FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 772/2007/OV κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ο καταγγέλλων συμμετείχε επιτυχώς σε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για υπαλλήλους ασφαλείας στο Συμβούλιο. Δύο εβδομάδες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης της απασχόλησής του, το Συμβούλιο απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα ενημερώνοντάς τον ότι δεν μπορούσε πλέον να τον προσλάβει, διότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση της καλής συμπεριφοράς. Η απόφαση αυτή ελήφθη με βάση το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος, το οποίο ανέφερε ότι είχε καταδικαστεί στο πλαίσιο τροχαίου ατυχήματος. Ωστόσο, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα γεγονότα για τα οποία είχε καταδικαστεί δεν ήταν τόσο σοβαρά όσο περιγράφεται στο πιστοποιητικό. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι το πιστοποιητικό του ανέφερε «καλή» συμπεριφορά. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο θα έπρεπε i) να διεξαγάγει έρευνα ασφαλείας σχετικά με το πρόσωπό του, η οποία θα αποδείκνυε ότι πληρούσε την προϋπόθεση της καλής συμπεριφοράς, και ii) να επανεξετάσει την πρόσληψή του.

Στη γνώμη του, το Συμβούλιο δήλωσε ότι δεν ήταν ο ρόλος του να εγείρει αμφιβολίες σχετικά με το περιεχόμενο των πιστοποιητικών που εκδίδονται από τις εθνικές αρχές και ότι, ως εκ τούτου, δεν θα διεξαγάγει την έρευνα που ζήτησε ο καταγγέλλων. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε, ωστόσο, ότι το πιστοποιητικό περιείχε πράγματι το σχόλιο «καλό» σχετικά με τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος. Αναφερόμενος στην αρχή της συνέπειας και στη δήλωση του Συμβουλίου ότι βασιζόταν πάντοτε στο περιεχόμενο των πιστοποιητικών που χορηγούν οι εθνικές αρχές, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στο Συμβούλιο ζητώντας του να επανεξετάσει τις πληροφορίες που περιέχονται στο πιστοποιητικό του καταγγέλλοντος.

Στην απάντησή του, το Συμβούλιο ενέμεινε στη θέση του ότι δεν μπορούσε να προσλάβει τον καταγγέλλοντα. Αναφέρθηκε λεπτομερώς στις διάφορες καταδίκες που αναφέρονται στο πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος και εξήγησε ότι έκανε διάκριση μεταξύ του αντικειμενικού αποσπάσματος ποινικού μητρώου, αφενός, και της υποκειμενικής δήλωσης του δήμου σχετικά με τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος, αφετέρου.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η άποψη του Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία ένα πρόσωπο με ποινικό μητρώο παρόμοιο με εκείνο του καταγγέλλοντος δεν ήταν επιλέξιμο, δεν φαινόταν παράλογη. Με βάση τις πρόσθετες εξηγήσεις που παρέσχε το Συμβούλιο στην απάντησή του στην πρόταση φιλικής λύσης, η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης και περάτωσε την υπόθεση.


Στρασβούργο, 12 Φεβρουαρίου 2008

Αξιότιμε κ. X,

Στις 14 Μαρτίου 2007, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τον τερματισμό της διαδικασίας πρόσληψης από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω εικαζόμενης μη εκπλήρωσης της προϋπόθεσης καλής συμπεριφοράς.

Στις 2 Απριλίου 2007, διαβίβασα την καταγγελία στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο διατύπωσε τη γνώμη του στις 25 Ιουνίου 2007. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 7 Αυγούστου 2007. Στις 28 Αυγούστου 2007, το Γραφείο μου σας απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο σας ζητούσε να στείλετε αντίγραφο του πιστοποιητικού καλής συμπεριφοράς σας. Δεδομένου ότι δεν λάβατε απάντηση από εσάς, το Γραφείο μου απηύθυνε παρόμοιο αίτημα στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, η οποία στις 5 Σεπτεμβρίου 2007 απέστειλε με φαξ αντίγραφο του πιστοποιητικού καλής συμπεριφοράς σας.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, απηύθυνα στο Συμβούλιο πρόταση για φιλική λύση. Ενημερωθήκατε σχετικά με επιστολή της ίδιας ημέρας.

Το Συμβούλιο απέστειλε την απάντησή του σχετικά με την πρόταση φιλικής λύσης στις 9 Νοεμβρίου 2007. Σας τη διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 25 Νοεμβρίου 2007.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ήταν, συνοπτικά, τα εξής:

Ο καταγγέλλων συμμετείχε επιτυχώς σε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για (έκτακτους) υπαλλήλους ασφαλείας στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EPSO/TA/SECUR/06). Το Συμβούλιο του απέστειλε επιστολή με την οποία τον πληροφόρησε ότι, την 1η Μαρτίου 2007, θα μπορούσε να αρχίσει να εργάζεται στο Συμβούλιο.

Ωστόσο, δύο εβδομάδες πριν από την προαναφερθείσα ημερομηνία έναρξης και αφού είχε αποστείλει όλα τα απαραίτητα έγγραφα, ο καταγγέλλων έλαβε επιστολή από το Συμβούλιο με την οποία τον ενημέρωνε ότι δεν μπορούσε πλέον να προσληφθεί επειδή δεν πληρούσε ένα από τα κριτήρια πρόσληψης, δηλαδή την απαίτηση καλής συμπεριφοράς.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς («bewijs van goed gedrag en zeden») ανέφερε ότι είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα. Ο καταγγέλλων είχε αναφέρει ότι, λόγω του ατυχήματος αυτού, του είχε επιβληθεί ποινή από την αστυνομία, ήτοι πρόστιμο. Ο καταγγέλλων, ο οποίος είναι αστυνομικός επιθεωρητής, δήλωσε ότι υπήρξε πρόσθετη έρευνα από την αστυνομική πειθαρχική αρχή από την οποία προέκυψε ότι τα γεγονότα για τα οποία καταδικάστηκε δεν ήταν τόσο σοβαρά όσο περιγράφεται στο πιστοποιητικό και ότι δεν είχαν ληφθεί σοβαρά πειθαρχικά μέτρα εναντίον του. Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι οι αναφορές στο πρόστιμο θα αφαιρούνταν αυτόματα από το ποινικό του μητρώο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του είχε το γενικό σχόλιο «καλό». Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν κατανόησε γιατί μια τροχαία παράβαση ελήφθη υπόψη κατά τη διαδικασία πρόσληψης. Προσέθεσε ότι δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι όλοι όσοι θα λάμβαναν πρόστιμο για τροχαία ατυχήματα θα αποκλείονταν από την απασχόληση σε θεσμικό όργανο της ΕΕ.

