FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 902/2007/(MHZ)RT κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου


Στρασβούργο, 11 Αυγούστου 2008

Αξιότιμε κ. L.,

Στις 28 Μαρτίου 2007, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ανάκτηση του ποσού των 3 052,15 ευρώ.

Στις 2 Μαΐου 2007, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Στις 17 Ιουλίου 2007, έλαβα τη γνώμη του Κοινοβουλίου, η οποία συντάχθηκε στα αγγλικά. Στις 30 Ιουλίου 2007, το Κοινοβούλιο μου διαβίβασε μετάφραση της γνωμοδότησής του στα γαλλικά. Στις 3 Αυγούστου 2007, σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 11 Σεπτεμβρίου 2007.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2007, σας ενημέρωσα για την αλλαγή του νομικού συμβούλου που είναι αρμόδιος για την εξέταση της υπόθεσής σας.

Στις 10 Οκτωβρίου 2007, οι υπηρεσίες μου σας τηλεφώνησαν για να συζητήσουν τη δυνατότητα φιλικής επίλυσης της καταγγελίας σας. Την επόμενη ημέρα, απέστειλα στο Κοινοβούλιο την πρότασή μου για φιλική λύση στην καταγγελία σας, αντίγραφο της οποίας σας διαβιβάστηκε προς ενημέρωση.

Στις 15 Νοεμβρίου 2007, το Κοινοβούλιο απάντησε στην πρότασή μου, την οποία σας διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις.

Στις 21 Νοεμβρίου 2007, έλαβα τις παρατηρήσεις σας σχετικά με την απάντηση του Κοινοβουλίου.

Στις 21 Ιανουαρίου 2008, απέστειλα στο Κοινοβούλιο σχέδιο σύστασης για την παρούσα υπόθεση, αντίγραφο του οποίου σας διαβιβάστηκε προς ενημέρωση.

Στις 10 Ιουλίου 2008, έλαβα την απάντηση του Κοινοβουλίου ότι συμφώνησε να αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής μου και να ακυρώσει την εν λόγω ανάκτηση.

Την ίδια ημέρα, οι υπηρεσίες μου προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί σας στον συνήθη αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, υπάλληλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα πραγματικά περιστατικά ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Μόλις 15 ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος του νέου Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, η κατηγορία του καταγγέλλοντος μετατράπηκε από κατηγορία εκτάκτου υπαλλήλου στον βαθμό C σε κατηγορία μονίμου υπαλλήλου στον βαθμό D.

Στις 14 Ιουνίου 2004, δηλαδή μετά την πρώτη καταβολή στον καταγγέλλοντα της νέας κατηγορίας και του νέου βαθμού του, ζήτησε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από τη Διοίκηση να διευκρινίσει αν το νέο ποσό του μισθού του ήταν ορθό.

Στην απάντησή της της ίδιας ημερομηνίας, υπάλληλος της Μονάδας Αποζημιώσεων και Αποζημιώσεων του Κοινοβουλίου (1) δήλωσε ότι το ποσό των 3 108,01 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από το Κοινοβούλιο στον τραπεζικό λογαριασμό του καταγγέλλοντος, ήταν πράγματι ο καθαρός μηνιαίος μισθός του (2) για τον Ιούνιο και αντιστοιχούσε στη νέα κατηγορία του ως υπαλλήλου. Ο υπάλληλος του Κοινοβουλίου πρόσθεσε ότι η αλλαγή στην κατηγορία του καταγγέλλοντος, από τις 16 Απριλίου 2004, από έκτακτος υπάλληλος σε μόνιμο υπάλληλο αντικατοπτρίστηκε στην καταβολή του μισθού του για τον Μάιο του 2004. Το ηλεκτρονικό μήνυμα του υπαλλήλου που εστάλη στον καταγγέλλοντα έχει ως εξής: «Το ποσό των 3108,01 EUR που έχετε λάβει στον λογαριασμό σας είναι πράγματι ο καθαρός μηνιαίος μισθός σας για τον Ιούνιο (ως υπάλληλος). Η αλλαγή της κατηγορίας «έκτακτος/μόνιμος υπάλληλος» από τις 16 Απριλίου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πληρωμής για τον Μάιο.»(3)

Υπό το φως της απάντησης αυτής, και δεδομένου ότι τα καθήκοντα του καταγγέλλοντος στη νέα κατηγορία του ήταν τα ίδια με τα καθήκοντά του στην προηγούμενη κατηγορία του, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις «Γενικές διατάξεις για την εκτέλεση των καθηκόντων των συγγενών στην τάξη και το επάγγελμα», που εξέδωσε ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου στις 18 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι, όσον αφορά τον μισθό, η αλλαγή της κατηγορίας του ήταν ευνοϊκή γι' αυτόν βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Δύο χρόνια αργότερα, η διοίκηση του Κοινοβουλίου διαπίστωσε ότι ο μισθός του καταγγέλλοντος είχε υπολογιστεί εσφαλμένα (όσον αφορά το επίδομα γραμματείας και τον καθαρό μισθό του) και ότι είχε καταβληθεί αχρεωστήτως καθ' όλη τη διάρκεια της ενδιάμεσης περιόδου.

