FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 402/2008/(BEH)WP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Ο καταγγέλλων είναι Γερμανός υπήκοος τουρκικής καταγωγής. Κατήγγειλε στην Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια την έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για καταγγελία παράβασης που της υπέβαλε. Στην καταγγελία της, ισχυρίστηκε ότι ο εργοδότης της, ένα γερμανικό πανεπιστήμιο (στο εξής: πανεπιστήμιο), είχε προβεί σε διακρίσεις εις βάρος της τόσο λόγω της καταγωγής της όσο και λόγω του φύλου της.

2. Συνοπτικά, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως έχουν ως εξής:

Από το 1967 και μετά, ο καταγγέλλων εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο βάσει πολυάριθμων αναθέσεων ορισμένου χρόνου. Από το 1987 έως το 1989 εργαζόταν με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχολήσεως. Την 1η Απριλίου 1990 εργάστηκε ως καθηγήτρια τουρκικής γλώσσας με μειωμένο ωράριο κατά 50 % (μοιράστηκε την εργασία της με άλλη συνάδελφό της). Ένα υγειονομικό πιστοποιητικό έλειπε από τον φάκελο του καταγγέλλοντος εκείνη τη στιγμή. Κατά συνέπεια, η σύμβαση, δυνάμει της οποίας έπρεπε να διδάσκει έξι ώρες εβδομαδιαίως, συνήφθη για ορισμένο χρόνο που έληγε στις 30 Ιουνίου 1990. Μετά την προσκόμιση του ελλείποντος υγειονομικού πιστοποιητικού, ο καταγγέλλων απασχολήθηκε, από την 1η Ιουλίου 1990, βάσει συμβάσεως αορίστου χρόνου μερικής απασχολήσεως 50 %. Σε αντίθεση με την προηγούμενη σύμβαση ορισμένου χρόνου, η σύμβαση αυτή της προέβλεπε οκτώ ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως, αλλά υπό τους ίδιους όρους. Η συνάδελφός της, ωστόσο, συνέχισε να εργάζεται μόνο έξι ώρες την εβδομάδα, λόγω της αρχής των κεκτημένων δικαιωμάτων. Εκτός από τη σύμβαση αορίστου χρόνου, ο καταγγέλλων, την εποχή εκείνη, εργαζόταν επίσης τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως ως εκπαιδευτής τουρκικής γλώσσας βάσει καθηκόντων διδασκαλίας ορισμένου χρόνου.

3. Μόλις η καταγγέλλουσα υπέγραψε τη σύμβαση αορίστου χρόνου από την 1η Ιουλίου 1990, ζήτησε από τον εργοδότη της να μειώσει τις εβδομαδιαίες διδακτικές υποχρεώσεις της από οκτώ σε έξι ώρες. Το Πανεπιστήμιο απέρριψε αυτό το αίτημα. Στη συνέχεια, το Πανεπιστήμιο αρνήθηκε επίσης να συγχωνεύσει τα δύο επαγγέλματα σε μία μόνιμη εργασία πλήρους απασχόλησης. Το 1993, η θέση του προαναφερθέντος συναδέλφου του καταγγέλλοντος έμεινε κενή. Ωστόσο, όταν η καταγγέλλουσα υπέβαλε αίτηση για την εν λόγω θέση, απορρίφθηκε.

