόνο το ζήτημα της ύπαρξης κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής.
Α. Επί του ισχυρισμού περί εσφαλμένης απορρίψεως της καταγγελίας περί ανταγωνισμού
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
41. Στη γνώμη της, η ΓΔ Ανταγωνισμού διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
42. Η απόφαση της Επιτροπής της 15ης Απριλίου 2008 έπρεπε να εξεταστεί στο πλαίσιο της απόφασης, με την οποία η Επιτροπή είχε χορηγήσει, δυνάμει του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, εξαίρεση από το άρθρο 81 παράγραφος 1 της εν λόγω συνθήκης υπέρ των ολλανδών κατασκευαστών πλίνθων για την περίοδο από τις 10 Σεπτεμβρίου 1992 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1997. Μόλις το 1999 ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία ανταγωνισμού κατά της απόφασης αυτής. Ωστόσο, δεδομένου ότι από την 1η Μαΐου 2004 το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ άρχισε να εφαρμόζεται άμεσα, η διαδικασία με την οποία η Επιτροπή χορήγησε τις εν λόγω απαλλαγές έχει παύσει να ισχύει.
43. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για τα συμπεράσματα της Επιτροπής πρώτα το 2003, στη συνέχεια μετά από περαιτέρω αξιολόγηση το 2005 και τέλος τον Απρίλιο του 2008. Παρόλο που η απόρριψη βασίστηκε σε λόγους κοινοτικού συμφέροντος, πραγματοποιήθηκε διεξοδική έρευνα της καταγγελίας ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Τούτου λεχθέντος, η Επιτροπή διαθέτει - σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων - περιθώριο εκτιμήσεως για να αποφασίσει ποιες καταγγελίες χρήζουν περαιτέρω έρευνας και/ή παρακολούθησης. Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να δώσει συνέχεια σε κάθε (πιθανή) υπόθεση παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας που περιήλθε σε γνώση της.
44. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις μετά τη δημοσίευση από την Επιτροπή, το 1993, στην Επίσημη Εφημερίδα της σχεδιαζόμενης αποφάσεως σχετικά με τη συμφωνία που του κοινοποιήθηκε δεν μπορεί να αντιταχθεί στην Επιτροπή. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο διότι, στην αλληλογραφία της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι το πρόβλημα στην αγορά προηγήθηκε της δημοσίευσης της προβλεπόμενης απόφασης της Επιτροπής το 1993.
45. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Becker GmbH είχε παύσει να υφίσταται εδώ και αρκετό καιρό (τον Οκτώβριο του 2004) και ότι η ίδια η καταγγέλλουσα δεν δραστηριοποιούνταν πλέον στον τομέα της εμπορίας τούβλων.
46. Οι παρατηρήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων αφού έλαβε α) την επιστολή της ΓΔ Ανταγωνισμού της 22ας Απριλίου 2005 και β) την επίσημη απορριπτική απόφαση του 2008 δεν παρείχαν αρκετά σημαντικές ενδείξεις ώστε η Επιτροπή να δραστηριοποιηθεί και να επανεξετάσει την κατάσταση.
47. Όσον αφορά το πρώτο από τα πέντε συγκεκριμένα ερωτήματα που έθεσε ο Διαμεσολαβητής στην επιστολή του με την οποία ενημέρωσε την Επιτροπή για την έναρξη της παρούσας έρευνας, είχε ήδη υπογραμμιστεί στην απόφαση ότι οι διάφοροι τύποι τούβλων έχουν υψηλό βαθμό δυνατότητας υποκατάστασης από την πλευρά της προσφοράς, δηλαδή παράγονται σε μεγάλο βαθμό με τα ίδια μέσα. Αυτό αναφέρθηκε επίσης στην ανακοίνωση Stichting Baksteen. Η μείωση της παραγωγικής ικανότητας για έναν τύπο τούβλων μειώνει έτσι την παραγωγική ικανότητα για άλλα τούβλα. Στην αιτιολογική σκέψη 3 της ανακοίνωσης για το Stichting Baksteen αναφέρεται ότι ως σχετική αγορά θεωρείται η γενική αγορά τούβλων στις Κάτω Χώρες. Η Επιτροπή, ανταποκρινόμενη στην παρούσα ανακοίνωση, δεν έλαβε αρνητικές απόψεις από τους ανταγωνιστές ή, για το θέμα αυτό, από την πλευρά του καταγγέλλοντος, παρόλο που δημοσιεύθηκε με τα κατάλληλα μέσα. Επιπλέον, οι αμφιβολίες του καταγγέλλοντος σχετικά με τον ορισμό των τούβλων είχαν ήδη εξεταστεί στις επιστολές της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2003 και της 22ας Απριλίου 2005.
