Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1180/2006/ID κατά του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης
Απόφαση
Υπόθεση 1180/2006/ID - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 31 Μαΐου 2006 - Απόφαση στις Δευτέρα | 21 Απριλίου 2008
Στρασβούργο, 21 Απριλίου 2008
Αξιότιμε κύριε Χ,
Στις 14 Απριλίου 2006, υποβάλατε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή καταγγελία κατά του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης («CEDEFOP»). Στην καταγγελία σας ισχυριζόσασταν, μεταξύ άλλων, ότι το CEDEFOP παρέλειψε να εξετάσει το αίτημά σας να ανασταλεί η απόφαση της Διευθύντριάς του για τοποθέτησή σας σε άλλη θέση.
Στις 31 Μαΐου 2006, αποφάσισα να διεξαγάγω έρευνα σχετικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό σας και διαβίβασα την καταγγελία σας στη Διευθύντρια του CEDEFOP, προσκαλώντας την να υποβάλει τη γνώμη της. Το CEDEFOP απέστειλε τη γνώμη του στις 25 Σεπτεμβρίου 2006. Σας τη διαβίβασα καλώντας σας να διατυπώσετε παρατηρήσεις, τις οποίες υποβάλατε στις 28 Νοεμβρίου 2006.
Με την παρούσα επιθυμώ να σας ενημερώσω σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε.
Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Ο καταγγέλλων ήταν εργαζόμενος σε υπηρεσία του CEDEFOP. Η σύμβασή του λύθηκε με απόφαση της νέας Διευθύντριας του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης («CEDEFOP»), με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 2005. Η περίοδος προειδοποίησης καθορίστηκε σε τρεις μήνες, αρχής γενομένης από τη 12η Δεκεμβρίου 2005.
Με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων τοποθετήθηκε σε άλλη θέση για τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, και συγκεκριμένα σε θέση συμβούλου στην ίδια υπηρεσία.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2006, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών του CEDEFOP, ζητώντας να ακυρωθούν οι δύο προαναφερθείσες αποφάσεις. Με την ευκαιρία αυτή, ζήτησε επίσης να ανασταλεί η εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων, βάσει του άρθρου 8 του τροποποιηθέντος κανονισμού διαδικασίας της Επιτροπής Προσφυγών. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η αδικαιολόγητη και απροσδόκητη λύση της σύμβασής του έφερνε την οικογένειά του και τον ίδιο σε δύσκολη κατάσταση και έθιγε την επαγγελματική του ακεραιότητα και τις πιθανότητές του για εξεύρεση νέας απασχόλησης.
Μετά την υποβολή σχετικής γνώμης από την Επιτροπή Προσφυγών, η Διευθύντρια του CEDEFOP, με απόφαση της 10ης Μαρτίου 2006, απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης για λύση της σύμβασής του.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων διαμαρτυρήθηκε, μεταξύ άλλων, για το γεγονός ότι η Επιτροπή Προσφυγών και η Διευθύντρια του CEDEFOP δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημά του για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της Διευθύντριας της 9ης Δεκεμβρίου 2005 με την οποία έγινε τοποθέτησή του σε άλλη θέση.
Στις 31 Μαΐου 2006, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να διεξάγει έρευνα σχετικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Η ΕΡΕΥΝΑ
Η γνώμη του CEDEFOPΣτη γνώμη του, με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 2006, το CEDEFOP επισήμανε ότι η προσφυγή που υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα στις 28 Φεβρουαρίου 2006 αφορούσε τόσο στην απόφαση λύσης της σύμβασής του όσο και στην απόφαση τοποθέτησής του σε διαφορετική θέση εντός του CEDEFOP. Επισήμανε επιπλέον ότι, παρά τα ανωτέρω, το σημείο 3 των αιτημάτων της προσφυγής του, όπου διατυπωνόταν το αίτημα αναστολής, μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναφερόταν πρωτίστως στην αναστολή της απόφασης για τη λύση της σύμβασης προσωρινής απασχόλησής του, ιδίως υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Μολονότι στο συμπέρασμά του ο καταγγέλλων ζητούσε, απλώς και μόνο με τη χρήση του πληθυντικού, την αναστολή εκτέλεσης των καταγγελλόμενων μέτρων, δεν διατύπωνε ειδικά επιχειρήματα κατά της τοποθέτησής του σε θέση άλλη από την αρχική. Εν πάση περιπτώσει, η τοποθέτησή του σε θέση συμβούλου είχε ήδη γίνει, από τριών μηνών, όταν υποβλήθηκε στην Επιτροπή Προσφυγών το αίτημα αναστολής.
