FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1843/2007/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1. Ο καταγγέλλων είναι Ιταλός δικηγόρος, ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό ορισμένων ιταλικών επιχειρήσεων που παράγουν δομικά προϊόντα. Κατά την προσπάθειά τους να πωλήσουν τα προϊόντα τους στη Γερμανία, οι επιχειρήσεις αντιμετώπισαν σημαντικές δυσκολίες λόγω των νομικών απαιτήσεων που ορίζονται σε γερμανικό διάταγμα της 20ής Ιουνίου 1980 (1) («το διάταγμα»). Το διάταγμα εξουσιοδοτούσε έναν ιδιωτικό οργανισμό πιστοποίησης, την Deutsche Vereinigung des Gas- und Wasserfaches e.V. (DVGW), να εκδίδει τόσο κανονισμούς όσο και σήματα πιστοποίησης για ορισμένα δομικά προϊόντα.

2. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το διάταγμα περιόριζε αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, υπέβαλε, τον Απρίλιο του 2006, καταγγελία στο SOLVIT (2), η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία δεν ενείχε ατομικό πρόβλημα, αλλά αφορούσε μάλλον την εσφαλμένη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας από ένα κράτος μέλος. Αποφάσισε, ως εκ τούτου, να μην διεξαγάγει έρευνα.

3. Στις 15 Μαΐου 2006, ο καταγγέλλων επικοινώνησε με την Επιτροπή, ζητώντας της να λάβει τα κατάλληλα μέτρα κατά της Γερμανίας.

4. Η Επιτροπή ξεκίνησε ανεπίσημη έρευνα συλλογής πληροφοριών σχετικά με το ζήτημα που έθεσε ο καταγγέλλων. Στο πλαίσιο αυτό, οι υπηρεσίες της είχαν διάφορες γραπτές επαφές με τον καταγγέλλοντα και τον συνάντησαν στις 11 Ιουλίου 2006 προκειμένου να διευκρινίσουν τη φύση του προβλήματος και την πραγματική του κατάσταση. Στις 14 Ιουλίου 2006, ως αποτέλεσμα των πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής καταχώρισε την αλληλογραφία του καταγγέλλοντος ως καταγγελία με αριθμό αναφοράς 2006/4610.

5. Τον Σεπτέμβριο του 2006, ο καταγγέλλων συναντήθηκε με τις υπηρεσίες της Επιτροπής της Γενικής Διεύθυνσης Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας (ΓΔ ENTR), οι οποίες ήταν αρμόδιες για την υπόθεσή του. Μετά τη συνάντηση αυτή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή διέθετε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και ήταν πρόθυμη να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας λίγο αργότερα. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2007, η Επιτροπή δεν το είχε ακόμη πράξει.

6. Στις 2 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή απάντησε σε γραπτή ερώτηση της 23ης Μαΐου 2007 της κ. Locatelli, ευρωβουλευτή (αριθ. αναφ.: P 2862/07), σχετικά με τα πρότυπα που εφαρμόζουν οι γερμανικές αρχές για τα προϊόντα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε εφαρμογές ύδρευσης και αποστράγγισης (τα λεγόμενα «W534»). Στην ερώτησή της, η βουλευτής του ΕΚ κ. Locatelli υποστήριξε ότι η DVGW έχει «μονοπώλιο» όσον αφορά την πιστοποίηση των εξαρτημάτων που προορίζονται για χρήση σε μονάδες διανομής φυσικού αερίου και νερού. Δήλωσε επίσης ότι αυτή η «άτυπη» και «δεσπόζουσα θέση» έρχεται σε αντίθεση με τις «αρχές της κοινοτικής κανονιστικής πολιτικής».

7. Στην απάντησή της, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε θεσπιστεί κοινοτική νομοθεσία με σκοπό την εναρμόνιση ως προς το θέμα αυτό. Εξήγησε, ωστόσο, ότι η εν λόγω νομοθεσία καθορίζει ελάχιστα πρότυπα ποιότητας. Ένα κράτος μέλος είναι ελεύθερο να καθορίζει το επίπεδο ποιότητας σε υψηλότερο επίπεδο όταν «το απαιτεί η προστασία της ανθρώπινης υγείας στην εθνική του επικράτεια ή σε τμήμα αυτής». Ως εκ τούτου, τα εθνικά πρότυπα για τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης μπορεί να υπερβαίνουν τα πρότυπα που καθορίζονται στην κοινοτική νομοθεσία. Δεν υπάρχουν ακόμη εναρμονισμένα πρότυπα για τα προϊόντα που θεσπίζονται βάσει της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ για τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών που προορίζονται για χρήση με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Η σήμανση CE δεν ήταν ακόμη δυνατή για τα εν λόγω προϊόντα. Το εναρμονισμένο πρότυπο προϊόντος hEN681-1, στην τρέχουσα έκδοσή του, απέκλειε ρητά τη χρήση των εν λόγω προϊόντων με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης.

8. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι αξιολογήσεις της συμμόρφωσης, τις οποίες διενεργεί η DVGW για τα προϊόντα αυτά, μπορούν να βασίζονται σε γερμανικά πρότυπα. Μπορούν επίσης να λαμβάνουν υπόψη εθνικές απαιτήσεις που υπερβαίνουν τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Ωστόσο, οι γερμανικές αρχές πρέπει να επιτρέπουν τη διάθεση στη γερμανική αγορά προϊόντων που ανταποκρίνονται στις εφαρμοστέες γερμανικές διατάξεις ή πρότυπα, εφόσον πληρούν τις εθνικές διατάξεις και πρότυπα σε άλλα κράτη μέλη. Ως προς αυτό, η Επιτροπή παρατήρησε ότι τα γερμανικά πρότυπα για τη συγκεκριμένη χρήση «μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, εφόσον δεν υπάρχουν αποδείξεις περί του αντιθέτου».

9. Όσον αφορά την εικαζόμενη «δεσπόζουσα θέση» της DVGW, η Επιτροπή επισήμανε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την ύπαρξη «δεσπόζουσας θέσης». Αντιθέτως, απαγορεύει τις καταχρήσεις, οι οποίες νοθεύουν αισθητά τον ανταγωνισμό ή εκμεταλλεύονται τους καταναλωτές στις αγορές.

10. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι τα ζητήματα που αναφέρονται στην απάντηση της Επιτροπής προς την κ. Locatelli, βουλευτή του ΕΚ, συνδέονται στενά με το αντικείμενο της καταγγελίας του. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η απάντηση της Επιτροπής στην κ. Locatelli, βουλευτή του ΕΚ, είχε ήδη «προδικάσει» την κατεύθυνση της έρευνας που διεξήγαγε σε σχέση με την καταγγελία του.

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

11. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε σωστά την καταγγελία του και ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξηγήσει τα μέτρα που έλαβε για να διερευνήσει την καταγγελία και να λάβει θέση επ’ αυτής.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

12. Η καταγγελία απεστάλη στον Διαμεσολαβητή στις 10 Ιουλίου 2007. Στις 30 Ιουλίου 2007, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα και απέστειλε την καταγγελία στην Επιτροπή. Στις 4 Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η οποία στη συνέχεια διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα στις 18 Δεκεμβρίου 2007, ζητώντας του να υποβάλει παρατηρήσεις έως τις 31 Ιανουαρίου 2008.

13. Στις 24 Ιανουαρίου 2008, ο καταγγέλλων ζήτησε παράταση της προθεσμίας απάντησης, την οποία χορήγησε ο Διαμεσολαβητής. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής στις 28 Φεβρουαρίου 2008. Στις 19 Μαρτίου 2008 απέστειλε περαιτέρω πληροφορίες στον Διαμεσολαβητή.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Α. Ο εικαζόμενος παράτυπος χειρισμός της καταγγελίας 2006/4610 από την Επιτροπή

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι

  1. το γερμανικό διάταγμα παραβίασε το άρθρο 28 ΕΚ (3), καθώς και την οδηγία 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών (4).
  2. Η DVGW κατείχε «δεσπόζουσα θέση» όσον αφορά την πιστοποίηση των εν λόγω προϊόντων στη Γερμανία. Ως προς αυτό, υποστήριξε ότι το διάταγμα αναγνωρίζει μόνο κανονισμούς και σήματα πιστοποίησης που εκδίδονται από την DVGW.

Ο καταγγέλλων σημείωσε ότι, σε μια υποτιθέμενη παρόμοια κατάσταση που αφορούσε προϊόντα για εγκαταστάσεις φυσικού αερίου και νερού, η Επιτροπή είχε συμφωνήσει να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ιταλίας για εικαζόμενη παραβίαση του άρθρου 28 της συνθήκης ΕΚ, κατόπιν καταγγελιών που υποβλήθηκαν από γερμανικές επιχειρήσεις.

15. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε εξηγήσει τα μέτρα που έλαβε για τη διερεύνηση της καταγγελίας 2006/4610 και θα έπρεπε να λάβει θέση σχετικά με την εν λόγω καταγγελία. Υποστήριξε ότι:

  1. η αλληλογραφία της Επιτροπής μαζί του ήταν ασυνεπής·
  2. η Επιτροπή δεν του παρέσχε πληροφορίες· και
  3. η Επιτροπή αδιαφορεί για μια κατάσταση που αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο.

16. Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή εξέτασε διαδοχικά καθένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων. Για λόγους σαφήνειας, ο Διαμεσολαβητής θα δώσει επίσης την εκτίμησή του σε σχέση με καθένα από αυτά τα επιχειρήματα με τη σειρά του.

Συνοχή της θέσης της Επιτροπής έναντι του καταγγέλλοντος

17. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στις πολυάριθμες ανταλλαγές επιστολών με την Επιτροπή. Κατά την άποψή του, η αλληλογραφία αυτή έδειξε ότι η έρευνα της Επιτροπής δεν είχε κατεύθυνση. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, με την πάροδο του χρόνου, η Επιτροπή του είχε δώσει διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημά του. Επομένως, οι απαντήσεις της στερούνταν συνοχής.

18. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η αλληλογραφία της ήταν στην πραγματικότητα συνεπής. Σημείωσε ότι, στις πολυάριθμες επιστολές του, ο καταγγέλλων είχε εγείρει διάφορα ζητήματα. Αυτά έπρεπε να εξεταστούν χωριστά. Στην πρώτη επιστολή του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο διάταγμα, χωρίς να αναφέρει καμία συγκεκριμένη περίπτωση που θα μπορούσε να δημιουργήσει εμπόδια στην εσωτερική αγορά. Στην επιστολή αυτή, ισχυρίστηκε, χωρίς να προσκομίσει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, ότι υπήρξε παράβαση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ. Γενικότερα, υποστήριξε ότι η DVGW κατείχε «μονοπωλιακή θέση». Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν ανέφερε ότι επιθυμούσε να υποβάλει επίσημη καταγγελία.

19. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής συναντήθηκαν για πρώτη φορά με τον καταγγέλλοντα τον Ιούλιο του 2006 και του παρείχαν πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τη διαδικασία έρευνας επί παραβάσει. Ειδικότερα, στις πληροφορίες αυτές περιλαμβανόταν το γεγονός ότι οι έρευνες αυτές απαιτούν σημαντικό χρονικό διάστημα. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε επίσης ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής επεξεργάζονταν την υπόθεσή του, με σκοπό τη σύνταξη προειδοποιητικής επιστολής. Δεν του έδωσαν συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις για το πότε θα συμβεί αυτό.

20. Αφού η Επιτροπή εξέτασε όλα τα διαθέσιμα υλικά, διαπίστωσε έλλειψη συνέπειας στις πληροφορίες που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Τα πρότυπα στα οποία αναφέρθηκε δεν κάλυπταν τα εν λόγω προϊόντα και τα αποδεικτικά στοιχεία που παρασχέθηκαν (σχετικά με το πιστοποιητικό συμμόρφωσης, το σήμα CE και τις επιστολές των γερμανικών αρχών) ήταν ασαφή.

21. Κατά συνέπεια, μεταξύ Σεπτεμβρίου 2006 και Μαρτίου 2007, η Επιτροπή ενημέρωσε επανειλημμένα τον καταγγέλλοντα για την έλλειψη σαφήνειας και τις ασυνέπειες στις πληροφορίες που είχε παράσχει. Προς το τέλος αυτής της περιόδου, ο καταγγέλλων πρόσθεσε ισχυρισμούς που υπερέβαιναν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ. Αναφέρθηκε σε προβλήματα διαπίστευσης και στρέβλωσης της αγοράς στον τομέα της ενέργειας και των υδάτων. Ζήτησε πρόσθετη δράση από την Επιτροπή και απηύθυνε επίσης τις ανησυχίες του σε άλλες αρχές. Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο για να χειριστούν τον φάκελο.

22. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η απάντησή της στη γραπτή ερώτηση P-2862/07, την οποία υπέβαλε ο βουλευτής του ΕΚ Locatelli, και η αλληλογραφία της στην υπόθεση 2006/4610 ήταν συνεπείς. Η απάντησή της στην κοινοβουλευτική ερώτηση αφορούσε μια συγκεκριμένη πτυχή, δηλαδή τα εξαρτήματα και τις σφραγίδες που έρχονται σε επαφή με το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Ωστόσο, το πεδίο της έρευνας του καταγγέλλοντος ήταν ευρύτερο.

23. Στις παρατηρήσεις του σε απάντηση της γνώμης της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες που έλαβε από την Επιτροπή, ιδίως οι πληροφορίες που ελήφθησαν μεταξύ της 31ης Αυγούστου 2007 και της 16ης Οκτωβρίου 2007, ήταν ελλιπείς και ανακριβείς. Επισυνάπτει στις παρατηρήσεις του αλληλογραφία με την οποία ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις εργασίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τυποποίησης (CEN), όσον αφορά το πρότυπο για το προϊόν EN 1251-7 και την ημερήσια διάταξη προσεχούς συνεδρίασης στην οποία θα συμμετάσχει με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στις 16 Οκτωβρίου 2007.

24. Επισημαίνει επίσης τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αντιμετώπισε παρόμοια κατάσταση κατά της Ιταλίας, όσον αφορά τον ίδιο τομέα της αγοράς. Θεώρησε ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση συνιστούσε δυσμενή διάκριση.

Η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή όσον αφορά τη συνέπεια ή μη της αλληλογραφίας της Επιτροπής

25. Στο πλαίσιο του ρόλου της ως «θεματοφύλακα της Συνθήκης» δυνάμει του άρθρου 211 ΕΚ, η Επιτροπή οφείλει να διασφαλίζει την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Επιτροπή διερευνά πιθανές παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες περιέρχονται στην αντίληψή της σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα καταγγελιών πολιτών. Εάν, ως αποτέλεσμα της έρευνάς της, η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, το άρθρο 226 ΕΚ της παρέχει την εξουσία να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά του υπεύθυνου κράτους μέλους και, ενδεχομένως, να προσφύγει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

26. Οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή κατά τη διεκπεραίωση των καταγγελιών, καθώς και οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχει στους καταγγέλλοντες, καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου (5) («η ανακοίνωση»).