Στις 20 Φεβρουαρίου 2007, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου επισημαίνοντας ότι το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του είχε το σχόλιο «καλό» όπως απαιτείται. Ο καταγγέλλων ανέφερε στην επιστολή του ότι είχε διεξαχθεί συμπληρωματική έρευνα, μετά την οποία δεν είχαν ληφθεί σοβαρά πειθαρχικά μέτρα εναντίον του, και ότι εξακολουθούσε να εργάζεται στην υπηρεσία «παρέμβασης» της αστυνομίας. Ως εκ τούτου, στην επιστολή του, ο καταγγέλλων ζήτησε i) να διεξαχθεί έρευνα ασφαλείας σχετικά με το πρόσωπό του, η οποία θα αποδείκνυε ότι πληροί την προϋπόθεση σχετικά με την καλή συμπεριφορά, και ii) να ληφθεί εκ νέου υπόψη η πρόσληψή του. Μέχρι την ημερομηνία υποβολής της παρούσας καταγγελίας, ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει απάντηση στην εν λόγω επιστολή.

Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων παρέπεμψε στην επιστολή του της 20ής Φεβρουαρίου 2007 προς το Συμβούλιο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε:

  1. ότι θα πρέπει να διεξαχθεί έρευνα ασφαλείας σχετικά με το πρόσωπό του, η οποία θα αποδεικνύει ότι πληροί την προϋπόθεση της καλής συμπεριφοράς· και
  2. ότι η πρόσληψή του θα πρέπει να ληφθεί εκ νέου υπόψη.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη του Συμβουλίου

Στη γνώμη του, το Συμβούλιο διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Το Συμβούλιο αναφέρθηκε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 20ής Φεβρουαρίου 2007 και δήλωσε ότι αρχικά τον ενημέρωσε προφορικά ότι δεν είχε την πρόθεση να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, καθώς θεωρούσε ότι η διαδικασία πρόσληψης έκτακτων υπαλλήλων είχε εφαρμοστεί ορθά. Ωστόσο, στις 11 Ιουνίου 2007, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος έπρεπε να θεωρηθεί ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και δεδομένου ότι η προθεσμία απάντησης δεν είχε ακόμη λήξει, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου απέστειλε αιτιολογημένη απόφαση στον καταγγέλλοντα. Βάσει αυτής της αιτιολογημένης απόφασης, το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Στην απάντησή της της 11ης Ιουνίου 2007, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου υπενθύμισε για πρώτη φορά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης: Δήλωσε ότι, με επιστολή της 12ης Ιανουαρίου 2007, επέστησε την προσοχή του καταγγέλλοντος στα άρθρα 10 και 12 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό («ΚΛΠ») και ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να προσκομίσει είτε απόσπασμα ποινικού μητρώου, είτε πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς που προορίζεται για τις δημόσιες αρχές, είτε αστυνομικό πιστοποιητικό. Ο καταγγέλλων απέστειλε το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του στις 16 Ιανουαρίου 2007. Ωστόσο, το πιστοποιητικό δεν ήταν σαφές, καθώς αποδείκνυε ότι, στις 12 Σεπτεμβρίου 2006, ο καταγγέλλων είχε καταδικαστεί για ορισμένες πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 418 και 420 του βελγικού ποινικού κώδικα και του άρθρου 33 παράγραφος 2 του βασιλικού διατάγματος της 16ης Μαρτίου 1968 (φυγή μετά την πρόκληση ατυχήματος που προκάλεσε σωματική βλάβη). Ως εκ τούτου, στις 2 Φεβρουαρίου 2007, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να τον προσλάβει, δεδομένου ότι δεν είχε προσκομίσει τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους όσον αφορά την καταλληλότητά του για την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στο άρθρο 12 του ΚΛΠ.

Όσον αφορά τη νομική βάση της απόφασής της, η Γενική Γραμματεία διευκρίνισε ότι η καθιερωμένη διαδικασία για την επαλήθευση του κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση καλής συμπεριφοράς και ακεραιότητας που ορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του ΚΛΠ (1) είναι ότι η διοίκηση απαιτεί από τον υποψήφιο, ανάλογα με το κράτος μέλος, πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς που προορίζεται για τις δημόσιες αρχές, απόσπασμα ποινικού μητρώου ή αστυνομικό πιστοποιητικό. Τα εν λόγω πιστοποιητικά που εκδίδονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές χρησιμεύουν ως αντικειμενικές ενδείξεις ότι ο ενδιαφερόμενος ζει τη ζωή του εντός των ορίων που θέτουν οι διατάξεις του ποινικού δικαίου.

Η Γενική Γραμματεία δήλωσε ότι, στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, από το πιστοποιητικό που προσκόμισε προκύπτει ότι είχε διαπράξει αξιόποινη πράξη. Ως εκ τούτου, η διοίκηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε τα κατάλληλα εχέγγυα ήθους που να αποδεικνύουν ότι πληρούσε τα κριτήρια καλής συμπεριφοράς και ακεραιότητας που προβλέπονται στο ΚΛΠ.