Το CEDEFOP παρατήρησε επιπροσθέτως ότι ο καταγγέλλων, στην προσφυγή που κατέθεσε στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης τον Ιούνιο του 2006, ζητώντας την ακύρωση μιας ολόκληρης σειράς διοικητικών αποφάσεων του CEDEFOP που τον αφορούσαν, κατέληξε ζητώντας να ακυρωθεί η από 10ης Μαρτίου 2006 απόφαση της Διευθύντριας του CEDEFOP με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που μνημονευόταν στο σημείο 1 της προσφυγής του και προσδιοριζόταν ως η απόφαση για τη λύση της προσωρινής σύμβασής του.
Το CEDEFOP σημείωσε περαιτέρω ότι η απόφαση τοποθέτησης σε άλλη θέση ήταν μεταγενέστερη και εξαρτώμενη από την απόφαση για τη λύση της σύμβασης προσωρινής απασχόλησης του καταγγέλλοντος, καθώς αποτέλεσε άμεση συνέπεια της διοικητικής κατάστασης του καταγγέλλοντος κατά το διάστημα έως την αποχώρησή του από το CEDEFOP.
Το CEDEFOP σημείωσε επίσης ότι η Επιτροπή Προσφυγών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 των εσωτερικών κανόνων, είχε κοινοποιήσει στη Διευθύντρια του CEDEFOP τη γνώμη της, και η Διευθύντρια εκαλείτο, και στην περίπτωση αυτή, να ενεργήσει ως αρχή αρμόδια για τους διορισμούς και ως αρχή αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης. Κατόπιν της γνώμης αυτής, η Διευθύντρια, έχοντας δεχθεί την άποψη της Επιτροπής Προσφυγών, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την αρνητική απόφασή της.
Το CEDEFOP επισήμανε ότι η απόρριψη του αιτήματος αναστολής βασιζόταν (σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας σε θέματα προσωρινών μέτρων) στο γεγονός ότι, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, δεν υπήρχαν στοιχεία ικανά να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημία στον καταγγέλλοντα, όπως μια σοβαρή και άμεση βλάβη που να μη μπορεί να επανορθωθεί ούτε με την ακύρωση των αμφισβητούμενων αποφάσεων.
Το CEDEFOP προέβαλε περαιτέρω το επιχείρημα ότι η απόρριψη του αιτήματος του καταγγέλλοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης για λύση της σύμβασής του αφορούσε προδήλως και τη συναφή απόφαση για τοποθέτησή του σε άλλη θέση.
Το CEDEFOP κατέληξε δηλώνοντας ότι δεν υπήρχε κρούσμα κακοδιοίκησης που να αντιστοιχεί στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων απέρριψε τα επιχειρήματα που διατύπωσε το CEDEFOP στη γνώμη του. Επισήμανε ειδικότερα ότι το αίτημα αναστολής που περιεχόταν στην από 26ης Φεβρουαρίου 2006 προσφυγή του δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορούσε αποκλειστικά στη λύση της σύμβασής του, λαμβανομένων υπόψη των σημείων 8, 9, 13, 14 και 15 της εν λόγω προσφυγής. Επιπλέον, η γνώμη της Επιτροπής Προσφυγών και η σχετική απόφαση της Διευθύντριας (με ημερομηνία 10 Μαρτίου 2006) εξέτασαν αποκλειστικά το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης για λύση της σύμβασής του, χωρίς ούτε άμεση ούτε έμμεση μνεία του αιτήματός του σχετικά με την τοποθέτησή του σε άλλη θέση. Κατά την άποψή του, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής Προσφυγών επιβεβαίωνε περαιτέρω τον ισχυρισμό του ότι η εν λόγω επιτροπή δεν εξέτασε το αίτημά του για αναστολή της τοποθέτησής του σε άλλη θέση. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, το CEDEFOP όφειλε να του κοινοποιήσει την αιτιολογημένη απόφασή του σχετικά με το αίτημά του περί αναστολής εκτέλεσης της απόφασης για τοποθέτησή του σε άλλη θέση. Αυτή η υποχρέωση απάντησης ήταν ανεξάρτητη από το παραδεκτό ή το βάσιμο του αιτήματός του. Τέλος, ο καταγγέλλων τόνισε ότι είχε αμφισβητήσει δύο αυτοτελείς διοικητικές πράξεις/αποφάσεις και ότι είχε υποβάλει δύο χωριστά αιτήματα για την αναστολή εκτέλεσης των πράξεων αυτών. Κατά συνέπεια, το CEDEFOP όφειλε να εξετάσει και τα δύο αυτά αιτήματα.