4. Το 1994, η καταγγέλλουσα κίνησε δικαστική διαδικασία στη Γερμανία κατά του εργοδότη της, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου διάρκειας 12 ωρών την εβδομάδα. Υποστήριξε ότι ο διαχωρισμός της απασχόλησής της σε καθήκοντα διδασκαλίας και σε σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης συνιστούσε καταχρηστική συμπεριφορά του εργοδότη της. Η αγωγή της απορρίφθηκε από το Local Labour Court (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών), το Higher Labour Court (ανώτερο δικαστήριο εργατικών διαφορών) και το Federal Labour Court (Ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών). Στην απόφασή του της 23ης Μαΐου 2001, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έκρινε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εργοδότη του καταγγέλλοντος, ο οποίος είχε εκ του νόμου το δικαίωμα να απασχολεί άτομα βάσει διδακτικών καθηκόντων. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να διαπιστωθεί έμμεση διάκριση λόγω φύλου σε βάρος του καταγγέλλοντος. Έκρινε επίσης ότι η καταγγέλλουσα δεν προσκόμισε στοιχεία που να τεκμηριώνουν το επιχείρημά της ότι ο εργοδότης της προσέφερε συμβάσεις πλήρους απασχόλησης σε άνδρες, αλλά μόνο συμβάσεις μερικής απασχόλησης σε γυναίκες, οι οποίες περιλάμβαναν (λιγότερο επικερδείς) εργασίες διδασκαλίας. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων προσέφυγε στο γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής: ΕΔΔΑ). Οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν στις 7 Μαρτίου 2002 και στις 24 Φεβρουαρίου 2005 αντίστοιχα. Ο καταγγέλλων συνταξιοδοτήθηκε το 2002.

5. Με επιστολή της 27ης Δεκεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην επιστολή αυτή, καθώς και στην περαιτέρω αλληλογραφία της με το θεσμικό όργανο, κατήγγειλε τα εξής: i) τον διαχωρισμό της απασχόλησής της σε σύμβαση μερικής απασχόλησης και καθήκοντα διδασκαλίας· και ii) την αύξηση των διδακτικών της υποχρεώσεων από έξι σε οκτώ ώρες εβδομαδιαίως. Σύμφωνα με την ίδια, είχε υποστεί φυλετικές και σεξουαλικές διακρίσεις από τον εργοδότη της, κατά παράβαση της οδηγίας 2000/43/ΕΚ και του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚ. Υποστήριξε ότι η δικαστική διαδικασία κατά του εργοδότη της ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων ήταν άδικη και ότι οι εμπλεκόμενοι δικαστές είχαν διαστρεβλώσει την πορεία της δικαιοσύνης και είχαν επηρεάσει τους δικηγόρους της. Ως εκ τούτου, δεν είχε λάβει τη δέουσα συνδρομή στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας. Καταγγέλλει επίσης ότι οι πολίτες της ΕΕ μη ευρωπαϊκής καταγωγής υφίστανται διακρίσεις στα κράτη μέλη της ΕΕ και ότι η Γερμανία δεν εγγυάται τη νομική ασφάλεια των πολιτών μη γερμανικής καταγωγής. Η καταγγέλλουσα πρόσθεσε ότι η διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ ήταν επίσης άδικη και ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει μέτρα κατά των γερμανικών δικαστηρίων και να την βοηθήσει να λάβει επαρκή μισθό και σύνταξη σε σχέση με την εργασία που είχε εκτελέσει έως το 2002.

6. Στις απαντήσεις της στον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν είχε γενική αρμοδιότητα να ενεργεί υπέρ των πολιτών της ΕΕ· θα μπορούσε να ενεργήσει μόνον αν θιγόταν το κοινοτικό δίκαιο. Το γεγονός ότι στην καταγγέλλουσα δόθηκε περισσότερη εργασία από τη συνάδελφό της δεν αποτελούσε ούτε ένδειξη διάκρισης λόγω εθνοτικής καταγωγής ούτε παραβίαση οποιασδήποτε άλλης διάταξης του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με την Επιτροπή, από τις πληροφορίες που υπέβαλε η καταγγέλλουσα, δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί καμία περίπτωση διάκρισης ή να προσδιοριστεί μια διάσταση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην περίπτωσή της. Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι δεν είχε αρμοδιότητα να διερευνήσει υποθέσεις που είχαν λάβει χώρα πριν από την έκδοση της οδηγίας 2000/43/ΕΚ στις 29 Ιουνίου 2000.

7. Στις 7 Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

8. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς.

