Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 2763/2005/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2763/2005/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 14 Σεπτεμβρίου 2005 - Απόφαση στις Τρίτη | 22 Απριλίου 2008
Στρασβούργο, 22 Απριλίου 2008
Αξιότιμε κ. A.,
Στις 21 και 22 Αυγούστου 2005, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το έργο «Πρόγραμμα στήριξης έκτακτης ανάγκης για τις παλαιστινιακές ΜΜΕ στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα (MED/2003/004/835)».
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2005, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 6 Ιανουαρίου 2006. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 12 Μαρτίου 2006.
Στις 4 Μαΐου 2006, αποστείλατε ηλεκτρονικό μήνυμα ζητώντας πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της υπόθεσης. Σας απάντησα με επιστολή της 23ης Μαΐου 2006 δηλώνοντας ότι θα σας ενημερώσω για το επόμενο στάδιο της έρευνας έως τις 31 Ιουλίου 2006. Στις 12 Ιουλίου 2006, σας έγραψα για να σας ενημερώσω ότι είχα αποφασίσει να διεξάγω περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία σας και ότι θα σας ενημερώσω για το πεδίο εφαρμογής αυτών των περαιτέρω ερευνών έως τις 15 Αυγούστου 2006. Με επιστολή της 7ης Αυγούστου 2006, σας ενημέρωσα για την ουσία αυτών των περαιτέρω ερευνών, για τις οποίες ζήτησα από την Επιτροπή να μου απαντήσει έως τις 31 Οκτωβρίου 2006.
Στις 9 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή ζήτησε παράταση της προθεσμίας απάντησης έως τις 30 Νοεμβρίου 2006. Με επιστολή της 24ης Οκτωβρίου 2006, αποδέχθηκα το αίτημα της Επιτροπής και σας ενημέρωσα με επιστολή της ίδιας ημέρας. Στις 28 Νοεμβρίου 2006, αποστείλατε συμπληρωματική επιστολή σχετικά με την καταγγελία σας.
Στις 11 Ιανουαρίου 2007, η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στο αίτημά μου για συμπληρωματικές πληροφορίες. Σας το έστειλα με πρόσκληση να κάνετε παρατηρήσεις. Στις 7 Φεβρουαρίου 2007, αποστείλατε ορισμένες παρατηρήσεις. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 25ης Φεβρουαρίου 2007, ζητήσατε παράταση της προθεσμίας για να υποβάλετε τις υπόλοιπες παρατηρήσεις σας. Το Γραφείο μου έκανε δεκτό το αίτημά σας με ηλεκτρονικό μήνυμα της 26ης Φεβρουαρίου 2007. Στις 29 Μαρτίου 2007, αποστείλατε τις υπόλοιπες παρατηρήσεις σας. Στις 30 Ιανουαρίου και στις 4, 5 και 6 Φεβρουαρίου 2008, είχατε ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το Γραφείο μου σχετικά με έκθεση που έλειπε από τον φάκελο. Στις 14 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή μου απέστειλε επίσης επιστολή σχετικά με την εν λόγω έκθεση και η Υπηρεσία μου απάντησε στην Επιτροπή στις 21 Φεβρουαρίου 2008.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής (1):
Ο καταγγέλλων, υπήκοος της ΕΕ, ήταν ο γενικός διευθυντής του Ομίλου Παλαιστινιακών Τραπεζικών Εταιρειών (PBC), ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ έργο «Πρόγραμμα στήριξης έκτακτης ανάγκης για τις παλαιστινιακές ΜΜΕ στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα (MED/2003/004/835)». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το 2004, και κατόπιν αιτήματός του, η αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Ισραήλ («η αντιπροσωπεία») ανέλαβε να αναδιαρθρώσει την οργάνωση της PBC και να προτείνει στρατηγικές για το μέλλον, δεδομένων των δύσκολων ετών της Ιντιφάντα. Ξεχωριστά, ο κ. G., διευθυντής του Γραφείου Τεχνικής Βοήθειας της Επιτροπής («ECTAO»), αποφάσισε να δρομολογήσει «Επανεξέταση της νομικής και επιχειρησιακής δομής της Παλαιστινιακής Τραπεζικής Εταιρείας (και των συνδεδεμένων εταιρειών)»(εφεξής «η επανεξέταση») για να αποσαφηνιστεί η νομική και επιχειρησιακή δομή του ομίλου PBC, φαινομενικά με σκοπό τη στήριξη της μελλοντικής χρηματοδότησης της ΕΕ. Σύντομα έγινε σαφές, ωστόσο, ότι αυτή η αναθεώρηση δεν προοριζόταν να βοηθήσει την PBC, αλλά να προκαλέσει προβλήματα. Οι πραγματογνώμονες που διενήργησαν τον έλεγχο δεν εκτέλεσαν επιμελώς την αποστολή τους. Για παράδειγμα, οι εμπειρογνώμονες είχαν ελάχιστη αλληλεπίδραση με το διοικητικό συμβούλιο και τη διοίκηση της PBC και δεν επισκέφθηκαν βασικούς παράγοντες στα γραφεία της PBC στην Παλαιστίνη, την Κύπρο και το Λουξεμβούργο. Επιπλέον, αντί να συναντηθούν όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, οι εμπειρογνώμονες συναντήθηκαν μόνο με τον πρόεδρο και έναν «παρίες» διευθυντή, οι οποίοι διατύπωσαν αβάσιμους ισχυρισμούς περί διαφθοράς κατά του καταγγέλλοντος. Οι εμπειρογνώμονες βασίστηκαν επίσης σε μεγάλο βαθμό στα σχόλια του τότε Διοικητή της Παλαιστινιακής Νομισματικής Αρχής («PMA»), οι απόψεις του οποίου επηρεάστηκαν από μια πολιτική διαμάχη με τον Πρόεδρο της PBC.
Η τελική έκθεση της επανεξέτασης (η «έκθεση»), την οποία η PBC δεν είχε τη δυνατότητα να συμβουλευτεί, είχε ως αποτέλεσμα, άμεσα ή έμμεσα, την αναστολή του έργου (σχετικά με ποσό 14,5 εκατ. EUR)· στην ακύρωση δανείου ύψους 6 εκατ. EUR από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») για επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου στην Παλαιστίνη· και στην απομάκρυνση του καταγγέλλοντος από τη θέση του γενικού διευθυντή και του ανώτερου προσωπικού από την PBC. Η έκθεση αμφισβήτησε επίσης την αρχική σύσταση της οργάνωσης, υποδηλώνοντας ότι ήταν ελαττωματική από την αρχή. Η έκθεση ήταν εσφαλμένη και περιείχε πολλές ανακρίβειες και ψευδείς δηλώσεις. Οι συντάκτες της έκθεσης απέτυχαν να αποσαφηνίσουν αρκετά ζητήματα και φάνηκε να έχουν επιλέξει «να ρίξουν το χειρότερο φως» στην κατάσταση. Επίσης, δεν έλαβαν υπόψη τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπιζε μια οργάνωση που λειτουργούσε σε δύο μη φιλικές δικαιοδοσίες και την Ιντιφάντα, η οποία διήρκεσε από το 2001 έως το 2005 και είχε ως αποτέλεσμα πολλές αναγκαστικές κινήσεις γραφείων και πολλές λανθασμένες πληροφορίες. Ο καταγγέλλων επισύναψε στην καταγγελία του επισκόπηση των διαφόρων ανακριβειών και ψευδών δηλώσεων που θεωρούσε ότι υπήρχαν στην έκθεση. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, πολλές από τις ψευδείς δηλώσεις προέρχονταν από τη συμβολή του κ. G. του ECTAO, η οποία, με τη σειρά της, βασίστηκε σε μεροληπτική συμβολή ενός αδίστακτου μέλους του διοικητικού συμβουλίου, και από τον «σχεδόν ειδωλολατρικό» σεβασμό του κ. G. προς τον κυβερνήτη του PMA, ο οποίος έκτοτε είχε απομακρυνθεί από τη θέση του λόγω της ανικανότητάς του.
Στις 4 Φεβρουαρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην αντιπροσωπεία σχετικά με το θέμα αυτό. Δεδομένου ότι δεν έλαβε κανένα ένδικο βοήθημα, υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, με την οποία ζήτησε από την Επιτροπή:
- Να αναιρέσει την αδικία που προκλήθηκε από την εσφαλμένη «Νομική και Επιχειρησιακή Επιθεώρηση» που ανέθεσε και να αποκαταστήσει το καθεστώς και την ακεραιότητα του οργανισμού (PBC)· και
- Καθαρίστε το όνομά του και επιδικάστε αποζημίωση σε αυτόν και τους πρώην συναδέλφους του.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Το Παλαιστινιακό Ταμείο Ανάπτυξης (το «PDF»), που καταχωρήθηκε στην Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή το 2001 ως ιδιωτική μετοχική εταιρεία, ήταν ένας από τους συνεργάτες της PBC, αν και δεν είχε νομική σχέση με αυτό. Η PBC είναι εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 12 της Παλαιστινιακής Εταιρείας του 1964 και έλαβε τραπεζική άδεια από τον PMA το 2001. Έχει αρκετούς συνεργάτες. Η Επιτροπή παρέχει χρηματοδοτική στήριξη στην εν λόγω εταιρεία και στους προκατόχους της από το 1986.
Στις 6 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή υπέγραψε τη σύμβαση επιχορήγησης PS2003/073-869 (η «σύμβαση») με το PDF (ο «συμβαλλόμενος»). Αυτό το δανειοδοτικό σχέδιο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις («ΜΜΕ») στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα βασίστηκε στο «Πρόγραμμα στήριξης έκτακτης ανάγκης για τις παλαιστινιακές ΜΜΕ στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας» συνολικής αξίας 14,5 εκατ. ευρώ. Σκοπός του έργου (2) ήταν να παράσχει στον παλαιστινιακό ιδιωτικό τομέα ΜΜΕ κεφάλαια εργασίας και εκκίνησης μέσω της δημιουργίας ενός Ταμείου Πιστώσεων για την αντιμετώπιση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που αντιμετώπιζε.