Στις 26 Ιουνίου 2006, η Διοίκηση εξέδωσε απόφαση σχετικά με τον καταγγέλλοντα, με την οποία του ζητήθηκε, βάσει του άρθρου 85 του ΚΥΚ, να επιστρέψει τα ποσά που του καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ως αποζημίωση γραμματείας. Το ποσό που έπρεπε να επιστραφεί ανερχόταν σε 3 052,15 ευρώ. Η διοίκηση αναγνώρισε ότι η αχρεώστητη καταβολή της αποζημίωσης γραμματείας στον καταγγέλλοντα ήταν αποτέλεσμα διοικητικού σφάλματος, αλλά στη συνέχεια δήλωσε ότι η εν λόγω καταβολή ήταν τόσο εμφανής στα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του καταγγέλλοντος (4), ώστε δεν μπορούσε να την αγνοεί. Ως εκ τούτου, η διοίκηση αποφάσισε ότι το ανωτέρω αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό θα ανακτηθεί από τον μηνιαίο μισθό του καταγγέλλοντος, από τον Απρίλιο του 2006, μέσω επτά μηνιαίων δόσεων ύψους 415 ευρώ η καθεμία, καθώς και μιας τελευταίας δόσης ύψους 147,15 ευρώ.

Όσον αφορά την αχρεώστητη καταβολή του καθαρού μισθού του καταγγέλλοντος, η διοίκηση εξήγησε, στην απόφασή της της 26ης Ιουνίου 2006, ότι το σφάλμα αυτό οφειλόταν στην αλλαγή της κατηγορίας του καταγγέλλοντος, η οποία, για τεχνικούς λόγους, δεν αντικατοπτριζόταν στο νέο λογιστικό λογισμικό που είναι γνωστό ως «PAIE». Ως εκ τούτου, η Διοίκηση έκρινε ότι ο καταγγέλλων δεν μπορούσε ευλόγως να λάβει γνώση του σχετικού διοικητικού σφάλματος και ότι, ως εκ τούτου, το άρθρο 85 του ΚΥΚ δεν θα εφαρμοζόταν στις αχρεωστήτως καταβληθείσες στον καταγγέλλοντα πληρωμές.

Ο καταγγέλλων δεν συμφώνησε με την απόφαση αυτή και, στις 4 Σεπτεμβρίου 2006, άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι i) το σφάλμα διαπράχθηκε από τη διοίκηση· ii) ο ίδιος, με το από 14 Ιουνίου 2004 ηλεκτρονικό μήνυμά του, επέστησε την προσοχή της Διοικήσεως στο ποσό του μισθού του και επισήμανε ότι το συνολικό ποσό του μισθού του ως υπαλλήλου φαίνεται να είναι το ίδιο με το ποσό του μισθού του ως εκτάκτου υπαλλήλου· iii) σε απάντηση, η διοίκηση τον διαβεβαίωσε ότι οι υπολογισμοί ήταν ορθοί όσον αφορά τον καθαρό μηνιαίο μισθό του· και iv) δεδομένου ότι τα στοιχεία του μισθού ως έκτακτου υπαλλήλου και ως μονίμου υπαλλήλου ήταν τα ίδια, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι οι υπολογισμοί ορισμένων στοιχείων του μισθού του ήταν εσφαλμένοι και άλλοι όχι. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ενήργησε καλή τη πίστει και επισήμανε ότι η ανάκτηση, όπως ανακοινώθηκε στην απόφαση της διοίκησης της 26ης Ιουνίου 2006, είχε επιζήμιες επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του, δεδομένου ότι ο ενήλικος ανάπηρος γιος του εξαρτιόταν μόνιμα από τη γονική μέριμνα. Ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κοινοβούλιο να ακυρώσει την απόφαση της 26ης Ιουνίου 2006.

Στις 14 Φεβρουαρίου 2006, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου απάντησε στην προσφυγή του καταγγέλλοντος. Διατήρησε την απόφαση της διοίκησης της 26ης Απριλίου 2006. Τόνισε ότι, κατά πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η εφαρμογή του άρθρου 85 του ΚΥΚ προϋποθέτει ότι η διοίκηση υπέπεσε σε σφάλμα κατά την πληρωμή της (υπόθεση T-122/96, Chabert κατά Επιτροπής (5)). Με την ίδια απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξακριβωθεί αν το σφάλμα ήταν πρόδηλο για τη διοίκηση, αλλά αν το σφάλμα ήταν πρόδηλο για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο. Ο Γενικός Γραμματέας διαπίστωσε ότι, για τεχνικούς λόγους, ο καταγγέλλων δεν ήταν σε θέση να αποδείξει το σφάλμα που διαπράχθηκε κατά τον υπολογισμό του βασικού μισθού του. Όσον αφορά την αποζημίωση γραμματείας, ο καταγγέλλων κατατάχθηκε ως υπάλληλος της κατηγορίας Δ στις 16 Απριλίου 2004, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του νέου ΚΥΚ και, λαμβανομένης υπόψη της αρχαιότητάς του στο θεσμικό όργανο, γνώριζε ότι, δυνάμει του παλαιού ΚΥΚ (άρθρο 4α του παραρτήματος VII), μόνον οι υπάλληλοι της κατηγορίας Γ μπορούσαν να λάβουν την αποζημίωση γραμματείας. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με τον νέο κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, η αποζημίωση γραμματείας έπρεπε επίσης να του καταβληθεί ως υπάλληλος κατηγορίας Δ. Όσον αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 14ης Ιουνίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας δήλωσε ότι «με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων εξέφρασε σοβαρές και ακριβείς αμφιβολίες ιδίως όσον αφορά την αποζημίωση γραμματείας»(6). Όσον αφορά την αποζημίωση γραμματείας, ο Γενικός Γραμματέας επισήμανε ότι «ο καταγγέλλων επικοινώνησε με τη διοίκηση μόνο μία φορά»(7). Ως εκ τούτου, πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 85. Επιπλέον, ο Γενικός Γραμματέας έκρινε ότι η ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού σε επτά μηνιαίες δόσεις αντιστοιχεί στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δέουσας επιμέλειας. Τέλος, ο Γενικός Γραμματέας ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του, δηλαδή τα κοινοτικά δικαστήρια και τον Διαμεσολαβητή.