Η Γενική Γραμματεία δήλωσε επίσης ότι ο ρόλος του ιδρύματος δεν είναι να θέτει υπό αμφισβήτηση το περιεχόμενο των πιστοποιητικών που εκδίδουν οι εθνικές αρχές και να εξετάζει κατά πόσον ο νομικός χαρακτηρισμός που προσδίδουν οι εν λόγω αρχές στα διαπραχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι αυστηρότερος από τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούνται. Η Γενική Γραμματεία δεν διαθέτει ούτε την εμπειρογνωμοσύνη ούτε τους πόρους για να διερευνήσει ανεξάρτητα κατά πόσον οι (δικαστικές και διοικητικές) αρχές έχουν καταδικάσει ορθά τον καταγγέλλοντα. Επιπλέον, μια τέτοια ανεξάρτητη έρευνα θα υπερέβαινε κατά πολύ τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας.

Η Γενική Γραμματεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν θα διενεργούσε την έρευνα ασφαλείας που ζήτησε ο καταγγέλλων και ότι ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να προσληφθεί, καθώς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του ΚΛΠ.

Η προσέγγιση του Διαμεσολαβητή

Με επιστολή της 18ης Ιουλίου 2007, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη του Συμβουλίου στον καταγγέλλοντα για τις παρατηρήσεις του. Στην επιστολή αυτή, ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του καταγγέλλοντος στο γεγονός ότι το Συμβούλιο είχε θεωρήσει την επιστολή του της 20ής Φεβρουαρίου 2007 ως καταγγελία βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι, στην απάντησή του της 11ης Ιουνίου 2007, είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, μπορούσε να προσφύγει στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι, σε περίπτωση που επιλέξει να ασκήσει τέτοια προσφυγή, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να περατώσει την έρευνά του βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 7 του Καταστατικού του. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να τον ενημερώσει αν σκόπευε να προσφύγει στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ή αν επιθυμούσε ο Διαμεσολαβητής να συνεχίσει την έρευνά του σχετικά με την καταγγελία, οπότε ο καταγγέλλων μπορούσε να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη του Συμβουλίου.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με την απόφαση του Συμβουλίου. Κατά τον προσφεύγοντα, δεν ήταν δυνατό να σχηματιστεί αντικειμενική γνώμη απλώς και μόνο βάσει της βεβαιώσεώς του περί καλής συμπεριφοράς. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι εξακολουθούσε να εργάζεται στην αστυνομία ως επιθεωρητής για «παρεμβάσεις» ήταν επαρκής απόδειξη της καλής συμπεριφοράς του. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι, εάν ήταν κάτοικος άλλου κράτους μέλους, δεν θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα που αντιμετωπίζει τώρα. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε επίσης τη διαφορά μεταξύ τροχαίας παράβασης και εγκλήματος και δήλωσε ότι είχε καταδικαστεί κατόπιν φιλικής λύσης ενώπιον του δικαστηρίου στο Βέλγιο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το σχετικό πρόστιμο δεν συνιστούσε ποινική τιμωρία και οι αναφορές στην καταδίκη αυτή θα διαγράφονταν από το ποινικό του μητρώο μετά από δύο έτη.

Περαιτέρω έρευνες

Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε επισυνάψει στην καταγγελία του αντίγραφο του πιστοποιητικού καλής συμπεριφοράς και προκειμένου να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το Γραφείο του Διαμεσολαβητή, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 28ης Αυγούστου 2007, ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να του αποστείλει αντίγραφο του εν λόγω πιστοποιητικού. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2007, και ελλείψει απάντησης από τον καταγγέλλοντα, υποβλήθηκε παρόμοιο αίτημα στο Συμβούλιο. Με τηλεομοιοτυπία της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, το Συμβούλιο απέστειλε αντίγραφο του πιστοποιητικού του καταγγέλλοντος στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή.

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Η πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης του Συμβουλίου και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι το Συμβούλιο είχε απαντήσει επαρκώς στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.

