Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 3778/2005/ELB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 3778/2005/ELB - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 31 Ιανουαρίου 2006 - Απόφαση στις Παρασκευή | 04 Απριλίου 2008
Στρασβούργο, 4 Απριλίου 2008
Αξιότιμε κ. X,
Στις 2 Δεκεμβρίου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την απόφασή της, της 25ης Αυγούστου 2005, να ανακτήσει ποσό 16 204,45 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αχρεωστήτως καταβληθείσες συντάξεις.
Στις 31 Ιανουαρίου 2006, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 5 Μαΐου 2006. Σας τη διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, η οποία ελήφθη στις 31 Ιουλίου 2006.
Στις 15 Φεβρουαρίου 2007, ζήτησα περαιτέρω πληροφορίες από την Επιτροπή και σας ενημέρωσα σχετικά την ίδια ημερομηνία. Στις 15 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή απάντησε στο αίτημά μου. Σας διαβίβασα την απάντηση της Επιτροπής και σας κάλεσα να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από εσάς.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Συνοπτικά, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:
Στις 6 Μαΐου 1991, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα, ο οποίος ελάμβανε σύνταξη ορφανού, ότι δεν θα ελάμβανε πλέον σύνταξη ορφανού από την 1η Ιουλίου 1990, δεδομένου ότι δεν φοιτούσε πλέον σε σχολείο με πλήρες ωράριο.
Στις 31 Ιουλίου 1991, ο καταγγέλλων πληροφορήθηκε ότι τα ποσά που έλαβε από τον Ιούλιο του 1990 έως τον Φεβρουάριο του 1991, ήτοι 8 350,85 ευρώ, επρόκειτο να ανακτηθούν. Ενημερώθηκε ότι, αν δεν πραγματοποιούσε την πληρωμή αυτή μέχρι τις 31 Αυγούστου 1991, θα εισέπραττε τόκους.
Ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία όμως επικυρώθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1991.
Επειδή δεν κατέβαλε την πληρωμή, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα διάφορες επιστολές υπενθυμίσεως στις 15 Ιουνίου 1992, στις 21 Οκτωβρίου 1992, στις 8 Φεβρουαρίου 1993, στις 16 Ιουνίου 1993, στις 15 Ιουνίου 1994, στις 7 Ιουνίου 1995 και στις 26 Ιουνίου 2003.
Με επιστολή της 27ης Ιουνίου 2003, η Επιτροπή κάλεσε τον καταγγέλλοντα να καταβάλει 8 350,85 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας. Η Επιτροπή ανέφερε ότι, εάν δεν εισπραχθεί πληρωμή, θα κινήσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την ανάκτηση του ανωτέρω ποσού.
Στις 25 Αυγούστου 2005, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν απάντησε στο χρεωστικό σημείωμα, στην υπενθύμιση ή στην ειδοποίηση υπερημερίας που απεστάλη με συστημένη παράδοση («lettre de mise en demeure sous pli recommandé»), η Επιτροπή έλαβε επίσημη απόφαση για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στον καταγγέλλοντα. Τον πληροφόρησε ότι όφειλε στην Επιτροπή το ποσό των 16 204,45 ευρώ, το οποίο συνίστατο στο αρχικό ποσό των 8 350,85 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 7 853,60 ευρώ. Η Επιτροπή τον ενημέρωσε επίσης ότι, εάν δεν εισπραχθεί πληρωμή εντός δύο εβδομάδων, η Επιτροπή θα εκτελέσει την απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 256 της συνθήκης ΕΚ.