Το 2004, η αναθεώρηση δρομολογήθηκε από το ECTAO. Η πρόθεση ήταν να ανοίξει ο δρόμος για μια θετική απάντηση της Επιτροπής σε αίτημα της PBC για κεφαλαιοποίηση προηγούμενων κεφαλαίων έργων που είχαν προκαταβληθεί υπό τη διαχείρισή της. Όταν τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της επανεξέτασης κοινοποιήθηκαν τον Νοέμβριο του 2004, το ECTAO αποφάσισε να αναστείλει το προαναφερθέν σχέδιο δανειοδότησης και ενημέρωσε σχετικά το PDF με επιστολή της 21ης Νοεμβρίου 2004. Με επιστολές της 29ης Νοεμβρίου και της 15ης Δεκεμβρίου 2004, το ECTAO παρέσχε στο PDF περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο μεταφοράς κεφαλαίων στον λογαριασμό του Δημόσιου Ταμείου που είχε στην κατοχή του το παλαιστινιακό Υπουργείο Οικονομικών. Στις 22 Δεκεμβρίου 2005 (3), η Επιτροπή, το PDF και η γερμανική αναπτυξιακή τράπεζα «Kreditanstalt für Wiederaufbau»(«KfW») υπέγραψαν προσθήκη στη σύμβαση επιχορήγησης, στην οποία τα μέρη συμφώνησαν ότι ο νέος δικαιούχος θα είναι η KfW και ότι το PDF θα απαλλαγεί από τις ευθύνες του για τα υπόλοιπα κεφάλαια που μεταφέρθηκαν σε νέο λογαριασμό του έργου.
Ο καταγγέλλων απασχολήθηκε ως σύμβουλος από την PBC για την οποία ενήργησε ως διευθύνων σύμβουλος («CEO»), ενώ παράλληλα ενεργούσε ως γενικός διευθυντής του PDF. Φαίνεται ότι η σύμβασή του με την PBC έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2004.
Όσον αφορά τους δύο ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Πρώτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με την αντίληψή της, η σύμβαση του καταγγέλλοντος διήρκεσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 και δεν ανανεώθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της PBC. Ωστόσο, η Επιτροπή ήθελε να επισημάνει ότι δεν είχε καμία εξουσία επί των αποφάσεων της PBC σχετικά με το μέλλον του PDF ή τη διαχείρισή του.
Η επανεξέταση δρομολογήθηκε από την Επιτροπή με σκοπό την παροχή ορισμένων διευκρινίσεων σχετικά με τις έννομες σχέσεις μεταξύ της PBC και των συνδεδεμένων οντοτήτων. Όπως αναφέρεται στους όρους εντολής της επανεξέτασης, το αποτέλεσμα που αναμενόταν από την επανεξέταση ήταν η «παραγωγή συνεκτικού και πλήρους φακέλου αναφοράς όλου του σχετικού ποιοτικού και ποσοτικού υλικού που σχετίζεται με την εξέλιξη και την τρέχουσα δομή και απόδοση της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών, προς υποστήριξη των τρεχουσών και δυνητικών αιτήσεων για κοινοτική συνδρομή».
Τα προκαταρκτικά πορίσματα της επανεξέτασης έδειξαν ότι ο όμιλος PDF/PBC ήταν μια περίπλοκη δομή εταιρειών (συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών που είναι εγγεγραμμένες στις Νήσους Κέιμαν, το Λιχτενστάιν, την Κύπρο και το Λουξεμβούργο), μεταξύ των οποίων δεν υπήρχαν νομικοί δεσμοί. Το PBC και το PDF έτυχε να έχουν το ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο και Πρόεδρο, αν και δεν υπήρχε νομική σχέση μεταξύ των δύο οντοτήτων.
Σε συνέχεια των διαπιστώσεων αυτών, και προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως προβλέπεται στα άρθρα 27 και 60 του δημοσιονομικού κανονισμού (4), οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέστειλαν το έργο. Αποφασίστηκε επίσης ότι όλα τα κεφάλαια του έργου θα πρέπει να μεταφερθούν στον λογαριασμό του Δημόσιου Ταμείου που τηρείται από το παλαιστινιακό Υπουργείο Οικονομικών. Επιπλέον, κατά τη μεταφορά των κεφαλαίων, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν ενδείξεις παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων και ότι, ειδικότερα, τα κοινοτικά κεφάλαια είχαν κατανεμηθεί σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς αντί να τηρούνται σε έναν μόνο τραπεζικό λογαριασμό έργου.
Ο πρόεδρος του PDF ενημερώθηκε από το ECTAO για τα σημαντικότερα πορίσματα της επανεξέτασης κατά τη διάρκεια συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2004 μεταξύ των δύο μερών. Το ECTAO περιέγραψε ορισμένες από τις ανησυχίες του, οι οποίες απαιτούσαν ορισμένα επείγοντα διορθωτικά μέτρα. Οι παρατηρήσεις αυτές έγιναν δεκτές από τον πρόεδρο του PDF. Πράγματι, ως αποτέλεσμα αυτής της συνεδρίασης, ο πρόεδρος και το διοικητικό συμβούλιο του PDF προέβησαν σε ορισμένες ενέργειες με σκοπό την παροχή της ελλείπουσας τεκμηρίωσης, τον συμβιβασμό των μη λογισθέντων κεφαλαίων, την εξάλειψη ορισμένων νομικών ασυνεπειών στις δομές PBC και PDF, καθώς και τη βελτίωση των δομών διαχείρισης.
Ομοίως, το PDF μετέφερε τα κεφάλαια του έργου, όπως ζητήθηκε. Η μεταφορά αυτή πραγματοποιήθηκε σε πλήρη συμφωνία με το PDF και σύμφωνα με τη στάση συνεργασίας που επέδειξε ο πρόεδρος του PDF κατά την προαναφερθείσα συνεδρίαση. Δεν θα ήταν δυνατή η μεταφορά των κεφαλαίων χωρίς τη συμφωνία του PDF, δεδομένου ότι το PDF ήταν αυτό που κατείχε τα δικαιώματα υπογραφής στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Με την αναστολή του έργου, η Επιτροπή επιδίωξε να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα και να μην αμφισβητήσει τα επαγγελματικά προσόντα του καταγγέλλοντος.
Οι όροι εντολής ήταν σαφείς όσον αφορά τον σκοπό, το πεδίο εφαρμογής και τη μεθοδολογία τους. Στόχος τους ήταν να επανεξετάσουν και να αξιολογήσουν τη συνολική δομή και τις επιδόσεις της PBC (και των συνδεδεμένων εταιρειών), με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της ως διαύλου για τη διοχέτευση της υποστηριζόμενης από την Επιτροπή χρηματοδότησης στον παλαιστινιακό ιδιωτικό τομέα. Ήταν η δομή της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών της - και όχι η τεχνογνωσία ή οι μέθοδοι εργασίας του προσωπικού του PDF - που ήταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Review. Όσον αφορά τη μεθοδολογία για την επανεξέταση, το σημείο 2.3 των όρων εντολής ανέφερε ότι η ομάδα εμπειρογνωμόνων έπρεπε να βασιστεί «στο μέτρο του δυνατού στην τεκμηρίωση».
Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να συμφωνήσει με τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι απομακρύνθηκε από τη θέση του γενικού διευθυντή, ως αποτέλεσμα της απόφασής της να αναστείλει το έργο. Η απόφαση να μην ανανεώσει τη σύμβασή του ελήφθη αποκλειστικά από την PBC.
Όσον αφορά την κριτική του καταγγέλλοντος σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διενεργήθηκε η επανεξέταση, δηλαδή το γεγονός ότι οι εμπειρογνώμονες της ομάδας δεν επικοινώνησαν ούτε με τον καταγγέλλοντα ούτε με τους συναδέλφους του για διευκρινίσεις ή πληροφορίες, η Επιτροπή επανέλαβε ότι η επανεξέταση αφορούσε τη δομή της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών και βασιζόταν κυρίως σε ανάλυση ορισμένων εγγράφων. Δεν επρόκειτο για έλεγχο, αλλά για «νομική και επιχειρησιακή επισκόπηση». Ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την ανάγκη διεξαγωγής κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας. Παρά ταύτα, και όπως εξηγείται ανωτέρω, το ECTAO συναντήθηκε με τον πρόεδρο του PDF, τον ενημέρωσε για τη φύση των ανησυχιών της Επιτροπής και του παρείχε συνεκτική και εύλογη περιγραφή της νομικής βάσης για τη λήψη της απόφασης αναστολής του έργου.
Τέλος, και μόνο για λόγους ενημέρωσης, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα μεταφερόμενα κεφάλαια θα προορίζονταν για ένα καθεστώς εγγύησης πιστώσεων για τη στήριξη της ανάπτυξης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Αυτό το νέο πρόγραμμα θα χρησιμοποιηθεί για τη στήριξη του δανεισμού από τις εγχώριες τράπεζες για τον παλαιστινιακό ιδιωτικό τομέα. Η απόφαση για την ανακατεύθυνση των κονδυλίων με αυτόν τον τρόπο ελήφθη από την Επιτροπή σε συμφωνία με το παλαιστινιακό Υπουργείο Οικονομικών.
Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε αποφασίσει να αναστείλει το έργο για λόγους χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι οι υπηρεσίες της ενήργησαν σωστά, τήρησαν τους κανόνες και τις αρχές που τις δεσμεύουν και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣυνοπτικά, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
(1) Αναστολή του δανειοδοτικού σχεδίουΟ καταγγέλλων παρατήρησε ότι αντίγραφο της έκθεσης δεν είχε επισυναφθεί στη γνώμη της Επιτροπής, αν και αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της καταγγελίας. Η εν λόγω έκθεση δεν παρουσιάστηκε στο PDF, ούτε συζητήθηκαν τα πορίσματά της με το PDF, όπως είχε υποσχεθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της επανεξέτασης από υπαλλήλους του ECTAO πριν από την αναστολή του έργου.
Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι, στο πλαίσιο της σύμβασης που υπεγράφη με το PDF, η Επιτροπή δεν είχε τη νομική εξουσία να αναστείλει το έργο για τους λόγους που αναφέρθηκαν τότε.