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Ισχυρισμός ότι η Επιτροπή Προσφυγών και η Διευθύντρια του CEDEFOP κακώς δεν απάντησαν στο αίτημα του καταγγέλλοντος για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της Διευθύντριας (της 9ης Δεκεμβρίου 2005) σχετικά με την τοποθέτησή του σε άλλη θέση1.1 Ο καταγγέλλων ήταν εργαζόμενος σε υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης («CEDEFOP»). Στις 30 Νοεμβρίου 2005, η Διευθύντρια του CEDEFOP αποφάσισε να λύσει τη σύμβαση του καταγγέλλοντος. Με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων τοποθετήθηκε επισήμως σε άλλη θέση για το υπόλοιπο της περιόδου προειδοποίησης, και συγκεκριμένα σε θέση συμβούλου στην ίδια υπηρεσία. Στις 28 Φεβρουαρίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, προσφυγή κατά των δύο ανωτέρω αποφάσεων, ζητώντας την ακύρωσή τους. Με την προσφυγή ζήτησε επίσης, για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτήν, να ανασταλεί η εκτέλεση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, βάσει του άρθρου 8 του τροποποιηθέντος κανονισμού διαδικασίας της Επιτροπής Προσφυγών.
Το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα εξής: «Η κατάθεση προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εντούτοις, όταν ο προσφεύγων ενδέχεται να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία εξαιτίας της προσβαλλόμενης πράξης, η Επιτροπή Προσφυγών μπορεί να προτείνει στον Διευθυντή να αναστείλει την εκτέλεση της πράξης έως ότου εκδοθεί η απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση περί αναστολής εναπόκειται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή. (...)».
1.2 Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση τις διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του τροποποιηθέντος κανονισμού διαδικασίας της Επιτροπής Προσφυγών του CEDEFOP. Υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Διευθύντρια του CEDEFOP όφειλε να διατυπώσει αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασής της για τοποθέτησή του σε άλλη θέση. Εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι ο κανόνας βάσει του οποίου η απουσία απάντησης αποτελεί απορριπτική απάντηση έχει σκοπό να κατοχυρώσει τη δυνατότητα άσκησης μέσων προσφυγής από τον ενδιαφερόμενο μόνιμο ή έκτακτο υπάλληλο, αλλά δεν δίνει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή το δικαίωμα να αμελεί την υποχρέωσή της για έγκαιρη παροχή αιτιολογημένης απάντησης(1).
1.3 Στην υπό εξέταση περίπτωση, η Επιτροπή Προσφυγών του CEDEFOP, στο σημείωμά της (με ημερομηνία 10 Μαρτίου 2006) προς τη Διευθύντρια του CEDEFOP, αναφέρθηκε μόνο στο αίτημα του καταγγέλλοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης για τη λύση της σύμβασής του. Η απόφαση της Διευθύντριας της 10ης Μαρτίου 2006 ασχολήθηκε κι αυτή αποκλειστικά με το εν λόγω αίτημα περί αναστολής. Έτσι, η Διευθύντρια προφανώς δεν έλαβε ρητή και αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος να ανασταλεί η απόφασή της για την τοποθέτησή του σε άλλη θέση.
1.4 Στη γνώμη του σχετικά με την καταγγελία, το CEDEFOP προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα για να εξηγήσει την παράλειψη της Διευθύντριας να λάβει μια τέτοια απόφαση: (α) το σημείο 3 των αιτημάτων που διατυπώθηκαν στην προσφυγή του καταγγέλλοντος μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναφερόταν κυρίως στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για λύση της σύμβασης προσωρινής απασχόλησής του, ιδίως λαμβανομένων υπόψη των υποστηρικτικών επιχειρημάτων που υποβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα και που δεν αφορούσαν την τοποθέτησή του σε νέα θέση· (β) η τοποθέτηση του καταγγέλλοντος σε θέση συμβούλου είχε ήδη γίνει, και ίσχυε από τριών μηνών όταν υποβλήθηκε το αίτημα αναστολής στην Επιτροπή Προσφυγών· (γ) η απόφαση τοποθέτησης σε άλλη θέση ήταν μεταγενέστερη και εξαρτώμενη από την απόφαση για τη λύση της σύμβασης προσωρινής απασχόλησης του καταγγέλλοντος· (δ) η απόρριψη του αιτήματος του καταγγέλλοντος σχετικά με την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για τη λύση της σύμβασής του αναφερόταν προδήλως και στη συναφή απόφαση σχετικά με την τοποθέτησή του σε άλλη θέση.