Η άποψη αυτή βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

  1. Όσον αφορά τους όρους πρόσληψης έκτακτων υπαλλήλων, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του ΚΛΠ προβλέπει ότι «ένας έκτακτος υπάλληλος μπορεί να προσληφθεί μόνο υπό τον όρο ότι: (...) προσκομίζει τα εχέγγυα ήθους που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του». Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου εξήγησε ότι η καθιερωμένη διαδικασία για την επαλήθευση του κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή είναι να ζητηθεί από τον υποψήφιο, ανάλογα με το κράτος μέλος, είτε i) πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς που προορίζεται για τις δημόσιες αρχές, ii) απόσπασμα ποινικού μητρώου είτε iii) αστυνομικό πιστοποιητικό.
  2. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου εξήγησε στη γνώμη της ότι, προκειμένου να επαληθεύσει αν πληρούται η προϋπόθεση της καλής συμπεριφοράς ενός υποψηφίου για μια θέση στο Συμβούλιο, η πρακτική της είναι να βασίζεται στις πληροφορίες που περιέχονται στο πιστοποιητικό που εκδίδουν οι εθνικές αρχές. Η Γενική Γραμματεία εξήγησε επίσης ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να διενεργήσει ανεξάρτητη έρευνα, όπως ζήτησε ο καταγγέλλων, καθώς αυτό δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές του. Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι η προσέγγιση αυτή ήταν εύλογη. Τα πιστοποιητικά καλής συμπεριφοράς είναι έγγραφα που εκδίδονται από τις εθνικές αρχές του κράτους μέλους του οποίου την ιθαγένεια έχει ο ενδιαφερόμενος. Η έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της πρόσληψης πολιτών της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έχουν το δικαίωμα να βασίζονται στις πληροφορίες που περιέχονται στα εν λόγω εθνικά πιστοποιητικά και δεν υποχρεούνται να διενεργούν έρευνες από μόνα τους.
  3. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι το Συμβούλιο θα πρέπει να διεξαγάγει έρευνα ασφαλείας σχετικά με το πρόσωπό του, η οποία θα αποδείκνυε ότι πληροί την προϋπόθεση σχετικά με την καλή συμπεριφορά, δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Ωστόσο, ήταν σαφές ότι αυτό που ο καταγγέλλων επιθυμούσε να επιτύχει μέσω αυτού του ισχυρισμού είναι να αναγνωρίσει το Συμβούλιο ότι πληρούσε αυτή την προϋπόθεση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν δυνατό και σκόπιμο να ερμηνευθεί εκ νέου ο πρώτος ισχυρισμός υπό την έννοια ότι ζητούσε από το Συμβούλιο να επανεξετάσει το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς που χορήγησαν οι βελγικές αρχές προκειμένου να εξακριβώσει αν πληροί τη σχετική προϋπόθεση.
  4. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι ο καταγγέλλων προσκόμισε πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς που εξέδωσε ο δήμος του στις 8 Νοεμβρίου 2006. Στο πιστοποιητικό αυτό αναφερόταν ότι, στις 12 Σεπτεμβρίου 2006, το βελγικό αστυνομικό δικαστήριο καταδίκασε τον καταγγέλλοντα για ορισμένες πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 418 και 420 του βελγικού ποινικού κώδικα και του άρθρου 33 παράγραφος 2 του βασιλικού διατάγματος της 16ης Μαρτίου 1968 (φυγή μετά την πρόκληση ατυχήματος που προκάλεσε σωματική βλάβη). Ωστόσο, το πιστοποιητικό ολοκληρώθηκε με την ακόλουθη παρατήρηση: «Δήλωση σχετικά με τη συμπεριφορά: καλό" (στα ολλανδικά: "Verklaring betreffende het gedrag: πηγε").
  5. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι η αρμόδια εθνική αρχή, δηλαδή ο δήμος του τόπου κατοικίας του καταγγέλλοντος, έκρινε ότι, παρά την καταδίκη της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος έπρεπε να θεωρηθεί «καλή».
  6. Οι αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς απαιτούν από τα θεσμικά όργανα να είναι συνεπή στη δική τους διοικητική συμπεριφορά (2). Εν προκειμένω, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου διευκρίνισε ότι, προκειμένου να εξακριβώσει αν πληρούται η προϋπόθεση της καλής συμπεριφοράς υποψηφίου για θέση στο Συμβούλιο, η πρακτική της συνίσταται στην επίκληση των πληροφοριών που περιέχονται στο πιστοποιητικό που χορηγούν οι εθνικές αρχές. Ωστόσο, στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, το Συμβούλιο δεν φαίνεται να ενήργησε σύμφωνα με την πρακτική του, καθώς δεν δέχθηκε το συμπέρασμα της εθνικής αρχής όσον αφορά τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, το προσωρινό συμπέρασμα του Διαμεσολαβητή ήταν ότι το Συμβούλιο δεν είχε ενεργήσει με συνέπεια και ότι αυτό θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
Η δυνατότητα μιας φιλικής λύσης

Το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή τον υποχρεώνει να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο για την εξάλειψη της περίπτωσης κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση του καταγγέλλοντος.

Ως εκ τούτου, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στο Συμβούλιο την ακόλουθη πρόταση φιλικής λύσης:

Η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου θα μπορούσε να επανεξετάσει τις πληροφορίες που περιέχονται στο πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος και, βάσει αυτού, να επανεξετάσει την πρόσληψη του καταγγέλλοντος.

Απάντηση του Συμβουλίου στην πρόταση του Διαμεσολαβητή

Συνοπτικά, η απάντηση του Συμβουλίου ήταν η εξής:

Σύμφωνα με την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, η Διοίκηση της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου επανεξέτασε το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος, το οποίο εκδόθηκε από τον δήμο του τόπου κατοικίας του καταγγέλλοντος, και μελέτησε τις σχετικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος. Η Γενική Γραμματεία σημείωσε ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του «Υπόδειγμα l» τύπου ,, το οποίο περιλάμβανε απόσπασμα ποινικού μητρώου του. Από το πιστοποιητικό αυτό προέκυψε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε καθαρό ποινικό μητρώο. Ειδικότερα, το απόσπασμα ποινικού μητρώου του ανέφερε ότι, στις 12 Σεπτεμβρίου 2006, ενώ οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (επίπεδο οινοπνεύματος στο αίμα κατά πολύ υψηλότερο από το επιτρεπόμενο επίπεδο), ο καταγγέλλων διέπραξε τις ακόλουθες πράξεις:

- ακούσια τραυματισμός προσώπων, όπως περιγράφεται στα άρθρα 418 και 420 του βελγικού ποινικού κώδικα και αδυναμία ελέγχου της ταχύτητας του οχήματός του και, ως εκ τούτου, αδυναμία στάσης μπροστά σε προβλέψιμο εμπόδιο, για τις πράξεις των οποίων επιβλήθηκε πρόστιμο στον καταγγέλλοντα και του αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης για 30 ημέρες·

- φυγή μετά την πρόκληση ατυχήματος με τραυματισμένα θύματα, που εμπίπτει στο άρθρο 33 παράγραφος 2 του «Arrêté Royal portant coordination des lois relatives à la police de circulation routière» της 16ης Μαρτίου 1968, για το οποίο επιβλήθηκε επίσης πρόστιμο στον καταγγέλλοντα και του αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης για 3 μήνες.

Η Γενική Γραμματεία αντιλήφθηκε επίσης ότι οι αναφορές στις καταδικαστικές αποφάσεις θα αφαιρούνταν από το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα.

Η Γενική Γραμματεία σημείωσε το γεγονός ότι είχε διεξαχθεί πρόσθετη έρευνα από την πειθαρχική αρχή της αστυνομίας όπου ο καταγγέλλων εργάζεται ως αστυνομικός και ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, η έρευνα δεν ακολουθήθηκε από «σοβαρά πειθαρχικά μέτρα». Η Γενική Γραμματεία σημείωσε ότι, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες είχε καταδικαστεί δεν ήταν τόσο σοβαρές όσο περιγράφεται στο ποινικό μητρώο και ότι ο καταγγέλλων θεώρησε το περιστατικό, το οποίο περιγράφηκε από το «Tribunal de Police/Politierechtbank» ως διαφυγή από τον τόπο του εγκλήματος μετά την πρόκληση ατυχήματος όπου υπήρξαν τραυματισμένα θύματα («délit de fuite»), ως τροχαία παράβαση.

