Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 655/2006/(SAB)ID κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Απόφαση
Υπόθεση 655/2006/(SAB)ID - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 28 Απριλίου 2006 - Απόφαση στις Δευτέρα | 14 Ιουλίου 2008
Στρασβούργο, 14 Ιουλίου 2008
Αξιότιμε κ. X,
Την 1η Μαρτίου 2006, υποβάλατε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή καταγγελία κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να κάνει δεκτή την αίτησή σας για πρόσβαση στον κατάλογο όλων των εταίρων/μελών του Επικουρικού Ταμείου Συντάξεων των Βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου («ΒΕΚ»).
Στις 28 Μαρτίου 2006, ξεκίνησα έρευνα σχετικά με την καταγγελία σας και έλαβα τη γνώμη του Κοινοβουλίου επ' αυτής στις 6 Ιουλίου 2006. Με επιστολή της 30ής Αυγούστου 2006, διατυπώσατε τις παρατηρήσεις σας επί της γνώμης αυτής.
Στις 18 Δεκεμβρίου 2006, υπέβαλα πρόταση φιλικού διακανονισμού στην υπό κρίση υπόθεση. Στις 7 Μαΐου 2007, έλαβα την απάντηση του Κοινοβουλίου στην πρότασή μου. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 25ης Μαΐου 2007, διατυπώσατε παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω απάντηση.
Στις 19 Ιουλίου 2007, αποφάσισα να συμβουλευτώ τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) σχετικά με το θέμα. Με επιστολή της 10ης Σεπτεμβρίου 2007, ο ΕΕΠΔ διατύπωσε τη γνώμη του σχετικά με την υπόθεση. Το διαβίβασα στο Κοινοβούλιο, το οποίο δήλωσε ότι δεν θα διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω γνωμοδότηση. Στη συνέχεια, με ενημερώσατε ότι δεν επιθυμείτε να σχολιάσετε τη δήλωση αυτή του Κοινοβουλίου.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών μου στην υπόθεσή σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΙστορικόΣτις 25 Νοεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων ζήτησε «όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με το επικουρικό συνταξιοδοτικό ταμείο για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ιδίως (...) τα ονόματα όλων των εταίρων/μελών (...)».
Στις 21 Δεκεμβρίου 2005, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου απάντησε στο ανωτέρω αίτημα του καταγγέλλοντος και τον ενημέρωσε ότι το Ταμείο Συντάξεων είναι νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου. Επιπλέον, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το άρθρο 10 παράγραφος 1 του λουξεμβουργιανού νόμου για τις ενώσεις και τα ιδρύματα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα έχει ως εξής: «Κατάλογος με αλφαβητική σειρά των επωνύμων, των ονομάτων, των διευθύνσεων και των εθνικοτήτων των μελών της ένωσης κατατίθεται στο ληξιαρχείο του πολιτικού δικαστηρίου στο οποίο έχει την έδρα της η ένωση, εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του καταστατικού. Επικαιροποιείται κάθε χρόνο ώστε να εμφανίζονται, με αλφαβητική σειρά, τυχόν αλλαγές που έχουν επέλθει στα μέλη. Ο καταγγέλλων παραπέμφθηκε για να αποκτήσει πρόσβαση στον κατάλογο των εταίρων/μελών του Ταμείου σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου.
Στις 9 Ιανουαρίου 2006, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή κατά της προαναφερθείσας απόφασης υποβάλλοντας επιβεβαιωτική αίτηση με την οποία ζητούσε εκ νέου, μεταξύ άλλων, κατάλογο των μελών του συνταξιοδοτικού ταμείου.
Το Προεδρείο του Κοινοβουλίου έλαβε απόφαση σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση την 1η Φεβρουαρίου 2006. Στις 2 Φεβρουαρίου 2006, ο Αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου που είναι αρμόδιος για θέματα σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την απόφαση του Προεδρείου να αρνηθεί την πρόσβαση στα ονόματα όλων των εταίρων/μελών του Ταμείου Συντάξεων, με βάση τα ακόλουθα: «Τα ονόματα που ζητούνται είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001. Το ευεργέτημα της υπαγωγής στο επικουρικό συνταξιοδοτικό ταμείο δεν είναι αυτόματο, αλλά εξαρτάται από εθελοντική πράξη των ενδιαφερόμενων βουλευτών του ΕΚ για την ένταξή τους στο σύστημα. Από την άποψη αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της εντολής τους και, για τον λόγο αυτό, η συμμετοχή στο πρόγραμμα σχετίζεται με την ιδιωτική ζωή ενός βουλευτή. Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στα δεδομένα αυτά αποκλείεται από το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.»
Η καταγγελία στον ΔιαμεσολαβητήΤην 1η Μαρτίου 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της προαναφερθείσας απόφασης. Ισχυρίζεται ότι το Προεδρείο, στην απόφασή του της 1ης Φεβρουαρίου 2006, αρνήθηκε εσφαλμένα την πρόσβαση στον κατάλογο των ονομάτων όλων των εταίρων/μελών του Ταμείου Συντάξεων για τους βουλευτές του ΕΚ. Προς στήριξη του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα:
(1) Οι ζητούμενες πληροφορίες ήταν ήδη δημόσιες βάσει του λουξεμβουργιανού δικαίου.
(2) Το Ταμείο Συντάξεων και ο τρόπος λειτουργίας του αποτελούσαν μέρος της εσωτερικής οργάνωσης του Κοινοβουλίου. Η νομική βάση για τις αποζημιώσεις που πρέπει να καταβάλλονται στους βουλευτές του ΕΚ ενέπιπτε στη ρυθμιστική αυτονομία του Κοινοβουλίου, το οποίο έχει το δικαίωμα να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται για την εσωτερική του οργάνωση.
(3) Οι βουλευτές του ΕΚ πρέπει να γνωρίζουν ότι τα προσωπικά τους δεδομένα μπορεί να είναι δημόσιου συμφέροντος. Το Ταμείο Συντάξεων δεν ήταν ιδιωτικό ταμείο, αλλά συστάθηκε από το Κοινοβούλιο. Το Ταμείο χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από δημόσιους πόρους. Στο παρελθόν, το Κοινοβούλιο αντιστάθμισε τις ελλείψεις του συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Τα μέλη του Ταμείου θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την εντολή τους ως βουλευτές του ΕΚ για να επηρεάσουν το μέλλον και τη χρηματοδότηση του Ταμείου. Η ευθύνη για το Ταμείο ανήκει στο Κοινοβούλιο και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εφαρμόζεται η διαφάνεια για την οποία δεσμεύτηκε το Κοινοβούλιο.
(4) Το Κοινοβούλιο ήταν υπεύθυνο για το Ταμείο Συντάξεων. Το Προεδρείο ήταν «ο τελικός διαιτητής του σχεδίου». Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης στη γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του Κοινοβουλίου (SJ-602/04), σύμφωνα με την οποία το Κοινοβούλιο ήταν υπεύθυνο για τις υποσχεθείσες συντάξεις. Τα δύο τρίτα των εισφορών καταβλήθηκαν απευθείας από το Κοινοβούλιο. Οι εισφορές του μέλους στο Ταμείο αφαιρέθηκαν από την αποζημίωση γενικών εξόδων.