(2) Καταγγελία της σύμβασης του καταγγέλλοντοςΌσον αφορά την παρατήρηση της Επιτροπής ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος με την PBC «προφανώς έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2004», ο καταγγέλλων δήλωσε καταρχάς ότι η σύμβαση βάσει της οποίας ορίστηκε διευθύνων σύμβουλος της PBC και γενικός διευθυντής του PDF συνάφθηκε με μια ιρλανδική εταιρεία, την Net Research Ltd. Οι όροι της σύμβασης για το έργο περιλάμβαναν ρήτρα σύμφωνα με την οποία τυχόν αλλαγές στο βασικό διοικητικό προσωπικό θα συμφωνούνταν και θα εγκρίνονταν από κοινού από το PDF και από την Επιτροπή πριν από την εφαρμογή των εν λόγω αλλαγών. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η σύμβασή του δεν καταγγέλθηκε από την PBC και ότι δεν «τερμάτισε». Στις αρχές Ιανουαρίου 2005, ένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου με τη μεγαλύτερη επιρροή, συγκεκριμένα ο επικεφαλής της εκτελεστικής επιτροπής του διοικητικού συμβουλίου, πρότεινε στον καταγγέλλοντα να μεταφέρει το γραφείο του από τη Ραμάλα στην Ιερουσαλήμ, καθώς δεν μπορούσαν πλέον να προστατεύσουν τον καταγγέλλοντα από μέλος του διοικητικού συμβουλίου που είχε λάβει σοβαρή προσωπική εξαίρεση από αυτόν λόγω των προβλημάτων με το ECTAO. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 2005, η Net Research Ltd, λόγω της μη καταβολής των οφειλόμενων τελών και μετά την απόσυρση της υποστήριξής της από την Επιτροπή, απέστειλε επιστολή καταγγελίας της σύμβασης. Δεν εστάλη απόδειξη παραλαβής της παρούσας επιστολής (5).
(3) Επίδραση της Επιτροπής στην PBC/PDFΗ Επιτροπή γνώριζε ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος, μέσω ιρλανδικής εταιρείας, δεν είχε ημερομηνία καταγγελίας, αλλά τρίμηνη προθεσμία προειδοποίησης, η οποία, μέχρι την ημερομηνία της γνώμης του θεσμικού οργάνου, δεν είχε δοθεί από την PBC. Η Επιτροπή επέμεινε ότι ο καταγγέλλων θα πρέπει να παραμείνει διευθύνων σύμβουλος για τη διαχείριση του νέου έργου, και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο επέμενε να συμμετέχει σε βασικές αποφάσεις διαχείρισης. Η PBC δεν είχε αποδεχθεί την επιστολή καταγγελίας που απέστειλε η ιρλανδική εταιρεία και δεν είχε καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση.
Όσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι δεν είχε καμία εξουσία σχετικά με το μέλλον του PDF ή τη διαχείρισή του, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι αυτό ήταν εσφαλμένο τόσο από νομική όσο και από ηθική άποψη. Η σύμβαση παρείχε δικαιώματα στην Επιτροπή όσον αφορά τη διαχείριση του PDF κατά τη διάρκεια του σχεδίου δανεισμού και κατά τη διάρκεια των εν εξελίξει σχεδίων. Η PBC και οι επιτροπές PDF κατάλαβαν ότι εάν ενεργούσαν ενάντια στις επιθυμίες της Επιτροπής, θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο πιθανή κοινοτική χρηματοδότηση για την οποία θα μπορούσε να υποβάλει αίτηση στο μέλλον.
(4) Η νομική δομή της ομάδας PDF/PBCΌσον αφορά την αναφορά της Επιτροπής στην περίπλοκη δομή ενός ομίλου εταιρειών που δεν ήταν νομικά συνδεδεμένες, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η δήλωση αυτή κατέδειξε την προσπάθεια της Επιτροπής να παρουσιάσει ελάχιστα τη νομική δομή του ομίλου PBC/PDF.
Πρώτον, η ίδια η Επιτροπή είχε εμπλακεί στη δημιουργία της κυπριακής εταιρείας και είχε πληρώσει για τις σχετικές εργασίες, προκειμένου να αποτελέσει ιδιοκτησιακό όχημα για τον όμιλο PDF/PBC.
Δεύτερον, κατόπιν αιτήματος της ΕΤΕπ, η εταιρεία που είναι εγκατεστημένη στις Νήσους Κέιμαν αντικαταστάθηκε από μια λουξεμβουργιανή εταιρεία και αφαιρέθηκε εντελώς από τη δομή μόλις οι Νήσοι Κέιμαν εμφανίστηκαν σε κατάλογο χωρών που επικρίθηκαν για την έλλειψη διαδικασιών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το Ισραήλ εμφανίζεται στην ίδια λίστα.
Τρίτον, η εταιρεία του Λιχτενστάιν δεν ήταν ποτέ μέρος της δομής του ομίλου PDF/PBC, αλλά ιδρύθηκε από 40 μεμονωμένους Παλαιστίνιους μετόχους για να τους δώσει μια εταιρική δομή στην οποία να λαμβάνουν τις δικές τους αποφάσεις. Ωστόσο, αυτή η εταιρεία διαλύθηκε γρήγορα.
Ως εκ τούτου, η δομή του ομίλου PDF/PBC ήταν απολύτως απλή: κυπριακό ίδρυμα κατείχε παλαιστινιακή τράπεζα, και συγκεκριμένα την PBC, η οποία με τη σειρά της κατείχε λουξεμβουργιανή εταιρεία χαρτοφυλακίου. Η λουξεμβουργιανή εταιρεία χαρτοφυλακίου, με τη σειρά της, κατείχε χρηματοπιστωτική εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ισραήλ. Ωστόσο, οι συντάκτες της κριτικής φαίνεται να έχουν καθοδηγηθεί από την πρόθεση να κάνουν τη δομή να φαίνεται απειλητική για άλλους λόγους και ως εκ τούτου αναφέρθηκαν στις Νήσους Κέιμαν και το Λιχτενστάιν για να προτείνουν κακή πρόθεση.
(5) Συμβατικές ενοχέςΌσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία για μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων και ότι τα κοινοτικά κεφάλαια είχαν κατανεμηθεί σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς αντί να τηρούνται σε έναν μόνο τραπεζικό λογαριασμό έργου, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι αυτό ήταν εσφαλμένο και ότι οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοι της Επιτροπής αρνήθηκαν να κατανοήσουν βασικές τραπεζικές έννοιες. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το PDF διατηρούσε κεφάλαια του έργου που δεν είχαν ακόμη εκταμιευθεί σε έναν μόνο τραπεζικό λογαριασμό του έργου που κατείχε η PBC και ότι η PBC διατηρούσε τα πλεονάζοντα κεφάλαιά της σε διάφορες τράπεζες.
(6) ΤεκμηρίωσηΗ Επιτροπή δήλωσε πάντοτε ότι η επανεξέταση θα χρησιμοποιηθεί για να την βοηθήσει να κατανοήσει τις λειτουργίες και τη δομή του ομίλου PDF/PBC και πρόσθεσε ότι είχε αναλάβει την επανεξέταση επειδή υπήρξαν αλλαγές στο προσωπικό και επίσης επειδή δεν μπόρεσαν να βρεθούν ορισμένα αρχεία. Ο κ. G. από το ECTAO, με την ευκαιρία των συνεδριάσεων στις οποίες συμμετείχε ως παρατηρητής, εξήγησε τακτικά στην PBC και στα συμβούλια PDF ότι η επανεξέταση θα χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει την Ομάδα να τακτοποιήσει τις υποθέσεις της, μετά τα δύσκολα χρόνια της Ιντιφάντα. Σε αντίθεση με όσα είχαν αναφερθεί, η Έκθεση, ακόμη και υπό τη μορφή σχεδίου, χρησιμοποιήθηκε για να επιτεθεί στην Ομάδα αναστέλλοντας το Έργο και δίνοντας σε ορισμένα πολιτικά στοιχεία της Ομάδας την ευκαιρία να απομακρύνουν τον καταγγέλλοντα από τη θέση του Γενικού Διευθυντή.
(7) Οικονομικά συμφέροντα της ΕπιτροπήςΗ Επιτροπή δήλωσε ότι επιδίωκε να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα και να μην αμφισβητήσει την επαγγελματική ικανότητα του καταγγέλλοντος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου, ο καταγγέλλων είχε λάβει διάφορες τηλεφωνικές κλήσεις από τον κ. G., συχνά εξαιρετικά δυσάρεστες και υστερικές, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο καταγγέλλων παραβίαζε τους όρους της σύμβασης και έκανε κατάχρηση κονδυλίων της ΕΕ. Πράγματι, τα οικονομικά συμφέροντα της Επιτροπής προστατεύονταν ανά πάσα στιγμή σύμφωνα με τις συνήθεις τραπεζικές διαδικασίες.
(8) ΕπανεξέτασηΌσον αφορά τους όρους εντολής, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το εν λόγω έγγραφο βασίστηκε σε συζητήσεις με ορισμένα άτομα που επιθυμούσαν να παρουσιάσουν τις επιδόσεις του ομίλου PDF/PBC ελάχιστα. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ήταν ενδιαφέρον να σημειωθεί, για παράδειγμα, ότι, εκτός από τον πρόεδρο, από τα υπόλοιπα εννέα μέλη, το μόνο μέλος του διοικητικού συμβουλίου που επισκέφθηκε η ομάδα κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης ήταν ένα μέλος που είχε εκφράσει ενδιαφέρον για την απομάκρυνση του καταγγέλλοντος βάσει εντελώς αβάσιμων ισχυρισμών περί απάτης.
Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι οι εμπειρογνώμονες που προετοίμασαν την αξιολόγηση δεν αφιέρωσαν σχεδόν καθόλου χρόνο στα γραφεία του ομίλου PDF/PBC, δουλεύοντας σχεδόν αποκλειστικά από το ξενοδοχείο τους. Οι εμπειρογνώμονες επανεξέτασης δεν συναντήθηκαν με τους άλλους εμπειρογνώμονες της ΕΕ που εργάζονται στην ομάδα, παρόλο που αναγνώρισαν τους εν λόγω εμπειρογνώμονες της ΕΕ στο σχέδιο έκθεσής τους.
Ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να επιμείνει ώστε να του δοθεί επίσημα αντίγραφο της έκθεσης, ώστε να μπορεί να την απευθύνει σελίδα προς σελίδα.
(9) Στήριξη της αναστολής από τον πρόεδροΟ καταγγέλλων επισήμανε ότι ο πρόεδρος του PDF έλαβε την απόφαση να συμφωνήσει με το αίτημα της Επιτροπής να αναστείλει το έργο και να μεταφέρει τα κεφάλαια χωρίς αναφορά στο διοικητικό συμβούλιο και ενάντια στη νομική γνώμη των δικηγόρων του ομίλου PDF/PBC.
(10) Μελλοντική χρήση των κονδυλίων που έχουν ανασταλείΗ Επιτροπή δήλωσε ότι τα μεταφερόμενα κεφάλαια θα προορίζονταν για ένα καθεστώς εγγύησης πιστώσεων για τη στήριξη της ανάπτυξης των ΜΜΕ στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Ωστόσο, η Επιτροπή αγνόησε εντελώς το γεγονός ότι αυτό και προηγούμενα σχέδια δανειοδότησης επρόκειτο επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη της οικοδόμησης της υποδομής μιας αναπτυξιακής τράπεζας για την Παλαιστίνη. Ο στόχος αυτός έγινε πλήρως κατανοητός και υποστηρίχθηκε, τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική άποψη, από προηγούμενες αντιπροσωπείες και από την ΕΤΕπ. Η εσφαλμένη απόφαση αναστολής του προγράμματος ωφέλησε ορισμένα πολιτικά στοιχεία στην Παλαιστίνη, καταστρέφοντας παράλληλα τις πιθανότητες της PBC να βελτιωθεί η ίδια και τα συστήματά της με σκοπό την καλύτερη διαχείριση των χορηγών και άλλων κονδυλίων για την ανάπτυξη του παλαιστινιακού ιδιωτικού τομέα.
(11) ΣυμπεράσματαΑπό το 1991, η Επιτροπή είχε καλές σχέσεις συνεργασίας με τα διάφορα θεσμικά όργανα, τα οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν για να σχηματίσουν το αρχικό PDF. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η δημιουργία του αρχικού PDF και η επακόλουθη τροποποίησή του σε PBC συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν με την Επιτροπή καθ’ όλη τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου και εγκρίθηκαν επίσης από την ΕΤΕπ. Η υπεράκτια δομή μέσω της οποίας η επιχείρηση της Ιερουσαλήμ πραγματοποιήθηκε μέσω υπεράκτιας οντότητας για την προστασία της από ισραηλινές παρεμβάσεις εγκρίθηκε από την ΕΤΕπ. Επιπλέον, μετά την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες ασκούσαν κριτική στις Νήσους Κέιμαν, η ΕΤΕπ ζήτησε τη μετατροπή της οντότητας χαρτοφυλακίου από εταιρεία των Νήσων Κέιμαν σε εταιρεία του Λουξεμβούργου. Μέχρι την αποχώρηση του προηγούμενου επικεφαλής της αντιπροσωπείας στα μέσα του 2004, δεν υπήρχαν προβλήματα με τη σχέση. Ωστόσο, μετά την αποχώρηση του επικεφαλής της αντιπροσωπείας και πριν από την έναρξη των εργασιών ενός αντικαταστάτη επικεφαλής αντιπροσωπείας, ορισμένα άτομα δεν έδειξαν κανένα σεβασμό για την ιστορία της σχέσης μεταξύ του PDF και της Επιτροπής, επιδιώκοντας να βελτιώσουν τη θέση και τον ρόλο τους στην αντιπροσωπεία.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καταστροφής της θεσμικής οικοδόμησης που είχε ξεκινήσει το 1991, κανένα από τα μέρη του ECTAO δεν είχε μπει στον κόπο να συζητήσει την κατάσταση με δύο χωριστές ομάδες χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ στην ομάδα PDF/PBC, εκ των οποίων η μία ήταν η μακροπρόθεσμη ομάδα εμπειρογνωμόνων για την υποστήριξη του έργου και η άλλη ήταν μια ομάδα που θα βοηθούσε στην αναδιάρθρωση της ομάδας. Ο εμπειρογνώμονας που εργαζόταν για το έργο είχε δηλώσει κατηγορηματικά ότι ο όμιλος PDF/PBC δεν παραβίαζε τη σύμβαση.
Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα άτομα στην Επιτροπή που ήταν υπεύθυνα για την καταστροφή ενός μεγάλου έργου της ΕΚ και τη σπατάλη κονδυλίων της ΕΕ θα πρέπει να λογοδοτήσουν.
Περαιτέρω έρευνεςΜετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης της Επιτροπής και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.
Αίτημα για περαιτέρω πληροφορίεςΩς εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή στις 7 Αυγούστου 2006, ζητώντας της να του παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα τρία σημεία:
(1) Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να αναστείλει το έργο και αναφέρθηκε, στα παραρτήματα, στο άρθρο 11 των γενικών όρων (δηλαδή στο παράρτημα ΙΙ της σύμβασης) «Περίοδος υλοποίησης της δράσης, παράταση, αναστολή, ανωτέρα βία και ημερομηνία λήξης». Το άρθρο 11 παράγραφος 3 των γενικών όρων προβλέπει ότι «η αναθέτουσα αρχή [δηλαδή η Επιτροπή] μπορεί να ζητήσει από τον δικαιούχο να αναστείλει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους της δράσης εάν οι περιστάσεις (κυρίως ανωτέρα βία) καθιστούν υπερβολικά δύσκολη ή επικίνδυνη τη συνέχιση της δράσης. » Θα μπορούσε η Επιτροπή να προσδιορίσει τη νομική βάση για την απόφασή της να αναστείλει το έργο, ιδίως σε σχέση με το εν λόγω άρθρο;
(2) Στην αρχική του καταγγελία, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η έκθεση ήταν εσφαλμένη όσον αφορά πολλές λεπτομέρειες. Ο καταγγέλλων επισύναψε ως αποδεικτικό στοιχείο παράρτημα με επισκόπηση των διαφόρων ανακριβειών και ψευδών δηλώσεων που θεωρούσε στην έκθεση. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εμπειρογνώμονες που πραγματοποίησαν την επανεξέταση είχαν ελάχιστη αλληλεπίδραση με το διοικητικό συμβούλιο και τη διοίκηση της PBC, δεν επισκέφθηκαν βασικούς παράγοντες στα γραφεία της PBC και επέλεξαν να ρίξουν το χειρότερο φως στην κατάσταση. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι, αντί να συναντηθούν όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, οι εμπειρογνώμονες συναντήθηκαν μόνο με τον πρόεδρο και έναν κακοπροαίρετο διευθυντή, ο οποίος είχε διατυπώσει αβάσιμο ισχυρισμό περί διαφθοράς εναντίον του. Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει τα επιχειρήματα αυτά;
(3) Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε περαιτέρω ότι οι όροι αναφοράς για την επανεξέταση βασίστηκαν σε συζητήσεις με ορισμένα άτομα που ήθελαν να «ρίξουν φως» στις επιδόσεις του ομίλου PDF/PBC. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι, εκτός από τον πρόεδρο, το μόνο μέλος του διοικητικού συμβουλίου που επισκέφθηκε από τα υπόλοιπα εννέα ήταν ένα μέλος που είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να απαλλαγεί από αυτόν λόγω εντελώς αβάσιμων ισχυρισμών περί απάτης. Θα μπορούσε η Επιτροπή να σχολιάσει το επιχείρημα αυτό;
Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε επίσης την Επιτροπή και τον καταγγέλλοντα ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος στις παρατηρήσεις του να αποκτήσει πρόσβαση στην έκθεση ήταν απαράδεκτος, καθώς δεν είχε προβεί στις κατάλληλες προηγούμενες διοικητικές ενέργειες, δηλαδή να υποβάλει αίτηση πρόσβασης στο σχετικό έγγραφο στην Επιτροπή (6).
Απάντηση της ΕπιτροπήςΣυνοπτικά, η απάντηση της Επιτροπής είχε ως εξής:
(1) Νομική βάση για την απόφαση της Επιτροπής να αναστείλει το έργο:Όσον αφορά τη νομική βάση για την αναστολή, το άρθρο 12 παράγραφος 1 των γενικών όρων προέβλεπε ότι «[ε]άν ένα συμβαλλόμενο μέρος πιστεύει ότι η σύμβαση δεν μπορεί πλέον να εκτελεστεί αποτελεσματικά ή κατάλληλα, διαβουλεύεται με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία επί της λύσης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση με γραπτή προειδοποίηση δύο μηνών, χωρίς να υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση». Επιπλέον, το άρθρο 12 παράγραφος 5 προέβλεπε ότι «[π]ριν ή αντί της καταγγελίας της σύμβασης, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αναστείλει τις πληρωμές ως προληπτικό μέτρο χωρίς προειδοποίηση».
Η Επιτροπή είχε τότε ανησυχίες όσον αφορά τη νομική δομή και τη διαχείριση των έργων από την PBC και στη συνέχεια από το PDF. Επιπλέον, οι ανησυχίες αυτές επιβεβαιώθηκαν από τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και από τις προσπάθειες της Επιτροπής να αποσαφηνίσει ορισμένους από τους σημαντικότερους τομείς ανησυχίας σχετικά με το PDF. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ανησυχιών και εξελίξεων, στις 21 Νοεμβρίου 2004, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον αντισυμβαλλόμενο, και συγκεκριμένα το PDF, με σκοπό την αναστολή του έργου. Όπως παραδέχθηκε πρόθυμα ο καταγγέλλων στην επιστολή του της 12ης Μαρτίου 2006, η Επιτροπή συναντήθηκε με τον πρόεδρο του PDF λίγο αργότερα και έλαβε την έγκρισή του με την πραγματική μεταφορά των χρημάτων στον νέο λογαριασμό του έργου.