Στις 30 Αυγούστου 2005, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τη διαταγή επιστροφής στην Επιτροπή. Δεν κατανόησε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε ότι είχε λάβει αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. Ρώτησε τι σημαίνει «πλήρης φοίτηση» και γιατί δεν είχε ενημερωθεί, τον Ιούλιο του 1990, για το πρόβλημα όσον αφορά την καταλληλότητα του σχολείου στο οποίο φοιτούσε. Τέλος, δεν κατάλαβε γιατί του ζητήθηκε να επιστρέψει τα ποσά που κατέβαλε πριν από δέκα χρόνια.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 2005, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της, επισημαίνοντας ότι, από τον Ιανουάριο του 1991, η Μονάδα Συντάξεων είχε αμφιβολίες ως προς το πιστοποιητικό που είχε προσκομίσει για το σχολικό έτος 1990/1991 και του είχε απευθύνει σχετική προειδοποίηση. Η Επιτροπή επισήμανε ότι το σχολείο στο οποίο φοιτούσε δεν μπορούσε να του χορηγήσει πιστοποιητικό σχολικής φοίτησης για το σχολικό έτος 1990/1991, διότι δεν είχε αποστείλει στο σχολείο επαρκή αριθμό καθηκόντων.
Την ίδια ημερομηνία, ο καταγγέλλων απέστειλε εκ νέου επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας την ημερομηνία της πρώτης καταβολής της σύνταξης ορφανού και τους κανόνες σχετικά με την καταβολή της σύνταξης ορφανού. Δήλωσε ότι δεν έλαβε ποτέ επιστολή που να τον προειδοποιεί για την εγκυρότητα του πιστοποιητικού για το σχολικό έτος 1990/1991. Προσθέτει ότι ο αριθμός των τοποθετήσεων που προβλέπονται δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την καταβολή της σύνταξης ορφανού. Επισήμανε επίσης ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, ήτοι του θανάτου της μητέρας του και της ιατρικής περιθάλψεως, ήταν δύσκολο γι’ αυτόν να εκτελέσει όλες τις εργασίες και ότι είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να σπουδάσει.
Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να ακυρώσει την απόφασή της να ανακτήσει αχρεωστήτως καταβληθείσες συντάξεις ορφανού. Δήλωσε ότι η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημά της για επιστροφή ανά διετία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η απόφαση της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 2005 για την εκτέλεση της απόφασης ανάκτησης ήταν άκαιρη.
Ο καταγγέλλων ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση της καταγγελίας του.
Στις 31 Ιανουαρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό:
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 2005 για την εκτέλεση της απόφασης ανάκτησης ήταν άκαιρη.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το αίτημα να ακυρώσει η Επιτροπή την απόφασή της να ανακτήσει τις αχρεωστήτως καταβληθείσες συντάξεις ορφανού είχε παραγραφεί, διότι δεν υποβλήθηκε εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο καταγγέλλων έλαβε γνώση των πραγματικών περιστατικών στα οποία βασίστηκε (1).
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ γνώμη της Επιτροπής συνοψίζεται ως εξής:
(1) ΙστορικόΚατά το σχολικό έτος 1989-1990, ο καταγγέλλων, ο οποίος ελάμβανε σύνταξη ορφανού, παρακολούθησε πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως.
Τον Ιανουάριο του 1991, ο καταγγέλλων απέστειλε στην Επιτροπή πιστοποιητικό σχετικά με τις σπουδές του, από το οποίο προέκυπτε ότι, από τις 29 Νοεμβρίου 1990, φοιτούσε σε ιδιωτική σχολή επιμορφώσεως δι' αλληλογραφίας.
Στις 24 Ιανουαρίου 1991, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με το σχολείο. Εν τω μεταξύ, λόγω των αμφιβολιών σχετικά με την εγκυρότητα του σχολικού του πιστοποιητικού για το σχολικό έτος 1990/1991, η Επιτροπή ανέστειλε την καταβολή των συντάξεων για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο 1991 και τις τοποθέτησε σε προσωρινό λογαριασμό.
Στις 15 Απριλίου 1991, ο καταγγέλλων απάντησε στο αίτημα της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 1991, αποστέλλοντας έντυπο εγγραφής για τις οικονομικές μελέτες.