Στις 28 Μαρτίου 2007, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στην περίπτωσή του και δεν έλαβε υπόψη την καλή του πίστη.

Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, δεδομένης της οικογενειακής του κατάστασης, θα ήταν άδικο για το Κοινοβούλιο να ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.

Ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κοινοβούλιο να ακυρώσει την απόφασή του να ανακτήσει το ποσό των 3 052,15 EUR.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη του Κοινοβουλίου

Ανταποκρινόμενο στο αίτημα του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο επισύναψε στη γνωμοδότησή του, στην επιστολή έναρξης της έρευνάς του, αντίγραφο των εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας του καταγγέλλοντος για τον Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο 2004 και αντίγραφο των «Διατάξεων γενικής εφαρμογής για τους συγγενείς στην τάξη και το προσωπικό», τα οποία εξέδωσε ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου στις 18 Μαΐου 2004.

Η γνωμοδότηση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής.

Ο καταγγέλλων κατείχε θέση έκτακτου υπαλλήλου κατηγορίας Γ μεταξύ Οκτωβρίου 2001 και 15 Απριλίου 2004.

Στις 16 Απριλίου 2004 διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος της κατηγορίας D, βαθμός D3/3 βάσει του παλαιού ΚΥΚ.

Κατά τον χρόνο εκείνο, ο υπολογισμός της αμοιβής του είχε υποπέσει σε δύο σφάλματα. Πρώτον, το δικαίωμά του για αποζημίωση γραμματείας δεν ανακλήθηκε. Δεύτερον, έγινε σφάλμα υπολογιστή στον φάκελο του καταγγέλλοντος μετά την εισαγωγή του νέου λογισμικού «PAIE». Λόγω αυτών των σφαλμάτων, ο καταγγέλλων εξακολούθησε να λαμβάνει τον ίδιο βασικό μισθό καθώς και την αποζημίωση γραμματείας, παρά το γεγονός ότι η κατηγορία του είχε αλλάξει.

Μετά την αποκάλυψη της καταστάσεως, η ΑΔΑ, ενεργώντας βάσει του άρθρου 85 του ΚΥΚ, αποφάσισε να μην ανακτήσει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό των 4 746,58 ευρώ για τον βασικό μισθό του, το οποίο οφειλόταν σε σφάλμα πληροφορικής, διότι ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Ωστόσο, αποφάσισε να ανακτήσει την αποζημίωση γραμματείας, ήτοι το ποσό των 3 052,15 ευρώ.

Το Κοινοβούλιο έκρινε ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η διοίκηση υπέπεσε σε δύο σφάλματα κατά τον υπολογισμό του μισθού του καταγγέλλοντος, όταν αυτός έπαυσε να είναι έκτακτος υπάλληλος στον βαθμό C5/4 και έγινε μόνιμος υπάλληλος στον βαθμό D3/36.

Το Κοινοβούλιο υπενθύμισε ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 85 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), η διοίκηση πρέπει να αποδείξει είτε ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος γνώριζε ότι δεν υπήρχε εύλογη αιτία για την πληρωμή είτε ότι το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό ήταν προδήλως τέτοιο ώστε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δεν μπορούσε να το αγνοεί.

Όσον αφορά την τελευταία αυτή προϋπόθεση του άρθρου 85 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του κοινοτικού δικαστή, το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί δεν είναι αν το σφάλμα είναι σαφές για τη διοίκηση, αλλά αν είναι σαφές για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο (8). Κατά το Κοινοβούλιο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ικανότητα του ενδιαφερομένου υπαλλήλου να διενεργήσει τους αναγκαίους ελέγχους.

Το Κοινοβούλιο έκρινε ότι, στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, το σφάλμα στον υπολογισμό του βασικού μισθού που προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας αλλαγής στο λογισμικό δεν θα μπορούσε να έχει παρατηρηθεί από τον καταγγέλλοντα.