Ο Διαμεσολαβητής δεν δέχεται τα επιχειρήματα αυτά. Όσον αφορά το επιχείρημα (α), αρκεί να σημειωθεί ότι ο καταγγέλλων διατύπωσε ρητά και σαφώς στην προσφυγή του αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης για την τοποθέτησή του σε άλλη θέση και δεν εξάρτησε την εξέταση του αιτήματος αυτού από την αποδοχή του αιτήματός του για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σχετικά με τη λύση της σύμβασής του. Επιπλέον, θα μπορούσε να σημειωθεί ότι, ανεξάρτητα από το αν ο καταγγέλλων διατύπωσε στην προσφυγή του ειδικά επιχειρήματα προς υποστήριξη του πρώτου από τα αιτήματά του αυτά, το επιχείρημα του CEDEFOP ότι ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε τέτοια επιχειρήματα σχετίζεται με τη στήριξη του αιτήματός του και δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι το CEDEFOP δεν έλαβε αιτιολογημένη απόφαση επί του αιτήματος. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για το επιχείρημα (β). Πέραν τούτων, όσον αφορά τα επιχειρήματα (γ) και (δ), δεν είναι σαφές και δεν εξηγήθηκε γιατί η μη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για τη λύση της σύμβασης του καταγγέλλοντος θα συνεπαγόταν και θα δικαιολογούσε οπωσδήποτε τη μη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για τοποθέτηση σε άλλη θέση. Πράγματι, όπως ορθώς παρατήρησε ο καταγγέλλων, οι δύο αυτές αποφάσεις είναι αυτοτελείς και το CEDEFOP δεν διατύπωσε ειδικά και δεόντως τεκμηριωμένα επιχειρήματα που να αποδεικνύουν ότι η μία αποτελούσε αυτόματο επακόλουθο της άλλης ή, γενικότερα, ότι η μία δεν ήταν δυνατόν να διαχωριστεί από την άλλη. Τέλος, ας σημειωθεί ότι, ενώ η πρώτη από τις αποφάσεις ενδέχεται να σχετιζόταν κατά ένα τρόπο με τη δεύτερη, η αιτιολογημένη απόφαση της Διευθύντριας σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης για τη λύση της σύμβασής του δεν μπορεί να θεωρηθεί συγχρόνως ως αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το αίτημα να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης για την τοποθέτηση του καταγγέλλοντος σε άλλη θέση.
1.5 Κατόπιν των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι το CEDEFOP κακώς παρέλειψε να εξετάσει ρητά και να λάβει αιτιολογημένη απόφαση επί του αιτήματος του καταγγέλλοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης για την τοποθέτησή του σε άλλη θέση. Αυτό συνιστούσε κρούσμα κακοδιοίκησης. Λαμβανομένου υπόψη ότι η απασχόληση του καταγγέλλοντος στο CEDEFOP έχει λήξει, ο Διαμεσολαβητής θα περατώσει την εξέταση της υπόθεσης με μια επικριτική παρατήρηση.
2 ΣυμπέρασμαΕπί τη βάσει των ερευνών του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής προβαίνει στην ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του τροποποιηθέντος κανονισμού διαδικασίας της Επιτροπής Προσφυγών του CEDEFOP, η Διευθύντρια του CEDEFOP όφειλε να διατυπώσει αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασής της για τοποθέτησή του σε άλλη θέση. Εντούτοις, το CEDEFOP παρέλειψε να εξετάσει ρητά και να λάβει αιτιολογημένη απόφαση επί του εν λόγω αιτήματος. Αυτό συνιστούσε κρούσμα κακοδιοίκησης.
Η Διευθύντρια του CEDEFOP θα ενημερωθεί επίσης για την παρούσα απόφαση.
Με εκτίμηση,
Καθηγητής Νικηφόρος Διαμαντούρος
(1) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 75/2004/ BB , σημείο 7.8.