Ισχυρισμοί

  1. Η Επιτροπή παρέλειψε να διερευνήσει την καταγγελία της καταγγέλλουσας σχετικά με α) τις διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής και β) την άνιση αμοιβή ανδρών και γυναικών εργαζομένων για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας από τον πρώην εργοδότη της, καθώς και γ) τις αθέμιτες δικαστικές διαδικασίες στη Γερμανία. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι η εικαζόμενη δυσμενής διάκριση εις βάρος της συνεχίστηκε μέχρι την έκδοση της οδηγίας 2000/43/ΕΚ, η οποία, ως εκ τούτου, εφαρμοζόταν στην περίπτωσή της.
  2. Η παράλειψη της Επιτροπής που περιγράφηκε ανωτέρω ήταν εσκεμμένη.

Απαιτήσεις

Η Επιτροπή θα πρέπει:

  1. να διερευνήσει την καταγγελία της· και
  2. να λάβει αναδρομικά τα αναγκαία μέτρα για την άρση της δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος της.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

9. Η καταγγελία διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Επιτροπής για γνωμοδότηση. Στις 17 Ιουνίου 2008, η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Στις 21 Αυγούστου 2008, η καταγγέλλουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

10. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ, είναι σε θέση να λαμβάνει και να εξετάζει καταγγελίες για κακοδιοίκηση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας σε αυτόν. Επομένως, δεν εναπόκειται στον Διαμεσολαβητή να εξετάσει αν τα γερμανικά δικαστήρια εφάρμοσαν ορθώς το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. Είναι επίσης εκτός της εντολής του Διαμεσολαβητή να εξετάζει τη δραστηριότητα του ΕΔΔΑ, το οποίο δεν είναι θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αλλά μάλλον ανεξάρτητο θεσμικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης.

11. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή στην παρούσα υπόθεση αποσκοπεί στο να εξακριβώσει κατά πόσον η Επιτροπή χειρίστηκε ορθά την καταγγελία της καταγγέλλουσας, στην οποία ισχυρίστηκε ότι υπέστη φυλετικές και σεξουαλικές διακρίσεις από τις γερμανικές αρχές.

Α. Ισχυρισμός περί μη ορθής διερεύνησης της καταγγελίας του καταγγέλλοντος

Όσον αφορά την εικαζόμενη διάκριση λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

12. Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν διαπιστώθηκε καμία διάκριση σε βάρος του καταγγέλλοντος λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, όπως ορίζεται στην οδηγία 2000/43/ΕΚ. Επιπλέον, η οδηγία 2000/43/ΕΚ εκδόθηκε περίπου 10 έτη μετά τα εικαζόμενα γεγονότα.

13. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι, γενικά, οι γυναίκες λέκτορες ξένων γλωσσών, οι οποίες δεν είναι γερμανικής καταγωγής, αναγκάζονται να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Οι περισσότεροι από τους καθηγητές ξένων γλωσσών του Πανεπιστημίου, οι οποίοι απασχολούνταν με μερική απασχόληση, ήταν γυναίκες και αλλοδαποί. Δηλώνοντας ότι τα γεγονότα συνέβησαν 10 έτη πριν από την έκδοση της οδηγίας 2000/43/ΕΚ, η Επιτροπή παραδέχθηκε εμμέσως ότι δεν είχε διερευνήσει καθόλου την καταγγελία της. Το γερμανικό ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών εξέδωσε την απόφασή του στις 23 Μαΐου 2001, δηλαδή μετά την έκδοση της οδηγίας 2000/43/ΕΚ στις 29 Ιουνίου 2000. Αυτό, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, έδειξε ότι η οδηγία ήταν εφαρμοστέα.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

14. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να υπενθυμίσει ότι το άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας 2000/43/ΕΚ ορίζει ότι:

συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για λόγους φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο·

β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θα έθετε πρόσωπα φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση σε σύγκριση με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από θεμιτό σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.»