27. Το παράρτημα της ανακοίνωσης καθορίζει τις κύριες υποχρεώσεις που πρέπει να τηρεί η Επιτροπή, από τυπική και διαδικαστική άποψη, κατά την εξέταση μιας καταγγελίας, ιδίως όσον αφορά την καταχώρισή της (παράγραφος 3)(6), την απόδειξη παραλαβής (παράγραφος 4)(7), την επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα (παράγραφος 7)(8), την προθεσμία για την έρευνα (παράγραφος 8)(9), και την περάτωση της υπόθεσης (παράγραφος 10)(10).

28. Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν κάνει ειδική αναφορά στο ζήτημα της συνοχής όσον αφορά τις ενέργειες των υπαλλήλων στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 226. Το πεδίο εφαρμογής της υποχρέωσης αυτής ορίζεται γενικά στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, το οποίο ορίζει ότι:

«Ο υπάλληλος πρέπει να είναι συνεπής με τη διοικητική συμπεριφορά του καθώς και με τη διοικητική δράση του οργάνου. Ο υπάλληλος ακολουθεί τις συνήθεις διοικητικές πρακτικές του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν υπάρχουν νόμιμοι λόγοι παρέκκλισης από τις πρακτικές αυτές σε συγκεκριμένη περίπτωση· οι λόγοι αυτοί καταγράφονται γραπτώς.»

29. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τις πληροφορίες που έλαβε κατά τη διάρκεια της έρευνάς του σχετικά με τις πολυάριθμες απαντήσεις της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα (11). Κατά την αξιολόγηση της κατάστασης, ο Διαμεσολαβητής δεν μπόρεσε να λάβει υπόψη τις πιθανές δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια δύο συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν στις 11 Ιουλίου 2006 και στις 16 Οκτωβρίου 2007, δεδομένου ότι δεν ελήφθησαν πρακτικά των εν λόγω συνεδριάσεων.

30. Με επιστολή της 14ης Ιουλίου 2006, η Επιτροπή καταχώρισε την αλληλογραφία του καταγγέλλοντος ως καταγγελία και του εξήγησε τη φύση και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσουν οι υπηρεσίες της για την εξέταση της υπόθεσης, καθώς και τον μέσο χρόνο που μπορεί να χρειαστεί για την ολοκλήρωση της έρευνας. Η επακόλουθη αλληλογραφία της Επιτροπής φαίνεται ότι αποσκοπούσε στην αποσαφήνιση του πεδίου της έρευνας, ιδίως της φύσης του προβλήματος και των συγκεκριμένων σχετικών προϊόντων.

31. Στο πλαίσιο της έρευνάς της, η Επιτροπή εξέτασε διαδοχικά αιτήματα παροχής πληροφοριών που υπέβαλε ο καταγγέλλων, τα οποία φαινόταν να καθίστανται ολοένα και πιο λεπτομερή και περίπλοκα. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων παρέσχε πρόσθετες πληροφορίες που τροποποίησαν την έκταση των ισχυρισμών του, ιδίως όσον αφορά το είδος των προϊόντων που επηρεάζονται από το διάταγμα, τις αρχές που είναι αρμόδιες για το πρόβλημα και τις ειδικές υπηρεσίες της Επιτροπής που θα πρέπει να συμμετάσχουν στην έρευνα.

32. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην αρχική του καταγγελία στο SOLVIT, η οποία στη συνέχεια εστάλη στην Επιτροπή, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε, με πολύ γενικούς όρους, στα προβλήματα που αντιμετώπισαν αρκετές ιταλικές επιχειρήσεις που παράγουν δομικά προϊόντα, όταν πωλούσαν τα προϊόντα τους στη Γερμανία (12). Σε περαιτέρω μηνύματα, ωστόσο, όρισε την έκταση του προβλήματος ως καλύπτουσα μόνο ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, και συγκεκριμένα όλα τα δομικά προϊόντα που ήρθαν σε επαφή με το νερό (13). Στη συνέχεια, υπέβαλε λεπτομερή κατάλογο των ευρωπαϊκών προτύπων που εφαρμόζονται σε δεκατέσσερα προϊόντα, τα οποία θα επηρεάζονταν από τις διατάξεις του διατάγματος (14). Στις 5 Σεπτεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια συγκεκριμένη ιταλική εταιρεία, η FRA.BO., σε σχέση με ένα συγκεκριμένο προϊόν (πρότυπο W 534). Υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη Διαπίστευση (EA) σχετικά με το εν λόγω προϊόν (15). Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ήταν δυσαρεστημένος με τον τρόπο με τον οποίο η ΕΑ χειρίστηκε την καταγγελία του, ζήτησε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής να παρέμβουν στην ΕΑ (16). Ζήτησε επίσης από τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό υπηρεσίες της Επιτροπής να συμμετάσχουν στην έρευνα αυτή (17). Στις 6 Σεπτεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε οι υπηρεσίες της να διευρύνουν την έρευνα σχετικά με τις εργασίες που διεξήγαγε η CEN (18) σε σχέση με το πρότυπο για το προϊόν EN 1251-7, το οποίο, κατά την άποψή του, συνδεόταν άμεσα με το προϊόν που αναφέρεται στην καταγγελία του. Τέλος, με επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου 2007, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι το προϊόν που αποτελούσε αντικείμενο της καταγγελίας του ήταν, στην πραγματικότητα, πρέσα χαλκού.

33. Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση P 2862/07, της 2ας Ιουλίου 2007, και τη σημασία της για την εξέταση της καταγγελίας 2006/4610, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να απαντά σε τυχόν προφορικές και/ή γραπτές ερωτήσεις που της υποβάλλονται από βουλευτή του Κοινοβουλίου (19). Επιπλέον, ο κανόνας που διέπει τις ερωτήσεις αυτές δεν προβλέπει ότι η απλή ύπαρξη έρευνας επί καταγγελίας, η οποία αφορά ζητήματα που έχουν επίσης τεθεί σε γραπτή κοινοβουλευτική ερώτηση, θα μπορούσε να απαλλάξει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να απαντήσει σε ερώτηση βουλευτή (20).

34. Η απάντηση της Επιτροπής στο Κοινοβούλιο αφορούσε μόνο τα υδραυλικά προϊόντα που προορίζονται για χρήση με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης (21). Αντίθετα, η έρευνα σχετικά με την καταγγελία του καταγγέλλοντος φαίνεται να αφορά πολύ μεγαλύτερο φάσμα προϊόντων που επηρεάζονται από τις διατάξεις του διατάγματος (22).

35. Ακόμη και αν το περιεχόμενο της απάντησης σε κοινοβουλευτική ερώτηση είχε, σε κάποιο βαθμό, σημασία για την περάτωση έρευνας της Επιτροπής σχετικά με καταγγελία, το θεσμικό όργανο θα ενεργούσε εντός των ορίων της νόμιμης εξουσίας του, υπό την προϋπόθεση ότι θα παρείχε εύλογες εξηγήσεις στον καταγγέλλοντα προς υποστήριξη της θέσης του.

36. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να έχει παράσχει στον καταγγέλλοντα μη ρεαλιστικές προσδοκίες ή αντιφατικούς λόγους κατά τη διάρκεια της έρευνας. Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες και λαμβάνοντας υπόψη τον πολύ περίπλοκο χαρακτήρα της έρευνάς της, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί ότι η Επιτροπή παρεξέκλινε από τις συνήθεις διοικητικές πρακτικές κατά τις επαφές της με τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, δεν παρέβη την υποχρέωσή της να ενεργεί με συνέπεια.

37. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον καταγγέλλοντα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

38. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή του είχε παράσχει πολύ περιορισμένες πληροφορίες, μετά την υποβολή της καταγγελίας του.

39. Στη γνώμη της, η Επιτροπή απαρίθμησε όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα και τις επιστολές που της απέστειλε ο καταγγέλλων μεταξύ της 15ης Μαΐου 2006 και της 13ης Ιουνίου 2007 (16 συνολικά) και τις απαντήσεις που έδωσαν οι υπηρεσίες της στην εν λόγω αλληλογραφία. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι οι υπηρεσίες της είχαν μιλήσει πολλές φορές στον καταγγέλλοντα μέσω τηλεφώνου. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο κατάλογος παρείχε σαφή ένδειξη της εποικοδομητικής στάσης των υπηρεσιών της έναντι του καταγγέλλοντος.

40. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι όλες οι πτυχές της υπόθεσης συζητήθηκαν στις συναντήσεις του με τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Επισήμανε ότι, μολονότι είχε παράσχει όλες τις ζητούμενες πληροφορίες, η Επιτροπή ουδέποτε διευκρίνισε το σκεπτικό της για τη μη αποστολή της προειδοποιητικής επιστολής στις γερμανικές αρχές. Επιπλέον, όπως καταδεικνύεται από το υλικό που επισυνάπτεται στη γνώμη της Επιτροπής, οι υπηρεσίες της δεν του κατέστησαν ποτέ σαφές εάν ορισμένοι από τους ισχυρισμούς του δεν ήταν βάσιμοι ή εάν εξακολουθούσαν να υπάρχουν ορισμένες πτυχές της υπόθεσης που έπρεπε να αποσαφηνιστούν.

Αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή όσον αφορά το κατά πόσον η Επιτροπή παρέλειψε να παράσχει πληροφορίες στον καταγγέλλοντα

41. Η Επιτροπή βρισκόταν σε συχνή επαφή με τον καταγγέλλοντα μέσω τηλεφώνου, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και επιστολής. Επιπλέον, πραγματοποίησε δύο συναντήσεις μαζί του στις 11 Ιουλίου 2006 και στις 16 Οκτωβρίου 2007. Φαίνεται ότι οι υπηρεσίες της απάντησαν εγκαίρως στην αλληλογραφία του.

42. Επιπλέον, ο καταγγέλλων φαίνεται ότι ενημερώθηκε γραπτώς για τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής σε απάντηση της καταγγελίας του.

43. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι δεν έχει λάβει καμία πληροφορία από την οποία να προκύπτει ότι η θέση της Επιτροπής και τα διαδοχικά αιτήματά της δεν αποσκοπούσαν πραγματικά στη λήψη των πληροφοριών που χρειαζόταν για τη συνέχιση της έρευνας. Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 29-32 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 7 του παραρτήματος της ανακοίνωσης (23). Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Επί της ελλείψεως αντιμετωπίσεως καταστάσεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

44. Λόγω της έλλειψης προόδου που παρατηρήθηκε από τότε που υπέβαλε την καταγγελία του, ο καταγγέλλων πίστευε ότι η Επιτροπή δεν φαινόταν να δεσμεύεται να βρει λύση σε ένα πρόβλημα το οποίο, κατά την άποψή του, παραβίαζε σαφώς το δίκαιο της ΕΕ.

45. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι υπηρεσίες της εξέτασαν διεξοδικά όλες τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είχε ακόμη καταλήξει σε τελικό συμπέρασμα σχετικά με τον φάκελο. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό δείχνει ότι δεν αδιαφορούσε για την εικαζόμενη παράβαση, αλλά μάλλον ότι οι υπηρεσίες της αντιμετώπισαν το πρόβλημα σοβαρά. Επισήμανε επίσης ότι η έρευνά της δεν είχε ολοκληρωθεί επειδή ο καταγγέλλων τροποποίησε το αντικείμενο της υπόθεσης στα πολυάριθμα αιτήματά του και δεν υπέβαλε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που είχαν ζητηθεί.

46. Η Επιτροπή κατέληξε επισημαίνοντας ότι η έρευνά της αφορούσε περίπλοκα τεχνικά ζητήματα, καθώς και δύσκολα νομικά ζητήματα, τα οποία απαιτούσαν διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν με την καταγγελία στερούνταν σαφήνειας και προκαλούσαν σύγχυση όσον αφορά τα σχετικά ζητήματα. Αυτό εξηγεί, κατά την άποψη της Επιτροπής, τη μακρά έρευνα. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι στις 16 Οκτωβρίου 2007 πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον καταγγέλλοντα με στόχο την αντιμετώπιση και την αποσαφήνιση των εκκρεμών ζητημάτων. Ισχυρίστηκε ότι οι υπηρεσίες της τηρούσαν ανά πάσα στιγμή όλες τις αρχές της δίκαιης και ορθής διοίκησης.

47. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων σημείωσε ότι, στις 20 Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή του απέστειλε επιστολή με την οποία ανήγγειλε την πρόθεσή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο και τον κάλεσε να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τη θέση της Επιτροπής εντός ενός μηνός. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η επιστολή της Επιτροπής περιείχε ασαφείς πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούσαν ειδικά την καταγγελία που υποβλήθηκε αρχικά. Κατά την άποψή του, τα επιχειρήματα της Επιτροπής στερούνται αιτιολογίας και λογικής. Επιπλέον, έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε αξιολογήσει δεόντως τα υποβληθέντα αποδεικτικά στοιχεία και επισήμανε ότι δεν είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η έρευνά της στην υπόθεση διήρκεσε περισσότερο από ένα έτος.

Η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή όσον αφορά το κατά πόσον η Επιτροπή αδιαφορούσε για μια κατάσταση που αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο

48. Όταν συναλλάσσονται με το κοινό, οι υπάλληλοι πρέπει να ενεργούν με επιμέλεια. Όσον αφορά τον χειρισμό καταγγελιών από πολίτες, η ανακοίνωση ορίζει ότι, κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή θα πρέπει να διεξάγει την έρευνα ώστε να είναι σε θέση να εκδώσει προειδοποιητική επιστολή ή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο εντός ενός έτους από την καταχώριση της καταγγελίας (24).

49. Ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του στην Επιτροπή στις 15 Μαΐου 2006. Κατά τη διάρκεια της έρευνας της Επιτροπής, οι υπηρεσίες της προέβησαν σε διεξοδική ανταλλαγή επιστολών με τον καταγγέλλοντα, με στόχο την αποσαφήνιση του αντικειμένου της υπόθεσης. Αφού εξέτασε την εν λόγω αλληλογραφία στις παραγράφους 29-32 ανωτέρω ,, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι οι προσπάθειες της Επιτροπής αποσκοπούσαν πραγματικά στη λήψη των πληροφοριών που χρειαζόταν για τη συνέχιση της έρευνας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φάνηκε να δεσμεύεται να συνεχίσει την έρευνά της επί της καταγγελίας, επιδιώκοντας έτσι να αντιμετωπίσει μια κατάσταση που φέρεται να αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο.

50. Στις 20 Δεκεμβρίου 2007, περίπου επτά μήνες μετά την υποβολή της καταγγελίας, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι σκόπευαν να προτείνουν την περάτωση της υπόθεσης και τον κάλεσαν να υποβάλει παρατηρήσεις. Αφού εξέτασε την επιστολή που επισύναψε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του, η Επιτροπή έλαβε υπό σημείωση το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα που αφορούσε ο καταγγέλλων ήταν «εξαρτήματα πρέσας από χαλκό». Στη συνέχεια, σημείωσε ότι τα προϊόντα αυτά δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο εναρμόνισης σε κοινοτικό επίπεδο. Η Επιτροπή επισήμανε ότι το μόνο εφαρμοστέο πρότυπο ήταν το πρότυπο για τα «συστήματα σωληνώσεων χαλκού» (EN 1057:2006), το οποίο είχε τεθεί σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2007, δηλαδή μετά την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας από τον καταγγέλλοντα.

51. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η Επιτροπή ήταν αρχικά έτοιμη να ολοκληρώσει την έρευνά της εντός της προθεσμίας του ενός έτους που ορίζεται στο σημείο 8 του παραρτήματος της ανακοίνωσης.

