Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 3203/2004/(TN)DK - Ισχυρισμός περί διάκρισης αποσπασμένων υπαλλήλων
Απόφαση
Υπόθεση 3203/2004/(TN)DK - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 11 Νοεμβρίου 2004 - Απόφαση στις Παρασκευή | 21 Νοεμβρίου 2008
Περίληψη της απόφασης επί της καταγγελίας 3203/2004/(TN)DK (εμπιστευτικό) κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Ένας υπάλληλος της Επιτροπής αποκλείστηκε από εσωτερικό διαγωνισμό πρόσληψης διότι ήταν αποσπασμένος σε άλλο θεσμικό όργανο της ΕΕ. Πληροφορήθηκε ότι δεν μπορούσε να συμμετάσχει στον εν λόγω διαγωνισμό διότι ο ίδιος είχε ζητήσει να αποσπαστεί. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι υπάλληλοι που είχαν υποχρεωθεί να αποσπαστούν είχαν το δικαίωμα συμμετοχής σε εσωτερικούς διαγωνισμούς πρόσληψης.
Ο καταγγέλλων έκρινε ότι γεγονός αυτό συνεπάγεται διακρίσεις και ασυνέπεια, και υπέβαλε καταγγελία στο Διαμεσολαβητή.
Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πολιτική της Επιτροπής σαφώς αντιβαίνει στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους της ΕΕ. Ως εκ τούτου, προέβη στην ακόλουθη πρόταση:
«Η Επιτροπή θα μπορούσε να επανεξετάσει τους κανόνες της που ισχύουν για τους εσωτερικούς κανονισμούς προκειμένου να επιτρέπεται στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν ιδίου αιτήματος να συμμετάσχουν σε οποιουσδήποτε τέτοιους μελλοντικούς διαγωνισμούς».
Η Επιτροπή απέρριψε την πρόταση του Διαμεσολαβητή. Δήλωσε ότι η διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών υπαλλήλων ήταν δικαιολογημένη. Έκρινε ότι οι υπάλληλοι που είχαν ζητήσει απόσπαση πρέπει να αποδέχονται όρους οι οποίοι ήταν λιγότερο ευνοϊκοί από ότι οι υπάλληλοι οι οποίοι είχαν υποχρεωθεί σε απόσπαση.
Ωστόσο, η Επιτροπή πρότεινε ως συμβιβαστική λύση, οι υπάλληλοι που είχαν ζητήσει απόσπαση να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής σε διαγωνισμούς πρόσληψης κατά τους έξι πρώτους μήνες της απόσπασής τους.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η θέση της Επιτροπής δεν αποτέλεσε θετική απάντηση στην πρότασή του. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πολιτική της Επιτροπής στο θέμα αυτό στερείτο νομικής βάσεως και ως εκ τούτου εισάγει διακρίσεις και έκρινε, επομένως, ότι συνιστούσε κρούσμα κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτική παρατήρηση και κάλεσε την Επιτροπή για μία ακόμη φορά να αναθεωρήσει την πολιτική της και να τον ενημερώνει στο πλαίσιο της ετήσιας παρακολούθησης σχετικά με την επικριτική του παρατήρηση και άλλες περαιτέρω παρατηρήσεις.
Δεδομένου ότι η πρακτική, όσον αφορά την πρόσβαση αποσπασμένων υπαλλήλων σε εσωτερικούς διαγωνισμούς, όπως προέκυψε από τη συγκεκριμένη έρευνα, φαίνεται να αποτελεί μία μόνο πτυχή ενός ευρύτερου συστημικού προβλήματος που σχετίζεται με τη διαφορετική μεταχείριση αποσπασμένων υπαλλήλων, ο Διαμεσολαβητής ανακοίνωσε ότι, αφότου λάβει την ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με την επικριτική παρατήρηση την οποία διατύπωσε, θα εξετάσει το ενδεχόμενο να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα επί του εν λόγω θέματος.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
1. Ο καταγγέλλων διορίστηκε από την Επιτροπή ως υπάλληλος με βαθμό C το 1996. Αποσπάστηκε κατόπιν αιτήσεώς του σε κοινοτικό οργανισμό τον Σεπτέμβριο του 1999. Τον Απρίλιο του 2004, προκειμένου να προετοιμάσει την αίτησή του για εσωτερική εργασία, ο καταγγέλλων ζήτησε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πιστοποιητικό απασχόλησης από την Επιτροπή. Το ηλεκτρονικό του μήνυμα εστάλη σε μία από τις διευθύνσεις που προσδιορίζονται για τον σκοπό αυτό στο σημείο IX.2 της προκήρυξης του διαγωνισμού. Την επόμενη ημέρα, απέστειλε άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο δήλωνε ότι ήταν αποσπασμένος υπάλληλος της Επιτροπής και ζητούσε πρόσβαση (όνομα χρήστη και κωδικό πρόσβασης) στο ενδοδίκτυο της Επιτροπής προκειμένου να χρησιμοποιήσει το σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής αιτήσεων (όπως ορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού). Ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι συνήθιζε να έχει όνομα χρήστη και κωδικό πρόσβασης, αλλά ότι ξέχασε τον τελευταίο και ότι δεν ήταν βέβαιος αν το προηγούμενο όνομα χρήστη εξακολουθούσε να είναι ενεργό. Ακολούθησε ανταλλαγή τριών ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ειδικής ομάδας για τους εσωτερικούς διαγωνισμούς («TAFIC»). Στο πρώτο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το TAFIC ανέφερε ότι μόνο τα εν ενεργεία μέλη του προσωπικού της Επιτροπής ήταν επιλέξιμα για τον διαγωνισμό. Ο καταγγέλλων απάντησε, επαναλαμβάνοντας το αίτημα για όνομα χρήστη και κωδικό πρόσβασης για το ενδοδίκτυο της Επιτροπής ή, εναλλακτικά, για φυσική διεύθυνση στην οποία θα μπορούσε να αποσταλεί γραπτή αίτηση. Την ίδια ημέρα, η TAFIC απάντησε ότι, σύμφωνα με το σημείο III.1.α της προκήρυξης του διαγωνισμού, μόνο υπάλληλοι εν ενεργεία ή αποσπασμένοι προς το συμφέρον της υπηρεσίας μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση συμμετοχής στον διαγωνισμό. Η απάντηση της TAFIC δεν παρείχε ταχυδρομική διεύθυνση.