Η απόφαση, βάσει των διατάξεων της σύμβασης, ήταν επίσης σύμφωνη με το άρθρο 106 παράγραφος 4 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού (7), το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Εάν περιέλθουν σε γνώση του αρμόδιου διατάκτη πληροφορίες που θέτουν υπό αμφισβήτηση την επιλεξιμότητα των δαπανών που περιλαμβάνονται σε αίτηση πληρωμής, ο διατάκτης μπορεί να αναστείλει την προθεσμία πληρωμής για περαιτέρω επαλήθευση, συμπεριλαμβανομένου του επιτόπιου ελέγχου, προκειμένου να εξακριβώσει, πριν από την πληρωμή, ότι οι δαπάνες είναι πράγματι επιλέξιμες. Ο διατάκτης ενημερώνει τον εν λόγω δικαιούχο το συντομότερο δυνατόν».
Μετά την αναστολή των πληρωμών, στις 22 Δεκεμβρίου 2005 τέθηκε σε ισχύ προσθήκη στη σύμβαση (8), η οποία αντικατέστησε το PDF με μοναδικό δικαιούχο την KfW, απαλλάσσοντας το PDF από τις ευθύνες της για τα μεταφερόμενα κεφάλαια και επιτρέποντας την προσθήκη των υπόλοιπων κεφαλαίων σε κεφάλαια που έχουν ήδη δεσμευθεί για το Ταμείο Πιστώσεων, διασφαλίζοντας έτσι ότι το έργο θα μπορούσε να συνεχίσει να ωφελεί τις παλαιστινιακές ΜΜΕ.
(2) Η εσφαλμένη αναθεώρησηΗ Επιτροπή επισήμανε ότι οι συνεχιζόμενες διαφορές απόψεων μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος σχετικά με την ορθή διαχείριση των κοινοτικών έργων, σε συνδυασμό με αποδεικτικά στοιχεία για ορισμένες ασυνέπειες και παρατυπίες, επιβεβαίωσαν προηγούμενες αμφιβολίες της Επιτροπής και προκάλεσαν σοβαρές ανησυχίες στο πλαίσιο του ECTAO. Τα ακόλουθα σημαντικά ζητήματα επιβεβαιώθηκαν από την επανεξέταση:
- Ένα παράδειγμα παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων και των διαδικασιών διαχείρισης του προγράμματος της ΕΚ από τον ανάδοχο, και συγκεκριμένα το PDF, το οποίο επιβεβαιώθηκε από την επισκόπηση, ήταν το ακόλουθο: Στο τελικό στάδιο της επανεξέτασης, η Επιτροπή ζήτησε από τον καταγγέλλοντα, υπό την ιδιότητά του ως γενικού διευθυντή του PDF, να υπολογίσει τους τόκους που εισέπραξε (η έμφαση προστέθηκε από την Επιτροπή) επί των κεφαλαίων που είχε ήδη εκταμιεύσει η Επιτροπή στον αντισυμβαλλόμενο στο πλαίσιο της σύμβασης. Σε σύγκριση με τον υπολογισμό από την αντιπροσωπεία του ποσού των τόκων που θα έπρεπε να είχαν εισπραχθεί σε έναν μέσο καταθετικό λογαριασμό, ο καταγγέλλων δήλωσε μόνο το ήμισυ του αναμενόμενου ποσού των τόκων. Η αντιπροσωπεία έθεσε εκ νέου το θέμα στη νέα διοίκηση και διαπιστώθηκε ότι οι υπολογισμοί της αντιπροσωπείας σχετικά με το τι πίστευε ότι θα έπρεπε να είχε κερδηθεί ήταν πράγματι σωστοί και πολύ παρόμοιοι με αυτούς που είχαν πράγματι κερδηθεί. Περίπου το 50 % του ποσού αυτού κατανεμήθηκε σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς που χρησιμοποιήθηκαν από το PDF για την κατάθεση των χρημάτων του ταμείου, ενώ το υπόλοιπο ποσό ήταν 49 454,23 EUR, το οποίο ήταν αδήλωτο και είχε προφανώς παρακρατηθεί από την PBC ως τέλος για τις λεγόμενες τραπεζικές υπηρεσίες της.
Αυτό συνιστούσε αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 των γενικών όρων, σύμφωνα με το οποίο ο ανάδοχος έχει σαφή υποχρέωση να τηρεί ακριβή και τακτικά αρχεία και λογαριασμούς όσον αφορά την υλοποίηση του έργου. Σε αυτό περιλαμβάνονταν συγκεκριμένα «ακριβείς λεπτομέρειες σχετικά με τους δεδουλευμένους τόκους επί των κεφαλαίων που καταβλήθηκαν από την αναθέτουσα αρχή». Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 2 των γενικών όρων, ο ανάδοχος υπέκειτο σε υποχρέωση τακτικής υποβολής εκθέσεων που κάλυπτε όλες τις πτυχές της εκτέλεσης του έργου, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερειών του προϋπολογισμού και των πραγματοποιηθεισών δαπανών. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 10 των γενικών όρων, «οι τόκοι που προκύπτουν από προχρηματοδοτήσεις που καταβάλλονται από την αναθέτουσα αρχή στον δικαιούχο αναφέρονται στις ενδιάμεσες και τελικές εκθέσεις και επιστρέφονται στην αναθέτουσα αρχή κατόπιν αιτήματός της, σύμφωνα με το άρθρο 18». Επίσης, το άρθρο 15 παράγραφος 8 απαιτούσε σαφώς από τον δικαιούχο να τηρεί τραπεζικό λογαριασμό ειδικά για την εκάστοτε δράση, στον οποίο να προσδιορίζονται τα ποσά που κατέβαλε η αναθέτουσα αρχή. Ως πρώτο βήμα, αυτή η παραβίαση της σύμβασης δικαιολόγησε σαφώς την αναστολή, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 5 των γενικών όρων. Επιπλέον, σε δεύτερο στάδιο, λαμβανομένης υπόψη της επακόλουθης συμφωνίας του αναδόχου να μεταφέρει χρήματα σε νέο λογαριασμό στο πλαίσιο του Ενιαίου Λογαριασμού Δημοσίου του Υπουργείου Οικονομικών και της αμοιβαίας συμφωνίας ότι η KfW θα συνεχίσει να διαχειρίζεται τα κεφάλαια του έργου, η Επιτροπή βασίμως κατήγγειλε τη σύμβαση.
- Ένα άλλο σημαντικό παραδοτέο της επανεξέτασης ήταν η κατάρτιση καταλόγου εγγράφων τα οποία θα πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμα στη γραμματεία της εταιρείας κάθε οργανισμού με χρηστή διαχείριση, ιδίως ενός οργανισμού στον οποίο έχει ανατεθεί η διαχείριση έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΚ. Όπως προαναφέρθηκε, ο ανάδοχος συμφωνίας επιχορήγησης υπέκειτο σε υποχρέωση λεπτομερούς τήρησης βιβλίων και αρχείων (άρθρο 16 των γενικών όρων, η έμφαση προστέθηκε από την Επιτροπή). Ορισμένα σημαντικά έγγραφα είτε δεν ήταν διαθέσιμα είτε δεν παρασχέθηκαν από την PBC και το PDF. Μετά την ολοκλήρωση της επισκόπησης, διαπιστώθηκαν περαιτέρω κενά πέραν εκείνων που αναφέρονται στον κατάλογο που καταρτίστηκε από τους εμπειρογνώμονες στην τελική έκθεση της αποστολής τους. Ορισμένα από τα έγγραφα αυτά, τα οποία προφανώς δεν ήταν διαθέσιμα στους συμβούλους κατά τον χρόνο της επανεξέτασης, προσκομίστηκαν αργότερα από τον καταγγέλλοντα.
Κύριος στόχος της αναθεώρησης ήταν να αποσαφηνιστεί η δομή της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών, συμπεριλαμβανομένου του PDF. Όπως ανέφερε η Επιτροπή στη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, η PBC και οι εταιρείες PDF είχαν πολύ περίπλοκη νομική δομή (η έμφαση προστέθηκε από την Επιτροπή). Τρεις ιδρυτικές ΜΚΟ/πιστωτικοί οργανισμοί καταχωρίστηκαν ως «συγχωνευθέντες» το 1996 στο «αρχικό» PDF, το οποίο έλαβε την τραπεζική άδεια από το PMA τον Μάρτιο του 2001. Το "αρχικό" PDF άλλαξε το όνομά του σε "PBC" με την επακόλουθη ίδρυση, επίσης το 2001, μιας συνδεδεμένης νέας εταιρείας, που ονομάζεται και πάλι PDF, με το "νέο" PDF να είναι ο ανάδοχος της εν λόγω σύμβασης.
Το 1993, η ΕΚ χρηματοδότησε μελέτη για την ίδρυση παλαιστινιακής αναπτυξιακής τράπεζας μέσω της συγχώνευσης των τριών προαναφερθέντων πιστωτικών οργανισμών. Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι οργανισμοί, όπως συγκροτήθηκαν και λειτουργούσαν τότε, θα πρέπει να συνεργαστούν και να κάνουν μια κριτική αξιολόγηση του μέλλοντός τους πριν αναλάβουν το ρόλο των υποστηρικτών μιας παλαιστινιακής αναπτυξιακής τράπεζας. Φαίνεται ότι, το 1994 και το 1995, οι τρεις οργανισμοί κατέβαλαν προσπάθειες για την εναρμόνιση των διοικητικών διαδικασιών τους. Τον Απρίλιο του 1995, τα διοικητικά συμβούλια των τριών οργανισμών υπέγραψαν επιστολή προθέσεων για συγχώνευση. Μετά την πρωτοβουλία αυτή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσε στην εταιρεία συμβούλων Rural Development Ireland να προτείνει το κατάλληλο στρατηγικό σχέδιο και την οργανωτική δομή της μελλοντικής συγχωνευμένης αναπτυξιακής τράπεζας. Η ομάδα συμβούλων αποτελούνταν από δύο εμπειρογνώμονες: σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού και οργανωτικός σύμβουλος, δηλαδή ο καταγγέλλων.