Η Επιτροπή επικοινώνησε με το σχολείο, το οποίο ανέφερε ότι ο καταγγέλλων δεν του είχε αποστείλει αρκετές αποστολές και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να χορηγηθεί πιστοποιητικό σχολικής φοίτησης για το ακαδημαϊκό έτος 1990-1991. Κατά συνέπεια, στις 6 Μαΐου 2001, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι, από την 1η Ιουλίου 1990, δεν δικαιούται πλέον σύνταξη ορφανού.
Στις 31 Ιουλίου 1991, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι επρόκειτο να ανακτήσει αχρεωστήτως καταβληθείσες συντάξεις ύψους 8 350,85 ευρώ. Το ποσό αυτό έπρεπε να καταβληθεί πριν από τις 31 Αυγούστου 1991. Σε περίπτωση μη πραγματοποίησης της πληρωμής, θα χρεώνονται τόκοι υπερημερίας.
Στις 15 Αυγούστου 1991, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1991, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της. Αρκετές υπενθυμίσεις απεστάλησαν στον καταγγέλλοντα στις ακόλουθες ημερομηνίες: 15 Ιουνίου 1992, 21 Οκτωβρίου 1992, 8 Φεβρουαρίου 1993, 16 Ιουνίου 1993, 15 Ιουνίου 1994, 7 Ιουνίου 1995 και 26 Ιουνίου 2003.
Με επιστολή της 27ης Ιουνίου 2003, η Επιτροπή κάλεσε τον καταγγέλλοντα να επιστρέψει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά προσαυξημένα με τόκους υπερημερίας.
Στις 25 Αυγούστου 2005, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση σχετικά με την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η απόφαση θα εκτελεστεί σύμφωνα με το άρθρο 256 της συνθήκης ΕΚ.
Στις 30 Αυγούστου 2005, ο καταγγέλλων προσέβαλε την απόφαση.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 2005, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της.
(2) Οι παρατηρήσεις της Επιτροπής επί της καταγγελίαςΗ Επιτροπή υπενθύμισε το άρθρο 80 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο ορίζει ότι:
"Σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου ή δικαιούχου συντάξεως αρχαιότητας ή αναπηρίας που δεν αφήνει σύζυγο δικαιούχο συντάξεως επιζώντων, τα συντηρούμενα τέκνα κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII δικαιούνται συντάξεως ορφανού σύμφωνα με το άρθρο 21 του παραρτήματος VIII. (...)».
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ως συντηρούμενο τέκνο νοείται το νόμιμο, φυσικό ή θετό τέκνο υπαλλήλου ή του/της συζύγου του, το οποίο συντηρείται πράγματι από τον υπάλληλο. (...)". Το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) του παραρτήματος VII προβλέπει ότι, για τους σκοπούς των επιδομάτων, τα συντηρούμενα τέκνα περιλαμβάνουν «τα τέκνα μεταξύ 18 και 26 ετών που λαμβάνουν εκπαίδευση ή επαγγελματική κατάρτιση».
Επομένως, η καταβολή συντάξεως ορφανού συνδεόταν με την υποχρέωση λήψεως εκπαιδεύσεως ή επαγγελματικής καταρτίσεως. Κατά συνέπεια, η έλλειψη τέτοιας εκπαιδεύσεως κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 είχε ως συνέπεια την αναδρομική αναστολή της συντάξεως και, κατά συνέπεια, τις ενέργειες ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, εν προκειμένω, η οφειλή ήταν βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή.
Εξάλλου, εάν ο καταγγέλλων επιθυμούσε την ακύρωση της απόφασης, θα έπρεπε να είχε ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 230 της συνθήκης ΕΚ.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η απόφασή της ήταν άκαιρη, η Επιτροπή θεώρησε ότι η ταχεία αντίδρασή της τον Μάρτιο του 1991, καθώς και οι πολυάριθμες υπενθυμίσεις που απέστειλε στον καταγγέλλοντα, αποδείκνυαν σαφώς τον εύλογο χαρακτήρα του χρονοδιαγράμματος ανάκτησης και την επιμελή συμπεριφορά της. Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων παραδέχθηκε ότι η Επιτροπή ήταν επίμονη. Το μεγάλο χρονικό διάστημα αυτής της διαδικασίας ανάκτησης οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον καταγγέλλοντα, ο οποίος δεν απάντησε στις αιτήσεις πληρωμής, στις υπενθυμίσεις, στην κοινοποίηση αθέτησης υποχρέωσης ή στην απόφαση ανάκτησης της 25ης Αυγούστου 2005.