Ωστόσο, όσον αφορά την αχρεωστήτως καταβληθείσα αποζημίωση γραμματείας, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι ο καταγγέλλων διορίστηκε υπάλληλος κατηγορίας Δ πριν από την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι, δεδομένης της προϋπηρεσίας του στο θεσμικό όργανο, γνωρίζει ότι, σύμφωνα με τον παλαιό κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (άρθρο 4α του παραρτήματος VII), μόνο οι υπάλληλοι της κατηγορίας Γ μπορούν να λάβουν αποζημίωση γραμματείας. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αποζημίωση γραμματείας θα έπρεπε να του είχε καταβληθεί και ως υπάλληλος κατηγορίας Δ βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Το Κοινοβούλιο δήλωσε επίσης ότι, μολονότι ο καταγγέλλων συμβουλεύθηκε μέλος του προσωπικού της Μονάδας Αμοιβών και Αποζημιώσεων, δεν τον ρώτησε σαφώς αν ήταν ορθό να λάβει την αποζημίωση γραμματείας.

Το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι το σφάλμα της διοικήσεως όσον αφορά την κατ' αποκοπή αποζημίωση ήταν προφανώς τέτοιο ώστε ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να το αγνοεί.

Το Κοινοβούλιο εξήγησε επίσης ότι το ποσό των 3052,15 ευρώ ανακτήθηκε σε οκτώ μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2007 ήταν βάσιμη.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην αρχική του καταγγελία. Επισημαίνει ότι είχε επίγνωση του γεγονότος ότι υπάλληλος της κατηγορίας Δ δεν ελάμβανε αποζημίωση γραμματείας. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι, αφού έλαβε γραπτή επιβεβαίωση από τη διοίκηση ότι η πληρωμή του ήταν ορθή, θεώρησε ότι εξακολουθούσε να λαμβάνει τον ίδιο μισθό χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων συνιστωσών της πληρωμής. Έκρινε ότι δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει την ακρίβεια των πληροφοριών που έλαβε από τη διοίκηση.

Ο καταγγέλλων υπενθύμισε ότι υπήρχε γενική αβεβαιότητα μεταξύ του προσωπικού όσον αφορά τον νέο κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Ως εκ τούτου, θεώρησε ότι η αλλαγή κατηγορίας ήταν ευνοϊκή γι’ αυτόν βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Ο καταγγέλλων τόνισε την καλή του πίστη. Έκρινε ότι ρωτούσε τη διοίκηση σχετικά με την πληρωμή του και έλαβε επιβεβαίωση από αυτήν ότι ο μισθός του ήταν ορθός.

Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, το σφάλμα της διοίκησης δεν μπορούσε να χωριστεί σε δύο χωριστά μέρη.

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είχε απαντήσει επαρκώς στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και στον σχετικό ισχυρισμό.

Η πρόταση για μια φιλική λύση

Το άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή δίνει εντολή στον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο για την εξάλειψη της περίπτωσης κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση του καταγγέλλοντος.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στο Κοινοβούλιο την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:

Το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο ακύρωσης της απόφασής του να ανακτήσει το ποσό των 2 821,13 EUR (9) που αντιπροσωπεύει την αποζημίωση γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006.

Η παρούσα πρόταση βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

1. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε κατ’ αρχάς ότι το γεγονός ότι η πληρωμή πραγματοποιήθηκε αχρεωστήτως δεν αμφισβητήθηκε στην παρούσα υπόθεση.

2. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η αλλαγή της κατηγορίας του καταγγέλλοντος από έκτακτο υπάλληλο κατηγορίας Γ σε υπάλληλο κατηγορίας Δ πραγματοποιήθηκε στις 16 Απριλίου 2004. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε επίσης ότι, ενώ οι έκτακτοι υπάλληλοι της κατηγορίας Γ δικαιούνται αποζημίωση γραμματείας, οι υπάλληλοι της κατηγορίας Δ δεν δικαιούνται την αποζημίωση αυτή. Αφού εξέτασε τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας του καταγγέλλοντος για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 2004, τα οποία του απέστειλε το Κοινοβούλιο, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το στοιχείο «αποζημίωση γραμματείας» είχε επισημανθεί σαφώς στα εν λόγω εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας και είχε επισημανθεί χωριστά από τα άλλα στοιχεία. Φαίνεται επίσης ότι η αποζημίωση γραμματείας αποτελούσε συστατικό στοιχείο του καθαρού μισθού.

3. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στις παρατηρήσεις του, ο ίδιος ο καταγγέλλων δήλωσε ότι γνώριζε τότε ότι οι υπάλληλοι της κατηγορίας Δ δεν δικαιούνταν αποζημίωση γραμματείας.

4. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων γνώριζε ασφαλώς ότι η αποζημίωση γραμματείας δεν του καταβαλλόταν δεόντως όταν, στις 14 Ιουνίου 2004, απευθύνθηκε στη διοίκηση για εξηγήσεις όσον αφορά το ύψος του μισθού του.

5. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κάθε ποσό που καταβλήθηκε αχρεωστήτως ανακτάται «εάν (...) το γεγονός ότι καταβλήθηκε αχρεωστήτως ήταν προφανώς τέτοιο ώστε [ο δικαιούχος] δεν θα μπορούσε να το αγνοεί»(η υπογράμμιση δική μου), και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανάκτηση της αποζημίωσης γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα έως τις 14 Ιουνίου 2004 θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

6. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, στις 14 Ιουνίου 2004, όταν ο καταγγέλλων έλαβε την απάντηση στο ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμά του την ίδια ημέρα, η νομική του κατάσταση άλλαξε ουσιωδώς λόγω της απάντησης που έλαβε από τη Μονάδα Αποζημιώσεων και Αποζημιώσεων του Κοινοβουλίου, η οποία ασχολείται ειδικά με τον υπολογισμό των μισθών (10).

7. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το Κοινοβούλιο, στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 14ης Ιουνίου 2004, δήλωσε κατηγορηματικά ότι «η αλλαγή της κατηγορίας του καταγγέλλοντος από C σε D αντικατοπτρίστηκε στην πληρωμή του για τον Μάιο» και επισήμανε ότι, σύμφωνα με το ίδιο το Κοινοβούλιο, η αλλαγή αυτή ήταν ο λόγος για τη μη καταβολή της αποζημίωσης γραμματείας. Για τον λόγο αυτό, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλήφθηκε τους λόγους για τους οποίους ο καταγγέλλων θα έπρεπε, επιπροσθέτως, να έχει ζητήσει από τη Διοίκηση ειδικότερα την αποζημίωση γραμματείας.

8. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, δεδομένου ότι, στις 14 Ιουνίου 2004, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η αλλαγή κατηγορίας του είχε αντικατοπτριστεί δεόντως στην καταβολή του μισθού του, ο καταγγέλλων μπορούσε νομίμως να θεωρήσει ότι η αποζημίωση γραμματείας, η οποία συνδεόταν με την αλλαγή κατηγορίας του, του καταβαλλόταν ορθά.

9. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το προσωρινό συμπέρασμα του Διαμεσολαβητή ήταν ότι, με την ανάκτηση της αποζημίωσης γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα για την περίοδο από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006, το Κοινοβούλιο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και αυτή η εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 85 θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

Απάντηση του Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο επανέλαβε, συνοπτικά, τα επιχειρήματα που προέβαλε στη γνωμοδότησή του προς τον Διαμεσολαβητή. Διευκρίνισε, επιπλέον, ότι, δεδομένου ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85 του ΚΥΚ, το Κοινοβούλιο όφειλε να προβεί στην ανάκτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού. Συναφώς, τόνισε ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων αναγνώρισε στις παρατηρήσεις του ότι γνώριζε το γεγονός ότι υπάλληλος της κατηγορίας Δ δεν ελάμβανε αποζημίωση γραμματείας. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο δεν αντιλήφθηκε πώς, μετά το ηλεκτρονικό μήνυμά του της 14ης Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να αγνοεί ότι η αποζημίωση γραμματείας είχε καταβληθεί αχρεωστήτως.

Το Κοινοβούλιο υπενθύμισε επίσης ότι η ανάκτηση, βάσει του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κάθε αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού πρέπει να πραγματοποιείται στο πλαίσιο του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού (11). Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι, δεδομένης της διάταξης του άρθρου 71 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού (12), το θεσμικό όργανο δεν διαθέτει κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης, δεδομένου ότι η παραίτηση από το εν λόγω ποσό περιορίζεται αυστηρά στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 73 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού και στο άρθρο 87 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού.

Το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει επίσης ότι ενήργησε με προσοχή για να κλιμακώσει τις μειώσεις σε διάστημα περίπου οκτώ μηνών, ώστε να μειωθεί η ταλαιπωρία που προκύπτει από το λάθος.

Τέλος, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι εφάρμοζε το άρθρο 85 του ΚΥΚ σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως και με το καθήκον επιμέλειας. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο δεν μπόρεσε να εγκρίνει τη φιλική λύση που πρότεινε ο Διαμεσολαβητής.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων εξέφρασε συνοπτικά την απογοήτευσή του σχετικά με τον ισχυρισμό του Κοινοβουλίου ότι δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι ο μισθός του δεν καταβαλλόταν αχρεωστήτως " μόνο βάσει του ηλεκτρονικού μηνύματος που έλαβε από τη διοίκηση. "Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ακολούθησε τις προφορικές διαβεβαιώσεις που έλαβε ο καταγγέλλων από τη διοίκηση.

ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Το σχέδιο σύστασης

Στις 21 Ιανουαρίου 2008, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στο Κοινοβούλιο το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή:

Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον, πέραν του ότι είναι δίκαιο και εύλογο, θα ήταν σύμφωνο με τους ισχύοντες κανόνες του δημοσιονομικού κανονισμού που αναφέρονται στο σημείο 9, να ακυρώσει το ένταλμα είσπραξης για το ποσό των 2 821,13 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει την αποζημίωση γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006.