Κατά τα έτη που ακολούθησαν τη δημιουργία του «νέου» PDF το 2001, στο τελευταίο ανατέθηκε η διαχείριση αρκετών έργων που χρηματοδοτήθηκαν από την ΕΚ, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης, η οποία ανεστάλη τον Νοέμβριο του 2004. Το «αρχικό» PDF ή PBC ήταν ο διάδοχος των τριών οργανισμών και, ως εκ τούτου, καθιερωμένος αποδέκτης κοινοτικών κονδυλίων, ενώ το «νέο» PDF ήταν αυτοτελής κερδοσκοπικός οργανισμός. Λόγω της στενά αλληλένδετης αλλά χωριστής ύπαρξης αυτών των δύο εταιρειών, οι οποίες είχαν εν μέρει πανομοιότυπα διοικητικά στελέχη και επιμερισμένη διαχείριση και γραφεία, άρχισε να αυξάνεται η αβεβαιότητα σχετικά με το νομικό καθεστώς και των δύο. Η κατάσταση αυτή δεν αποσαφηνίστηκε από τον καταγγέλλοντα όταν εφαρμόστηκε το «νέο» PDF για τη διαχείριση νέων κοινοτικών κονδυλίων. Η δομή και η αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών («Κυπριακό Ίδρυμα που κατέχει παλαιστινιακή τράπεζα (η PBC) που κατέχει λουξεμβουργιανή εταιρεία χαρτοφυλακίου που κατέχει ισραηλινή εγγεγραμμένη εταιρεία χρηματοδότησης (PBC Finance Limited, Ιερουσαλήμ)», για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του καταγγέλλοντος) δεν ήταν, κατά την άποψη της Επιτροπής, «κατά συνέπεια απολύτως απλή»(και πάλι, σύμφωνα με τα λόγια του καταγγέλλοντος). Αυτή η αδιαφανής νομική δομή δημιούργησε αμφιβολίες σχετικά με την ακεραιότητα των συμβάσεων που συνδέουν την Επιτροπή με την PBC και το PDF και ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική και κατάλληλη εκτέλεση της σύμβασης από τον ανάδοχο.
Επιπλέον, από την επανεξέταση δεν προέκυψαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το νέο PDF, δηλαδή ο ανάδοχος της συμφωνίας επιχορήγησης, ήταν νομικά συνδεδεμένο με τον όμιλο PBC/PBC. Το «νέο» PDF φαίνεται να είναι στην πραγματικότητα μια ιδιωτική εταιρεία με το ίδιο όνομα με τον προκάτοχο του PBC. Το ECTAO είχε οδηγηθεί να πιστεύει από τον καταγγέλλοντα ότι η PBC και το «νέο» PDF ήταν νομικά ένα και το αυτό. Το γεγονός ότι, 12 μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης στις 6 Δεκεμβρίου 2003, το διοικητικό συμβούλιο του PDF εξουσιοδοτούσε τον πρόεδρο της PBC να εκτελέσει τη συμφωνία επιχορήγησης εξ ονόματος του PDF σήμαινε ότι ο τελευταίος δεν είχε αυτή την εξουσία κατά τον χρόνο υπογραφής και επακόλουθης εκτέλεσης της σύμβασης επιχορήγησης. Επιπλέον, η εν λόγω εξουσιοδότηση δεν δημιούργησε από μόνη της επαρκώς σταθερό διαρθρωτικό δεσμό για την αντιμετώπιση της προφανούς έλλειψης νομικού δεσμού μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών.
Πρόσθετες ανησυχίες περιλάμβαναν την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, κατά τον χρόνο της επανεξέτασης, ότι οι τρεις ιδρυτικές ΜΚΟ/πιστωτικοί οργανισμοί, οι οποίες είχαν καταγραφεί ως «συγχωνευμένες» στο «αρχικό» PDF, είχαν στην πραγματικότητα συγχωνευθεί νόμιμα πριν από τη μετατροπή του αρχικού PDF στην PBC. Η ομάδα που διενήργησε την επανεξέταση δεν ήταν σε θέση να αποκτήσει εταιρικά έγγραφα που θα διασφάλιζαν το πραγματικό νομικό και εταιρικό καθεστώς των τριών ΜΚΟ/πιστωτικών οργανισμών. Αντί να συγχωνευθούν στο PDF, ή να διαλυθούν ως συνέπεια μιας τέτοιας «συγχώνευσης», ήταν το προσωπικό των ΜΚΟ / πιστωτικών οργανισμών, καθώς και τα λειτουργικά έξοδα και οι υποχρεώσεις που αντιστοιχούν σε αυτά που μεταφέρθηκαν στο «αρχικό» PDF για συνεχή διαχείριση και διοίκηση. Κατά την ημερομηνία της επανεξέτασης, διαπιστώθηκε ότι τουλάχιστον δύο εξ αυτών, και ενδεχομένως και οι τρεις, εξακολουθούσαν να υφίστανται και να λειτουργούν. Δεδομένου ότι οι αρχικές δεσμεύσεις της Επιτροπής αφορούσαν τους τρεις αυτούς οργανισμούς, οι μεταγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής να αναθέσει συμβάσεις στην PBC και στη συνέχεια στο «νέο» PDF βασίστηκαν στην εσφαλμένη υπόθεση ότι οι τρεις αυτοί οργανισμοί είχαν συγχωνευθεί στο «αρχικό» PDF, το οποίο στη συνέχεια άλλαξε την επωνυμία του σε PBC. Το γεγονός ότι οι τρεις οργανισμοί δεν συγχωνεύθηκαν και δεν ενοποιήθηκαν πλήρως στο «νέο» PDF, όπως πίστευε η Επιτροπή εκείνη την εποχή, αλλά συνέχισαν να υπάρχουν χωρίς να μεταφέρουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην PBC, έθεσε σε κίνδυνο τις αποφάσεις της Επιτροπής να προκαταβάλει κεφάλαια στο PDF, το οποίο παρουσιάστηκε ως ένα και το αυτό και νομικά συνδεδεμένο με την PBC. Αυτό ήταν ένα ακόμη παράδειγμα της πολύ αδιαφανούς νομικής δομής που πρόσθεσε στο συμπέρασμα της επανεξέτασης ότι ενδέχεται να υπάρχουν ακόμη περισσότερες ασυνέπειες από αυτές που έχουν ήδη διαπιστωθεί. Αυτό επηρέασε άμεσα και την εκτέλεση της Σύμβασης, διότι η PBC με την τραπεζική της άδεια εξυπηρέτησε ταυτόχρονα με τον τραπεζίτη και εγγυητή του PDF για την ασφαλή διαχείριση των κεφαλαίων του έργου.
Εκτός από τις διαπιστώσεις σοβαρών παραβιάσεων των συμβατικών υποχρεώσεων από τον ανάδοχο, δηλαδή το PDF, η προαναφερθείσα εξαιρετικά περίπλοκη και αδιαφανής νομική δομή των εταιρειών PDF και PBC, αφενός, και η έλλειψη σταθερού νομικού δεσμού μεταξύ της PBC και του PDF, αφετέρου, αποτέλεσαν σημαντικές πηγές ανησυχίας που οδήγησαν στην αναστολή των πληρωμών τον Νοέμβριο του 2004. Όπως προαναφέρθηκε, οι ανησυχίες αυτές ήταν επίσης θεμελιώδεις, διότι το «νέο» PDF παρουσιάστηκε στην Επιτροπή ως ένα και το αυτό με την PBC, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μόνο το όνομα, οι εγκαταστάσεις και η διαχείριση που είχαν από κοινού και το «νέο» PDF ήταν στην πραγματικότητα ένας αυτόνομος κερδοσκοπικός οργανισμός. Η πλήρης επανεξέταση του καθεστώτος του «νέου» PDF ως αποδέκτη κοινοτικών κονδυλίων πραγματοποιήθηκε μόλις στα τέλη του 2004, διότι (1) η Επιτροπή εξακολούθησε να έχει την εσφαλμένη εντύπωση ότι το «νέο» PDF ήταν νομικά ενσωματωμένο στην PBC, διάδοχο του «αρχικού» PDF, και (2) η Επιτροπή είχε ήδη μεγάλη εμπειρία στην παροχή στήριξης στο «αρχικό» PDF και στους τρεις οργανισμούς που το απαρτίζουν.
- Η επανεξέταση συνέβαλε επίσης στη γνωστοποίηση της ακόλουθης παρατυπίας: Στις 28 Οκτωβρίου 1999, η ΕΤΕπ συνήψε συμφωνία εγγραφής στο μετοχικό κεφάλαιο με την PBC. Η Παλαιστινιακή Αρχή είχε ζητήσει από την ΕΤΕπ να παράσχει χρηματοδοτική βοήθεια στην PBC, την οποία περιέγραψε ως αναπτυξιακή και επενδυτική τράπεζα και θυγατρική του Euro-Palestinian Foundation Limited («EPFL»), ενός κυπριακού καταπιστεύματος. Σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμφωνίας εγγραφής στο μετοχικό κεφάλαιο, η ΕΤΕπ κατέβαλε το ποσό των 2 εκατ. EUR υπό μορφή προκαταβολών στην PBC για το 8,3 % της κεφαλαιοποίησης της PBC. Η επανεξέταση επιβεβαίωσε ότι αυτή η επένδυση μετοχικού κεφαλαίου της ΕΤΕπ αντιπροσώπευε τη μόνη διαφανή και πραγματική εισφορά μετοχικού κεφαλαίου στην PBC μέσω του EPFL.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας Εγγραφής Μετοχών της 28ης Οκτωβρίου 1999, η ΕΤΕπ είχε μια πρώτη κατάπτωση των κεφαλαίων της που είχαν επενδυθεί. Το άρθρο 1.02 (Προηγούμενο καθεστώς) ορίζει σαφώς ότι:
«Οι υποχρεώσεις της Τράπεζας στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας εξαρτώνται από την προϋπόθεση ότι η Τράπεζα έχει πεισθεί ότι:
Για την πρώτη πρόσκληση καταβολής (...):
(β) [έχει λάβει] νομική γνωμοδότηση από το νομικό συμβούλιο της Εταιρείας ότι η εν λόγω έκδοση μετοχών στην Τράπεζα έχει εγκριθεί δεόντως από όλες τις εσωτερικές διαδικασίες της Εταιρείας, ότι οι υποχρεώσεις της Εταιρείας είναι έγκυρες, δεσμευτικές και εκτελεστές εναντίον της και ότι όλες οι επίσημες συναινέσεις και εξουσιοδοτήσεις που απαιτούνται για να μπορέσει η Εταιρεία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει της παρούσας Συμφωνίας και να καταβάλει στην Τράπεζα, δωρεάν και χωρίς αφαίρεση των εθνικών φόρων, όλα τα μερίσματα που μπορεί κατά καιρούς να δηλώνονται από την Εταιρεία.