(5) Κατά το Δικαστήριο, οι εξαιρέσεις από το θεμελιώδες δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται συσταλτικά. Ο καταγγέλλων δεν πίστευε ότι η απλή πράξη της δημοσιοποίησης των ονομάτων των μελών έθιγε την ιδιωτική τους ζωή. Επιπλέον, το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (1) («κανονισμός 45/2001») επέτρεπε τη δημοσιοποίηση εφόσον αυτό ήταν αναγκαίο για την εκπλήρωση καθήκοντος δημοσίου συμφέροντος, όπως το συμφέρον της λογοδοσίας και της διαφάνειας.
(6) Το Προεδρείο αγνόησε τις συμβουλές του Αντιπροέδρου που είναι αρμόδιος για θέματα σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα. Το τελευταίο συνιστά στο Προεδρείο να επιτρέψει την πρόσβαση στον κατάλογο που περιέχει τα ονόματα όλων των εταίρων/μελών του Ταμείου Συντάξεων. Το Προεδρείο αγνόησε επίσης τις συμβουλές της Νομικής Υπηρεσίας του Κοινοβουλίου.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει να του δοθεί πρόσβαση στον κατάλογο με τα ονόματα όλων των εταίρων/μελών του Ταμείου Συντάξεων.
Στις 28 Απριλίου 2006, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό και ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Γνώμη του ΚοινοβουλίουΣτη γνώμη του, το Κοινοβούλιο διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με τον ισχυρισμό και τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος:
(1) Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος («συνταξιοδοτικό καθεστώς») και του ταμείου συντάξεων a.s.b.l., το οποίο είναι ένωση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα κατά το λουξεμβουργιανό δίκαιο και στην οποία επενδύονται οι εισφορές. Τα μέλη που προσχωρούν στο συνταξιοδοτικό καθεστώς δεν προσχωρούν απαραιτήτως και στο ταμείο συντάξεων a.s.b.l. Κατά συνέπεια, ο κατάλογος των μελών του συνταξιοδοτικού καθεστώτος δεν είναι ο ίδιος με τον κατάλογο των μελών του συνταξιοδοτικού ταμείου. Στην αρχική αίτηση του καταγγέλλοντος, το Κοινοβούλιο αντιλήφθηκε ότι είχε ζητήσει τον κατάλογο των μελών του Ταμείου Συντάξεων a.s.b.l., το οποίο αποτελεί δημόσιο έγγραφο σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου. Στην επιβεβαιωτική αίτησή του, κατέστησε σαφές ότι ζήτησε ολόκληρο τον κατάλογο των μελών του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος. Ο κατάλογος αυτός δεν ήταν δημόσιο έγγραφο.
(2) Το Ταμείο Συντάξεων συστάθηκε εν αναμονή του καθεστώτος των βουλευτών του ΕΚ και λόγω του γεγονότος ότι ορισμένοι βουλευτές του ΕΚ δεν θα είχαν πρόσβαση σε συντάξεις ισοδύναμες με εκείνες που θα δικαιούνταν στα αντίστοιχα εθνικά κοινοβούλιά τους. Μετά την έγκριση του Καθεστώτος των Βουλευτών από το Κοινοβούλιο στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, δημιουργήθηκε νομική βάση για το Ταμείο Συντάξεων και το μέλλον του μετά την πρώτη ημέρα της κοινοβουλευτικής περιόδου μετά τις εκλογές του 2009. Εν αναμονή της έναρξης ισχύος του Καθεστώτος των Βουλευτών και μετά τις εκλογές του 2009 (επομένως για μεταβατική περίοδο), οι κανόνες που διέπουν το συνταξιοδοτικό καθεστώς θα έβρισκαν πράγματι τη νομική τους βάση στη ρυθμιστική αυτονομία του Κοινοβουλίου που απορρέει από το άρθρο 199 της Συνθήκης ΕΚ (2).
(3) Το Κοινοβούλιο και το a.s.b.l. Pension Fund μοιράζονται ορισμένες αρμοδιότητες. Το a.s.b.l. Pension Fund διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία και διοικείται από δεκαμελές διοικητικό συμβούλιο. η διοίκηση του Κοινοβουλίου εφαρμόζει τους κανόνες υπό την εποπτεία των Κοσμητόρων· λαμβάνει αιτήσεις υπαγωγής στο συνταξιοδοτικό καθεστώς· υπολογίζει τις εισφορές που πρέπει να καταβάλλουν οι βουλευτές και το Κοινοβούλιο· συγκεντρώνει αρχεία· βεβαιώνει δικαιώματα· υπολογίζει τις συντάξεις· και διασφαλίζει τη λήψη επακόλουθων μέτρων. Η διοίκηση του Κοινοβουλίου δεν συμμετείχε στη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου. Αυτό ήταν εξ ολοκλήρου θέμα του A.S.B.L. Pension Fund.
(4) Το Κοινοβούλιο δεν έχει άμεσο έλεγχο επί των δραστηριοτήτων του Ταμείου. Το άρθρο 199 της Συνθήκης ΕΚ παρέχει στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την εσωτερική του οργάνωση. Το άρθρο 22 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου αναθέτει την αρμοδιότητα αυτή στο Προεδρείο.
(5) Η αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να αναλύεται με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων, ιδίως του άρθρου 286 της συνθήκης ΕΚ, του κανονισμού 45/2001 και του άρθρου 8 της σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Απαιτεί την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων του κοινού όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα και του συμφέροντος των υποκειμένων των δεδομένων να προστατεύουν την ιδιωτική τους ζωή. Η προσέγγιση αυτή αναγνωρίστηκε από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων στο ενημερωτικό του έγγραφο αριθ. 1 («Public asses to documents and data protection», Ιούλιος 2005).
(6) Σύμφωνα με το άρθρο 15 των κανόνων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που διέπουν την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (απόφαση του Προεδρείου της 28ης Νοεμβρίου 2001, όπως τροποποιήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2005), «[η] απάντηση σε επιβεβαιωτική αίτηση εναπόκειται στο Προεδρείο του Κοινοβουλίου. Ο αρμόδιος για τη διαφάνεια Αντιπρόεδρος λαμβάνει απόφαση σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση εξ ονόματος του Προεδρείου και υπό την εποπτεία του... Εάν το κρίνει αναγκαίο και εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ο Αντιπρόεδρος μπορεί να παραπέμψει το σχέδιο απόφασής του στο Προεδρείο, ιδίως εάν η απάντηση ενδέχεται να αφορά θέματα αρχής που σχετίζονται με την πολιτική διαφάνειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στην απάντησή του προς τον αιτούντα, ο Αντιπρόεδρος δεσμεύεται από την απόφαση του Προεδρείου." Σύμφωνα με το παρόν άρθρο και λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος αφορούσε θέματα αρχής, ο αρμόδιος Αντιπρόεδρος παρέπεμψε την ερώτηση στο Προεδρείο κατά τη συνεδρίασή του της 1ης Φεβρουαρίου 2006. Το Προεδρείο προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος και ακούει τον Jurisconsultus, του οποίου η νομική γνωμοδότηση, ωστόσο, δεν είναι δεσμευτική. Το Προεδρείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι το όφελος που απορρέει από την ένταξη στο συνταξιοδοτικό καθεστώς δεν είναι αυτόματο, αλλά εξαρτάται, από εθελοντική πράξη των ενδιαφερόμενων βουλευτών του ΕΚ, έκρινε ότι το εν λόγω καθεστώς δεν αποτελεί μέρος της εντολής των βουλευτών του ΕΚ, αλλά σχετίζεται με την ιδιωτική τους ζωή, κυρίως όσον αφορά την περίοδο μετά τη λήξη της θητείας τους. Επιπλέον, έκρινε ότι η γνωστοποίηση του καταλόγου των μελών του συστήματος θα έθιγε το έννομο συμφέρον των υποκειμένων των δεδομένων και ότι η προσβολή των συμφερόντων προστασίας της ιδιωτικής ζωής των μελών υπερτερούσε του δημόσιου συμφέροντος για γνωστοποίηση.