Η Γενική Γραμματεία σημείωσε επίσης ότι, παρά το γεγονός ότι διέπραξε τις πράξεις που περιγράφονται λεπτομερώς στο ποινικό του μητρώο, η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος γενικά θεωρήθηκε «καλή» από τον δήμο του τόπου κατοικίας του.

Κατά την επανεξέταση του φακέλου του καταγγέλλοντος και την εξέταση των ανωτέρω στοιχείων, η Γενική Γραμματεία έκανε διάκριση μεταξύ του πρώτου μέρους του πιστοποιητικού, δηλαδή του μέρους στο οποίο ο δήμος του τόπου κατοικίας του καταγγέλλοντος δήλωσε ότι το πιστοποιητικό και το απόσπασμα ποινικού μητρώου δόθηκαν στον καταγγέλλοντα με σκοπό την υποβολή αίτησης για θέση εργασίας και της παρατήρησης ότι η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος ήταν καλή, και του δεύτερου μέρους, το οποίο είναι το απόσπασμα ποινικού μητρώου του.

Ενώ το ποινικό μητρώο είναι ένας κατάλογος πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ένα αρχείο δεδομένων που σχετίζονται με αποφάσεις που λαμβάνονται στον τομέα του ποινικού δικαίου, η παρατήρηση του δήμου σχετικά με τη συμπεριφορά είναι μια εκτίμηση, η οποία δεν χρειάζεται να τεκμηριωθεί. Πράγματι, για τα πιστοποιητικά τύπου «Υπόδειγμα 1» (πιστοποιητικά για την υποβολή αίτησης για θέση εκτός από εκείνες που σχετίζονται με την εκπαίδευση, την καθοδήγηση, τη βοήθεια ανηλίκων και νέων) δεν πρέπει να διενεργείται εξουσιοδότηση/αστυνομική έρευνα όσον αφορά την καλή συμπεριφορά του εν λόγω προσώπου και η παρατήρηση σχετικά με τη γενική συμπεριφορά του προσώπου γίνεται από τον δήμο σε εθελοντική βάση. Επιπλέον, η Γενική Γραμματεία επισήμανε ότι, από τις 9 Φεβρουαρίου 2007, τα πιστοποιητικά καλής συμπεριφοράς («bewijs van goed gedrag en zeden», «certificat de bonne vie et moeurs») δεν εκδίδονται πλέον στο Βέλγιο και έχουν αντικατασταθεί από τη χρήση αποσπάσματος ποινικού μητρώου («casier judiciaire»). Ένας από τους λόγους αυτής της αλλαγής ήταν ο υποκειμενικός χαρακτήρας των παρατηρήσεων που διατύπωσαν οι δήμοι, χωρίς κατ’ ανάγκη να διεξαχθεί έρευνα στην περίπτωση πιστοποιητικών τύπου «Υπόδειγμα 1». Το γεγονός ότι ένας φορέας διαφορετικός από εκείνον που καταρτίζει και τηρεί το κεντρικό ποινικό μητρώο («casier judidiaire central») θεωρεί ότι η συμπεριφορά ενός προσώπου είναι καλή δεν σημαίνει ότι το ποινικό του μητρώο είναι καθαρό.

Ως εκ τούτου, κατά την αξιολόγηση των στοιχείων και των εχεγγύων ήθους του καταγγέλλοντος, η Γενική Γραμματεία έκρινε ότι το ποινικό μητρώο υπερέβαινε την εκτίμηση του δήμου.

Ως εκ τούτου, αφού επανεξέτασε το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος, η Γενική Γραμματεία εξακολούθησε να θεωρεί ότι η εγκληματική πράξη («délit») της διαφυγής από τον τόπο του εγκλήματος μετά την πρόκληση ατυχήματος στο οποίο υπήρξαν τραυματισμένα θύματα, γεγονός που διαπιστώθηκε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και δεν αμφισβητήθηκε από τον καταγγέλλοντα, δεν ήταν συμβατή με την εκτέλεση των καθηκόντων του αξιωματικού ασφαλείας (η θέση για την οποία είχε εξεταστεί ο καταγγέλλων). Όπως επισημαίνει η Γενική Γραμματεία στη γνωμοδότησή της, όλοι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να προσλαμβάνονται/απασχολούνται προκειμένου να διασφαλίζεται για τα θεσμικά όργανα η παροχή υπηρεσιών σε πρόσωπα με τα υψηλότερα προσόντα, απόδοση και ακεραιότητα. Σαφώς, η πρόκληση ατυχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ (επίπεδο αίματος-αλκοόλης πολύ πάνω από το επιτρεπόμενο επίπεδο) και η απομάκρυνση από τη σκηνή χωρίς έλεγχο των συνεπειών, χωρίς ανάληψη ευθύνης για τις πράξεις κάποιου και χωρίς προσφορά βοήθειας στα τελικά θύματα δεν πληροί αυτά τα πρότυπα και δεν θα μπορούσε να αναμένεται από έναν αξιωματικό ασφαλείας, που ενεργεί με το υψηλότερο επίπεδο ακεραιότητας.

Ως εκ τούτου, η Γενική Γραμματεία αποφάσισε ότι ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να προσληφθεί, καθώς δεν πληρούσε έναν από τους όρους απασχόλησης, ιδίως τον όρο να παράσχει τα κατάλληλα εχέγγυα ήθους ως προς την καταλληλότητά του για την άσκηση των καθηκόντων του.