γ) ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εγκρίνει την παροχή πόρων από τον κοινοτικό προϋπολογισμό και έχει ενημερώσει σχετικά την Τράπεζα.
Η Τράπεζα ενημερώνει την Εταιρεία μόλις εκπληρωθούν οι όροι αυτοί»(η υπογράμμιση προστέθηκε από την Επιτροπή).
Ωστόσο, κατά τον χρόνο της επανεξέτασης δεν βρέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι μετοχές που οφείλονταν στην ΕΤΕπ, οι οποίες προέρχονταν από την επένδυσή της στην PBC στο πλαίσιο της συμφωνίας εγγραφής στο μετοχικό κεφάλαιο, είχαν εκδοθεί επίσημα. Επιπλέον, ο νομικός σύμβουλος της ομάδας εξέτασης ανέφερε ότι οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της PBC δεν προέβλεπαν ενδεχόμενη υποχρέωση όσον αφορά τις προκαταβολές που εισέπραττε από την ΕΤΕπ. Μόλις τον Δεκέμβριο του 2005 και ως άμεσο αποτέλεσμα των πορισμάτων της επανεξέτασης, ο νέος γενικός διευθυντής του PDF επιβεβαίωσε την καταχώριση της συμμετοχής της ΕΤΕπ στην PBC. Η ΕΤΕπ συνέχισε τις έρευνές της σχετικά με το σημείο αυτό και τον Σεπτέμβριο του 2006 αναμενόταν επιτόπια αποστολή.
- Η PBC τελούσε υπό διαδικασία στενής έρευνας και λήψης διορθωτικών μέτρων από τον PMA σχετικά με τη μη συμμόρφωσή της με ορισμένες τραπεζικές απαιτήσεις που είχε θέσει ο PMA. Της απαγορεύθηκε να δέχεται καταθέσεις και να δραστηριοποιείται στην αγορά έως ότου συμμορφωθεί πλήρως με τις απαιτήσεις της PMA, ιδίως όσον αφορά την κεφαλαιακή της επάρκεια. Λαμβανομένου υπόψη ότι η PBC είχε παράσχει οικονομική εγγύηση για την προστασία της Επιτροπής από την κακοδιαχείριση των κονδυλίων του έργου από τον ανάδοχο και ότι η PBC ενεργούσε ως τραπεζίτης του αναδόχου, οποιαδήποτε δυσμενής επίδοση της PBC, ιδίως μια κατάσταση στην οποία βρισκόταν υπό στενή επιθεώρηση από την εποπτική αρχή, θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στο νέο PDF και στην ακεραιότητα των έργων της ΕΚ υπό τη διαχείρισή της.
- Ορισμένα προβλήματα που επισημάνθηκαν από την επανεξέταση στην πραγματικότητα διορθώθηκαν αργότερα. Οι σημαντικότερες από αυτές περιλάμβαναν:
- την καταχώριση της συμμετοχής της ΕΤΕπ στο μετοχικό κεφάλαιο της PBC·
- τη νομική εξουσιοδότηση από το διοικητικό συμβούλιο του PDF του προέδρου του, 12 μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης της 6ης Δεκεμβρίου 2003 εξ ονόματος του PDF·
- τον επανυπολογισμό των δεδουλευμένων τόκων επί των εκταμιευθέντων κεφαλαίων από τη σύμβαση επιχορήγησης, με αποτέλεσμα πρόσθετο ποσό ύψους 49 454,23 EUR που δεν είχε δηλωθεί προηγουμένως (το οποίο παρακρατήθηκε εσφαλμένα από την PBC για το κόστος των υπηρεσιών της), το οποίο ο κ. M., πρόεδρος της PBC και του PDF, ενέκρινε αμέσως να επαναπατριστεί και να προστεθεί στο κύριο κεφάλαιο που τηρείται σε υπολογαριασμό του ενιαίου ταμειακού λογαριασμού.
Η σοβαρότητα των ζητημάτων αυτών, το γεγονός ότι δεν θα είχαν αποκαλυφθεί χωρίς την επανεξέταση και η επισήμανση άλλων ασυνεπειών οδήγησαν την Επιτροπή να απορρίψει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η επανεξέταση ήταν εσφαλμένη.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι εμπειρογνώμονες που πραγματοποίησαν την επανεξέταση είχαν ελάχιστη αλληλεπίδραση με το διοικητικό συμβούλιο και τη διοίκηση της PBC και δεν επισκέφθηκαν βασικούς παράγοντες στα γραφεία της PBC, η Επιτροπή απάντησε ως εξής: ο πρόεδρος της PBC, κ. M., και ο διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής της, ο καταγγέλλων (ο οποίος ήταν επίσης ο γενικός διευθυντής του PDF), ήταν οι κατάλληλοι ανώτεροι υπάλληλοι για να εκπροσωπούν τόσο την PBC όσο και το PDF σε σχέση με κάθε σύμβαση επιχορήγησης την οποία είχαν αναλάβει να διαχειρίζονται για λογαριασμό της Επιτροπής. Τα έγγραφα που δεν ήταν διαθέσιμα στη γραμματεία της εταιρείας ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα ή τον πρόεδρο της PBC. Ο καταγγέλλων και ο πρόεδρος της PBC ήταν πράγματι οι «βασικοί παράγοντες» όσον αφορά την επανεξέταση. Οι πληροφορίες και τα έγγραφα που δεν μπορούσαν να εντοπιστούν με εύλογες προσπάθειες κατά τη διάρκεια του διαθέσιμου χρόνου για την ομάδα εξέτασης επισημάνθηκαν από την ομάδα εξέτασης ότι έλειπαν από τα αρχεία της PBC και του PDF.
Η ομάδα που προετοίμασε την επανεξέταση είχε υψηλό βαθμό αλληλεπίδρασης τόσο με τον πρόεδρο της PBC, κ. M., όσο και με τον καταγγέλλοντα, ο οποίος ήταν ο διευθύνων σύμβουλος και ο γενικός διευθυντής της PBC, καθώς και ο γενικός διευθυντής του PDF. Επίσης, όπως ορίζεται στους όρους εντολής, δεν ήταν καθήκον της ομάδας επανεξέτασης να καλέσει σε συνέντευξη ολόκληρο το διοικητικό συμβούλιο ή το προσωπικό της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών. Οι βασικοί παίκτες ήταν όπως αναφέρθηκε παραπάνω.
(3) Ελλιπείς όροι αναφοράς για την αναθεώρησηΗ PBC είχε ζητήσει από την Επιτροπή να της επιτρέψει να κεφαλαιοποιήσει τα ανακυκλούμενα κεφάλαια από τα δύο προηγούμενα έργα. Η Επιτροπή ήταν, καταρχήν, πρόθυμη να συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό, αλλά σοβαρά ερωτήματα όσον αφορά τη δομή και τη νομική ακεραιότητα της PBC και του PDF απαιτούσαν επανεξέταση της δομής της ομάδας τους και της διαχείρισης των έργων της Επιτροπής.
Οι όροι εντολής επισυνάφθηκαν στη γνώμη της Επιτροπής της 6ης Ιανουαρίου 2006 προς τον Διαμεσολαβητή. Στο πλαίσιο αυτό, έπρεπε να σημειωθεί ότι η έκθεση ήταν μια εσωτερική έκθεση που εκπονήθηκε κατόπιν αιτήματος των υπηρεσιών της Επιτροπής βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 2 των γενικών όρων, το οποίο ορίζει στην πρώτη παράγραφο:
«Ο δικαιούχος θα επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (...) να επαληθεύσει, εξετάζοντας τα έγγραφα ή μέσω επιτόπιων ελέγχων, την υλοποίηση της δράσης και να διενεργήσει πλήρη έλεγχο, εφόσον απαιτείται, με βάση τα δικαιολογητικά έγγραφα των λογαριασμών, τα λογιστικά έγγραφα και κάθε άλλο έγγραφο σχετικό με τη χρηματοδότηση της δράσης. Οι επιθεωρήσεις αυτές μπορούν να πραγματοποιούνται έως και 7 έτη μετά την πληρωμή του υπολοίπου».
Σε αντίθεση με όσα ανέφερε ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του, οι ΟΕ συζητήθηκαν, καταρτίστηκαν και δρομολογήθηκαν μέσω μιας ενοποιημένης προσέγγισης από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής. Το πιο σημαντικό ήταν ότι αποτελούσαν μέρος της σύμβασης για τη διενέργεια της επανεξέτασης. Η αποδέκτρια εταιρεία συμφώνησε με τους ToR κατά την υπογραφή της σύμβασης. Οι όροι εντολής συζητήθηκαν επίσης χωριστά με τον καταγγέλλοντα πριν από την έναρξή τους. Μολονότι η συμφωνία του δεν ήταν αναγκαία, συζητήθηκαν επανειλημμένα με τον καταγγέλλοντα και ο σκοπός τους εξηγήθηκε χωριστά στον καταγγέλλοντα και στις τακτικές συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της PBC και του PDF.
(4) Άλλες παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΌσον αφορά τις άλλες παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής της 6ης Ιανουαρίου 2006, η Επιτροπή θέλησε να προσθέσει τα εξής:
- Ο καταγγέλλων δήλωσε στις παρατηρήσεις του ότι η σύμβασή του «δεν καταγγέλθηκε από την PBC ούτε τερματίστηκε». Η καταγγελία της σύμβασης του καταγγέλλοντος ως γενικού διευθυντή της PBC στις 31 Δεκεμβρίου 2004 επιβεβαιώθηκε εγγράφως με επιστολή της 15ης Ιανουαρίου 2005 του προέδρου της PBC προς την Επιτροπή.