Το Προεδρείο δεν βλέπει λόγους να αλλάξει την απόφασή του της 1ης Φεβρουαρίου 2006. Ομοίως, το Κοινοβούλιο δεν συμφώνησε να δημοσιοποιήσει τον κατάλογο των μελών που συμμετέχουν στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, καθώς ήταν της γνώμης ότι η πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα αποκλείεται από το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, το συνταξιοδοτικό καθεστώς θεσπίστηκε επειδή ορισμένοι βουλευτές του ΕΚ δεν θα είχαν διαφορετικά πρόσβαση σε συντάξεις ισοδύναμες με εκείνες που θα δικαιούνταν στα αντίστοιχα εθνικά κοινοβούλιά τους. Από αυτό θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ένας βουλευτής του ΕΚ είχε δικαίωμα στην εν λόγω προαιρετική σύνταξη υπό δημόσια ιδιότητα. Ένας βουλευτής του ΕΚ μπορεί να γίνει μέλος του προγράμματος μόνο επειδή είναι βουλευτής.
Από τα έγγραφα που υπέβαλε το Κοινοβούλιο κατέστη σαφές ότι στο παρελθόν το Κοινοβούλιο αντιστάθμισε τις ελλείψεις του συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Το ταμείο συντάξεων a.s.b.l. διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία, αλλά το διοικητικό συμβούλιο δεν έχει την εξουσία να τροποποιεί τους κανόνες του καθεστώτος. Ως εκ τούτου, η Νομική Υπηρεσία του Κοινοβουλίου έκρινε ότι το Κοινοβούλιο ήταν υπεύθυνο για τις συντάξεις που είχαν υποσχεθεί. Τα μέλη του Ταμείου Συντάξεων μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη δημόσια ικανότητά τους για να επηρεάσουν το μέλλον και τη χρηματοδότηση του Ταμείου. Το Κοινοβούλιο χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους για την κάλυψη των ελλείψεων του συνταξιοδοτικού καθεστώτος.
Οι βουλευτές του ΕΚ εργάζονται υπό δημόσια ιδιότητα και δικαιούνται να συμμετέχουν στο συνταξιοδοτικό καθεστώς δυνάμει αυτής της δημόσιας ιδιότητας. Θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το σύστημα αποτελεί μέρος της εντολής των βουλευτών του ΕΚ και, ως εκ τούτου, είναι διακριτό από ένα ιδιωτικό ταμείο. Στην περίπτωση αυτή, η πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα δεν θίγει την ιδιωτική ζωή των ενδιαφερόμενων προσώπων, διότι, όπως επισημαίνει ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, «[ο]ι υπάλληλοι μιας δημόσιας διοίκησης πρέπει να γνωρίζουν ότι, για διάφορους λόγους, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν μπορεί να είναι δημόσιου συμφέροντος σε βαθμό διαφορετικό από την κατάσταση στην οποία θα εργάζονταν στον ιδιωτικό τομέα. Δύο από αυτά τα συμφέροντα είναι η λογοδοσία και η διαφάνεια».
Οι προσπάθειες του Διαμεσολαβητή για την επίτευξη φιλικής λύσηςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πεπεισμένος ότι το Κοινοβούλιο είχε απαντήσει επαρκώς στους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
Η πρόταση για φιλική λύση και το σκεπτικό τηςΤο άρθρο 3 παράγραφος 5 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή δίνει εντολή στον Διαμεσολαβητή να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, λύση με το οικείο θεσμικό όργανο για την εξάλειψη της περίπτωσης κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση του καταγγέλλοντος.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε στο Κοινοβούλιο την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:
το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει i) την επανεξέταση της απόφασής του να μην αποδεχθεί το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στον κατάλογο ονομάτων όλων των μελών του Ταμείου Συντάξεων και/ή του Επικουρικού Συνταξιοδοτικού Καθεστώτος· και ii) να κάνει δεκτό το εν λόγω αίτημα, εκτός εάν επικαλεστεί βάσιμους και επαρκείς λόγους για να μην το πράξει.
Η παρούσα πρόταση βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, οι εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα (3) πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αυστηρά, ώστε να μην παρακωλύεται η εφαρμογή της γενικής αρχής της πρόσβασης που κατοχυρώνεται στον κανονισμό 1049/2001 (4). Στην περίπτωση αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα, όταν το οικείο θεσμικό όργανο αρνείται την εν λόγω πρόσβαση, πρέπει να αποδείξει ότι το έγγραφο στο οποίο ζητείται πρόσβαση εμπίπτει πράγματι στις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στον κανονισμό 1049/2001 (5). Από την άποψη αυτή, η αιτιολογία που απαιτείται από το άρθρο 253 της συνθήκης ΕΚ πρέπει να αποκαλύπτει κατά τρόπο σαφή και επαρκή το σκεπτικό της άρνησης, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να εκτιμήσουν την ορθότητα της αιτιολογίας της απόφασης και, σε περίπτωση σχετικής καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή, να είναι σε θέση να ασκήσουν την εξουσία ελέγχου που διαθέτουν (6). Επομένως, το θεσμικό όργανο που αρνήθηκε την πρόσβαση σε έγγραφο υποχρεούται να παράσχει αιτιολογία από την οποία να μπορεί να γίνει κατανοητό και να εξακριβωθεί, αφενός, αν το ζητούμενο έγγραφο εμπίπτει πράγματι στον τομέα που καλύπτεται από την προβαλλόμενη εξαίρεση και, αφετέρου, αν η σχετική με την εξαίρεση αυτή ανάγκη προστασίας είναι πραγματική (7). Όπως τόνισε το Πρωτοδικείο, το γεγονός και μόνον ότι ένα έγγραφο αφορά συμφέρον προστατευόμενο από εξαίρεση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής, η οποία προϋποθέτει ότι ο κίνδυνος προσβολής προστατευόμενου συμφέροντος είναι ευλόγως προβλέψιμος (8).
Το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής προβλέπει ότι «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.». Το άρθρο 1 του κανονισμού 45/2001 προβλέπει ότι «[σ]ύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, τα θεσμικά όργανα (...) προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, και ιδίως το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (...).» Το άρθρο 2 («Ορισμοί») του παρόντος κανονισμού ορίζει την έννοια, για τους σκοπούς του κανονισμού, ορισμένων όρων, όπως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» και «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Το τμήμα 2 του κεφαλαίου ΙΙ του ίδιου κανονισμού (άρθρα 5 έως 9) καθορίζει τα «κριτήρια για τη νομιμοποίηση της επεξεργασίας δεδομένων».