48. Όσον αφορά τη δεύτερη από τις ερωτήσεις του Διαμεσολαβητή, πρέπει να σημειωθεί ότι στόχος της συμφωνίας που εξαιρείται με την απόφαση ήταν να συμβάλει στη συντονισμένη μείωση της παραγωγικής ικανότητας λόγω των μεγάλων αποθεμάτων τούβλων και της σημαντικής πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας, και όχι να «προκαλέσει προβλήματα παράδοσης». Με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή την εποχή εκείνη, δεν αναμενόταν καμία τέτοια επίπτωση της απόφασης εκείνη την εποχή. Σε κάθε περίπτωση, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα εν λόγω προβλήματα παράδοσης, εάν υπήρχαν, απευθύνονταν στον καταγγέλλοντα.
49. Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα του Διαμεσολαβητή, από τις απαντήσεις που έλαβε η Επιτροπή μετά τη δημοσίευση της ανακοινώσεως Stichting Baksteen δεν προκύπτει ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας είχε ήδη επέλθει το 1990. Αυτό δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από την έρευνα της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, εάν τα πραγματικά περιστατικά ήταν αυτά που ανέφερε η καταγγέλλουσα και εάν η τελευταία το γνώριζε, θα μπορούσε να είχε ενημερώσει την Επιτροπή νωρίτερα και ανεξάρτητα από τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα.
50. Όσον αφορά την τέταρτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή είχε ήδη απαντήσει στο επιχείρημα του καταγγέλλοντος στην επιστολή της 24ης Απριλίου 2003. Ειδικότερα, η σχετική συμφωνία δεν εμπόδισε τα μέρη να δημιουργήσουν νέες παραγωγικές ικανότητες εκτός των Κάτω Χωρών, π.χ. στο Βέλγιο, και οι υποχρεώσεις των μερών έπρεπε να λήξουν «το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου 1997». Επιπλέον, τα μέρη της συμφωνίας δεν ήταν υποχρεωμένα να κάνουν χρήση της απόφασης απαλλαγής. Η δημιουργία νέων παραγωγικών ικανοτήτων ασφαλώς δεν παραβιάζει το άρθρο 81 της συνθήκης ΕΚ. Εξάλλου, τα επιχειρήματα της καταγγέλλουσας ήταν αντιφατικά, καθώς ισχυρίστηκε ότι τόσο η μείωση της παραγωγικής ικανότητας όσο και, στη συνέχεια, η επέκταση της παραγωγικής ικανότητας έβλαψαν τα συμφέροντά της. Ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται δύσκολο να συμβιβαστεί με την οικονομική λογική, δεδομένου ότι, αν η μία ήταν εις βάρος της, θα μπορούσε να αναμένεται ότι το αντίθετο θα ήταν προς όφελός της.
51. Όσον αφορά το πέμπτο ερώτημα του Διαμεσολαβητή, πρέπει να σημειωθεί ότι σημαντικό μέρος της απόφασης (βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 18-42) αφιερώθηκε στην ανάλυση της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης και ότι η ανάλυση αυτή οδήγησε την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι οι καταναλωτές θα μπορούσαν πράγματι να επωφεληθούν από μια τέτοια εξαίρεση. Επιπλέον, η διεξοδική έρευνα της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος δεν αποκάλυψε στοιχεία που θα έδειχναν επαρκώς ότι οι καταναλωτές δεν λαμβάνουν δίκαιο μερίδιο των οφελών που απορρέουν από τη συμφωνία. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι δεν ελήφθησαν αρνητικές παρατηρήσεις, σε απάντηση της δημοσίευσης της ανακοίνωσης Stichting Baksteen, σχετικά με την πτυχή αυτή.
52. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
53. Δεδομένου ότι η απόφαση είχε υπογραμμίσει ότι δεν κάλυπτε τα τούβλα, δεν είχε σημασία αν είχαν διατυπωθεί αντιρρήσεις κατά της σχετικής συμφωνίας μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης Stichting Baksteen. Τα τούβλα που αντιμετωπίζονταν δεν ήταν εκτεθειμένα σε ανταγωνισμό από άλλα προϊόντα στην ολλανδική αγορά. Ωστόσο, η πίεση του ανταγωνισμού από προϊόντα όπως το σκυρόδεμα αποτέλεσε τη βάση της απαλλαγής που χορήγησε η Επιτροπή. Ήταν παράλογο να υποτεθεί η δυνατότητα υποκαταστάσεως όσον αφορά το σύνολο της παραγωγής των Ολλανδών κατασκευαστών τούβλων.