Εν κατακλείδι, η Επιτροπή έκρινε ότι η καταγγελία δεν ήταν βάσιμη.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Η απόφαση της Επιτροπής να αναστείλει την καταβολή της σύνταξης ορφανού βασίστηκε στην απουσία πιστοποιητικού σχολικής φοίτησης. Πρόσθεσε ότι η απόφαση της Επιτροπής είχε ορισμένες συνέπειες όσον αφορά τις σπουδές του, ιδίως όσον αφορά τον αριθμό των μαθημάτων που παρακολούθησε.
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, αν και η Επιτροπή του απέστειλε επιστολή στις 7 Ιουνίου 1995, μόλις οκτώ χρόνια αργότερα (δηλαδή στις 26 Ιουνίου 2003) επανέλαβε το αίτημά του. Διερωτάται επίσης κατά πόσον η Επιτροπή δεν άργησε να ζητήσει την ανάκτηση. Ανέφερε ότι δεν άσκησε έφεση κατά της απόφασης ενώπιον του Πρωτοδικείου, διότι δεν διέθετε οικονομικά μέσα για να το πράξει. Αναφέρθηκε στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και θεώρησε ότι τα μέσα που είχε στη διάθεσή του ήταν περιορισμένα σε σύγκριση με εκείνα που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή:
- να εξηγήσει την αδράνειά της κατά την περίοδο 1995-2003·
- να αποσαφηνίσει αν υπάρχει νομική διάταξη που παραγράφει την εκτέλεση εντολής ανάκτησης εάν έχει παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα από την έκδοσή της·
- να επανεξετάσει την υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου στη σκέψη 162 της υπόθεσης T-394/03 Angeletti κατά Επιτροπής (2) ·
- να σχολιάσει την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 87 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (3) («κανονισμός 2342/2002»).
Η περαιτέρω γνώμη της Επιτροπής μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
(1) και (2) Αδράνεια κατά την περίοδο 1995-2003 και ύπαρξη νομικής διάταξης περί παραγραφής της εκτέλεσης διαταγής είσπραξηςΗ Επιτροπή δήλωσε ότι τα βασικά στοιχεία που παρείχε στη γνώμη της έδειξαν ότι αντέδρασε γρήγορα και σωστά κατά το πρώτο εξάμηνο του 1991, όταν διαπιστώθηκε η παρατυπία της καταβολής του επιδόματος ορφανού στον καταγγέλλοντα. Μεταξύ 1992 και 1995, η Επιτροπή απέστειλε έξι υπενθυμίσεις στον καταγγέλλοντα. Μεταξύ 1995 και 2003, η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια στο θέμα, αλλά δεν έκλεισε τον φάκελο, λόγω της πρόδηλης έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους του καταγγέλλοντος. Μετά τον έλεγχο όλων των παλαιών ενταλμάτων είσπραξης μετά την έναρξη ισχύος του νέου δημοσιονομικού κανονισμού την 1η Ιανουαρίου 2003 (4), η Επιτροπή επανέλαβε την παρακολούθηση του φακέλου αυτού και απέστειλε στον καταγγέλλοντα ειδοποίηση πληρωμής. Πράγματι, ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός δεν προέβλεπε προθεσμία παραγραφής όσον αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
(3) Επανεξέταση του ζητήματος λαμβάνοντας υπόψη τη συλλογιστική στην υπόθεση T-394/03, Angeletti κατά ΕπιτροπήςΗ Επιτροπή συμμερίζεται τη θέση του Πρωτοδικείου όσον αφορά την υποχρέωση τηρήσεως εύλογης προθεσμίας στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, επέμεινε στο γεγονός ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν κυρίως στον καταγγέλλοντα και στην έλλειψη συνεργασίας του. Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι καθορίστηκε σαφώς ότι ο καταγγέλλων θα πρέπει να επιστρέψει στην Επιτροπή ποσό ύψους 8 350,85 EUR συν τους τόκους υπερημερίας. Από τον Μάρτιο του 1991, η καταβολή των συντάξεων ορφανού στον καταγγέλλοντα ανεστάλη. Στις 6 Μαΐου 1991, η Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι δεν δικαιούνταν πλέον σύνταξη ορφανού και ότι τούτο ίσχυε αναδρομικά από τον Ιούλιο του 1990. Στις 31 Ιουλίου 1991, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα χρεωστικό σημείωμα.