Όπως αναφέρεται στην επιστολή του Κοινοβουλίου της 2ας Φεβρουαρίου 2006 προς τον καταγγέλλοντα, το Προεδρείο απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος με βάση τα ακόλουθα: «Τα ονόματα που ζητούνται είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001. Το ευεργέτημα της υπαγωγής στο επικουρικό συνταξιοδοτικό ταμείο δεν είναι αυτόματο, αλλά εξαρτάται από εθελοντική πράξη των ενδιαφερόμενων βουλευτών του ΕΚ για την ένταξή τους στο σύστημα. Από την άποψη αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της εντολής τους και, για τον λόγο αυτό, η συμμετοχή στο καθεστώς σχετίζεται με την ιδιωτική ζωή ενός βουλευτή. Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στα δεδομένα αυτά αποκλείεται από το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001." Η γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την παρούσα καταγγελία αναφέρει επίσης, προς υποστήριξη της απόρριψης της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος, ότι "[] η αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να αναλυθεί με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων, ιδίως του άρθρου 286 ΕΚ, του κανονισμού 45/2001 και του άρθρου 8 της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Απαιτεί την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής του ζωής. (...) Το Προεδρείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι το όφελος από τη συμμετοχή στο συνταξιοδοτικό καθεστώς δεν είναι αυτόματο, αλλά εξαρτάται από εθελοντική πράξη των ενδιαφερόμενων βουλευτών του ΕΚ, έκρινε ότι δεν αποτελούσε μέρος της εντολής τους, αλλά αφορούσε την ιδιωτική ζωή ενός βουλευτή του ΕΚ, κυρίως την περίοδο μετά τη λήξη της εντολής. Επιπλέον, έκρινε ότι η γνωστοποίηση του καταλόγου των μελών του συστήματος θα έθιγε το έννομο συμφέρον των υποκειμένων των δεδομένων και ότι η προσβολή των συμφερόντων προστασίας της ιδιωτικής ζωής των μελών θα υπερίσχυε του δημόσιου συμφέροντος για γνωστοποίηση.»
Όσον αφορά την αναφορά του Κοινοβουλίου στον κανονισμό 45/2001 (σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών), το Κοινοβούλιο περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο περιέχει μόνο «Ορισμούς». Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο ορίζει την έννοια, για τους σκοπούς του κανονισμού, ορισμένων όρων, όπως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» και «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Το Κοινοβούλιο δεν αναφέρθηκε σε καμία διάταξη του κανονισμού 45/2001 σχετικά με τα κριτήρια της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρα 5 και επόμενα του εν λόγω κανονισμού) και δεν εξήγησε εάν και με ποιον τρόπο εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις όσον αφορά την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.
Το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη εφαρμογής του άρθρου 8 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (9) («Σύμβαση») σε υποθέσεις πρόσβασης που αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Σχετικά, το Κοινοβούλιο επισήμανε την ανάγκη επίτευξης δίκαιης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, του συμφέροντος του κοινού να έχει πρόσβαση στα έγγραφα (και στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά) και, αφετέρου, του συμφέροντος των υποκειμένων των δεδομένων να προστατεύουν την ιδιωτική τους ζωή. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο εφάρμοσε το άρθρο 8 της Σύμβασης στην προκειμένη περίπτωση και τον τρόπο με τον οποίο προέβη σε κατάλληλη στάθμιση των προαναφερθέντων συμφερόντων.
Φαίνεται ότι, πρώτον, το Κοινοβούλιο εξέτασε το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της Σύμβασης (δηλαδή αν η γνωστοποίηση του/των ζητηθέντος/-ων εγγράφου/-ων και των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτό θα ισοδυναμούσε με παρέμβαση στα προστατευόμενα συμφέροντα της ιδιωτικής ζωής), βάσει των ακόλουθων εκτιμήσεων: «Το ευεργέτημα της συμμετοχής στο Επικουρικό Ταμείο Συντάξεων δεν είναι αυτόματο, αλλά εξαρτάται από εθελοντική πράξη των ενδιαφερόμενων βουλευτών του ΕΚ για την ένταξή τους στο σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («το Δικαστήριο») στηρίχθηκε σε διάφορα κριτήρια ή εκτιμήσεις κατά τον καθορισμό της έκτασης της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και την εξέταση του κατά πόσον υπήρξε παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 της Σύμβασης. Το συμπέρασμα του Κοινοβουλίου ότι «η συμμετοχή στο σύστημα σχετίζεται με την ιδιωτική ζωή» των βουλευτών του ΕΚ βασίζεται σε ορισμένα κριτήρια και εκτιμήσεις, όπως το γεγονός ότι «το όφελος από τη συμμετοχή (...) δεν [είναι] αυτόματο, αλλά εξαρτάται από εθελοντική πράξη των βουλευτών του ΕΚ», και ότι η συμμετοχή «δεν αποτελεί (…) μέρος της εντολής τους» και αφορά «κυρίως την περίοδο μετά τη λήξη της θητείας»(10). Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν εξήγησε τη σημασία των εκτιμήσεων αυτών, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου. Επιπλέον, όσον αφορά την προαναφερθείσα στάθμιση συμφερόντων, η οποία φαίνεται να αναφέρεται στην εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 2 της Σύμβασης, το Κοινοβούλιο απλώς ανέφερε, για πρώτη φορά στη γνωμοδότησή του, το συμπέρασμά του ότι «η προσβολή των συμφερόντων προστασίας της ιδιωτικής ζωής των μελών υπερτερεί του δημόσιου συμφέροντος για δημοσιοποίηση», χωρίς να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, ιδίως υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου.
Σχετικά, πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν το Δικαστήριο εξετάζει αν η αποκάλυψη πληροφοριών που αφορούν ένα πρόσωπο συνιστά παράνομη παρέμβαση στο δικαίωμά του για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής, λαμβάνει υπόψη, ειδικότερα, α) αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει «νόμιμη» ή «εύλογη προσδοκία» προστασίας της ιδιωτικής ζωής σε σχέση με τις πληροφορίες αυτές (11) (λαμβανομένου υπόψη, ιδίως, του γεγονότος ότι οι πληροφορίες μπορεί να έχουν καταγραφεί ή έχουν καταγραφεί και αναφερθεί με δημόσιο τρόπο (12))· β) κατά πόσον οι πληροφορίες, αν και αρχικά εμπιστευτικές βάσει του νόμου, έχουν ήδη «διαδοθεί ευρέως»(13)· γ) κατά πόσον οι επίμαχες πληροφορίες αφορούν «δημόσια πρόσωπα» και «δημόσια θέματα» (ή θέματα που αφορούν «συζήτηση γενικού συμφέροντος»)(14)· και δ) αν είναι «ευαίσθητης» (ή «πολύ προσωπικής ή προσωπικής») φύσης (15). Επιπλέον, το σημείο 9 του ψηφίσματος 1165 (1998) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή (16) προβλέπει ότι «ορισμένα γεγονότα που σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή δημόσιων προσώπων, ιδίως πολιτικών, μπορεί πράγματι να ενδιαφέρουν τους πολίτες και, ως εκ τούτου, μπορεί να είναι νόμιμο για τους αναγνώστες, οι οποίοι είναι επίσης ψηφοφόροι, να ενημερώνονται για τα γεγονότα αυτά».
Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που προέβαλε το Κοινοβούλιο προς στήριξη της προσβαλλόμενης απόφασής του, φαίνεται ότι το Κοινοβούλιο δεν έλαβε δεόντως υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία όταν έλαβε την εν λόγω απόφαση και αιτιολόγησε την απόφασή του. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της γνώμης του Κοινοβουλίου, η αποτυχία αυτή δεν αποκαταστάθηκε στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Σχετικά, ορισμένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του, ιδίως τα επιχειρήματα στο σημείο 1) ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είχαν ήδη δημοσιευθεί βάσει του δικαίου του Λουξεμβούργου· σημείο 2) ότι το Ταμείο Συντάξεων και ο τρόπος λειτουργίας του αποτελούν μέρος της εσωτερικής οργάνωσης του Κοινοβουλίου· και το σημείο 3 σχετικά με την ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος των βουλευτών του ΕΚ στην ιδιωτική ζωή και του δημόσιου συμφέροντος φαίνεται να έχει σημασία για τα προαναφερθέντα κριτήρια που εφαρμόζει το Δικαστήριο.
Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το προσωρινό συμπέρασμα του Διαμεσολαβητή ήταν ότι η άρνηση αποδοχής του αιτήματος του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στον κατάλογο με τα ονόματα όλων των εταίρων/μελών του Ταμείου Συντάξεων και/ή του Επικουρικού Συνταξιοδοτικού Καθεστώτος (17) για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν φαινόταν να είναι επαρκώς αιτιολογημένη και ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελεί περίπτωση κακοδιοίκησης.
Απάντηση του ΚοινοβουλίουΣτις 3 Μαΐου 2007, το ΕΚ επιβεβαίωσε τη θέση του ότι δεν μπορούσε να παράσχει πρόσβαση στον κατάλογο ονομάτων όλων των μελών του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος των βουλευτών του ΕΚ. Προς επίρρωση της θέσης αυτής, παρέπεμψε στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 και διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
- Το γεγονός ότι ένας βουλευτής του ΕΚ επωφελείται από το επικουρικό προαιρετικό συνταξιοδοτικό καθεστώς συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστά ζήτημα προστασίας της ιδιωτικής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Πράγματι, η συμμετοχή σε αυτό το σύστημα δεν είναι αυτόματη, αλλά εξαρτάται από εθελοντική πράξη των βουλευτών του ΕΚ που συνεπάγεται προσωπική οικονομική συνεισφορά και αφορά την περίοδο μετά τη λήξη της θητείας. Ως εκ τούτου, το ερώτημα αφορά ένα ζήτημα ιδιωτικής και όχι δημόσιας ζωής.
- Στην υπόθεση C-465/00 Rechnungshof, το ΔΕΚ αποφάσισε ότι ο όρος «ιδιωτική ζωή» δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά και ότι δεν υπάρχει αρχή που να δικαιολογεί τον αποκλεισμό δραστηριοτήτων επαγγελματικού ή επιχειρηματικού χαρακτήρα από την έννοια της «ιδιωτικής ζωής».
- Το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι (ΒΕΚ) είναι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι δεν τους αποκλείει από την προστασία του κανονισμού 45/2001. Οι βουλευτές του ΕΚ μπορούν εύλογα να αναμένουν ότι οι οικονομικές τους υποθέσεις θα αντιμετωπίζονται με κάποιο βαθμό διακριτικής ευχέρειας (18).
- Τα ονόματα που περιλαμβάνονται στον ζητούμενο κατάλογο αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχείο α) του κανονισμού 45/2001. Η καταχώριση ονόματος στον κατάλογο, καθώς και η παροχή της δυνατότητας προσβάσεως σε αυτόν, συνιστούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β ́, του κανονισμού αυτού. Κατά την κατάρτιση του καταλόγου, δεν προβλεπόταν η δημοσιοποίησή του. Οι ευρωβουλευτές δεν ενημερώθηκαν ποτέ ότι η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα μπορεί να αποκαλυφθεί στο κοινό. Η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε πλέον να οδηγήσει σε χρήση για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους συλλέχθηκαν τα δεδομένα. Η συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων υποκειμένων των δεδομένων μπορεί να αποτελέσει τη βάση για νόμιμη επεξεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό 45/2001. Ωστόσο, το διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου Συντάξεων και το Προεδρείο του ΕΚ δεν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους για τη δημοσιοποίηση των ονομάτων των μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 5 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία εάν «η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με νομική υποχρέωση στην οποία υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας». Η νομική υποχρέωση του ΕΚ να τηρεί την αρχή της διαφάνειας και του δημόσιου συμφέροντος κατά τον έλεγχο της χρήσης των δημόσιων πόρων δεν ήταν επαρκής λόγος για τη δημοσιοποίηση του εν λόγω εγγράφου. Η ορθή χρήση των δημόσιων πόρων εξασφαλίστηκε από τους σχετικούς εσωτερικούς και εξωτερικούς ελέγχους, όπως η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού και το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Στην έκθεσή της σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2005, η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού «επέμεινε ότι, δεδομένου ότι το ταμείο χρηματοδοτείται κυρίως από δημόσια επιδότηση (...), τα ονόματα των μελών του Προαιρετικού Ταμείου Συντάξεων [] θα πρέπει να δημοσιοποιούνται. » Αυτό απορρίφθηκε από την Ολομέλεια του Κοινοβουλίου με την πλειοψηφία των βουλευτών του ΕΚ να καταψηφίζουν. Το πρόγραμμα έχει 475 μέλη.
Στην υπόθεση T-465/00 Rechnungshof, το ΔΕΚ δήλωσε επίσης ότι «σε μια δημοκρατική κοινωνία, οι φορολογούμενοι και η κοινή γνώμη έχουν γενικά το δικαίωμα να ενημερώνονται για τη χρήση των δημόσιων εσόδων ...». Ρώτησε επίσης κατά πόσον ένας τέτοιος στόχος «δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά με τη διαβίβαση των πληροφοριών σχετικά με τις ονομασίες μόνο στους φορείς παρακολούθησης». Αυτό ακριβώς ζητούσε ο καταγγέλλων. Δεν τον ενδιέφεραν ούτε τα ποσά που δικαιούνταν οι βουλευτές του ΕΚ ούτε το ύψος της συνεισφοράς τους.
Μολονότι οι γνωμοδοτήσεις του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων και της Νομικής Υπηρεσίας του ΕΚ (19) ήταν εμπιστευτικές, ήταν σαφές από το «σημείωμα του Γενικού Γραμματέα προς το Προεδρείο (...) ότι και οι δύο εισηγήθηκαν τη χορήγηση πρόσβασης».(20) Η γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας επιβεβαίωσε ότι η εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 δεν εφαρμόζεται στον κατάλογο ονομάτων, διότι τα εν λόγω δεδομένα δεν αφορούν την ιδιωτική ζωή.
Η διαβούλευση με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας ΔεδομένωνΛαμβάνοντας υπόψη την απάντηση του Κοινοβουλίου στην πρότασή του για φιλική λύση, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη του ΕΕΠΔ, σύμφωνα με τα σημεία Γ και Δ του μνημονίου συμφωνίας που υπέγραψαν ο ΕΕΠΔ και ο Διαμεσολαβητής στις 30 Νοεμβρίου 2006. Ως εκ τούτου, καλεί τον ΕΕΠΔ να διατυπώσει τις απόψεις του σχετικά με το ακόλουθο ερώτημα:
Βασίζεται σε βάσιμους και επαρκείς λόγους η άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παράσχει πρόσβαση στον κατάλογο των ονομάτων των μελών του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του κανονισμού 1049/2001, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχεία α ́ και β ́, και το άρθρο 5, στοιχείο β ́, του κανονισμού 45/2001;
Απάντηση του ΕΕΠΔΣτην απάντησή του, ο ΕΕΠΔ υπενθύμισε ότι, στο ενημερωτικό του έγγραφο του Ιουλίου 2005 (21), είχε συζητήσει εκτενώς καταστάσεις στις οποίες ένα θεσμικό όργανο λαμβάνει απόφαση σχετικά με αίτηση πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το θεσμικό όργανο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον θεμελιώδη χαρακτήρα τόσο του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού όσο και του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία εκπονήθηκε στο έγγραφο αναφοράς.