54 Η Επιτροπή παρέλειψε να επαληθεύσει τα σχετικά στοιχεία, τα οποία μπορούσαν να συλλεχθούν από τις δημοσιευθείσες ετήσιες εκθέσεις της ολλανδικής ενώσεως παραγωγών τούβλων. Ο δείκτης τιμών των ολλανδικών τούβλων αυξήθηκε από 100 το 1990 σε 149,7 το 1994, έτος έκδοσης της απόφασης. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορούσε να διαφύγει της προσοχής της Επιτροπής.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
55. Καταρχάς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την ουσία της απόφασης της 15ης Απριλίου 2008, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία περί ανταγωνισμού, την οποία η καταγγέλλουσα είχε υποβάλει στη ΓΔ Ανταγωνισμού τον Σεπτέμβριο του 1999. Είναι αλήθεια ότι ο καταγγέλλων έθεσε επίσης ορισμένα ζητήματα σε σχέση με την απόφαση, δηλαδή την απόφαση που εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 1994 με την οποία η Επιτροπή χορήγησε απαλλαγή βάσει του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ σε συμφωνία μεταξύ Ολλανδών παραγωγών πλίνθων. Ωστόσο, τα ζητήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν μόνο στο βαθμό που έχουν σημασία για την αξιολόγηση της απόφασης που εκδόθηκε στις 15 Απριλίου 2008.
56. Στην απόφασή της της 15ης Απριλίου 2008, η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε επαρκές κοινοτικό συμφέρον για τη συνέχιση της έρευνάς της σχετικά με την εν λόγω υπόθεση.
57. Ως εκ τούτου, η παρούσα υπόθεση καθιστά αναγκαίο για τον Διαμεσολαβητή να αξιολογήσει κατά πόσον η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή, δηλαδή κατά πόσον ήταν βάσιμη η άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπήρχε επαρκές κοινοτικό συμφέρον για τη συνέχιση της έρευνάς της στην εν λόγω υπόθεση. Προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε πιθανή σύγχυση, φαίνεται χρήσιμο να επισημανθεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν χρειάζεται να εξακριβώσει κατά πόσον οι ισχυρισμοί που διατυπώνονται στην καταγγελία περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος ήταν βάσιμοι. Για να το θέσω συνοπτικά, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε την υπόθεση του καταγγέλλοντος και όχι κατά πόσον υπήρχαν οι παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ που καταγγέλλει ο καταγγέλλων.
58. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι από την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων προκύπτει ότι η Επιτροπή δικαιούται να δίνει διαφορετικούς βαθμούς προτεραιότητας στις καταγγελίες ανταγωνισμού που της υποβάλλονται και να απορρίπτει μια καταγγελία λόγω έλλειψης επαρκούς κοινοτικού συμφέροντος για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει επίσης ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί το κοινοτικό συμφέρον για περαιτέρω διερεύνηση μιας υπόθεσης, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και, ειδικότερα, να σταθμίζει τη σημασία της ζημίας που μπορεί να προκαλέσει η εικαζόμενη παράβαση στη λειτουργία της κοινής αγοράς με την πιθανότητα να είναι σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη της παράβασης και την έκταση των μέτρων έρευνας που απαιτούνται για την εκτέλεση, υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες, του καθήκοντός της να διασφαλίζει την τήρηση των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ.[6] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή διαθέτει, ως εκ τούτου, ευρεία διακριτική ευχέρεια στον τομέα αυτό.
59. Πριν από την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, είναι σκόπιμο να υπογραμμιστεί ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού κατέληξε στα συμπεράσματά της μετά από μια κατά τα φαινόμενα διεξοδική και ολοκληρωμένη εξέταση. Από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι η έρευνα που διεξήγαγε η ΓΔ Ανταγωνισμού περιλάμβανε διαβουλεύσεις με την ολλανδική αρχή ανταγωνισμού, τρεις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που απευθύνονταν στην KNB, 48 αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε Ολλανδούς παραγωγούς τούβλων, 16 αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε Βέλγους παραγωγούς τούβλων και 48 αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε σχετικές εταιρείες στη Γερμανία. Ως εκ τούτου, είναι απολύτως σαφές ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη την καταγγελία του καταγγέλλοντος σχετικά με τον ανταγωνισμό.