52. Παρά το γεγονός αυτό, τα έγγραφα που υπέβαλε ο καταγγέλλων δείχνουν ότι η Επιτροπή δεν περάτωσε την υπόθεση μόλις έλαβε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος. Αντ' αυτού, συνέχισε την έρευνά της. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η στάση αυτή δείχνει ότι η Επιτροπή φαίνεται να ήταν δεκτική στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος και, ως εκ τούτου, αντιμετώπιζε μια κατάσταση που φέρεται να αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο.

53. Ως αποτέλεσμα της επανεξέτασης της Επιτροπής, η έρευνά της διήρκεσε πλέον περισσότερο από ένα έτος. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι, εξηγώντας ότι η έρευνά της αφορούσε περίπλοκα τεχνικά ζητήματα και δύσκολα νομικά ζητήματα, η Επιτροπή αιτιολόγησε ευλόγως τους λόγους για τους οποίους δεν τηρήθηκε εν προκειμένω η προθεσμία του ενός έτους που ορίζεται στο σημείο 8 του παραρτήματος της ανακοίνωσης.

54. Με βάση τα ανωτέρω πορίσματα, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι το σκεπτικό της Επιτροπής, προς στήριξη της θέσης της, είναι εύλογο. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η Επιτροπή ενήργησε στο πλαίσιο της νομικής εξουσίας της κατά τη διεξαγωγή της έρευνάς της σχετικά με την καταγγελία και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Β. Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξηγήσει τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση της καταγγελίας και να λάβει θέση επ’ αυτής

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

55. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξηγήσει τα μέτρα που έλαβε για να διερευνήσει την καταγγελία και να λάβει θέση επ’ αυτής.

56. Η Επιτροπή δεν δέχεται, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 45 και 46 ανωτέρω, ότι ο ισχυρισμός είναι δικαιολογημένος.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

57. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώσεων, και ιδίως του συμπεράσματος που συνάγεται στις παραγράφους 36, 37, 43 και 54 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος μπορεί να γίνει δεκτός.

Γ. Συμπεράσματα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ

Στρασβούργο, 3 Δεκεμβρίου 2008


(1) Στα γερμανικά, "Verordnung über Allgemeine Bedingungen für die Versorgung mit Wasser".

(2) Το SOLVIT είναι ένα επιγραμμικό δίκτυο επίλυσης προβλημάτων που δημιουργήθηκε τον Ιούλιο του 2002 για να βοηθήσει τα κράτη μέλη της ΕΕ να επιλύσουν, χωρίς νομικές διαδικασίες, προβλήματα που προκαλούνται από την εσφαλμένη εφαρμογή της νομοθεσίας για την εσωτερική αγορά από τις δημόσιες αρχές σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Υπάρχει ένα κέντρο SOLVIT σε κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο βοηθά στη διεκπεραίωση καταγγελιών τόσο από τους πολίτες όσο και από τις επιχειρήσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συντονίζει το δίκτυο, το οποίο διαχειρίζονται τα κράτη μέλη. Βλ. http://ec.europa.eu/solvit/site/index_en.htm.

(3) Το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών ή τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Ορίζει ότι «οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών».

(4) ΕΕ 1989, L 40, σ. 12.

(5) ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.

Κάθε αλληλογραφία που ενδέχεται να διερευνηθεί ως καταγγελία καταγράφεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών που τηρείται από τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής.»

(7) «Η αλληλογραφία που καταχωρίζεται ως καταγγελία αναγνωρίζεται εκ νέου από τη Γενική Γραμματεία εντός ενός μηνός από την ημερομηνία αποστολής της αρχικής επιβεβαίωσης.»

(8) «Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα επικοινωνούν γραπτώς με τους καταγγέλλοντες, μετά από κάθε απόφαση της Επιτροπής (επίσημη ανακοίνωση, αιτιολογημένη γνώμη, προσφυγή στο Δικαστήριο ή περάτωση της υπόθεσης), σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται σε συνέχεια της καταγγελίας τους.»

(9) «Κατά γενικό κανόνα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διερευνούν τις καταγγελίες με σκοπό να καταλήξουν σε απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή για την περάτωση της υπόθεσης το αργότερο εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας από τη Γενική Γραμματεία.»

(10) "Εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούν επείγοντα μέτρα, όταν μια υπηρεσία της Επιτροπής προτίθεται να προτείνει να μην δοθεί συνέχεια σε καταγγελία, ειδοποιεί προηγουμένως τον καταγγέλλοντα με επιστολή στην οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους προτείνει την περάτωση της υπόθεσης και καλεί τον καταγγέλλοντα να υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων."