Υπό το πρίσμα αυτό, ο ΕΕΠΔ εξέφρασε την άποψη ότι το Κοινοβούλιο δεν υιοθέτησε πλήρως αυτή την ισορροπημένη προσέγγιση, δεδομένου ότι συζήτησε το ζήτημα κυρίως από τη σκοπιά του υποκειμένου των δεδομένων, αλλά δεν εξισορρόπησε την προοπτική αυτή με το δικαίωμα του κοινού να έχει πρόσβαση στο/στα έγγραφο/-α. Ο ζητούμενος κατάλογος συνίστατο σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Επιπλέον, διακυβεύεται η ιδιωτική ζωή των υποκειμένων των δεδομένων, δεδομένου ότι η συμμετοχή στο σύστημα ήταν συνέπεια εκούσιας πράξης του βουλευτή του ΕΚ, η οποία αφορούσε την προσωπική οικονομική του κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό, το υποκείμενο των δεδομένων θα επηρεαζόταν ουσιωδώς από τη γνωστοποίηση, δεδομένου ότι ο κατάλογος αποκάλυψε πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω προσωπική οικονομική κατάσταση.
Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά πρέπει να σταθμίζονται, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, με την αρχή του δικαιώματος του κοινού να γνωρίζει. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΕΕΠΔ διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
- Παρόλο που οι βουλευτές του ΕΚ δεν ενημερώθηκαν σχετικά με τη δυνατότητα γνωστοποίησης κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ενημερώθηκαν ρητά ότι τα εν λόγω δεδομένα δεν θα γνωστοποιηθούν.
- Τα δεδομένα αφορούσαν την εντολή των υποκειμένων των δεδομένων ως βουλευτών του ΕΚ, δεδομένου ότι η συμμετοχή στο συνταξιοδοτικό καθεστώς ήταν συνέπεια (αν και όχι αυτόματη) της ιδιότητας του βουλευτή του ΕΚ.
- Οι ευρωβουλευτές έχουν μια δημόσια, πολιτική λειτουργία. Αν και αυτή η ιδιότητα δεν τους απαλλάσσει από την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, σε μια διαφανή και δημοκρατική κοινωνία το βασικό μέλημα πρέπει να είναι ότι το κοινό έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για τη συμπεριφορά τους, ακόμη και για συμπεριφορά που δεν αποτελεί μέρος της άσκησης της εντολής τους. Οι βουλευτές του ΕΚ πρέπει να γνωρίζουν αυτό το δημόσιο συμφέρον.
- Τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν έχουν ευαίσθητο χαρακτήρα. Είναι δύσκολο να περιγραφεί η πραγματική ζημία που θα προκαλούσε η γνωστοποίηση στον βουλευτή του ΕΚ και να δηλωθεί ότι το εν λόγω υποκείμενο των δεδομένων θα επηρεαζόταν ουσιωδώς κατά τρόπο ώστε η γνωστοποίηση να καταστεί δυσανάλογο μέτρο. Με άλλα λόγια, η γνωστοποίηση είναι αναλογική.
Ο ΕΕΠΔ κατέληξε δηλώνοντας ότι, ως εκ τούτου, κατανοεί πλήρως τη θέση που είχε λάβει ο Διαμεσολαβητής στην πρότασή του για φιλική λύση στην παρούσα υπόθεση.
Η γνωμοδότηση του ΕΕΠΔ διαβιβάστηκε στο Κοινοβούλιο, το οποίο απέφυγε να διατυπώσει παρατηρήσεις επ' αυτής.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Ισχυρισμός ότι το Προεδρείο του Κοινοβουλίου αρνήθηκε εσφαλμένα την πρόσβαση στον κατάλογο των ονομάτων των μελών του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος των βουλευτώντου ΕΚ
1.1 Η υπόθεση αφορά την άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να δεχθεί το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στον κατάλογο των ονομάτων των μελών του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος των βουλευτών του ΕΚ (22). Η αίτηση απορρίφθηκε βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 (σε συνδυασμό με τις διατάξεις του κανονισμού 45/2001), όσον αφορά την ιδιωτική ζωή των βουλευτών του ΕΚ.
1.2 Βάσει προκαταρκτικής διαπίστωσης κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε ως φιλική λύση να επανεξετάσει το Κοινοβούλιο την άρνησή του και να κάνει δεκτό το αίτημα, εκτός εάν επικαλεσθεί βάσιμους και επαρκείς λόγους για να μην το πράξει. Η πρόταση περιείχε την ανάλυση της νομικής κατάστασης από τον Διαμεσολαβητή, η οποία έλαβε υπόψη τους κανόνες και τις αρχές που σχετίζονται με την προστασία των δεδομένων, την ιδιωτική ζωή και την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα. Σε απάντηση, το Κοινοβούλιο εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους εξακολουθεί να αρνείται την πρόσβαση.
1.3 Δεδομένου ότι οι λόγοι του Κοινοβουλίου φαίνεται να αφορούν κυρίως την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ). Ο Διαμεσολαβητής ρώτησε τον ΕΕΠΔ εάν η απόφαση του Κοινοβουλίου να επικαλεστεί το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 στοιχεία α) και β) και το άρθρο 5 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001, ως λόγους για την άρνηση παροχής πρόσβασης στον κατάλογο των ονομάτων των βουλευτών του ΕΚ που ήταν μέλη του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος, βασίστηκε σε βάσιμους και επαρκείς λόγους.
Στην απάντησή του, ο ΕΕΠΔ εξέφρασε την άποψη ότι, μολονότι οι βουλευτές του ΕΚ δεν ενημερώθηκαν σχετικά με τη δυνατότητα γνωστοποίησης κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων και μολονότι τα εν λόγω δεδομένα σχετίζονται με την κοινοβουλευτική εντολή των υποκειμένων των δεδομένων, οι βουλευτές του ΕΚ ασκούν δημόσια, πολιτική λειτουργία. Αν και αυτή η ιδιότητα δεν τους απαλλάσσει από την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, σε μια διαφανή και δημοκρατική κοινωνία το βασικό μέλημα πρέπει να είναι ότι το κοινό έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για τη συμπεριφορά τους, ακόμη και για συμπεριφορά που δεν αποτελεί μέρος της άσκησης της εντολής τους. Οι βουλευτές του ΕΚ πρέπει να γνωρίζουν αυτό το δημόσιο συμφέρον. Ο ΕΕΠΔ έκρινε επίσης ότι τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι ευαίσθητου χαρακτήρα. Έκρινε επίσης ότι είναι δύσκολο να περιγραφεί η πραγματική ζημία που θα προκαλούσε η γνωστοποίηση στον εμπλεκόμενο βουλευτή του ΕΚ και εξίσου δύσκολο να δηλωθεί ότι το θέμα της ημερομηνίας αυτής θα επηρεαζόταν ουσιωδώς κατά τρόπο ώστε η γνωστοποίηση να καταστεί δυσανάλογο μέτρο. Με άλλα λόγια, ο ΕΕΠΔ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δημοσιοποίηση θα ήταν αναλογική και ότι κατανόησε πλήρως τη θέση που είχε λάβει ο Διαμεσολαβητής στην πρότασή του για φιλική λύση στην παρούσα υπόθεση.
Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την απάντηση του ΕΕΠΔ στο Κοινοβούλιο. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να σχολιάσει τις απόψεις που εξέφρασε ο ΕΕΠΔ.