Η Επιτροπή του απηύθυνε υπενθυμίσεις στις 15 Ιουνίου 1992, στις 21 Οκτωβρίου 1992, στις 8 Φεβρουαρίου 1993, στις 16 Ιουνίου 1993, στις 15 Ιουνίου 1994, στις 7 Ιουνίου 1995 και στις 26 Ιουνίου 2003, στις οποίες ο καταγγέλλων δεν απάντησε. Ο καταγγέλλων δεν απάντησε στην προειδοποιητική επιστολή που εστάλη στις 26 Ιουνίου 2003, η οποία οδήγησε την Επιτροπή να του αποστείλει εντολή ανάκτησης με ημερομηνία 25 Αυγούστου 2005.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι η ταχεία αντίδρασή της το 1991 και οι πολυάριθμες υπενθυμίσεις που απέστειλε στον καταγγέλλοντα δεν συνιστούσαν παραβίαση της τήρησης εύλογης προθεσμίας.
(4) Εφαρμογή του άρθρου 87 του κανονισμού 2342/2002Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων κατοικούσε επί του παρόντος στον Καναδά. Υπό τις συνθήκες αυτές, το προβλεπόμενο κόστος της εκτέλεσης της διαταγής είσπραξης θα υπερέβαινε το ποσό της οφειλής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να παραιτηθεί από την είσπραξη της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 87 του κανονισμού 2342/2002.
Περαιτέρω παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΔεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εικαζόμενη μη έγκαιρη απόφαση της Επιτροπής να εκτελέσει την απόφαση ανάκτησης1.1 Το 1991, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι δεν θα ελάμβανε πλέον σύνταξη ορφανού από την 1η Ιουλίου 1990, διότι δεν φοιτούσε πλέον στο σχολείο με πλήρες ωράριο και ότι τα ποσά που εισέπραττε από τον Ιούλιο του 1990 έως τον Φεβρουάριο του 1991, ήτοι 8 350,85 ευρώ, θα ανακτούνταν. Στις 25 Αυγούστου 2005, η Επιτροπή έλαβε επίσημη απόφαση για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων στον καταγγέλλοντα ποσών, ήτοι 8 350,85 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 7 853,60 ευρώ, και τον ενημέρωσε ότι, εάν δεν εισπραχθεί πληρωμή εντός δύο εβδομάδων, η Επιτροπή θα εκτελέσει την απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 256 της συνθήκης ΕΚ. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 2005 για την εκτέλεση της απόφασης ανάκτησης ήταν άκαιρη.