60. Στην καταγγελία της για θέματα ανταγωνισμού, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε i) ότι οι Ολλανδοί παραγωγοί τούβλων είχαν συστήσει σύμπραξη, ii) ότι διατηρούσαν σύστημα αποκλειστικής διανομής χωρίς να διαθέτουν την απαιτούμενη απαλλαγή, iii) ότι είχαν προβεί σε παράνομη ανταλλαγή πληροφοριών και iv) ότι η εταιρεία της είχε εκτεθεί σε μποϊκοτάζ και διακρίσεις.
61. Όσον αφορά τον δεύτερο από τους ισχυρισμούς αυτούς, η Επιτροπή επισήμανε ότι η έρευνά της δεν απέδειξε την ύπαρξη τέτοιων παραβάσεων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να θέσει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα αυτό.
62. Όσον αφορά τον τρίτο από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν με την καταγγελία περί ανταγωνισμού, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η απόφαση (στην αιτιολογική σκέψη 45) απαγόρευε ρητώς την ανταλλαγή ατομικών δεδομένων. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι οι έρευνές της δεν απέδειξαν την ύπαρξη τέτοιας πρακτικής. Η Επιτροπή εξήγησε ότι οι Ολλανδοί παραγωγοί τούβλων διαβίβασαν τα στοιχεία τους σε ουδέτερη ελεγκτική εταιρεία, η οποία παρείχε συγκεντρωτικά στοιχεία στην KNB και στη Στατιστική Υπηρεσία των Κάτω Χωρών. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό δεν παραβίασε την απόφαση, δεδομένου ότι τα δεδομένα που ανταλλάχθηκαν δεν ήταν ατομικά δεδομένα και ότι η ανταλλαγή αυτών των δεδομένων δεν επέτρεπε στα μέλη της KNB να ελέγχουν αμοιβαία τη συμπεριφορά τους. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί την εξήγηση αυτή πειστική. Ο καταγγέλλων δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η σχετική ανταλλαγή πληροφοριών επεκτάθηκε σε μεμονωμένα δεδομένα, δηλαδή ότι μεμονωμένες εταιρείες ενημερώθηκαν σχετικά με τις επιδόσεις μεμονωμένων ανταγωνιστών.
63. Όσον αφορά τον τέταρτο από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην καταγγελία περί ανταγωνισμού, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή επισήμανε ότι το άρθρο 82 της συνθήκης ΕΚ, στο οποίο βασίστηκε ο καταγγέλλων στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόζεται μόνο σε επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Η Επιτροπή υποστήριξε, ωστόσο, ότι κανένας από τους Ολλανδούς παραγωγούς τούβλων δεν βρισκόταν σε τέτοια θέση και ότι δεν υπήρχαν επίσης στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι 22 ανεξάρτητοι Ολλανδοί παραγωγοί τούβλων ή όμιλοι παραγωγών τούβλων κατείχαν από κοινού δεσπόζουσα θέση. Η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι κανένας από τους Γερμανούς εμπόρους τούβλων στους οποίους απευθύνθηκε με αιτήματα παροχής πληροφοριών δεν είχε απαντήσει καταφατικά στο ερώτημά της αν ένας Ολλανδός παραγωγός τούβλων είχε ποτέ αρνηθεί να πωλήσει ή να παραδώσει τούβλα ή είχε χρεώσει υπερβολικές τιμές (με την προαναφερθείσα εξαίρεση για το 1994). Επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η φερόμενη συμπεριφορά των Ολλανδών παραγωγών τούβλων συνιστούσε μποϊκοτάζ με σκοπό την εκδίωξη ενός ανταγωνιστή από την αγορά. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του καταγγέλλοντος όσον αφορά μεμονωμένους Ολλανδούς παραγωγούς τούβλων ή να εξακριβώσουν αν οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος είναι βάσιμοι βάσει του αστικού δικαίου. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί τα επιχειρήματα αυτά πειστικά. Από τις πληροφορίες που του παρασχέθηκαν προκύπτει ότι το εικαζόμενο μποϊκοτάζ και η δυσμενής διάκριση φαίνεται να προέκυψαν από οικονομική διαφορά μεταξύ της εταιρείας του καταγγέλλοντος και ενός από τους εταίρους της στις Κάτω Χώρες. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η εικαζόμενη συμπεριφορά των Ολλανδών παραγωγών τούβλων συνιστούσε μποϊκοτάζ με σκοπό την εκδίωξη ενός ανταγωνιστή από την αγορά, ήταν εσφαλμένη.