Το σχέδιο σύστασης καταρτίστηκε με βάση τις ακόλουθες εκτιμήσεις:

1. Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στις 16 Απριλίου 2004, μετατράπηκε από έκτακτος υπάλληλος κατηγορίας C σε υπάλληλο κατηγορίας D. Στις 14 Ιουνίου 2004, ρώτησε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο τη Διοίκηση αν το νέο ποσό του μισθού του ήταν ορθό. Στην απάντησή της της ίδιας ημερομηνίας, υπάλληλος της Μονάδας Αποζημιώσεων και Αποζημιώσεων του Κοινοβουλίου (13) δήλωσε ότι το ποσό των 3 108,01 EUR, το οποίο καταβλήθηκε από το Κοινοβούλιο στον τραπεζικό λογαριασμό του καταγγέλλοντος, ήταν πράγματι ο μηνιαίος καθαρός μισθός του (14) για τον Ιούνιο και αντιστοιχούσε στη νέα κατηγορία του ως υπαλλήλου. Ο υπάλληλος του Κοινοβουλίου πρόσθεσε ότι η αλλαγή στην κατηγορία του καταγγέλλοντος, από τις 16 Απριλίου 2004, από έκτακτος υπάλληλος σε μόνιμο υπάλληλο αντικατοπτρίστηκε στην καταβολή του μισθού του για τον Μάιο του 2004 (15). Στις 26 Ιουνίου 2006, το Κοινοβούλιο διαπίστωσε ότι ο μισθός του καταγγέλλοντος, όσον αφορά την αποζημίωση γραμματείας και τον καθαρό μισθό, υπολογίστηκε εσφαλμένα και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την απόφασή του, η οποία ελήφθη βάσει του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, να ανακτήσει το ποσό των 3 052,15 ευρώ που του καταβλήθηκε αχρεωστήτως υπό μορφή αποζημίωσης γραμματείας. Η διοίκηση αποφάσισε ότι το ανωτέρω αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό θα ανακτηθεί από τον μηνιαίο μισθό του καταγγέλλοντος, από τον Απρίλιο του 2006, μέσω επτά μηνιαίων δόσεων ύψους 415 ευρώ η καθεμία, καθώς και μιας τελευταίας δόσης ύψους 147,15 ευρώ.

Ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στην περίπτωσή του και δεν έλαβε υπόψη την καλή του πίστη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι θα ήταν άδικο για το Κοινοβούλιο να ανακτήσει την αχρεωστήτως καταβληθείσα πληρωμή δεδομένης της οικογενειακής του κατάστασης. Ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κοινοβούλιο να ακυρώσει την απόφασή του να ανακτήσει το ποσό των 3 052,15 EUR.

2. Συνοπτικά, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι: i) ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να αγνοεί τον εσφαλμένο υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης γραμματείας, λαμβανομένης υπόψη της αρχαιότητάς του στο θεσμικό όργανο· ii) στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 14ης Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων δεν ζήτησε σαφώς από τη Μονάδα Αποζημιώσεων αν ήταν ορθό να λάβει την αποζημίωση γραμματείας.

3. Στις 11 Οκτωβρίου 2007, για τους λόγους που εξηγήθηκαν στα σημεία 1 έως 9 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι, με την ανάκτηση της αποζημίωσης γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα για την περίοδο από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006, το Κοινοβούλιο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι αυτή η εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 85 θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στο Κοινοβούλιο την ακόλουθη πρόταση φιλικής λύσης: Το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο ακύρωσης της απόφασής του να ανακτήσει το ποσό των 2 821,13 ευρώ (16) που αντιπροσωπεύει την αποζημίωση γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006.

4. Στην απάντησή του στην ανωτέρω πρόταση, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι ενήργησε σύμφωνα με τις σχετικές νομικές διατάξεις και ότι, μετά το ηλεκτρονικό μήνυμα του Κοινοβουλίου της 14ης Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να αγνοεί ότι η αποζημίωση γραμματείας είχε καταβληθεί αχρεωστήτως. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε επίσης ότι το θεσμικό όργανο δεν διαθέτει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης, δεδομένου ότι η παραίτηση από το εν λόγω ποσό περιορίζεται αυστηρά στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον δημοσιονομικό κανονισμό και τους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού.

5. Καταρχάς, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, φαίνεται ότι το Κοινοβούλιο ερμηνεύει τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος ως ένδειξη κακής πίστης. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να δεχθεί αυτή την ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι το Κοινοβούλιο θα μπορούσε εγκύρως να αμφισβητήσει την καλή πίστη του καταγγέλλοντος εάν δεν είχε απευθυνθεί στη διοίκηση του Κοινοβουλίου για να την ενημερώσει σχετικά με τις αμφιβολίες του όσον αφορά το ύψος του μισθού του (και, συνακόλουθα, της αποζημίωσης γραμματείας του).

6. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία, από τη στιγμή που οι υπάλληλοι ή το λοιπό προσωπικό ενημερώνουν τη διοίκηση για τις αμφιβολίες τους σχετικά με τις πληρωμές που τους καταβάλλονται, εναπόκειται στη διοίκηση να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους (17).

Εν προκειμένω, αρμόδια για τη διενέργεια του αναγκαίου ελέγχου ήταν η Μονάδα Αποζημιώσεων και Αποζημιώσεων του Κοινοβουλίου. Μετά την επαλήθευση αυτή, η Μονάδα Αποζημιώσεων επιβεβαίωσε ότι η αλλαγή κατηγορίας του καταγγέλλοντος είχε αποτυπωθεί δεόντως στην καταβολή του μισθού του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, από τη στιγμή που έλαβε την εν λόγω επιβεβαίωση από τη Μονάδα Αποζημιώσεων, ο καταγγέλλων θα μπορούσε νομίμως να θεωρήσει ότι η αποζημίωση γραμματείας, η οποία συνδεόταν με την αλλαγή κατηγορίας του, του καταβλήθηκε ορθά.

7. Ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί επίσης να επισημάνει εν προκειμένω ότι η γραπτή επιβεβαίωση του ποσού του μισθού του καταγγέλλοντος έγινε από τη Μονάδα Αποζημιώσεων και Αποζημιώσεων, η οποία ήταν η αρμόδια αρχή εντός του Κοινοβουλίου για την αντιμετώπιση των ανησυχιών του καταγγέλλοντος, μετά από προφορικές διαβεβαιώσεις επί του θέματος, τις οποίες έλαβε ο καταγγέλλων, σε αρκετές περιπτώσεις, από την ίδια μονάδα.

8. Ο Διαμεσολαβητής παραμένει πεπεισμένος ότι, μετά το ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα και τις προφορικές διαβεβαιώσεις που προέρχονται από την αρμόδια μονάδα, ο καταγγέλλων θα μπορούσε εύλογα να έχει πάψει να διατηρεί αμφιβολίες ότι ο μισθός του θα μπορούσε να είχε υπολογιστεί εσφαλμένα. Από την άλλη πλευρά, ο Διαμεσολαβητής παραμένει εξίσου πεπεισμένος ότι, υπό το πρίσμα αυτού του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και των διαβεβαιώσεων, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να έχει σχηματίσει την άποψη ότι ο υπολογισμός αυτός ήταν πράγματι ορθός.

9. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι το Κοινοβούλιο είναι της άποψης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, το θεσμικό όργανο δεν διαθέτει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι η απαλλαγή από το εν λόγω ποσό περιορίζεται αυστηρά στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 73 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού και στο άρθρο 87 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού.

Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα προαναφερθέντα άρθρα αναφέρονται επίσης σε περιπτώσεις στις οποίες η ανάκτηση μπορεί να αρθεί όταν δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, το άρθρο 73 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει σαφώς τη γενική δυνατότητα παραίτησης από την είσπραξη. Επιπλέον, το άρθρο 87 παράγραφος 1 στοιχείο γ) των κανόνων εφαρμογής θα μπορούσε πράγματι να αποτελέσει στέρεη βάση για να θεωρηθεί ότι η τρέχουσα εντολή ανάκτησης είναι δυσανάλογη. Επιπλέον, το άρθρο 87 παράγραφος 2 των κανόνων εφαρμογής ορίζει ποιες τυπικές εκτιμήσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια τέτοια απόφαση. Μια εύλογη εφαρμογή τουλάχιστον των στοιχείων α) και β) του άρθρου 87 παράγραφος 2 θα συνηγορούσε σαφώς υπέρ της παραίτησης από την ανάκτηση στην παρούσα υπόθεση . Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η εξήγηση του Κοινοβουλίου, όπως εκτίθεται στη γνώμη που απέστειλε στον Διαμεσολαβητή, δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη όλες τις δυνατότητες παραίτησης από την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.

10. Τέλος, ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι τα επίμαχα χρηματικά ποσά (δεν έχει σημασία αν εξετάζονται συνολικά ή σε δόσεις) αποτελούν εύλογα σημαντικό ποσό για κάθε οικογενειακό προϋπολογισμό και ιδίως για τον προϋπολογισμό μιας οικογένειας που περιλαμβάνει ανάπηρο άτομο. Κάθε εργοδότης που είναι εξ ορισμού υπεύθυνος για την ευημερία του προσωπικού του θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα υιοθετούσε μια πιο ανθρώπινη στάση και απλώς θα τη λάμβανε υπόψη όταν θα απαιτούσε από το προσωπικό του να επιστρέψει τα χρήματα που το εν λόγω προσωπικό νομίμως θεωρούσε ότι του οφείλονταν βάσει των πληροφοριών που παρείχε ο εν λόγω εργοδότης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής συμμερίζεται την απογοήτευση που εξέφρασε ο καταγγέλλων, μέλος του προσωπικού του Κοινοβουλίου, όσον αφορά τη στάση του Κοινοβουλίου στην παρούσα υπόθεση.

11. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν σύμφωνο με τους ισχύοντες κανόνες, πέραν του ότι είναι δίκαιο και εύλογο, να ακυρώσει την ανάκτηση του ποσού των 2 821,13 EUR, το οποίο αντιπροσωπεύει την αποζημίωση γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006.

Απάντηση του Κοινοβουλίου της 10ης Ιουλίου 2008

Η απάντηση του Κοινοβουλίου μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Το Κοινοβούλιο έλαβε υπό σημείωση την ανάλυση του Διαμεσολαβητή και τα διάφορα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο σχέδιο σύστασης. Το Κοινοβούλιο συμφώνησε με τη γνώμη του Διαμεσολαβητή ότι το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν εφαρμόστηκε ορθά και αποφάσισε να παραιτηθεί από την εντολή ανάκτησης για το ποσό των 2 821,13 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει την αποζημίωση γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006.

Επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα

Στις 10 Ιουλίου 2008, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον καταγγέλλοντα στον αριθμό τηλεφώνου εργασίας του, δηλαδή στον ίδιο αριθμό επικοινωνίας που είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας. Ενημερώθηκαν, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων απουσίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω ασθένειας.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Η ανάκτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος
ποσού

1.1 Με βάση τις εκτιμήσεις του που περιέχονται στα σημεία 1-11 του μέρους με τίτλο «Το σχέδιο σύστασης» ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε, στις 21 Ιανουαρίου 2008, σχέδιο σύστασης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Διαμεσολαβητής συνέστησε ότι, πέραν του ότι είναι δίκαιο και εύλογο, θα ήταν σύμφωνο με τους ισχύοντες κανόνες του δημοσιονομικού κανονισμού που αναφέρονται στο σημείο 9 ανωτέρω, να ακυρωθεί το ένταλμα είσπραξης για το ποσό των 2 821,13 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει την αποζημίωση γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006.

1.2 Στις 10 Ιουλίου 2008, το Κοινοβούλιο απάντησε ότι συμφωνεί με τη γνώμη του Διαμεσολαβητή ότι το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν εφαρμόζεται ορθά και αποφάσισε να αποδεχθεί τη σύσταση του Διαμεσολαβητή και να ακυρώσει την εντολή είσπραξης.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι υπηρεσίες του στις προσπάθειές τους να επικοινωνήσουν με τον καταγγέλλοντα. Ωστόσο, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασης και ότι ο καταγγέλλων είχε συμφωνήσει προηγουμένως με αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να παρατείνει την έρευνα έως ότου καταστεί δυνατή η επαφή με τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, αποφασίζει να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

2 Συμπέρασμα

2.1 Ο Διαμεσολαβητής χαιρετίζει την απόφαση του Κοινοβουλίου να αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής του και το ευχαριστεί για την απόφαση αυτή. Θεωρεί επίσης ότι η απόφασή του να ακυρώσει την εντολή ανάκτησης ύψους 2 821,13 ευρώ, η οποία αντιπροσωπεύει την αποζημίωση γραμματείας που καταβλήθηκε στον καταγγέλλοντα από τις 14 Ιουνίου 2004 έως τις 26 Ιουνίου 2006, αποτελεί ικανοποιητικό μέτρο για την εκτέλεσή της.

Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Στη γαλλική γλώσσα: "Division des Décomptes".

(2) Στη γαλλική γλώσσα: "le salaire net mensuel".

(3) Στη γαλλική γλώσσα: "Le montant de EUR 3.108.01 que vous avez reçu sur votre compte est bien le salaire net mensuel pour juin (comme fonctionnaire). Le changement de régime temporaire/fonctionnaire à partir du 16 avril a été fait dans la paie de mois de mai".

(4) Στη γαλλική γλώσσα: «Δελτία Σαλέρ».

(5) Υπόθεση T-122/95 Chabert κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-19 και II-63.

(6) Στη γαλλική γλώσσα: "il ne ressort pas de votre dossier que vous ayez fait part de doutes sérieux et précis quant au bien-.fondé du versement de l'indemnité de secrétariat elle-même".

(7) Στη γαλλική γλώσσα: "vous avez contacté l'unité des Décomptes - à une seule reprise - afin de savoir si la somme versée sur votre compte bancaire correspondait à votre traitement mensuel net du mois de juin 2004".

(8) Βλ. σημείωση 5.

(9) Το ποσό αυτό προκύπτει αφαιρώντας από το ποσό των 3 052,15 ευρώ την αποζημίωση γραμματείας για την περίοδο από 16 Απριλίου έως 14 Ιουνίου 2004.

(10) Η απάντηση που εστάλη στον καταγγέλλοντα έχει ως εξής: «Το ποσό των 3 108,01 EUR που έχετε λάβει στον λογαριασμό σας είναι πράγματι ο καθαρός μηνιαίος μισθός σας για τον Ιούνιο (ως υπάλληλος). Η αλλαγή της κατηγορίας «έκτακτος/μόνιμος υπάλληλος» από τις 16 Απριλίου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πληρωμής για τον Μάιο.»

(11) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 357, σ. 1).

(12) Σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού: «Τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ανακτώνται.»

(13) Βλέπε σημείωση 1.

(14) Βλ. σημείωση 2.

(15) Το ηλεκτρονικό μήνυμα του υπαλλήλου που εστάλη στον καταγγέλλοντα έχει ως εξής: «Το ποσό των 3108,01 EUR που έχετε λάβει στον λογαριασμό σας είναι πράγματι ο καθαρός μηνιαίος μισθός σας για τον Ιούνιο (ως υπάλληλος). Η αλλαγή της κατηγορίας έκτακτος/επίσημος υπάλληλος από τις 16 Απριλίου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πληρωμής για τον Μάιο." Μετάφραση από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή. Το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο είναι διαθέσιμο στη σημείωση 3.

(16) Το ποσό αυτό προκύπτει αφαιρώντας από το ποσό των 3 052,15 ευρώ την αποζημίωση γραμματείας για την περίοδο από 16 Απριλίου έως 14 Ιουνίου 2004.

(17) Υπόθεση T-107/92 White κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-41 και II-143, σκέψη 42.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!