Όσον αφορά την άποψη του Διαμεσολαβητή ότι «το Συμβούλιο δεν φαίνεται να ενήργησε σύμφωνα με την πρακτική του, καθώς δεν αποδέχθηκε το συμπέρασμα της εθνικής αρχής σχετικά με τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος» και ότι η εν λόγω ασυνέπεια θα μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης (η υπογράμμιση δική μου), το Συμβούλιο δήλωσε ότι η Γενική Γραμματεία είχε ζητήσει πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς που προορίζεται για τις δημόσιες αρχές, ή απόσπασμα ποινικού μητρώου ή αστυνομικό πιστοποιητικό προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση καλής συμπεριφοράς και ακεραιότητας που ορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του ΚΛΠ. Στην απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα, η Γενική Γραμματεία δεν ανέφερε ότι η πρακτική της ήταν να αποδέχεται χωρίς αξιολόγηση τα συμπεράσματα των δήμων που εκδίδουν το πιστοποιητικό και το απόσπασμα ποινικού μητρώου. Η Γενική Γραμματεία δήλωσε απλώς ότι δεν διεξήγαγε καμία έρευνα των υποψηφίων που υπέβαλαν αίτηση για θέση στο θεσμικό όργανο προκειμένου να εξετάσει πόσο σοβαρές ήταν οι πράξεις που ενδεχομένως εμφανίζονταν στο ποινικό τους μητρώο .. Όπως έχει ήδη επισημανθεί στη γνωμοδότηση σχετικά με την καταγγελία, η Γενική Γραμματεία δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα του ποινικού μητρώου και, ως εκ τούτου, δεν διενεργεί καμία έρευνα για τον διπλό έλεγχο της ακρίβειας και/ή της σοβαρότητας των πράξεων που απαριθμούνται στο εθνικό ποινικό μητρώο.

Η Γενική Γραμματεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειές της συνάδουν πλήρως με την καθιερωμένη πρακτική της όσον αφορά την επαλήθευση των κατάλληλων εχεγγύων ήθους και ότι δεν παραβίασε τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το Συμβούλιο, χωρίς να γνωρίζει τον φάκελο, προφανώς διατύπωσε τη δική του γνώμη σχετικά με το ατύχημα αναφέροντας, για παράδειγμα, ότι ο καταγγέλλων απομακρύνθηκε από τον τόπο του ατυχήματος. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι καταδικάστηκε επειδή τα συμπεράσματα δεν καθορίστηκαν επιτόπου. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στις αστυνομικές αρχές και ότι ο άλλος εμπλεκόμενος στο ατύχημα είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν τραυματίστηκε. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι δεν ήταν σκόπιμο να αναφέρεται το Συμβούλιο σε «απομάκρυνση από τη σκηνή χωρίς έλεγχο των συνεπειών, χωρίς ανάληψη ευθύνης για τις πράξεις κάποιου και χωρίς παροχή βοήθειας στα ενδεχόμενα θύματα».

Εάν το Συμβούλιο ελέγξει τη νομική έννοια του όρου «φυγή μετά την πρόκληση ατυχήματος», θα διαπιστώσει ότι κάθε άτομο που δεν παραμένει επί τόπου μετά από οποιοδήποτε είδος ατυχήματος (επίσης χωρίς τραυματισμούς) θα είναι ένοχο για φυγή μετά την πρόκληση ατυχήματος. Σε αυτή τη βάση καταδικάστηκε ο καταγγέλλων. Εάν ο καταγγέλλων ήθελε να απαλλαγεί από τις ευθύνες του, έπρεπε να αναρωτηθεί γιατί τηλεφώνησε ο ίδιος στις αστυνομικές υπηρεσίες.

Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι δεν άσκησε έφεση κατά της απόφασης, διότι, μετά από διαβούλευση με τον δικηγόρο του, συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα και να περιμένει επιτόπου. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως επιθεωρητή της αστυνομίας αναγκάστηκε να υποστεί αυτή τη σοβαρή καταδίκη. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι τώρα καταδικάζεται για δεύτερη φορά. Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, εάν δεν πληρούσε την προϋπόθεση σχετικά με την καλή συμπεριφορά, σίγουρα θα είχε απολυθεί και δεν θα εργαζόταν πλέον ως αστυνομικός επιθεωρητής.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος περί διεξαγωγής έρευνας ασφαλείας και εκ νέου εξέτασης της πρόσληψής του

1.1 Ο καταγγέλλων συμμετείχε επιτυχώς σε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για (έκτακτους) υπαλλήλους ασφαλείας στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EPSO/TA/SECUR/06). Το Συμβούλιο του απέστειλε επιστολή με την οποία τον πληροφόρησε ότι, την 1η Μαρτίου 2007, θα μπορούσε να αρχίσει να εργάζεται στο Συμβούλιο. Ωστόσο, δύο εβδομάδες πριν από την προαναφερθείσα ημερομηνία έναρξης και αφού ο καταγγέλλων είχε αποστείλει όλα τα απαραίτητα έγγραφα, έλαβε επιστολή από το Συμβούλιο με την οποία τον ενημέρωνε ότι δεν μπορούσε πλέον να προσληφθεί επειδή δεν πληρούσε ένα από τα κριτήρια πρόσληψης, δηλαδή την απαίτηση καλής συμπεριφοράς. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς («bewijs van goed gedrag en zeden») ανέφερε ότι είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα. Στις 20 Φεβρουαρίου 2007, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου επισημαίνοντας ότι το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του είχε το σχόλιο «καλό» όπως απαιτείται. Ο καταγγέλλων ανέφερε στην επιστολή του ότι είχε διεξαχθεί συμπληρωματική έρευνα, μετά την οποία δεν είχαν ληφθεί σοβαρά πειθαρχικά μέτρα εναντίον του, και ότι εξακολουθούσε να εργάζεται στην υπηρεσία «παρέμβασης» της αστυνομίας. Στην εν λόγω επιστολή προς τη Γενική Γραμματεία, ο καταγγέλλων ζήτησε, ως εκ τούτου, i) να διεξαχθεί έρευνα ασφαλείας σχετικά με το πρόσωπό του, η οποία θα αποδείκνυε ότι πληροί την προϋπόθεση σχετικά με την καλή συμπεριφορά, και ii) να ληφθεί εκ νέου υπόψη η πρόσληψή του. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων επανέλαβε τους δύο αυτούς ισχυρισμούς.