64. Όσον αφορά τον πρώτο από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην καταγγελία περί ανταγωνισμού, η Διαμεσολαβήτρια αντιλαμβάνεται την καταγγέλλουσα ως ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία σύμπραξης μεταξύ Ολλανδών παραγωγών τούβλων, η οποία, κατά την άποψή της, υπήρχε, ήταν παράνομη, δεδομένου ότι είτε δεν καλυπτόταν από την απόφαση είτε η ίδια η απόφαση ήταν εσφαλμένη, δεδομένου ότι δεν έπρεπε να χορηγηθεί απαλλαγή.
65. Δεν αμφισβητείται ότι οι Ολλανδοί παραγωγοί τούβλων συνήψαν συμφωνία με σκοπό τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας. Όπως διαπίστωσε η Επιτροπή στην απόφασή της, η εν λόγω συμφωνία ήταν αντίθετη προς το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και, ως εκ τούτου, θα αποτελούσε σύμπραξη απαγορευμένη βάσει του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ, εάν δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις απαλλαγής βάσει του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. Ο καταγγέλλων φαίνεται να ισχυρίστηκε ότι οι Ολλανδοί παραγωγοί τούβλων είχαν επίσης συνάψει αντιανταγωνιστικές συμφωνίες ή πρακτικές σχετικά με τις τιμές. Από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στη Διαμεσολαβήτρια προκύπτει ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού έκρινε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η θέση αυτή ήταν εσφαλμένη. Ως εκ τούτου, οι ακόλουθες σκέψεις θα αφορούν μόνο τη συμφωνία σχετικά με τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας.
66. Στην απόφασή της, η Επιτροπή χορήγησε απαλλαγή βάσει του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ στη συμφωνία που της είχε κοινοποιηθεί. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η απόφαση δεν κάλυπτε τη συμφωνία, δεδομένου ότι το σημείο 2 της απόφασης όριζε ότι η συμφωνία δεν επεκτεινόταν στα τούβλα με όψη, ενώ, στην πραγματικότητα, εφαρμοζόταν σε αυτού του είδους τα τούβλα. Προσθέτει, χωρίς να αντικρούεται από την Επιτροπή, ότι η αντιμετώπιση των τούβλων αντιπροσωπεύει μακράν το σημαντικότερο μέρος της παραγωγής των Ολλανδών παραγωγών τούβλων τους οποίους αφορά η συμφωνία.
67. Πράγματι, το σημείο 2 της αποφάσεως αναφέρει σαφώς ότι τα τούβλα με όψη προς τα έξω δεν αποτελούν αντικείμενο της σχετικής συμφωνίας. Ωστόσο, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα της 24ης Απριλίου 2003, η Επιτροπή παρέπεμψε σε επιστολή που της απέστειλαν το 1992 τα μέρη που συμμετείχαν στη συμφωνία. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, η προτεινόμενη αναδιάρθρωση «αφορούσε αποκλειστικά τα τούβλα (gevelbakstenen) και κανένα άλλο προϊόν ή ομάδα προϊόντων που συνδεόταν ή δεν συνδεόταν με αυτά». Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ακατανόητο τον λόγο για τον οποίο το σημείο 2 της απόφασης ανέφερε ότι τα τούβλα με όψη δεν καλύπτονταν από τη συμφωνία.
68. Κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η ΓΔ Ανταγωνισμού στο πλαίσιο αυτό δεν είναι πειστικό. Όσον αφορά τη χρησιμοποιούμενη ορολογία, το σημείο 2 της Αποφάσεως δεν φαίνεται να επιτρέπει ερμηνεία υπό την έννοια ότι, παρά το γράμμα της, τα τούβλα με όψη προς τα τούβλα έπρεπε να καλύπτονται από τη συμφωνία που αποτελούσε το αντικείμενο της απαλλαγής. Είναι αληθές ότι η απόφαση επισημαίνει επίσης ότι, όσον αφορά τους παραγωγούς, οι διάφοροι τύποι τούβλων μπορούν «σε πολύ μεγάλο βαθμό να αντικατασταθούν ο ένας από τον άλλο». Ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία που να θέτουν υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση αυτή. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της δυνατότητας υποκατάστασης από την πλευρά της προσφοράς, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας για ένα είδος τούβλων συνεπαγόταν μείωση της παραγωγικής ικανότητας και για άλλα τούβλα είναι σαφώς πειστικό. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους στην αιτιολογική σκέψη 2 της απόφασης αναφέρεται ότι «τα προϊόντα που αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας είναι αργιλικά δομικά τούβλα καμένα σε καμίνους, εξαιρουμένων των ακριβότερων τούβλων που είναι στραμμένα προς τα πάνω και των τούβλων μηχανικής», μολονότι τα ίδια τα μέρη είχαν καταστήσει σαφές ότι η συμφωνία αφορούσε μόνο τα τούβλα που είναι στραμμένα προς τα κάτω.
69. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η Επιτροπή, η οποία είχε ενημερωθεί από τα μέρη ότι η συμφωνία τους «αφορούσε αποκλειστικά τούβλα», πρέπει να τεκμαίρεται ότι εξέδωσε την απόφαση έχοντας πλήρη γνώση του γεγονότος αυτού. Ωστόσο, το γεγονός αυτό θα είχε σημασία μόνο εάν τα τρίτα μέρη ήταν σε θέση να κατανοήσουν τον αντίκτυπο της συμφωνίας και, κατά συνέπεια, της απόφασης απαλλαγής.
70. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα ανακοίνωση σχετικά με τη σχετική συμφωνία, στην οποία ανήγγειλε την πρόθεσή της να υιοθετήσει ευνοϊκή στάση έναντι της συμφωνίας. Ωστόσο, η ανακοίνωση του Stichting Baksteen επισήμανε ότι, πριν από την ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή επιθυμούσε να παράσχει στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις. Στην ανακοίνωση Stichting Baksteen, η Επιτροπή εξήγησε ότι τα προϊόντα που αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας ήταν «τούβλα τοιχοποιίας που χρησιμοποιούνται στις κατασκευές».[7] Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι τα τούβλα με όψη, τα οποία αναφέρονται, δεν προορίζονταν να καλυφθούν. Η ανακοίνωση Stichting Baksteen αναφέρθηκε επίσης στη δυνατότητα υποκατάστασης από την πλευρά της προσφοράς όσον αφορά τους τρεις σχετικούς τύπους τούβλων. Υπενθύμισε επίσης, όπως έπραξε και η μεταγενέστερη απόφαση, ότι δυνάμει της συμφωνίας έπρεπε να αποσυναρμολογηθεί παραγωγική ικανότητα ύψους 217 εκατομμυρίων τούβλων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη που διαβάζουν την ανακοίνωση Stichting Baksteen πρέπει να γνώριζαν τον πιθανό αντίκτυπο της συμφωνίας στην αντιμετώπιση των τούβλων. Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η ΓΔ Ανταγωνισμού δεν έλαβε αρνητικές παρατηρήσεις σε απάντηση της ανακοίνωσης και ότι η μεταγενέστερη απόφαση δεν προσβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πράγματι σημαντικό.
71. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τότε την ανακοίνωση Stichting Baksteen, επισημαίνοντας ότι η δική της ήταν μια πολύ μικρή εταιρεία που δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τις δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα. Γεγονός παραμένει, ωστόσο, ότι κανένα άλλο ενδιαφερόμενο μέρος δεν φαίνεται να έχει προβάλει αντιρρήσεις όσον αφορά την ευνοϊκή απόφαση που προτίθετο να εκδώσει η Επιτροπή. Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι πολλές ή οι περισσότερες εταιρείες που πωλούν τούβλα δεν αντιτάχθηκαν επειδή ήταν ευχαριστημένες με την αύξηση των τιμών η οποία, σύμφωνα με την ίδια, οδήγησε στη συμφωνία. Ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε από την εξήγηση αυτή. Ωστόσο, ακόμη και αν αυτή η εξήγηση ήταν σωστή, η απουσία αρνητικών αντιδράσεων από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη (όπως οι παραγωγοί τούβλων σε άλλα κράτη μέλη) θα παρέμενε σαφώς σημαντική.
72. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η διατύπωση του σημείου 2 της απόφασης δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της θέσης που έλαβε η ΓΔ Ανταγωνισμού στην απόφασή της της 15ης Απριλίου 2008.
73. Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί αν το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η ίδια η απόφαση ήταν εσφαλμένη (υπό την έννοια ότι δεν έπρεπε να χορηγηθεί απαλλαγή) οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα.
74. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι στόχος της συμφωνίας ήταν να προκαλέσει προβλήματα παράδοσης. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορούσε να χορηγηθεί απαλλαγή. Η Επιτροπή απάντησε ότι στόχος της συμφωνίας ήταν να επιτευχθεί συντονισμένη μείωση της παραγωγικής ικανότητας λόγω των μεγάλων αποθεμάτων τούβλων και της σημαντικής πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας, και όχι «να προκληθούν προβλήματα παράδοσης». Κατά την Επιτροπή, το αποτέλεσμα αυτό της Αποφάσεως, βάσει των στοιχείων που είχε τότε στη διάθεσή της η Επιτροπή, δεν ήταν αναμενόμενο κατά τον χρόνο εκείνο. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, σε κάθε περίπτωση, κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν υποδήλωνε ότι τα εν λόγω προβλήματα παράδοσης, εάν υπήρχαν, απευθύνονταν στον καταγγέλλοντα.
75. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί πειστικά τα επιχειρήματα της Επιτροπής. Η νομιμότητα μιας απόφασης πρέπει σαφώς να καθορίζεται στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών που ήταν γνωστά στην Επιτροπή κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης.
76. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας είχε ήδη εφαρμοστεί το 1990. Ως εκ τούτου, το ζήτημα είχε αντιμετωπιστεί προ πολλού όταν τα ενδιαφερόμενα μέρη γνωστοποίησαν τη συμφωνία τους στην Επιτροπή. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η απόφαση προέβλεπε συνεπώς αναδρομική απαλλαγή πέραν της ημερομηνίας κοινοποίησης, η οποία δεν επιτρεπόταν. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι από τις απαντήσεις που έλαβε μετά τη δημοσίευση της ανακοινώσεως Stichting Baksteen δεν προέκυπτε ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας είχε ήδη επέλθει το 1990. Προσέθεσε ότι το επιχείρημα του καταγγέλλοντος δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, αν τα πραγματικά περιστατικά ήταν αυτά που ανέφερε η καταγγέλλουσα και αν η τελευταία το γνώριζε, θα μπορούσε να είχε ενημερώσει την Επιτροπή νωρίτερα και ανεξάρτητα από τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα.
77. Και σε αυτό το σημείο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί πειστικά τα επιχειρήματα της Επιτροπής. Παρόλο που, στην καταγγελία της για θέματα ανταγωνισμού και σε μεταγενέστερη αλληλογραφία, η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε σε ορισμένες παύσεις λειτουργίας εργοστασίων πλινθοποιίας στις Κάτω Χώρες πριν από την ημερομηνία κοινοποίησης της συμφωνίας, δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω παύσεις λειτουργίας ισοδυναμούσαν με τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας που προβλεπόταν από τη συμφωνία.
78. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι, παρόλο που η συμφωνία που απαλλάχθηκε από την Επιτροπή υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε τον σκοπό της μείωσης της παραγωγικής ικανότητας, δημιουργήθηκε περαιτέρω παραγωγική ικανότητα κατά τη διάρκεια και μετά την περίοδο απαλλαγής. Η Επιτροπή απάντησε ότι η σχετική συμφωνία δεν εμπόδιζε τα μέρη να δημιουργήσουν νέες παραγωγικές ικανότητες εκτός των Κάτω Χωρών, π.χ. στο Βέλγιο, και ότι οι υποχρεώσεις των μερών επρόκειτο να λήξουν «το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου 1997». Εξήγησε επίσης ότι τα μέρη της συμφωνίας δεν ήταν υποχρεωμένα να κάνουν χρήση της απόφασης απαλλαγής και ότι η δημιουργία νέας παραγωγικής ικανότητας σίγουρα δεν παραβίαζε το άρθρο 81 της συνθήκης ΕΚ.
79. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έδωσε εύλογη απάντηση στο επιχείρημα του καταγγέλλοντος. Είναι πράγματι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, αρχής γενομένης από το 1996/97, θα μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος ή οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου μέρους.