1.2 Κατά την Επιτροπή, η καταβολή συντάξεως ορφανού συνδέεται με την υποχρέωση λήψεως εκπαιδεύσεως ή επαγγελματικής καταρτίσεως. Κατά συνέπεια, η έλλειψη τέτοιας εκπαιδεύσεως κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 είχε ως συνέπεια την αναδρομική αναστολή της συντάξεως και, κατά συνέπεια, των μέτρων ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η απόφασή της είναι άκαιρη, η Επιτροπή θεώρησε ότι η ταχεία αντίδρασή της τον Μάρτιο του 1991, καθώς και οι πολυάριθμες υπενθυμίσεις που απέστειλε στον καταγγέλλοντα, καταδεικνύουν σαφώς τον εύλογο χαρακτήρα του χρονοδιαγράμματος ανάκτησης και την επιμελή συμπεριφορά της. Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων παραδέχθηκε ότι ήταν επίμονος. Το μεγάλο χρονικό διάστημα αυτής της διαδικασίας ανάκτησης οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον καταγγέλλοντα, ο οποίος δεν απάντησε στις αιτήσεις πληρωμής, στις υπενθυμίσεις, στην προειδοποιητική επιστολή ή στην απόφαση ανάκτησης της 25ης Αυγούστου 2005.
1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι, μολονότι η Επιτροπή του απέστειλε έγγραφο στις 7 Ιουνίου 1995, μόλις οκτώ έτη αργότερα, ήτοι στις 26 Ιουνίου 2003, επανέλαβε το αίτημά του. Διερωτάται επίσης κατά πόσον η Επιτροπή δεν ήταν πολύ αργά για να ζητήσει ανάκτηση.
1.4 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι απαιτούνται περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή i) να εξηγήσει την αδράνειά της κατά την περίοδο από το 1995 έως το 2003· ii) να αποσαφηνιστεί αν υπάρχει νομική διάταξη που παραγράφει την εκτέλεση εντολής ανάκτησης σε περίπτωση που έχει παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα από την έκδοσή της· iii) να επανεξετάσει το ζήτημα λαμβάνοντας υπόψη τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου στη σκέψη 162 της υποθέσεως T-394/03, Angeletti κατά Επιτροπής· και iv) να σχολιάσει την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 87 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (5) («κανονισμός 2342/2002»).
1.5 Στη συμπληρωματική γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι αντέδρασε γρήγορα και σωστά το 1991, όταν διαπιστώθηκε η παρατυπία. Μεταξύ 1992 και 1995, η Επιτροπή απέστειλε έξι υπενθυμίσεις στον καταγγέλλοντα. Μεταξύ 1995 και 2003, η Επιτροπή δεν παρακολούθησε το θέμα. Μετά τον έλεγχο όλων των παλαιών ενταλμάτων είσπραξης μετά την έναρξη ισχύος του νέου δημοσιονομικού κανονισμού την 1η Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή επανέλαβε την παρακολούθηση του φακέλου αυτού και απέστειλε στον καταγγέλλοντα προειδοποιητική επιστολή.
Πράγματι, ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός δεν προβλέπει προθεσμία παραγραφής όσον αφορά την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
Η Επιτροπή επανέλαβε ότι οι καθυστερήσεις στον παρόντα φάκελο οφείλονται κυρίως στον καταγγέλλοντα και στην έλλειψη συνεργασίας του. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι η ταχεία αντίδρασή της το 1991 και οι πολυάριθμες υπενθυμίσεις δεν συνιστούν παραβίαση της τήρησης εύλογης προθεσμίας, όπως ορίστηκε από το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-394/03, Angeletti κατά Επιτροπής.
Ωστόσο, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων διαμένει επί του παρόντος στον Καναδά. Υπό τις συνθήκες αυτές, το προβλεπόμενο κόστος της εκτέλεσης της διαταγής είσπραξης θα υπερέβαινε το ποσό της οφειλής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να παραιτηθεί από την είσπραξη της οφειλής, σύμφωνα με το άρθρο 87 του κανονισμού 2342/2002.