1.2 Στη γνώμη του, το Συμβούλιο παρέπεμψε στην αιτιολογημένη απόφαση της Γενικής Γραμματείας της 11ης Ιουνίου 2007. Στην απάντηση αυτή, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου δήλωσε ότι από το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς που προσκόμισε ο καταγγέλλων προκύπτει ότι διέπραξε αξιόποινη πράξη. Ως εκ τούτου, η Γενική Γραμματεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν είχε προσκομίσει αποδείξεις καλής συμπεριφοράς. Δήλωσε επίσης ότι δεν εναπόκειται στον φορέα να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των πιστοποιητικών που εκδίδουν οι εθνικές αρχές και να εξετάσει κατά πόσον ο νομικός χαρακτηρισμός που προσδίδουν οι αρχές αυτές στα διαπραχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι αυστηρότερος από τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούνται. Η Γενική Γραμματεία δεν διέθετε ούτε την εμπειρογνωμοσύνη ούτε τους πόρους για να διερευνήσει ανεξάρτητα κατά πόσον οι (δικαστικές και διοικητικές) αρχές είχαν καταδικάσει ορθά τον καταγγέλλοντα. Επιπλέον, μια τέτοια ανεξάρτητη έρευνα θα υπερέβαινε κατά πολύ τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας. Η Γενική Γραμματεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο να διεξαγάγει την έρευνα ασφαλείας που ζήτησε ο καταγγέλλων και ότι ο τελευταίος δεν μπορούσε να προσληφθεί διότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων («ΚΛΠ»).

1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν συμφωνεί με την απόφαση της Γενικής Γραμματείας. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν ήταν δυνατόν να σχηματιστεί αντικειμενική γνώμη απλώς και μόνο βάσει του πιστοποιητικού καλής συμπεριφοράς του. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι εξακολουθούσε να εργάζεται στην αστυνομία ως επιθεωρητής για «παρεμβάσεις» ήταν επαρκής απόδειξη της καλής συμπεριφοράς του. Δήλωσε επίσης ότι, αν ήταν κάτοικος άλλου κράτους μέλους, δεν θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα που αντιμετωπίζει τώρα. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε επίσης τη διαφορά μεταξύ τροχαίας παράβασης και εγκλήματος και δήλωσε ότι είχε καταδικαστεί κατόπιν φιλικής λύσης ενώπιον του δικαστηρίου στο Βέλγιο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το σχετικό πρόστιμο δεν συνιστούσε ποινική τιμωρία και οι αναφορές στην καταδίκη αυτή θα διαγράφονταν από το ποινικό του μητρώο μετά από δύο έτη.

1.4 Στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στο Συμβούλιο, προτείνοντας στη Γενική Γραμματεία του (i) να επανεξετάσει τις πληροφορίες που περιέχονται στο πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος και, βάσει αυτού, (ii) να επανεξετάσει την πρόσληψη του καταγγέλλοντος.

1.5 Στην απάντησή του της 30ής Οκτωβρίου 2007, το Συμβούλιο δήλωσε ότι, σύμφωνα με την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, η Γενική Γραμματεία του επανεξέτασε το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος και μελέτησε τις σχετικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος. Το Συμβούλιο σημείωσε ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του «Υπόδειγμα l» τύπου ,, το οποίο περιελάμβανε απόσπασμα ποινικού μητρώου του. Από το πιστοποιητικό αυτό προέκυψε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε καθαρό ποινικό μητρώο. Ειδικότερα, το απόσπασμα ποινικού μητρώου του ανέφερε ότι, στις 12 Σεπτεμβρίου 2006, ενώ οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (επίπεδο οινοπνεύματος στο αίμα κατά πολύ υψηλότερο από το επιτρεπόμενο επίπεδο), ο καταγγέλλων διέπραξε τις ακόλουθες πράξεις:

- ο ακούσιος τραυματισμός προσώπων, όπως περιγράφεται στα άρθρα 418 και 420 του βελγικού ποινικού κώδικα και η αδυναμία ελέγχου της ταχύτητας του οχήματός του και, ως εκ τούτου, η αδυναμία στάσης μπροστά σε προβλέψιμο εμπόδιο, για τις πράξεις των οποίων επιβλήθηκε πρόστιμο στον καταγγέλλοντα και του αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης για 30 ημέρες·

- φυγή μετά την πρόκληση ατυχήματος με τραυματισμένα θύματα, που εμπίπτει στο άρθρο 33 παράγραφος 2 του «Arrêté Royal portant coordination des lois relatives à la police de circulation routière» της 16ης Μαρτίου 1968, για το οποίο επιβλήθηκε επίσης πρόστιμο στον καταγγέλλοντα και του αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης για 3 μήνες.

Κατά την επανεξέταση του φακέλου του καταγγέλλοντος και την εξέταση των ανωτέρω στοιχείων, η Γενική Γραμματεία έκανε διάκριση μεταξύ του πρώτου μέρους του πιστοποιητικού, δηλαδή του μέρους στο οποίο ο δήμος του τόπου κατοικίας του καταγγέλλοντος δήλωσε ότι το πιστοποιητικό και το απόσπασμα ποινικού μητρώου δόθηκαν στον καταγγέλλοντα με σκοπό την υποβολή αίτησης για θέση εργασίας και της παρατήρησης ότι η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος ήταν καλή, και του δεύτερου μέρους, το οποίο είναι το απόσπασμα ποινικού μητρώου του. Η Γενική Γραμματεία δήλωσε ότι το γεγονός ότι ένας φορέας διαφορετικός από εκείνον που καταρτίζει και τηρεί το κεντρικό ποινικό μητρώο («casier judiciaire central») θεωρεί ότι η συμπεριφορά ενός προσώπου είναι καλή δεν σημαίνει ότι το ποινικό του μητρώο είναι καθαρό. Έτσι, κατά την αξιολόγηση των στοιχείων και των εχεγγύων ήθους του καταγγέλλοντος, η Γενική Γραμματεία έκρινε ότι το ποινικό μητρώο του καταγγέλλοντος υπερέβαινε την εκτίμηση του δήμου ότι η συμπεριφορά του ήταν καλή. Ως εκ τούτου, η Γενική Γραμματεία αποφάσισε ότι ο καταγγέλλων δεν μπορούσε να προσληφθεί, καθώς δεν πληρούσε έναν από τους όρους απασχόλησης, ιδίως τον όρο να παράσχει τα κατάλληλα εχέγγυα ήθους όσον αφορά την καταλληλότητά του για την άσκηση των καθηκόντων του. Η Γενική Γραμματεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειές της συνάδουν πλήρως με την καθιερωμένη πρακτική της όσον αφορά την επαλήθευση των κατάλληλων εχεγγύων ήθους και ότι δεν παραβίασε τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