1.4 Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την απάντηση του Κοινοβουλίου στην πρόταση για φιλική λύση ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι η έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαδικασία απαλλαγής για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2005 είχε επιμείνει ότι τα ονόματα των μελών του «προαιρετικού ταμείου συντάξεων» (δηλαδή του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος) θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν, αλλά ότι αυτό στη συνέχεια απορρίφθηκε με ψηφοφορία στην Ολομέλεια.
1.5 Το νέο αυτό στοιχείο, το οποίο αναφέρθηκε για πρώτη φορά στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, οδήγησε τον Διαμεσολαβητή να εξετάσει τα έγγραφα σχετικά με τη διαδικασία απαλλαγής για το 2005 που ήταν διαθέσιμα μέσω της ιστοσελίδας του Κοινοβουλίου. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις 30 Μαρτίου 2007, η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου ενέκρινε «Έκθεση σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2005, Τμήμα Ι - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.»(23) Η έκθεση αυτή περιείχε «Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2005, Τμήμα Ι - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο» και «Πρόταση ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με παρατηρήσεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2005, Τμήμα Ι - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο». Σημείο 81 της εν λόγω πρότασης ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «[α]νιστάται ότι, δεδομένου ότι το ταμείο χρηματοδοτείται κυρίως από δημόσια επιδότηση (11,4 εκατομμύρια ευρώ από τον προϋπολογισμό του Κοινοβουλίου το 2005), τα ονόματα των μελών του προαιρετικού ταμείου συντάξεων [πρέπει] να δημοσιοποιούνται». Ωστόσο, το τελευταίο αυτό σημείο αποκλείστηκε από την απόφαση του Κοινοβουλίου «σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2005, Τμήμα Ι - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο» που ελήφθη κατά τη σύνοδο ολομέλειας της 24ης Απριλίου 2007 (24). Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι η διαδικασία απαλλαγής αποτελεί μέρος των πολιτικών δραστηριοτήτων του Κοινοβουλίου.
1.6 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΚ, αποσκοπεί τόσο στην εξάλειψη περιπτώσεων κακοδιοίκησης για λογαριασμό του γενικού δημόσιου συμφέροντος όσο και στην επίλυση των διαφορών μεταξύ του καταγγέλλοντος και του οικείου θεσμικού οργάνου.
1.7 Υπό το φως της ανάλυσης που έκανε στην πρότασή του για φιλική λύση, της απάντησης του Κοινοβουλίου στην πρόταση αυτή, των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος σχετικά με την απάντηση του Κοινοβουλίου, της γνώμης του ΕΕΠΔ επί του θέματος και της απόφασης του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Bavarian Lager (25), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι μια πλήρης αξιολόγηση του εν λόγω προβλήματος θα τον οδηγούσε πιθανότατα να επιβεβαιώσει την προκαταρκτική του διαπίστωση κακοδιοίκησης και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη άρνηση του Κοινοβουλίου δεν ήταν νομικά δικαιολογημένη.
Όταν το οικείο θεσμικό όργανο αρνείται να δεχθεί πρόταση φιλικής λύσης, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να υποβάλει σχέδιο σύστασης και, εν τέλει, ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μια ειδική έκθεση θέτει το θέμα στα χέρια του Κοινοβουλίου ως πολιτικού οργάνου.
1.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, η επίμαχη άρνηση προσβάσεως απηχεί απόφαση που έχει ήδη λάβει το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των πολιτικών του καθηκόντων, να απορρίψει πρόταση γνωστοποιήσεως του επίμαχου καταλόγου ονομάτων. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, ο Διαμεσολαβητής δεν βλέπει καμία εύλογη πιθανότητα ότι ο περαιτέρω χειρισμός αυτής της υπόθεσης θα κατορθώσει να πείσει το Κοινοβούλιο να αλλάξει τη θέση του και, ως εκ τούτου, να επιλύσει τις διαφορές μεταξύ του καταγγέλλοντος και του Κοινοβουλίου.
1.9 Όσον αφορά το γενικό δημόσιο συμφέρον για την εξάλειψη της κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι βουλευτές του ΕΚ εκλέγονται άμεσα από τους λαούς της Ευρώπης και, ως εκ τούτου, είναι πολιτικά υπεύθυνοι έναντι του εκλογικού σώματος όσον αφορά τις πολιτικές αποφάσεις της Ολομέλειας, όπως αναφέρεται στα σημεία 1.4 και 1.5 ανωτέρω. Αυτό σημαίνει ότι, όταν λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις, τίθεται σε εφαρμογή η έννοια της πολιτικής ευθύνης και όχι η έννοια της πιθανής κακοδιοίκησης. Πρόκειται για στοιχείο κεντρικής σημασίας για τη λειτουργία και το σύστημα ελέγχων και θεσμικών ισορροπιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
1.10 Υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στα σημεία 1.8 και 1.9, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι χρήσιμο ή σκόπιμο να προβεί στην πλήρη αξιολόγηση που αναφέρεται στο σημείο 1.7 ανωτέρω και να προβεί σε σχέδιο σύστασης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες για την υπόθεση.
1.11 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι σε άλλη απόφαση που εκδόθηκε σήμερα (υπόθεση 3643/2005/(GK)WP) έκρινε αναγκαίο να επικρίνει το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιδίωξε να δικαιολογήσει την άρνησή του να αποδεχθεί πλήρως το σχέδιο σύστασης στην εν λόγω υπόθεση, στηριζόμενο σε νομική ερμηνεία που αποδυναμώνει την αρχή της διαφάνειας και η οποία απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Bavarian Lager.
2 ΣυμπέρασμαΔεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη λάβει θέση, ως πολιτικό όργανο, σχετικά με τη δημοσιοποίηση του εν λόγω εγγράφου πριν από το στάδιο της οριστικής διαπίστωσης κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Περαιτέρω παρατήρησηΣτην απάντησή του στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 3643/2005/(GK)WP (σχετικά με το συναφές ζήτημα της πρόσβασης σε δεδομένα που περιγράφουν λεπτομερώς τις αποζημιώσεις που χορηγούνται στους βουλευτές του ΕΚ), το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι η κατάσταση θα πρέπει να αναλυθεί εκ νέου υπό το πρίσμα της εμπειρίας από την έναρξη ισχύος, το 2009, του Καθεστώτος των Βουλευτών (απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2005 για τη θέσπιση του Καθεστώτος των Βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 2005/684/ΕΚ, Ευρατόμ) και ότι θα τεθούν σε ισχύ νέοι κανόνες εφαρμογής στον τομέα αυτό. Λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση αυτή και το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27 του Καθεστώτος των Βουλευτών, το εν λόγω προαιρετικό συνταξιοδοτικό καθεστώς θα εξακολουθήσει να υφίσταται, ο Διαμεσολαβητής ενθαρρύνει το Κοινοβούλιο να αναλάβει τη δέσμευση να επανεξετάσει το θέμα, στο ανωτέρω πλαίσιο.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) ΕΕ L 8, σ. 1.
(2) ΕΕ 2002, C 325, σ. 184.
(3) Σχετικά, σημειώνεται ότι η καθ’ ύλην εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001 στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται και δεν εμπίπτει στο πεδίο της παρούσας έρευνας.
(4) Βλέπε συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2005, σ. II-1429, σκέψη 45.
(5) Βλ. προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, σκέψη 60.
(6) Βλ. προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, σκέψεις 59 (που αφορούν δικαστικό έλεγχο).
(7) Προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, σκέψη 61.