1.6 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι θα έπρεπε να επιστρέψει ποσό 8 350,85 ευρώ στις 6 Μαΐου 1991. Στη συνέχεια, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της να ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά: 31 Ιουλίου 1991, 13 Σεπτεμβρίου 1991, 15 Ιουνίου 1992, 21 Οκτωβρίου 1992, 8 Φεβρουαρίου 1993, 16 Ιουνίου 1993, 15 Ιουνίου 1994, 7 Ιουνίου 1995, 26 και 27 Ιουνίου 2003. Στις 25 Αυγούστου 2005, η Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακτήσεως, η οποία αντιστοιχούσε στο συνολικό ποσό των 16 204,45 ευρώ, το οποίο συνίστατο στο αρχικό ποσό των 8 350,85 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 7 853,60 ευρώ, σε περίπτωση μη πληρωμής εντός δεκαπέντε ημερών. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2005.
1.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 84 του κανονισμού 2342/2002 απαιτεί την άμεση κίνηση της διαδικασίας είσπραξης με κάθε μέσο που προβλέπει ο νόμος»(η υπογράμμιση δική μου). Κατανοεί ότι η απαίτηση αυτή αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην προώθηση της χρηστής διαχείρισης των κοινοτικών οικονομικών και θεσπίστηκε προς το συμφέρον της Κοινότητας. Σημειώνει επίσης ότι δεν υπάρχει ειδική διάταξη που να παραγράφει την εκτέλεση απόφασης ανάκτησης.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή έλαβε γρήγορα μέτρα για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών αφού πληροφορήθηκε ότι ο καταγγέλλων δεν δικαιούνταν πλέον σύνταξη ορφανού. Ωστόσο, σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι δεν παρακολούθησε το θέμα μεταξύ 1995 και 2003 και ότι επανέλαβε την παρακολούθησή της όταν τέθηκε σε ισχύ ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός την 1η Ιανουαρίου 2003.
Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, «η υποχρέωση τήρησης εύλογης προθεσμίας στις διοικητικές διαδικασίες αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου»(6). Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά και να επιβάλει τόκους για τις καθυστερήσεις που καταλογίζονται στον καταγγέλλοντα, δεν ήταν κατ’ ανάγκη σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης να επιβάλει επίσης τόκους για τις καθυστερήσεις που καταλογίζονται στην Επιτροπή, δηλαδή την καθυστέρηση από το 1995 έως το 2003.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή αποφάσισε να παραιτηθεί από την είσπραξη της οφειλής με την αιτιολογία ότι το προβλεπόμενο κόστος της εκτέλεσης της εντολής είσπραξης θα υπερέβαινε το ποσό της οφειλής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την εν λόγω καταγγελία.
2 ΣυμπέρασμαΓια τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την εν λόγω καταγγελία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή εφαρμόζεται ακόμη και σε περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά περιήλθαν σε γνώση του καταγγέλλοντος σε χρόνο κατά τον οποίο το θεσμικό όργανο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή δεν είχαν ακόμη αποδειχθεί.
(2) Υπόθεση T-394/03 Angelleti κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Απριλίου 2006, μη δημοσιευθείσα ακόμη, σκέψη 162, η οποία αναφέρει τα εξής:
«L’obligation d’observer un délai raisonnable dans la conduite des procédures administratives constitue un principe général de droit communautaire dont la juridiction communautaire assure le respect et qui est, d’ailleurs, repris, comme une composante du droit à une bonne administration, par l’article 41, paragraphe 1, de la charte. Toutefois, la breach du principe de respect du délai raisonnable ne justifie l’annulation d’une décision prise à l’issue d’une procédure administrative en matière de concurrence qu’en tant qu’elle emporterait également une breach des droits de la défense de l’entreprise concernée. En effet, lorsqu’il n’est pas établi que l’écoulement excessif du temps a affecté la capacité des personnes concernées de se défendre effectivement, le non-respect du principe de délai raisonnable est sans incidence sur la validité de la procédure administrative.»
(3) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 357, σ. 1). Το άρθρο 87 αφορά την παραίτηση από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης.
(4) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1).
(5) Βλ. σημείωση 4.
(6) Υπόθεση T-394/03 Angelleti κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Απριλίου 2006, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 162.