1.6 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το Συμβούλιο, εν αγνοία του φακέλου, προφανώς σχημάτισε τη δική του γνώμη σχετικά με το ατύχημα αναφέροντας, για παράδειγμα, ότι είχε απομακρυνθεί από τη σκηνή. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι καταδικάστηκε επειδή τα συμπεράσματα δεν καθορίστηκαν επιτόπου. Ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει στις αστυνομικές αρχές και ότι το άλλο μέρος που συμμετείχε στο ατύχημα είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν είχε τραυματιστεί. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι δεν ήταν σκόπιμο να αναφέρεται το Συμβούλιο σε «απομάκρυνση από τη σκηνή χωρίς έλεγχο των συνεπειών, χωρίς ανάληψη ευθύνης για τις πράξεις κάποιου και χωρίς παροχή βοήθειας στα ενδεχόμενα θύματα». Εάν το Συμβούλιο ελέγξει τη νομική έννοια του όρου «διαφυγή μετά την πρόκληση ατυχήματος», θα διαπιστώσει ότι κάθε άτομο που δεν παραμένει επί τόπου οποιουδήποτε είδους ατυχήματος (επίσης χωρίς τραυματισμούς) θα είναι ένοχο για φυγή μετά την πρόκληση ατυχήματος. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως επιθεωρητή της αστυνομίας αναγκάστηκε να υποστεί αυτή τη σοβαρή καταδίκη. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι τώρα καταδικάστηκε για δεύτερη φορά. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι, εάν δεν πληρούσε την προϋπόθεση της καλής συμπεριφοράς, σίγουρα θα είχε απολυθεί και δεν θα εργαζόταν πλέον ως αστυνομικός επιθεωρητής.

1.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Συμβούλιο (i) επανεξέτασε λεπτομερώς το πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος και, βάσει αυτού, (ii) επανεξέτασε την πρόσληψη του καταγγέλλοντος. Το αποτέλεσμα της επανεξέτασης του πιστοποιητικού καλής συμπεριφοράς του καταγγέλλοντος ήταν ότι το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν μπορούσε ακόμη να προσληφθεί. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων κατέστησε σαφές ότι εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιημένος με την απάντηση του Συμβουλίου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί φιλική λύση στην παρούσα υπόθεση.

1.8 Όσον αφορά τη θέση που υιοθέτησε το Συμβούλιο μετά την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στο πιστοποιητικό του, ο δήμος είχε καταλήξει σε θετικό συμπέρασμα («καλό») όσον αφορά τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος, παρά το αδίκημα για το οποίο ο καταγγέλλων είχε καταδικαστεί. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στη γνώμη του, το Συμβούλιο εξήγησε ότι έπρεπε να σεβαστεί τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι εθνικές αρχές. Το Συμβούλιο υποστήριξε ειδικότερα ότι ο ρόλος του δεν ήταν να θέτει υπό αμφισβήτηση το περιεχόμενο των πιστοποιητικών που εκδίδουν οι εθνικές αρχές. Σε αυτή τη βάση, ο Διαμεσολαβητής οδηγήθηκε να αναρωτηθεί γιατί το Συμβούλιο παρόλα αυτά αγνόησε τη θετική αξιολόγηση του δήμου σχετικά με τη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, πρότεινε μια φιλική λύση, σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο θα επανεξετάσει τα σχετικά ζητήματα. Στην απάντησή του στην πρόταση αυτή, το Συμβούλιο παρέσχε εξηγήσεις που διευκρινίζουν τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να προσλάβει τον καταγγέλλοντα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ειδικότερα ότι το Συμβούλιο επεσήμανε ότι έκανε διάκριση μεταξύ του πρώτου μέρους του πιστοποιητικού, δηλαδή του μέρους όπου ο δήμος του τόπου κατοικίας του καταγγέλλοντος προέβη στην «υποκειμενική» δήλωση ότι η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος ήταν καλή, και του «αντικειμενικού» δεύτερου μέρους, το οποίο είναι το απόσπασμα του ποινικού του μητρώου. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άποψη του Συμβουλίου ότι ένα πρόσωπο με ποινικό μητρώο όπως αυτό του καταγγέλλοντος (ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι περαιτέρω λεπτομέρειες που παρέχει ο τελευταίος) δεν είναι επιλέξιμο δεν φαίνεται παράλογη λόγω της φύσης της συγκεκριμένης θέσης. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης από το Συμβούλιο.

1.9 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο εάν το Συμβούλιο είχε ήδη παράσχει αυτές τις εξηγήσεις στη γνωμοδότησή του ή, ακόμη καλύτερα, στην επιστολή του της 2ας Φεβρουαρίου 2007 προς τον καταγγέλλοντα, ενημερώνοντάς τον ότι δεν μπορούσε να προσληφθεί.

2 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το Συμβούλιο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) έκτακτος υπάλληλος μπορεί να προσληφθεί μόνο υπό τον όρο ότι: (...)

γ) προσκομίζει τα εχέγγυα ήθους που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του».

(2) Βλ. άρθρο 10 παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, ο οποίος είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu/code/en/default.htm).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!