80. Ο καταγγέλλων υποστήριξε γενικά ότι, παρά τις απαιτήσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, οι καταναλωτές δεν είχαν λάβει δίκαιο μερίδιο από τα οφέλη που απορρέουν από τη σχετική συμφωνία. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι τιμές είχαν αυξηθεί ακόμη και πριν από τη χορήγηση της απαλλαγής και συνέχισαν να αυξάνονται στη συνέχεια. Η Επιτροπή απάντησε ότι σημαντικό μέρος της απόφασης (βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 18-42) αφιερώθηκε στην ανάλυση της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης και ότι η ανάλυση αυτή την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε πράγματι να αναμένεται από τους καταναλωτές να επωφεληθούν από μια τέτοια απαλλαγή. Προσέθεσε ότι η διεξοδική έρευνά της σχετικά με την καταγγελία περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος δεν αποκάλυψε στοιχεία που θα έδειχναν επαρκώς ότι οι καταναλωτές δεν λαμβάνουν δίκαιο μερίδιο των οφελών που απορρέουν από τη συμφωνία. Όσον αφορά την αύξηση των τιμών κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε επίσης να εξηγηθεί από την οικοδομική άνθηση στα νέα ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας εκείνη την περίοδο. Η Επιτροπή υπογράμμισε επίσης ότι δεν ελήφθησαν αρνητικές παρατηρήσεις σχετικά με την πτυχή αυτή, σε απάντηση στη δημοσίευση της ανακοίνωσης Stichting Baksteen.
81. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τις τιμές και τα περιθώρια κέρδους που υπέβαλε ο καταγγέλλων θα μπορούσαν πράγματι να δικαιολογήσουν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον οι καταναλωτές έλαβαν δίκαιο μερίδιο των οφελών που απορρέουν από τη συμφωνία και, γενικότερα, κατά πόσον η απόφαση εξαίρεσης ήταν δικαιολογημένη. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη τρία σημεία. Πρώτον, και όπως προαναφέρθηκε, η νομιμότητα μιας αποφάσεως μπορεί να διαπιστωθεί μόνο βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς της. Δεύτερον, και παρόλο που ο καταγγέλλων αμφισβητεί την έκταση των επιπτώσεών της, είναι σαφές ότι η οικοδομική άνθηση στα νέα γερμανικά ομόσπονδα κράτη τη δεκαετία του 1990 είχε σημαντική επίδραση στις τιμές των οικοδομικών υλικών, συμπεριλαμβανομένων των τούβλων. Τρίτον, και σημαντικότερο, η απόφαση σχετικά με το κατά πόσον μια συμφωνία πληροί ή όχι τις προϋποθέσεις απαλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ απαιτεί αξιολόγηση οικονομικών θεμάτων, η οποία συνεπάγεται κατ’ ανάγκη περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, όταν καλείται να εξετάσει το ζήτημα αν μια τέτοια απόφαση ήταν εσφαλμένη, θα πρέπει, ως εκ τούτου, να περιορίσει την έρευνά του στην εξακρίβωση της ύπαρξης πρόδηλης πλάνης εκτίμησης. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν διαπίστωσε τέτοιο σφάλμα. Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν απαιτεί από τον Διαμεσολαβητή να εξετάσει τη νομιμότητα της αποφάσεως που εκδόθηκε το 1994, αλλά της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2008, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία περί ανταγωνισμού του καταγγέλλοντος με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε επαρκές κοινοτικό συμφέρον για τη συνέχιση της έρευνάς της στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά την τελευταία αυτή απόφαση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παρούσα έρευνά του δεν του επέτρεψε να εντοπίσει κακοδιοίκηση εκ μέρους της ΓΔ Ανταγωνισμού.
Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση επί της ουσίας της απόφασης της ΓΔ Ανταγωνισμού της 15ης Απριλίου 2008.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 2 Ιουλίου 2009
[1] Βλ. σημείο 39 κατωτέρω.
[2] ΕΕ 1994, L 131, σ. 15.
[3] Στην επίσημη ολλανδική έκδοση της απόφασης: "metselbakstenen voor de bouw".
[4] Στην επίσημη ολλανδική έκδοση της απόφασης: "gevelstenen".
[5] ΕΕ 1993, C 34, σ. 11. Η παρούσα ανακοίνωση συνόψισε την κοινοποίηση που ελήφθη από τα μέρη της διαδικασίας, προκειμένου να δοθεί στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη η δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
[6] Υπόθεση T-24/90 Automec κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-1223, σκέψη 86· υπόθεση T-5/93 Tremblay κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-185, σκέψη 60· Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-185/96, T-189/96 και T-190/96, Riviera Auto Service κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-93, σκέψη 46.
[7] Στο γερμανικό κείμενο της ανακοινώσεως: "Bauziegelsteine".