(8) Βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-391/03 και T-70/04, Franchet κατά Επιτροπής, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2006, Συλλογή 2006, σ. II-2023, σκέψη 115.
(9) Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950. Το άρθρο 8 της Συμβάσεως ορίζει τα εξής: Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός εάν είναι σύμφωνη με το νόμο και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για λόγους εθνικής ασφάλειας, δημόσιας ασφάλειας ή οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την πρόληψη της διατάραξης της τάξης ή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.»
(10) Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η τελευταία σκέψη εμφανίζεται για πρώτη φορά στη γνώμη του Κοινοβουλίου.
(11) Βλ. απόφαση P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 25ης Σεπτεμβρίου 2001, ΕΔΔΑ 2001-IX, σκέψη 53· Von Hannover κατά Γερμανίας, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, ΕΔΔΑ 2004-VI, σκέψη 51.
(12) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 57.
(13) Βλ. απόφαση Editions Plon κατά Γαλλίας της 18ης Μαΐου 2004, ΕΔΔΑ, σκέψη 40· Προαναφερθείσα απόφαση Von Hannover κατά Γερμανίας, σκέψη 74.
(14) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Von Hannover κατά Γερμανίας, σκέψεις 60 και 64.
(15) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Von Hannover κατά Γερμανίας, σκέψη 59.
(16) Ψήφισμα που δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο του Συμβουλίου της Ευρώπης: http://www.assembly.coe.int/Main.asp?link=/Documents/AdoptedText/ta98/ERES1165.htm.
(17) Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο δήλωσε, για πρώτη φορά, ότι υπάρχει «Ταμείο Συντάξεων» και «Επικουρικό Συνταξιοδοτικό Καθεστώς» και ότι το πρώτο θα πρέπει να διακρίνεται από το δεύτερο. Επιπλέον, στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι, στην επιβεβαιωτική αίτησή του, ο καταγγέλλων κατέστησε σαφές ότι ζήτησε τον κατάλογο των μελών του συστήματος. Ωστόσο, στην επιβεβαιωτική αίτηση γίνεται αναφορά τόσο σε «επικουρικό συνταξιοδοτικό ταμείο» όσο και σε «επικουρικό συνταξιοδοτικό σύστημα». Επιπλέον, στην επιστολή του Κοινοβουλίου της 2ας Φεβρουαρίου 2006 προς τον καταγγέλλοντα δεν γίνεται διάκριση μεταξύ «ταμείου συντάξεων» και «επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος», αλλά γίνεται αναφορά σε «επικουρικό συνταξιοδοτικό ταμείο», χωρίς να διευκρινίζεται αν η έκφραση αυτή αναφέρεται στο «ταμείο συντάξεων», στο «επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς» ή σε κάτι άλλο. Επιπλέον, μολονότι το μέρος της γνώμης του Κοινοβουλίου που αφορούσε το επιχείρημα του καταγγέλλοντος (1) υποδήλωνε σαφώς ότι η ανωτέρω αναφορά αφορούσε το «επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς», τα μέρη της ίδιας γνώμης σχετικά με τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος (2), (3) και (4) αναφέρονταν επανειλημμένα στο «Ταμείο» ή στο «ταμείο συντάξεων». Στη συνέχεια, στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη του Κοινοβουλίου, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε τόσο στο «επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς» όσο και στο «ταμείο συντάξεων». Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σαφές εάν η καταγγελία αφορούσε κατάλογο των μελών του «Ταμείου Συντάξεων», του «Επικουρικού Συνταξιοδοτικού Καθεστώτος» ή και των δύο. Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που τον οδήγησαν στην πρόταση φιλικής λύσεως, ο Διαμεσολαβητής δεν έκρινε αναγκαίο να αποσαφηνίσει το ζήτημα στο πλαίσιο αυτό. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, κάλεσε μάλλον το Κοινοβούλιο να επικοινωνήσει με τον καταγγέλλοντα, στο πλαίσιο της εφαρμογής της πρότασης φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή, και να διευκρινίσει το ακριβές περιεχόμενο του αιτήματός του για πρόσβαση.
(18) Συναφώς, το Κοινοβούλιο παρέπεμψε στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Σεπτεμβρίου 2001 στην υπόθεση P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ΕΔΔΑ 2001-IX, σκέψη 57.
(19) Στην εναρκτήρια επιστολή του, ο εκτελεστικός διευθυντής ζήτησε από το ΕΚ να παράσχει τη γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας του εάν επρόκειτο για δημόσιο έγγραφο, αλλά αυτό δεν συνέβη και η γνώμη δεν διαβιβάστηκε στον εκτελεστικό διευθυντή.
(20) Δεν είναι σαφές ποια σημείωση εννοείται εδώ.
(21) Ενημερωτικό έγγραφο αριθ. 1 του ΕΕΠΔ με τίτλο «Πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και προστασία των δεδομένων».
(22) Στην πρότασή του για φιλική λύση στην υπόθεση αυτή, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι δεν ήταν σαφές αν η υπόθεση αφορούσε το «Ταμείο Συντάξεων» και/ή το «Επικουρικό Συνταξιοδοτικό Καθεστώς» για τους βουλευτές του ΕΚ και κάλεσε τα μέρη να διευκρινίσουν το θέμα αυτό (βλ., εκτενώς, ανωτέρω υποσημείωση 15). Στην απάντησή του στην πρόταση φιλικής λύσης, το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε στο επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς των βουλευτών του ΕΚ. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την εν λόγω απάντηση, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την απάντηση, εν μέρει. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η υπόθεση αφορά τον κατάλογο των μελών του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος των βουλευτών του ΕΚ.
(23) Έγγραφο A6-0094/2007.
(24) Έγγραφο P6_TA(2007)0133, C6-0465/2006 - 2006/2071(DEC). Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί επίσης να σημειωθεί ότι, στο «Σχέδιο έκθεσης σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2006» (έγγραφο 2007/2038(DEC)), ο εισηγητής της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου πρότεινε ένα σημείο (66) το οποίο θα ζητούσε να δημοσιοποιηθεί ο κατάλογος των μελών του προαιρετικού ταμείου συντάξεων. Ωστόσο, το σημείο αυτό δεν περιλαμβάνεται στην «Έκθεση σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2006» (έγγραφο A6-0091/2008) που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού κατά την άσκηση των πολιτικών της καθηκόντων.
(25) Βλέπε υπόθεση T-194/04 Bavarian Lager κατά Επιτροπής, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2007 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή). Στην υπόθεση αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) η πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001· β) η εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του εν λόγω κανονισμού αφορά μόνον τη γνωστοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία θα έθιγε την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου· γ) το γεγονός ότι η έννοια της «ιδιωτικής ζωής» είναι ευρεία, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και ότι το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να αποτελεί μία από τις πτυχές του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, δεν σημαίνει ότι όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτουν αναγκαστικά στην έννοια της «ιδιωτικής ζωής»· κατά μείζονα λόγο, κάθε γνωστοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι ικανή να υπονομεύσει την ιδιωτική ζωή του ενδιαφερομένου· ε) το γεγονός και μόνον ότι ένα έγγραφο περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θίγεται η ιδιωτική ζωή ή η ακεραιότητα των ενδιαφερόμενων προσώπων.
Βλ. επίσης απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T-36/04, API κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), στην οποία το Πρωτοδικείο επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι ο κίνδυνος προσβολής προστατευόμενου συμφέροντος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός [βλ. σκέψη 54 (παραπομπή σε υποθέσεις)].