(11) Η αλληλογραφία που εξέτασε ο Διαμεσολαβητής καλύπτει τις ανταλλαγές που τέθηκαν στη διάθεσή του κατά τη διάρκεια της έρευνάς του τόσο από τον καταγγέλλοντα όσο και από την Επιτροπή. Περιλαμβάνει τα ακόλουθα: ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 15ης Ιουνίου 2006, σε απάντηση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 15ης Μαΐου 2006· ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 19ης Ιουνίου 2006, σε απάντηση του ηλεκτρονικού μηνύματος του καταγγέλλοντος της 16ης Ιουνίου 2006· ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, σε απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 5ης Σεπτεμβρίου 2006 και ηλεκτρονικό μήνυμα της 6ης Σεπτεμβρίου 2006· το ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 22ας Νοεμβρίου 2006· ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 2006 , σε απάντηση στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 15ης Δεκεμβρίου 2006· Επιστολή της Επιτροπής της 21ης Φεβρουαρίου 2007, σε απάντηση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 5ης Φεβρουαρίου 2007· Επιστολές της Επιτροπής της 15ης και 28ης Μαρτίου 2007, σε απάντηση των επιστολών του καταγγέλλοντος της 6ης και 9ης Φεβρουαρίου 2007, ηλεκτρονικά μηνύματα του καταγγέλλοντος της 23ης και 28ης Φεβρουαρίου 2007, επιστολή της Επιτροπής της 5ης Ιουλίου 2007, σε απάντηση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 13ης Ιουνίου 2007· δύο από τις επιστολές της Επιτροπής, υπογεγραμμένες αντίστοιχα από τον κ. Klein και τον κ. Ayral, με ημερομηνία 30 Ιουλίου 2007, σε απάντηση των επιστολών του καταγγέλλοντος της 27ης Απριλίου, της 13, της 17ης και της 20ής Ιουλίου 2007· Επιστολή της Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2007, σε απάντηση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 6ης Αυγούστου 2007· Επιστολή της Επιτροπής της 31ης Αυγούστου 2007, σε απάντηση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 24ης Αυγούστου 2007· Επιστολή της Επιτροπής της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, σε απάντηση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 6ης Σεπτεμβρίου 2007· Επιστολή της Επιτροπής της 28ης Σεπτεμβρίου 2007, σε απάντηση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 25ης Σεπτεμβρίου 2007· Επιστολή της Επιτροπής της 22ας Οκτωβρίου 2007· Επιστολή της Επιτροπής της 21ης Νοεμβρίου 2007, σε απάντηση της επιστολής του καταγγέλλοντος της 13ης Νοεμβρίου 2007· Επιστολή της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 2007, σε απάντηση των επιστολών του καταγγέλλοντος της 13ης Νοεμβρίου και της 18ης Δεκεμβρίου 2007· Ηλεκτρονικό μήνυμα της Επιτροπής της 18ης Ιανουαρίου 2008.

(12) Καταγγελία στην Επιτροπή της 15ης Μαΐου 2006.

(13) Ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος προς την Επιτροπή της 16ης Ιουνίου 2006.

(14) Ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος προς την Επιτροπή της 5ης Ιουλίου 2006.

(15) Επιστολή του καταγγέλλοντος προς την Επιτροπή της 5ης Σεπτεμβρίου 2006. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη Διαπίστευση είναι μια μη κερδοσκοπική ιδιωτική ένωση, η οποία ιδρύθηκε το Νοέμβριο του 1997 στις Κάτω Χώρες. Διαχειρίζεται ένα ευρωπαϊκό δίκτυο εθνικά αναγνωρισμένων οργανισμών διαπίστευσης.

(16) Επιστολή του καταγγέλλοντος προς την Επιτροπή της 9ης Μαρτίου 2007.

(17) Επιστολή του καταγγέλλοντος προς τη ΓΔ Ανταγωνισμού της Επιτροπής της 9ης Αυγούστου 2007.

(18) Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η CEN είναι μη κερδοσκοπικός ιδιωτικός τεχνικός οργανισμός με έδρα το Βέλγιο. Δημιουργήθηκε από εθνικούς οργανισμούς τυποποίησης. Η CEN έχει ως κύριο ρόλο τη θέσπιση εθελοντικών τεχνικών προτύπων.

(19) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 16η έκδοση, 10/08· Τίτλος IV κεφάλαιο 3 κανόνες 108-111: http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//TEXT+RULES-EP+20081010+TOC+DOC+XML+V0//EN&amp·language=EN.

(20) Βλ. υποσημείωση 21 ανωτέρω, κανόνα 100 και παράρτημα II.

(21) «Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το πρότυπο DVGW W534 εφαρμόζεται σε εξαρτήματα σωληνώσεων για χρήση σε συστήματα διανομής νερού ανθρώπινης κατανάλωσης. Τα προϊόντα αυτά υπόκεινται στην εθνική και κοινοτική νομοθεσία που εφαρμόζεται στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και στα δομικά προϊόντα. Υιοθετήθηκαν κοινοτικές νομοθετικές πράξεις που αποσκοπούν στην εναρμόνιση στους τομείς αυτούς.

[...]

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν εναρμονισμένα πρότυπα για τα προϊόντα που έχουν θεσπιστεί βάσει της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα δομικά προϊόντα που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και δεν είναι ακόμη δυνατή η σήμανση CE για τα προϊόντα αυτά.»

(22) Από την επιστολή της Επιτροπής προς τον καταγγέλλοντα της 1ης Αυγούστου 2007· βλ. υποσημείωση 11.

(23) Βλέπε υποσημείωση 7.

(24) Σημείο 8 του παραρτήματος της ανακοίνωσης.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!