15. Η καταγγέλλουσα δεν προσκόμισε στοιχεία που θα επέτρεπαν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι γυναίκες λέκτορες ξένων γλωσσών, οι οποίες δεν είναι γερμανικής καταγωγής, αναγκάζονται γενικά να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Φαίνεται χρήσιμο να σημειωθεί ότι η ίδια η καταγγέλλουσα εργαζόταν με σύμβαση πλήρους απασχόλησης από το 1987 έως το 1989, όταν ο κάτοχος αυτής της θέσης βρισκόταν σε γονική άδεια. Είναι αληθές ότι η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η πλειονότητα των πανεπιστημιακών καθηγητών ξένων γλωσσών που απασχολούνταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης ήταν γυναίκες και αλλοδαποί. Ωστόσο, αυτό δεν αποδεικνύει ότι υπήρξε διάκριση λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Ο καταγγέλλων δεν διαβίβασε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι καθηγητές ξένων γλωσσών, οι οποίοι είναι γερμανικής καταγωγής, τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τους συναδέλφους τους μη γερμανικής καταγωγής.

16. Τα γεγονότα που οδήγησαν τον καταγγέλλοντα να απευθυνθεί στα γερμανικά δικαστήρια και, τελικά, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έλαβαν χώρα το 1990. Ο καταγγέλλων προσέφυγε στα γερμανικά δικαστήρια το 1994. Δεδομένου ότι η οδηγία δεν υφίστατο τότε, η άποψη της Επιτροπής ότι δεν ήταν λυσιτελής για την παρούσα υπόθεση φαίνεται εύλογη. Το γεγονός ότι η απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εκδόθηκε μόλις το 2001 δεν επηρεάζει το συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε την προηγούμενη απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, η οποία εκδόθηκε πριν από την έκδοση της οδηγίας.

17. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και με βάση τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τα μέρη κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή ενήργησε ορθά όταν διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να διαπιστωθεί καμία διάκριση λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, όπως ορίζεται στην οδηγία 2000/43/ΕΚ.

Όσον αφορά την εικαζόμενη διάκριση λόγω άνισης αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

18. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, παρόλο που η καταγγέλλουσα παρέπεμψε στο άρθρο 141 της συνθήκης ΕΚ, δεν διατύπωσε σαφείς ισχυρισμούς για διακρίσεις λόγω φύλου. Επιπλέον, η Επιτροπή έκρινε ότι η κατάσταση στην οποία η καταγγέλλουσα εικάζεται ότι κέρδιζε τον ίδιο μισθό με τη συνάδελφό της, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να εργάζεται δύο επιπλέον ώρες την εβδομάδα, δεν καλυπτόταν από την αρχή της ίσης αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων.

19. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα τόνισε την άποψή της ότι της προσφέρθηκε εργασία μερικής απασχόλησης μόνο λόγω του φύλου της. Στα πανεπιστήμια, η πλειονότητα των καθηγητών ξένων γλωσσών, οι οποίοι απασχολούνται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, ήταν γυναίκες. Δεν διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι ο συνάδελφός της έπρεπε να εργάζεται λιγότερο, αλλά για την καταχρηστική αύξηση των διδακτικών υποχρεώσεών της από την 1η Απριλίου έως την 1η Ιουλίου 1990. Σύμφωνα με το άρθρο 141 της συνθήκης ΕΚ και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, είχε δικαίωμα ίσης μεταχείρισης.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

20. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι το άρθρο 141 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει τα εξής:

"1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «αμοιβή» νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, σε χρήμα ή σε είδος, που λαμβάνει άμεσα ή έμμεσα ο εργαζόμενος, λόγω της απασχόλησής του, από τον εργοδότη του.

Ίση αμοιβή χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου σημαίνει:

α) ότι η αμοιβή για την ίδια εργασία με κατ' αποκοπή αμοιβή υπολογίζεται με βάση την ίδια μονάδα μέτρησης·

β) ότι η αμοιβή για εργασία με ωριαία αμοιβή είναι η ίδια για την ίδια εργασία (...)»

21. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα κέρδιζε τον ίδιο μισθό με τη συνάδελφό της, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να εργάζεται δύο ακόμη ώρες την εβδομάδα, δεν καλύπτεται από την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων.

22. Επιπλέον, η καταγγέλλουσα δεν υπέβαλε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η αύξηση των διδακτικών υποχρεώσεών της από έξι σε οκτώ ώρες την εβδομάδα ήταν καταχρηστική και συνιστούσε έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών. Στις πληροφορίες που παρέσχε η καταγγέλλουσα στην Επιτροπή, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο εργοδότης της την αντιμετώπιζε διαφορετικά από τους άνδρες συναδέλφους της.

23. Η καταγγέλλουσα δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι της προσφέρθηκε εργασία μερικής απασχόλησης μόνο λόγω του φύλου της. Μολονότι ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερες γυναίκες που απασχολούνται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, αυτό δεν σημαίνει ότι η καταγγέλλουσα δεν εργαζόταν συνεχώς βάσει σύμβασης πλήρους απασχόλησης λόγω του φύλου της.

24. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογη την ανάλυση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία δεν διαπιστώθηκε παραβίαση της αρχής της ισότητας της αμοιβής, όπως ορίζεται στο άρθρο 141 της συνθήκης ΕΚ, στην περίπτωση του καταγγέλλοντος.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί άδικης δικαστικής διαδικασίας στη Γερμανία

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

24. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν είχε καμία εξουσία επί των δικαστικών διαδικασιών στη Γερμανία.

25. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή ήταν αρμόδια να διερευνήσει κατά πόσον οι δικαστικές διαδικασίες ήταν δίκαιες, διότι αφορούσαν την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων και, ως εκ τούτου, το κοινοτικό δίκαιο.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

26. Από πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων προκύπτει ότι η παράβαση κράτους μέλους μπορεί, κατ' αρχήν, να διαπιστωθεί και στην περίπτωση που ο δικαστής παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο.

27. Ωστόσο, και όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

28. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας ότι τα γερμανικά δικαστήρια δεν σεβάστηκαν το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο απέρριψε τη σχετική καταγγελία της το 2005. Όπως προαναφέρθηκε, είναι εκτός της εντολής τόσο του Διαμεσολαβητή όσο και της Επιτροπής να εξετάζουν τη δραστηριότητα του ΕΔΔΑ, το οποίο δεν είναι θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αλλά μάλλον ανεξάρτητο θεσμικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Β. Ισχυρισμός περί εσκεμμένης παράλειψης ορθής διερεύνησης της καταγγελίας του καταγγέλλοντος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

29. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν παρέλειψε να εξετάσει δεόντως το αίτημα του καταγγέλλοντος: απάντησε σε όλες τις επιστολές της και, στο μέτρο του δυνατού, διερεύνησε τα ζητήματα που εγείρονταν σε αυτές, σύμφωνα με τον Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς της.

30. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η Επιτροπή δεν εξέτασε το επιχείρημά της ότι η δυσμενής διάκριση εις βάρος της διήρκεσε πέραν του έτους 2000 και μάλιστα συνεχίστηκε, δεδομένου ότι η σύνταξή της υπολογιζόταν βάσει της εργασίας μερικής απασχόλησης. Η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε διερευνήσει την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τη Γερμανία και θα έπρεπε να είχε ασκήσει σχετική προσφυγή επί παραβάσει ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

31. Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε ορθά την καταγγελία του καταγγέλλοντος. Επομένως, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος περί εσκεμμένης αποτυχίας δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

Γ. Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος

32. Όπως προαναφέρθηκε, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή διερεύνησε δεόντως την παρούσα καταγγελία. Με βάση τη διαπίστωση αυτή, οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.

Δ. Συμπεράσματα

Βάσει της έρευνάς του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τους ισχυρισμούς και τις αιτιάσεις του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση. Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 16 Δεκεμβρίου 2008

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!