2. Τον Μάιο του 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον διαγωνισμό αποστέλλοντας την έντυπη αίτησή του ταχυδρομικώς. Στην επιστολή υποψηφιότητάς του, ο καταγγέλλων αναγνώρισε, αλλά αμφισβήτησε, το γεγονός ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού όριζε ότι οι υπάλληλοι που είχαν αποσπαστεί κατόπιν αιτήματός τους δεν ήταν επιλέξιμοι για τον διαγωνισμό. Στις 2 Ιουλίου 2004, ο προϊστάμενος του TAFIC απέρριψε την αίτησή του με την αιτιολογία ότι το σημείο IX της προκηρύξεως του διαγωνισμού απαιτούσε την ηλεκτρονική υποβολή των υποψηφιοτήτων και ότι, ως εκ τούτου, οι έντυπες υποψηφιότητες δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη.
ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
3. Ο καταγγέλλων θεώρησε την ανωτέρω θέση της Επιτροπής άδικη και μεροληπτική. Ως εκ τούτου, υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να τον δεχθεί στον διαγωνισμό, καθώς και σχετικά θέματα. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης παράπονα σχετικά με διαδικαστικά θέματα που σχετίζονται με την αίτησή του.
4. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε την παρούσα έρευνά του σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:
5. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει στους υπαλλήλους που αποσπάστηκαν κατόπιν αιτήματός τους να συμμετάσχουν σε εσωτερικό διαγωνισμό ενείχε διακρίσεις και ήταν ασυνεπής.
6. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει:
- να επανεξετάσει την υποψηφιότητά του για τον διαγωνισμό·
- να επανεξετάσει τους κανόνες του σχετικά με τους εσωτερικούς διαγωνισμούς, ώστε να επιτρέπει στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους να συμμετέχουν και, ως εκ τούτου, να ενεργεί με συνέπεια όσον αφορά τη σημασία που αποδίδεται στην υπηρεσία σε άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς όσον αφορά την επαγγελματική πείρα και την επιλεξιμότητα για συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς·
- να του χορηγήσει όνομα χρήστη και κωδικό πρόσβασης που θα του επιτρέπουν να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά εργαλεία όπως το IntraComm και το Sysper2· και
- Ζητώ συγγνώμη για την αποτυχία της να απαντήσει σε όλες τις πτυχές της αλληλογραφίας του.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
7. Αφού έλαβε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, απέστειλε στην Επιτροπή, στις 29 Σεπτεμβρίου 2005, συμπληρωματική επιστολή έρευνας. Η Επιτροπή απέστειλε τη συμπληρωματική γνώμη της στις 22 Νοεμβρίου 2005, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις. Μετά από προσεκτική εξέταση των παρατηρήσεων της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω διευκρινίσεις. Ως εκ τούτου, απέστειλε επιστολή περαιτέρω ερευνών στην Επιτροπή στις 20 Ιουνίου 2006. Η Επιτροπή απέστειλε τη δεύτερη συμπληρωματική γνώμη της στις 4 Σεπτεμβρίου 2006, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
8. Αφού έλαβε τις γνώμες της Επιτροπής και περαιτέρω εξηγήσεις, ο Διαμεσολαβητής, κατά τη λεπτομερή εξέταση των σχετικών ζητημάτων, διαπίστωσε ότι η θέση της Επιτροπής ήταν αδικαιολόγητη. Ως εκ τούτου, απηύθυνε πρόταση φιλικής λύσης στην Επιτροπή, ζητώντας της να «αναθεωρήσει τους κανόνες της για τους εσωτερικούς διαγωνισμούς με σκοπό να επιτρέψει στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους να συμμετάσχουν σε τυχόν μελλοντικούς τέτοιους διαγωνισμούς».
9. Στην απάντησή της, η Επιτροπή δήλωσε ότι θα μπορούσε να αποδεχθεί εν μέρει την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση που συνεπάγεται την αλλαγή των κανόνων που ισχύουν για τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς ως εξής: οι υπάλληλοι που έχουν αποσπαστεί κατόπιν αιτήματός τους θα έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν υποψηφιότητα σε εσωτερικούς διαγωνισμούς κατά το πρώτο εξάμηνο της απόσπασής τους.
10. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την ανωτέρω απάντηση της Επιτροπής.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις Η
δομή της αποφάσεως
11. Στην πρότασή του για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι i) το επιχείρημα και ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος σχετικά με το όνομα χρήστη και τον κωδικό πρόσβασής του για τη χρήση των ηλεκτρονικών εργαλείων της Επιτροπής· ii) τα επιχειρήματά του ότι η Επιτροπή δεν του απέστειλε πιστοποιητικό εργασίας· του αρνήθηκε τη δυνατότητα να υποβάλει την αίτησή του σε έντυπη μορφή· και παρέλειψε να εξετάσει το ζήτημα αν ήταν επιλέξιμος για συμμετοχή στον διαγωνισμό· και iii) ο ισχυρισμός του ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη για την παράλειψη της να απαντήσει σε όλες αυτές τις πτυχές της αλληλογραφίας του, είχε δευτερεύουσα μόνο σημασία σε σχέση με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει στους υπαλλήλους που αποσπάστηκαν κατόπιν δικού τους αιτήματος να συμμετάσχουν σε εσωτερικό διαγωνισμό, ο οποίος ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο δεν ελήφθη υπόψη η επιλεξιμότητα του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να μην αναλύσει αυτά τα δευτερεύοντα ζητήματα, αλλά να επικεντρωθεί στο κύριο ζήτημα.
Επί του παραδεκτού της διοικητικής ενστάσεως
12. Στη γνώμη της, η Επιτροπή φάνηκε να εγείρει ορισμένα ερωτήματα ως προς το παραδεκτό της παρούσας ένστασης, επισημαίνοντας ότι ο καταγγέλλων ούτε υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ούτε ζήτησε να επανεξεταστεί η αίτησή του από την εξεταστική επιτροπή.
13. Όσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό των καταγγελιών που αφορούν διαγωνισμούς πρόσληψης, ο Διαμεσολαβητής εξετάζει τη συμμόρφωση μόνο με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του καταστατικού του, το οποίο ορίζει ότι της καταγγελίας πρέπει να προηγούνται τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα και οργανισμούς. Αυτό αποτελεί πάγια πρακτική, για παράδειγμα, με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού. Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η εξέταση του παραδεκτού δεν θα πρέπει επίσης να περιορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του όσον αφορά καταγγελία σχετικά με εσωτερικούς διαγωνισμούς. Επιπλέον, φαίνεται τόσο επιθυμητό όσο και σκόπιμο να διασφαλιστεί η συνεπής και ίση μεταχείριση των αιτούντων στις διαδικασίες πρόσληψης της ΕΕ. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο καταγγέλλων επικοινώνησε με την Επιτροπή και εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι δεν μπορούσε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων είχε προβεί σε «προηγούμενες διοικητικές προσεγγίσεις» κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 4 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή.
14. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τις απόψεις της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση. Υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν πράγματι σκόπιμο να εξεταστεί περαιτέρω η καταλληλότητα της εξάντλησης των εσωτερικών μέσων έννομης προστασίας του καταγγέλλοντος, ιδίως των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ένας τέτοιος εναλλακτικός τρόπος δράσης θα μπορούσε να ήταν κατάλληλος, δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορούσε απλώς τη διοργάνωση συγκεκριμένου διαγωνισμού πρόσληψης, αλλά μάλλον μια γενική πολιτική της Επιτροπής που επηρεάζει τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και, ως εκ τούτου, αναμφισβήτητα επηρεάζει μια «σχέση εργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 8 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή (1).
15. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της επί της ουσίας της καταγγελίας και απάντησε στις περαιτέρω έρευνές του. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε σκόπιμο να προχωρήσει σε πλήρη εξέταση της παρούσας υπόθεσης.
Α. Ισχυρισμός ότι η άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει στους υπαλλήλους που αποσπάστηκαν κατόπιν δικού τους αιτήματος να συμμετάσχουν σε εσωτερικό διαγωνισμό ενείχε διακρίσεις και ήταν ασυνεπής, καθώς και σχετικός ισχυρισμός
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
16. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι υπάλληλοι που αποσπάστηκαν κατόπιν αιτήματός τους υπέστησαν διακρίσεις σε σύγκριση με τους υπαλλήλους που αποσπάστηκαν προς το συμφέρον της υπηρεσίας, δεδομένου ότι δεν επιτράπηκε στους πρώτους να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό. Κατά την άποψή του, τα άρθρα 38 και 39 του ΚΥΚ δεν προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους σε σχέση με τους λοιπούς αποσπασμένους υπαλλήλους όσον αφορά τη δυνατότητα συμμετοχής σε εσωτερικούς διαγωνισμούς. Ο καταγγέλλων θεώρησε ασυνεπές το γεγονός ότι τα έτη υπηρεσίας σε άλλο κοινοτικό όργανο ή οργανισμό έγιναν δεκτά ως έγκυρα για την απαιτούμενη πενταετή αρχαιότητα προκειμένου να είναι επιλέξιμοι για συμμετοχή στον εν λόγω εσωτερικό διαγωνισμό, ενώ ορισμένοι εν ενεργεία υπάλληλοι σε άλλο κοινοτικό όργανο ή οργανισμό δεν ήταν επιλέξιμοι για συμμετοχή εάν είχαν αποσπαστεί κατόπιν αιτήματός τους. Επιπλέον, οι έκτακτοι υπάλληλοι έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης σε σύγκριση με τους υπαλλήλους που αποσπάστηκαν κατόπιν αιτήματός τους, δεδομένου ότι επετράπη στους πρώτους να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τους κανόνες της για τους εσωτερικούς διαγωνισμούς, προκειμένου να επιτρέψει στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους να συμμετάσχουν και, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με συνέπεια όσον αφορά τη σημασία που αποδίδεται στην υπηρεσία σε άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς όσον αφορά την επαγγελματική πείρα και την επιλεξιμότητα για συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς.
17. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο υπάλληλος που αποσπάται κατόπιν αιτήσεώς του υπόκειται σε πολύ διαφορετικούς κανόνες όσον αφορά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του και, ιδίως, την προαγωγή του στο μητρικό του όργανο, σε σχέση με τον υπάλληλο που αποσπάται προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Εκτιμώντας ότι το άρθρο 38 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει ότι ο υπάλληλος που αποσπάται προς το συμφέρον της υπηρεσίας
«(...) διατηρεί τη θέση του, το δικαίωμα προαγωγής του σε ανώτερο κλιμάκιο και το δικαίωμα προαγωγής του»,
Το άρθρο 39 στοιχείο στ) ορίζει απλώς ότι ο υπάλληλος που αποσπάται κατόπιν αιτήσεώς του
«(...) διατηρεί το δικαίωμα προαγωγής σε ανώτερο κλιμάκιο».
Ως εκ τούτου, η παρατήρηση του καταγγέλλοντος σχετικά με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης βασίστηκε σε παρανόηση. Επιπλέον, η κατάσταση τόσο του θεσμικού οργάνου όσο και του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου είναι πολύ διαφορετική ανάλογα με το αν το θεσμικό όργανο υποβάλλει αίτηση σε ένα από τα μέλη του προσωπικού του ή, αντιθέτως, το μέλος του προσωπικού είναι εκείνο που υποβάλλει αίτηση στο θεσμικό όργανο. Όταν η Επιτροπή υποβάλλει αίτηση σε υπάλληλο προς το συμφέρον της υπηρεσίας, είναι λογικό οι όροι απόσπασης να είναι ευνοϊκότεροι. Επομένως, δεν είναι ασυνεπές, αλλά, αντιθέτως, απολύτως φυσιολογικό, να συνυπολογίζονται οι περίοδοι που διανύθηκαν σε άλλο θεσμικό όργανο ή οργανισμό κατά τον υπολογισμό του αριθμού των ετών υπηρεσίας. Στο πλαίσιο εσωτερικού διαγωνισμού για μετάβαση σε ανώτερη κατηγορία, η πείρα που αποκτήθηκε σε άλλα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς μπορεί να θεωρηθεί εξίσου χρήσιμη με την πείρα που αποκτήθηκε εντός της Επιτροπής. Επιπλέον, η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων ορίζει ότι οι έκτακτοι υπάλληλοι που υπηρετούν εν ενεργεία στην Επιτροπή έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε εσωτερικούς διαγωνισμούς εφόσον πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Ως εκ τούτου, η προκήρυξη του διαγωνισμού εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία αυτή, καθώς και το άρθρο 39, στοιχείο ε ́, του ΚΥΚ, επιτρέποντας τη συμμετοχή έκτακτων υπαλλήλων στην ενεργό υπηρεσία, αποκλείοντας παράλληλα τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους.
18. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
19. Αφού εξέτασε προσεκτικά τη γνώμη της Επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω έρευνες. Επισήμανε ότι, κατά τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, το οποίο ρυθμίζει την πλήρωση των κενών θέσεων, στηρίζεται στην άποψη ότι η μετάβαση από ένα πρώτο στάδιο, το οποίο περιλαμβάνει τις προαγωγές, σε ένα δεύτερο στάδιο, το οποίο περιλαμβάνει τη διοργάνωση εσωτερικών διαγωνισμών, πρέπει να καθιστά δυνατή την αύξηση του αριθμού των πιθανών υποψηφιοτήτων προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός του άρθρου 27 του ΚΥΚ, ήτοι ο διορισμός υπαλλήλων με τα υψηλότερα προσόντα ικανότητας (2). Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει:
1) με ποιον τρόπο έκρινε ότι ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους από τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς ήταν σύμφωνος με τη διαδικασία του άρθρου 29 παράγραφος 1, καθώς και με την επίτευξη του σκοπού της πρόσληψης που προβλέπεται στο άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης· και
2) εάν αποκλείει πάντοτε τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους από τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς ή εάν υπήρξαν εξαιρέσεις από την πρακτική αυτή.
20. Σε απάντηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι τηρήθηκε η νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων την οποία επικαλέστηκε ο Διαμεσολαβητής και ότι οι διατάξεις του άρθρου 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διασφαλίστηκαν από το γεγονός ότι όλοι οι μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι της κατηγορίας C* που πληρούσαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση για τον διαγωνισμό. Το ποσό αυτό ανερχόταν σε αρκετές χιλιάδες δυνητικούς αιτούντες. Επιπλέον, ο εφεδρικός πίνακας προσλήψεων του διαγωνισμού αυτού αύξησε τον αριθμό των δυνητικών υποψηφίων για όλες τις θέσεις Β* που δημοσιεύθηκαν στην Επιτροπή κατά 240. Στο πλαίσιο αυτό, ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπάστηκαν κατόπιν αιτήματός τους από τον παρόντα διαγωνισμό ήταν περιθωριακός. Ωστόσο, η Επιτροπή υπογράμμισε το σημείο που διατύπωσε στη γνώμη της, δηλαδή ότι ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους δεν ήταν αυθαίρετος, αλλά αντανακλούσε την πρόθεση του νομοθέτη να διαφοροποιήσει την εξέλιξη της σταδιοδρομίας στο μητρικό όργανο σύμφωνα με το άρθρο 38 για τους υπαλλήλους που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και σύμφωνα με το άρθρο 39 για τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους. Όλοι οι πρόσφατοι εσωτερικοί διαγωνισμοί εντός της Επιτροπής περιείχαν τη διάταξη που αποκλείει τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους.
21. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής.
22. Μετά από προσεκτική εξέταση της απάντησης της Επιτροπής στις περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω διευκρινίσεις. Ζήτησε, ως εκ τούτου, από την Επιτροπή να εξηγήσει αν αποκλείει πάντοτε από τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους.
23. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι όλοι οι πρόσφατοι εσωτερικοί διαγωνισμοί περιελάμβαναν τις διατάξεις περί αποκλεισμού των υπαλλήλων που είχαν αποσπασθεί κατόπιν αιτήσεώς τους.
24. Δεδομένου ότι η δήλωση της Επιτροπής δεν αποτελούσε εξαντλητική απάντηση στην ερώτηση του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής της ζήτησε να αποσαφηνίσει την απάντησή της παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσον η Επιτροπή απέκλειε πάντοτε τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους από τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς.
25. Στην απάντησή της, η Επιτροπή τόνισε ότι ο καθορισμός των κριτηρίων επιλεξιμότητας για τους διαγωνισμούς αποτελεί μέρος της διακριτικής ευχέρειας της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι ελεύθερη να αποφασίζει σχετικά με τα εν λόγω κριτήρια και να τα προσαρμόζει σύμφωνα με την πολιτική προσωπικού της. Κατά συνέπεια, τα κριτήρια επιλεξιμότητας μπορεί να διαφέρουν κατά καιρούς και σύμφωνα με την πολιτική προσωπικού της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Η Επιτροπή εξέτασε τις πρόσφατες προκηρύξεις εσωτερικών διαγωνισμών και μπόρεσε να επιβεβαιώσει ότι, ήδη από το 1996, οι υπάλληλοι που αποσπάστηκαν κατόπιν αιτήματός τους δεν έγιναν δεκτοί σε τέτοιους διαγωνισμούς. Περαιτέρω έρευνες θα απαιτούσαν διεξοδική έρευνα στα ιστορικά αρχεία της Επιτροπής και η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να αναλάβει, για τους σκοπούς της απάντησης στο παρόν αίτημα, τη χρονοβόρα και δαπανηρή έρευνα που θα απαιτούνταν για να παρασχεθούν στον Διαμεσολαβητή οι ζητούμενες πληροφορίες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει πληρέστερη απάντηση στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για παροχή πληροφοριών.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
26. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε κατ’ αρχάς ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού στην υπό κρίση υπόθεση απέκλειε το προσωπικό που αποσπάστηκε κατόπιν δικού του αιτήματος από τη συμμετοχή στον επίμαχο εσωτερικό διαγωνισμό, ορίζοντας ότι οι αιτούντες έπρεπε να εργάζονται εν ενεργεία στην Επιτροπή, να είναι αποσπασμένοι προς το συμφέρον της υπηρεσίας ή να βρίσκονται σε άδεια για να υπηρετήσουν τη στρατιωτική θητεία (τίτλος III, σημείο 1, στοιχείο α ́). Ως εκ τούτου, το ερώτημα ήταν αν ο αποκλεισμός του προσωπικού που αποσπάται κατόπιν αιτήματός του από τη συμμετοχή στον εσωτερικό διαγωνισμό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης λόγω του ότι εισάγει διακρίσεις και είναι ασυνεπής (3).
27. Το άρθρο 37 του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«Ο αποσπασμένος υπάλληλος εξακολουθεί να απολαύει όλων των δικαιωμάτων του υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 38 και 39».
28. Ως εκ τούτου, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στα άρθρα 38 (το οποίο ισχύει για τους υπαλλήλους που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας) και 39 (το οποίο ισχύει για τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους), όλοι οι υπάλληλοι που αποσπώνται εξακολουθούν να απολαύουν όλων των δικαιωμάτων τους. Επιπλέον, οποιαδήποτε διαφοροποίηση στη μεταχείριση των υπαλλήλων που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους πρέπει να περιορίζεται στις ειδικές εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 38 και 39 αντίστοιχα.
29. Ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε ότι, όπως επισήμανε η Επιτροπή, το δικαίωμα προαγωγής ενός αποσπασμένου υπαλλήλου διέπεται από το άρθρο 38 στοιχείο στ) και το άρθρο 39 στοιχείο ε) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Εξ αυτού συνάγεται ότι οι υπάλληλοι που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας διατηρούν το δικαίωμα προαγωγής (άρθρο 38, στοιχείο στ ́), ενώ το δικαίωμα αυτό δεν διασφαλίζεται στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήσεώς τους (άρθρο 39, στοιχείο ε ́, a contrario, παράγραφος 4). Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το ζήτημα της επιλεξιμότητας για συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς δεν διέπεται ρητά από τα άρθρα 38 και 39. Μολονότι η Επιτροπή φαίνεται να εφάρμοσε, κατ’ αναλογία, το άρθρο 39, στοιχείο ε ́, για να καθορίσει τη μη επιλεξιμότητα των αποσπασμένων υπαλλήλων όσον αφορά τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς, η αναλογία αυτή δεν αντέχει σε έλεγχο. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι οι «προαγωγές» και οι «εσωτερικοί διαγωνισμοί» διέπονται από διαφορετικούς κανόνες που ορίζονται σε χωριστά τμήματα του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι οι προαγωγές και οι εσωτερικοί διαγωνισμοί δεν εξυπηρετούν κατ’ ανάγκη τον ίδιο σκοπό. Για παράδειγμα, όταν πρόκειται για την πλήρωση κενής θέσης, το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διακρίνει μεταξύ προαγωγών (άρθρο 29 στοιχείο α)) ή διεξαγωγής εσωτερικών διαγωνισμών (άρθρο 29 στοιχείο β)). Επιπλέον, κατά το άρθρο 45, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, υπάλληλος δεν μπορεί να μετατεθεί σε άλλη κατηγορία με προαγωγή, αλλά μόνο με επιτυχή συμμετοχή σε εσωτερικό διαγωνισμό (5). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι τα όσα αναφέρονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης σχετικά με το δικαίωμα προαγωγής θα πρέπει να εφαρμόζονται αυτομάτως και στους εσωτερικούς διαγωνισμούς. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν έκρινε ότι το άρθρο 39, στοιχείο ε ́, επιβάλλει στα θεσμικά όργανα την υποχρέωση να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους. Πράγματι, η αρχή κατά την οποία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σύμφωνα με τα άρθρα 38 και 39, οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι πρέπει να διατηρούν όλα τα δικαιώματά τους και, ως εκ τούτου, να τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως, οδήγησε στο αντίθετο συμπέρασμα, δηλαδή στην υποχρέωση των θεσμικών οργάνων να μην αποκλείουν τους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι κατόπιν αιτήσεώς τους από τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς ανοικτούς σε όλους τους λοιπούς υπαλλήλους.
30. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε επίσης ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, το άρθρο 29 παράγραφος 1 σημείο 6 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο ρυθμίζει την πλήρωση κενών θέσεων, βασίζεται στην άποψη ότι η μετάβαση από ένα πρώτο στάδιο, το οποίο περιλαμβάνει τις προαγωγές, σε ένα δεύτερο στάδιο, το οποίο περιλαμβάνει τη διοργάνωση εσωτερικών διαγωνισμών, πρέπει να επιτρέπει την αύξηση του αριθμού των πιθανών υποψηφιοτήτων προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος που προβλέπεται στο άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δηλαδή ο διορισμός υπαλλήλων με τα υψηλότερα προσόντα ικανότητας (7). Επιπλέον, ο κοινοτικός δικαστής έκρινε ότι ο σκοπός της διαδικασίας προσλήψεως, τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 27 του ΚΥΚ, συνίσταται στην ανάγκη προσλήψεως υπαλλήλων σε όσο το δυνατόν ευρύτερη βάση (8). Στην υπόθεση Τ-56/89, το Πρωτοδικείο έπρεπε να κρίνει αν ένα συγκεκριμένο κριτήριο επιλεξιμότητας αποτελούσε πρόσφορο μέσο για την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 27 του ΚΥΚ. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε αναγκαία σχέση μεταξύ του εν λόγω κριτηρίου επιλεξιμότητας και των προσόντων και προσόντων των πιθανών υποψηφίων. Κατά συνέπεια, το εν λόγω κριτήριο επιλεξιμότητας θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό υποψηφίου με τα ίδια ή, ενδεχομένως, καλύτερα προσόντα από εκείνα άλλων υποψηφίων που έγιναν δεκτοί σε εσωτερικό διαγωνισμό (9). Το Συνέδριο έκρινε ότι αυτό το κριτήριο επιλεξιμότητας δεν ήταν σύμφωνο με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
31. Ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε σύνδεση μεταξύ του γεγονότος ότι ένας υπάλληλος αποσπάται κατόπιν αιτήματός του και των προσόντων και προσόντων του εν λόγω υπαλλήλου. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι, στο πλαίσιο εσωτερικού διαγωνισμού για τη μετάβαση σε ανώτερη κατηγορία, η πείρα που αποκτήθηκε σε άλλα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς μπορεί να θεωρηθεί εξίσου χρήσιμη με την πείρα που αποκτήθηκε εντός της Επιτροπής. Αναγνώρισε επίσης ότι, κατά τον υπολογισμό της αρχαιότητας, η προκήρυξη του διαγωνισμού επέτρεπε να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι απόσπασης προς το συμφέρον της υπηρεσίας ή κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό υποψηφίου με τα ίδια ή, ενδεχομένως, καλύτερα προσόντα από εκείνα άλλων υποψηφίων που γίνονται δεκτοί σε εσωτερικό διαγωνισμό.
32. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους ήταν μόνο «οριακός». Θεώρησε, ωστόσο, ότι, ακόμη και αν ο αποκλεισμός ήταν περιθωριακός, ήταν αντίθετος προς την αρχή της πρόσληψης υπαλλήλων σε όσο το δυνατόν ευρύτερη βάση. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι ο αποκλεισμός περιορισμένου αριθμού υποψηφίων μπορεί να είναι «οριακός» σε σύγκριση με τον συνολικό αριθμό υποψηφίων δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να αναιρεί τη διακριτική μεταχείριση των εν λόγω υποψηφίων.
33. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε από το επιχείρημα της Επιτροπής ότι «οι διατάξεις του άρθρου 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διασφαλίζονταν από το γεγονός ότι όλοι οι μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι C* που πληρούσαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση για τον διαγωνισμό». Το επίμαχο ζήτημα ήταν κατά πόσον ένα συγκεκριμένο κριτήριο επιλεξιμότητας ήταν σύμφωνο με τις διατάξεις του άρθρου 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το γεγονός ότι επετράπη στους υποψηφίους που πληρούσαν το εν λόγω κριτήριο επιλεξιμότητας να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό δεν συνιστά απόδειξη ότι το κριτήριο επιλεξιμότητας συνάδει με το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Επιπλέον, μολονότι ο καθορισμός των κριτηρίων επιλεξιμότητας αποτελεί μέρος της διακριτικής ευχέρειας της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας κατά τη διοργάνωση διαγωνισμών πρέπει να είναι σύμφωνη με τα άρθρα 27 και 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
34. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους από τη συμμετοχή στον επίμαχο εσωτερικό διαγωνισμό δεν φαίνεται να συνάδει με τον σκοπό του άρθρου 27 του ΚΥΚ, ήτοι τον διορισμό υπαλλήλων με τα υψηλότερα προσόντα ικανότητας.
35. Όσον αφορά την εικαζόμενη διάκριση, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι διάκριση υφίσταται όταν πανομοιότυπες ή συγκρίσιμες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με άνισο τρόπο χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε εν προκειμένω το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η θέση τόσο του θεσμικού οργάνου όσο και του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου είναι πολύ διαφορετική, ανάλογα με το αν το θεσμικό όργανο υποβάλλει αίτηση σε ένα από τα μέλη του προσωπικού του ή, αντιθέτως, το μέλος του προσωπικού είναι αυτό που υποβάλλει αίτηση στο θεσμικό όργανο. Κατά την Επιτροπή, είναι λογικό οι όροι αποσπάσεως να είναι ευνοϊκότεροι όταν αυτή υποβάλλει αίτηση σε υπάλληλο προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Ωστόσο, τόσο οι υπάλληλοι της Επιτροπής που αποσπάστηκαν προς το συμφέρον της υπηρεσίας όσο και οι υπάλληλοι της Επιτροπής που αποσπάστηκαν κατόπιν αιτήματός τους εξακολουθούν να είναι υπάλληλοι της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο οι διαφορές μεταξύ των εν λόγω ομάδων υπαλλήλων θα μπορούσαν να της επιτρέψουν, ελλείψει ειδικής σχετικής διάταξης, να αποκλείσει από τους εσωτερικούς διαγωνισμούς υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους. Επομένως, ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους από τη συμμετοχή στους επίμαχους εσωτερικούς διαγωνισμούς φαίνεται να εισάγει διακρίσεις. Εξάλλου, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι οι υπάλληλοι που βρίσκονταν σε άδεια για στρατιωτική θητεία είχαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στον εν λόγω εσωτερικό διαγωνισμό. Δεδομένου ότι είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς μια τέτοια άδεια θα μπορούσε να είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ακόμη πιο δύσκολο να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους αποκλείστηκαν οι υπάλληλοι που αποσπάστηκαν κατόπιν αιτήματός τους.
36. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προσωρινό συμπέρασμα ότι η άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους να συμμετάσχουν στον εσωτερικό διαγωνισμό φαίνεται να είναι ασυνεπής και να εισάγει διακρίσεις και θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης (10).
37. Ως εκ τούτου, υπέβαλε στην Επιτροπή την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:
«Η Επιτροπή θα μπορούσε να επανεξετάσει τους κανόνες της για τους εσωτερικούς διαγωνισμούς με σκοπό να επιτρέψει στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους να συμμετάσχουν σε τυχόν μελλοντικούς διαγωνισμούς αυτού του είδους.»
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
38. Στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή παρέπεμψε στις προηγούμενες απαντήσεις της επισημαίνοντας ότι είχε εξηγήσει διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους έκρινε σκόπιμο να δεχθεί σε εσωτερικούς διαγωνισμούς υπαλλήλους που αποσπάστηκαν προς το συμφέρον της υπηρεσίας και να μην δεχθεί υπαλλήλους που αποσπάστηκαν κατόπιν αιτήματός τους. Επισήμανε επίσης ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του υπαλλήλου που αποσπάται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και του υπαλλήλου που αποσπάται κατόπιν αιτήσεώς του «δικαιολογείται από το γεγονός ότι, στην πρώτη περίπτωση, η απόσπαση μπορεί να επιβληθεί στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους παρά τη θέλησή τους. Επομένως, θα μπορούσε ευλόγως να υποτεθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση οι υπάλληλοι αυτοί να έχουν την εγγύηση ότι η αλλαγή τοποθετήσεως δεν θα επηρέαζε ούτε τις αποδοχές τους ούτε την προοπτική σταδιοδρομίας τους. Μια τέτοια εγγύηση δεν φαίνεται απαραίτητη για τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους, δεδομένου ότι σε τέτοιες περιπτώσεις εναπόκειται στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους να αξιολογήσουν τα οφέλη της απόσπασης που ζητούν».(11) Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο Διαμεσολαβητής δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη τη νομική διάκριση μεταξύ των δύο περιπτώσεων, δηλαδή ότι οι υπάλληλοι που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας διατηρούν τη θέση τους, ενώ οι υπάλληλοι που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους δεν διατηρούν τη θέση τους επ’ αόριστον. Ωστόσο, η Επιτροπή δήλωσε ότι είναι πρόθυμη να τροποποιήσει την προσέγγισή της, ακολουθώντας τη σημαντική κατά την άποψή της νομική διάκριση που αναφέρεται ανωτέρω, και, ως εκ τούτου, να αποδεχθεί εν μέρει την πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή ως εξής: οι υπάλληλοι που έχουν αποσπαστεί κατόπιν αιτήματός τους θα έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν υποψηφιότητα σε εσωτερικούς διαγωνισμούς κατά το πρώτο εξάμηνο της απόσπασής τους.
39. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής στην πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν θεωρεί την απάντηση της Επιτροπής ως επίτευξη φιλικής λύσης. Ακόμη και αν η Επιτροπή επέτρεπε, στο μέλλον, στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους να υποβάλουν υποψηφιότητα σε εσωτερικούς διαγωνισμούς κατά τους πρώτους έξι μήνες της απόσπασής τους, η άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει στους ίδιους υπαλλήλους να συμμετάσχουν σε εσωτερικούς διαγωνισμούς μετά το εν λόγω χρονικό διάστημα θα εξακολουθούσε να συνιστά διάκριση και να είναι ασυνεπής.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
40. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής εξετάζει κατά πόσον η απάντηση της Επιτροπής στην πρότασή του για φιλική λύση περιέχει πειστική απάντηση στην εν λόγω πρόταση.
41. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εναπόκειται στη διακριτική της ευχέρεια να καθορίσει αν οι υπάλληλοι που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους μπορούν να συμμετάσχουν σε εσωτερικούς διαγωνισμούς. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή απέρριψε τη διαπίστωση του Διαμεσολαβητή ότι η άποψη αυτή δεν συνάδει με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
42. Απορρίπτοντας τα πορίσματα του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή
- επανέλαβε το επιχείρημα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να διακρίνει μεταξύ των υπαλλήλων που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους·
- υποστήριξε ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε από το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-15/95 (12)· και
- δήλωσε ότι ο Διαμεσολαβητής δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη τη διάκριση μεταξύ των δύο περιπτώσεων απόσπασης: οι υπάλληλοι που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας διατηρούν τη θέση τους, ενώ οι υπάλληλοι που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους δεν διατηρούν τη θέση τους [άρθρο 38 στοιχείο στ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης].
43. Όσον αφορά το σημείο i), ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, όλοι οι αποσπασμένοι υπάλληλοι «συνεχίζουν»(η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, κάθε διαφοροποίηση στη μεταχείριση των υπαλλήλων που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήσεώς τους πρέπει να περιορίζεται στις ειδικές εξαιρέσεις που προβλέπονται αντιστοίχως στα άρθρα 38 και 39, ώστε να απολαύουν όλων των δικαιωμάτων τους υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 38 και 39.
44. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το ζήτημα της επιλεξιμότητας για συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς απλώς δεν διέπεται από τα άρθρα 38 και/ή 39. Ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει τους κανόνες του άρθρου 39 στοιχείο ε) για να καθορίσει τη μη επιλεξιμότητα των αποσπασμένων υπαλλήλων όσον αφορά τη συμμετοχή τους σε εσωτερικούς διαγωνισμούς. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι «οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που περιέχουν ακριβή ορολογία δεν μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογία σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται ρητά» στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (13).
45. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την προαναφερθείσα άποψή της και τις αντίστοιχες πρακτικές της. Ως εκ τούτου, οι πρακτικές αυτές στερούνται νομικής βάσης και, επιπλέον, εισάγουν διακρίσεις.
46. Όσον αφορά το σημείο ii), ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η υπόθεση του Δικαστηρίου στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή αφορούσε την κατάταξη και επανένταξη υπαλλήλου που αποσπάστηκε κατόπιν αιτήματός του. Η υπόθεση αυτή δεν αφορούσε το δικαίωμα συμμετοχής του υπαλλήλου σε εσωτερικούς διαγωνισμούς. Επομένως, δεν έχει προφανή σημασία για τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.
Όσον αφορά το σημείο iii) και όπως και στο προηγούμενο σημείο, η λυσιτέλεια του επιχειρήματος της Επιτροπής δεν είναι προφανής. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά το δικαίωμα των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήσεώς τους να μετάσχουν σε εσωτερικούς διαγωνισμούς. Η υπόθεση δεν αφορά ζητήματα σχετικά με τη δυνατότητα ή το δικαίωμα των εν λόγω υπαλλήλων να «διατηρήσουν τη θέση τους».
47. Φαίνεται επίσης ότι η Επιτροπή εσφαλμένως διακρίνει μεταξύ της αποφάσεως περί αποσπάσεως υπαλλήλου βάσει του άρθρου 37, στοιχείο α ́, η οποία είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας, και της αποφάσεως περί αποσπάσεως υπαλλήλου βάσει του άρθρου 37, στοιχείο β ́, η οποία λαμβάνεται κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου και, επομένως, δεν είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά μάλλον προς το συμφέρον του υπαλλήλου. Είναι σαφές ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι ορθή. Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο αποφάσεων περί αποσπάσεως υπαλλήλου έχει ως εξής: Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 37 στοιχείο α), ο υπάλληλος «διατάσσεται» να υπηρετήσει εκτός του οργάνου του, ενώ στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 37 στοιχείο β), ο υπάλληλος «τοποθετείται» εκτός του οργάνου του κατόπιν αιτήσεώς του. Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να υπογραμμίσει ότι ακόμη και η απόφαση τοποθέτησης υπαλλήλου εκτός του θεσμικού οργάνου του κατόπιν αιτήματός του μπορεί να ληφθεί μόνο εάν αυτό είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Εάν η αίτηση υπαλλήλου για απόσπαση σύμφωνα με το άρθρο 37 στοιχείο β) θεωρηθεί ότι δεν είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας, πρέπει να απορριφθεί. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος που επιθυμεί να επιδιώξει τα προσωπικά του συμφέροντα θα πρέπει να προσφύγει σε άλλους μηχανισμούς του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, όπως η δυνατότητα λήψης άδειας για προσωπικούς λόγους.
48. Τέλος, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πρόταση της Επιτροπής να επιτραπεί στους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους να υποβάλουν υποψηφιότητα σε εσωτερικούς διαγωνισμούς κατά τους πρώτους έξι μήνες της απόσπασής τους δεν μπορεί να αντισταθμίσει τις προαναφερθείσες ελλείψεις. Το υπό κρίση ζήτημα αφορά δικαίωμα προβλεπόμενο από τον ΚΥΚ. Η μη τήρηση αυτού του δικαιώματος δεν μπορεί να διακυβευθεί μέσω μιας νέας πρακτικής όπως αυτή που προτείνει τώρα η Επιτροπή.
49. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους από τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς στερείται νομικής βάσης και εισάγει διακρίσεις. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
50. Όταν ο Διαμεσολαβητής διαπιστώσει κρούσμα κακοδιοίκησης, υποβάλλει, εφόσον αυτό είναι εφικτό, πρόταση φιλικής λύσης στο οικείο θεσμικό όργανο. Εάν η πρόταση για φιλική λύση απορριφθεί, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να απευθύνει σχετικό σχέδιο σύστασης στο θεσμικό όργανο. Εν προκειμένω, όμως, τα υπό εξέταση πραγματικά περιστατικά αφορούν το παρελθόν. Δεν μπορεί να γίνει τίποτα χρήσιμο για την επίλυση των ιδιαίτερων προβλημάτων του καταγγέλλοντος στον εν λόγω εσωτερικό διαγωνισμό. Επιπλέον, αφού ανέλυσε τα επιχειρήματα της Επιτροπής που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας και λαμβάνοντας υπόψη την απροθυμία της να αποδεχθεί την πρότασή του για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική να αλλάξει η Επιτροπή τη θέση της στη συγκεκριμένη έρευνα. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι είναι πιο χρήσιμο και σκόπιμο να περατωθεί η εξέταση της εν λόγω υπόθεσης με σχετική επικριτική παρατήρηση, χωρίς να διατυπωθεί σχέδιο σύστασης, και να κληθεί η Επιτροπή να λάβει θέση και να αναθεωρήσει τη γενική πολιτική της επί του θέματος αυτού στο πλαίσιο της συνέχειας που θα δοθεί στις επικριτικές παρατηρήσεις της Διαμεσολαβήτριας, επί των οποίων τα θεσμικά όργανα καλούνται να αντιδρούν κάθε χρόνο (14). Υπό το πρίσμα της αντίδρασης της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει το ενδεχόμενο να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με τα διάφορα δικαιώματα που έχουν στη διάθεσή τους οι αποσπασμένοι υπάλληλοι, πέραν εκείνων που προβλέπονται στα άρθρα 38 και 39 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Πράγματι, φαίνεται ότι η πρακτική, η οποία αποκαλύφθηκε στη συγκεκριμένη έρευνα, δηλαδή η πρόσβαση των αποσπασμένων υπαλλήλων σε εσωτερικούς διαγωνισμούς, αποτελεί μόνο μία πτυχή ενός ευρύτερου συστημικού προβλήματος σχετικά με τη διαφορετική μεταχείριση των αποσπασμένων υπαλλήλων (15).
Β. Συμπεράσματα
Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής διατυπώνει την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο αποκλεισμός των υπαλλήλων που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους από τη συμμετοχή σε εσωτερικούς διαγωνισμούς στερείται νομικής βάσης και εισάγει διακρίσεις. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Για τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο 50 της παρούσας απόφασης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι πιο χρήσιμο και σκόπιμο να περατωθεί η έρευνα αυτή με σχετική επικριτική παρατήρηση και όχι να υποβληθεί σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή. Ωστόσο, καλεί την Επιτροπή να λάβει θέση και να αναθεωρήσει την πολιτική της επί του γενικού αυτού ζητήματος. Αυτό θα πρέπει να συμβεί στο πλαίσιο της συνέχειας που δίνεται στις επικριτικές παρατηρήσεις του, για τις οποίες τα θεσμικά όργανα καλούνται να αντιδρούν κάθε χρόνο.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
Στρασβούργο, 21 Νοεμβρίου 2008
(1) Το άρθρο 2, παράγραφος 8, του καταστατικού του Διαμεσολαβητή ορίζει τα εξής: "Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να υποβάλει καταγγελία σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Κοινότητας, καθώς και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού τους, εκτός εάν έχουν εξαντληθεί από τον ενδιαφερόμενο όλες οι δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, και ιδίως οι διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και έχουν εκπνεύσει οι προθεσμίες απάντησης της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αναφορά."
(2) Υπόθεση T-56/89, Bataille κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II-597, σκέψη 48.
(3) Επισημαίνεται ότι η ανάλυση της υπό κρίση υποθέσεως στηρίζεται στον ΚΥΚ που ίσχυε πριν από την 1η Μαΐου 2004, ήτοι κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της επίμαχης προκηρύξεως διαγωνισμού. Σε περίπτωση που επήλθαν αλλαγές στον νέο ΚΥΚ οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συλλογιστική στην υπό κρίση υπόθεση, οι αλλαγές αυτές θα επισημανθούν σε υποσημείωση.
(4) Αυτό σημαίνει ότι, δεδομένου ότι το δικαίωμα αναφέρεται ρητά στο άρθρο 38 στοιχείο στ) σχετικά με τους υπαλλήλους που αποσπώνται προς το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά όχι στο άρθρο 39 στοιχείο ε) σχετικά με τους υπαλλήλους που αποσπώνται κατόπιν αιτήματός τους, το δικαίωμα δεν διασφαλίζεται για τους τελευταίους.
(5) Το άρθρο 45 στοιχείο α) του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης επιτρέπει τη μετάβαση μεταξύ ομάδων καθηκόντων μετά τη συμμετοχή του υπαλλήλου σε πρόγραμμα κατάρτισης και την επιτυχή συμμετοχή του σε ορισμένες δοκιμασίες.
(6) Το άρθρο 29 τροποποιήθηκε με τον νέο κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, με την προσθήκη ενός νέου μέσου πλήρωσης μιας κενής θέσης, δηλαδή του διορισμού σύμφωνα με το άρθρο 45 στοιχείο α), το οποίο επιτρέπει τη μετάθεση μεταξύ ομάδων καθηκόντων μετά τη συμμετοχή του υπαλλήλου σε πρόγραμμα κατάρτισης και την επιτυχή συμμετοχή του σε ορισμένες δοκιμασίες.
(7) Υπόθεση T-56/89, Bataille κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II-597, σκέψη 48.
(8) Υπόθεση 16/64 Rauch κατά Επιτροπής [1965] Συλλογή (αγγλική ειδική έκδοση) 135· Υπόθεση T-53/00, Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-13 και II-73, σκέψη 50.
(9) Υπόθεση T-56/89, Bataille κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II-597, σκέψη 48.
Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι το Δικαστήριο είναι η ανώτατη αρχή για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
(11) Υπόθεση T-15/95 Nuno do Paço Quesado κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-171, σκέψη 30.
(12) Προαναφερθείσα υπόθεση T-15/95, Nuno do Paço Quesado κατά Επιτροπής.
(13) Προαναφερθείσα απόφαση Nuno do Paço Quesado κατά Επιτροπής, σκέψη 29.
(14) Από το 2006, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να διεξάγει σε ετήσια βάση μελέτη σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς σε επικριτικές και περαιτέρω παρατηρήσεις που τους απηύθυνε. Αυτό έπεται ενός ψηφίσματος που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με στόχο την παρακολούθηση του επιπέδου συμμόρφωσης των διαφόρων θεσμικών οργάνων με τις συστάσεις του Διαμεσολαβητή. Η πρώτη μελέτη, που αφορά το έτος 2006, είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του.
(15) Φαίνεται ότι διαφορετική μεταχείριση μεταξύ αποσπασμένων υπαλλήλων υφίσταται επίσης όσον αφορά την πρόσβαση στη διαδικασία πιστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 45 στοιχείο α) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.