- Όσον αφορά την επιρροή της Επιτροπής στην PBC και στο PDF, είναι αληθές ότι η Επιτροπή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των συμβάσεων επιχορήγησης και των κονδυλίων όσον αφορά τις υποχρεώσεις διαχείρισης έργων της PBC και του PDF έναντι της Επιτροπής. Ωστόσο, εκτός από τις απαιτήσεις της ΕΤΕπ να διατηρήσει παρόμοιο επίπεδο διεθνούς διαχείρισης στην PBC έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή δεν είχε νομικό έλεγχο ή συμμετοχή στις αποφάσεις της PBC όσον αφορά το μέλλον της PDF ή τη διαχείρισή της.
Όπως ανέφερε η Επιτροπή στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή δεν εκπροσωπήθηκε στο διοικητικό συμβούλιο της PBC και του PDF. Επίσης, η Επιτροπή δεν είχε άμεση διαχειριστική ευθύνη για τη συμβατική σχέση μεταξύ του αναδόχου, δηλαδή του PDF, και του προσωπικού του. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμβατική σχέση μεταξύ του ομίλου PBC/PDF και του καταγγέλλοντος.
(5) ΣυμπεράσματαΒάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση που είχε λάβει στη γνώμη της και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε εφαρμόσει ορθά τους κανόνες που διέπουν τη διαχείριση της σύμβασης.
Συμπληρωματικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟι συμπληρωματικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος ήταν, συνοπτικά, οι ακόλουθες:
(1) Γενικές πληροφορίεςΟ καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν υπήρχε μηχανισμός στη σύμβαση για την αναστολή του σχεδίου P μετά τη λήψη των κονδυλίων. Η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να ειδοποιήσει μόνο 30 ημέρες πριν σχετικά με οποιαδήποτε παραβίαση των όρων, προκειμένου να δοθεί στον όμιλο PDF/PBC ο χρόνος να διορθώσει την παραβίαση. Η ανακοίνωση αυτή δεν είχε δοθεί.
Η μεταφορά των κονδυλίων στο Υπουργείο Οικονομικών ήταν αντίθετη με όλες τις εγγυήσεις που είχαν συμφωνηθεί προηγουμένως με την Επιτροπή για την αποτροπή της υπαγωγής των κονδυλίων σε κυβερνητικό ή πολιτικό έλεγχο. Σκοπός του καταγγέλλοντος ως διευθύνοντος συμβούλου της PBC και του PDF ήταν να διασφαλιστεί ότι αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί.
(2) Νομική βάση για την αναστολή του έργου από την ΕπιτροπήΟ καταγγέλλων δεν επιθυμούσε να διεξαγάγει μακρά νομική συζήτηση σχετικά με το κατά πόσον η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αναστείλει το έργο, αλλά δήλωσε ότι οι δικηγόροι του PDF είχαν εξετάσει όλα τα έγγραφα και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε νομική βάση για την αναστολή του έργου από την Επιτροπή. Επίσης, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι πολλοί από τους υπαλλήλους της ίδιας της Επιτροπής, καθώς και ανεξάρτητοι ανάδοχοι της Επιτροπής που εργάζονταν για το έργο, διαφώνησαν με τη βάση της αναστολής και θεώρησαν ότι η επανεξέταση ήταν εσφαλμένη και πραγματοποιήθηκε για μεταγενέστερους σκοπούς. Η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης, για να δικαιολογήσει την αναστολή, μια αναφορά σε ρήτρες που αφορούσαν την αναστολή πριν από την καταβολή των κεφαλαίων. Τα ποσά αυτά δεν είχαν σημασία για την παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι τα κεφάλαια είχαν ήδη καταβληθεί.
(3) Εσφαλμένη επανεξέτασηΟ καταγγέλλων επισύναψε στην καταγγελία του, ως χωριστό παράρτημα, τη λεπτομερή απάντησή του στα στοιχεία που αναφέρονται στην επανεξέταση. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, όσον αφορά τα συγκεκριμένα στοιχεία που αναφέρονται στις παρατηρήσεις της Επιτροπής, φαινόταν ότι τα στοιχεία μετά την αναστολή χρησιμοποιούνταν για να δικαιολογήσουν την αναστολή, κάτι που ήταν παράλογο.
θ) Τόκοι: το PDF τοποθέτησε όλα τα κονδύλια της ΕΕ σε λογαριασμό στο όνομά του στην PBC και, ως εκ τούτου, εκπλήρωσε αυτή τη συμβατική υποχρέωση. Για να υπονοήσει ότι αυτό ήταν κατά παράβαση της Σύμβασης, και ότι η PBC δεν ήταν τράπεζα, "πέταξε μπροστά στα γεγονότα". Η Επιτροπή είχε ήδη δεχθεί τραπεζική εγγύηση από την PBC και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε στη συνέχεια να υποστηρίξει ότι η PBC δεν ήταν τράπεζα. Είναι πολύ πιθανό ότι οι αρχικοί υπολογισμοί των τόκων δεν ήταν τόσο ακριβείς όσο θα έπρεπε, καθώς τα λογιστικά συστήματα δεν ήταν τα καλύτερα, γι 'αυτό και η αγορά τραπεζικού λογισμικού ήταν μέρος του έργου. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι θα ήταν σύνηθες για κάθε τράπεζα να λαμβάνει περιθώριο επί των καταθετικών κεφαλαίων και να μην μετακυλίει ολόκληρο το ποσό που λαμβάνει.
ii) Έγγραφα: Πολλά έγγραφα που αναφέρονταν ως «ελλείποντα» στην έκθεση δεν είχαν ζητηθεί από τους συμβούλους. Επίσης, αρκετά έγγραφα που δόθηκαν στο ECTAO για φύλαξη κατά τη διάρκεια της δεύτερης Ιντιφάντα «έλειψαν» όταν το γραφείο της Επιτροπής δημιούργησε ένα νέο σύστημα αρχειοθέτησης. Επίσης, δεδομένου ότι η επανεξέταση υποτίθεται ότι θα βοηθούσε την PBC/PDF να διορθώσει τυχόν ελλείψεις στην τεκμηρίωση, φαινόταν μάλλον καυκάσιο στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν οι εν λόγω ελλείψεις ως λόγος αναστολής και καταγγελίας της σύμβασης.
iii) Πολύπλοκη νομική δομή: Οι σύμβουλοι επανεξέτασης δεν ήθελαν να λάβουν υπόψη τις πολύπλοκες και νομικές φορολογικές δυσκολίες της λειτουργίας στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη και δεν συμβουλεύτηκαν κανέναν εν προκειμένω, ούτε υπαλλήλους ούτε επαγγελματίες συμβούλους. Δεν έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι δεν επιτρεπόταν σε παλαιστινιακή τράπεζα, ήτοι στην PBC, να λειτουργεί στο Ισραήλ και ότι, ως εκ τούτου, η θυγατρική της στην Ιερουσαλήμ ανήκε σε λουξεμβουργιανή εταιρεία. Οι διάφορες υπηρεσίες που παρέμειναν στο Ισραήλ διαλύονταν αργά και αυτή η διαδικασία διεκπεραιωνόταν από έναν ισραηλινό δικηγόρο για να διασφαλιστεί ότι οι εξασφαλίσεις μεταφέρονταν σωστά και ότι ορισμένα ποσά δεν γίνονταν αδικαιολόγητα πληρωτέα ως φόρος. Οι παρατηρήσεις εξακολούθησαν να αναφέρονται στον αδιαφανή χαρακτήρα της δομής, ωστόσο το ECTAO ήταν συμβαλλόμενο μέρος σε κάθε απόφαση για τη δημιουργία της δομής.
Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ορισμένα σημεία της απάντησης της Επιτροπής αποτελούσαν πλήρη κατασκευάσματα εκ μέρους του ECTAO. Το ίδιο το ECTAO ζήτησε από την PBC το 2001 να χρησιμοποιήσει μη κερδοσκοπικές εταιρείες για τα έργα, καθώς εσφαλμένα θεώρησε ότι τα έργα δεν μπορούσαν να τα διαχειρίζονται εμπορικές εταιρείες. Το γεγονός ήταν ότι, σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, τα ίδια τα σχέδια έπρεπε να είναι μη κερδοσκοπικά και όχι ο οργανισμός που τα διαχειρίζεται. Ως αποτέλεσμα αυτών των εσφαλμένων οδηγιών από το ECTAO, η PBC καταχωρήθηκε ως το "PDF Jerusalem" για το έργο της Ιερουσαλήμ και το "νέο" PDF για το έργο της Δυτικής Όχθης / Γάζας. Οι εργολάβοι και οι υπάλληλοι της Επιτροπής συμμετείχαν σε όλες αυτές τις ενέργειες. Αργότερα, διαπιστώθηκαν ελλείψεις στην αρμοδιότητα του προέδρου του «νέου» PDF για την υπογραφή συμφωνιών, οι οποίες διορθώθηκαν αμέσως με τη συμβουλή και τη βοήθεια εμπειρογνώμονα της Επιτροπής.
Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το ζήτημα της έλλειψης νομικής συγχώνευσης των αρχικών θεσμικών οργάνων της Ιερουσαλήμ εξακολουθούσε να αναφέρεται από την Επιτροπή στην απάντησή της. Μετά από προσεκτική εξέταση, με το ECTAO, αποφασίστηκε ότι μια νομική συγχώνευση θα δημιουργούσε σημαντικά φορολογικά προβλήματα, κοστίζοντας δυνητικά έως και το 50 % του συνόλου των κονδυλίων της ΕΕ που χορηγήθηκαν στα εν λόγω θεσμικά όργανα εκείνη την περίοδο (συνολικά 20 εκατ. δολάρια ΗΠΑ). Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε ότι μια επίσημη συγχώνευση δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσει, αλλά μάλλον μια λειτουργική συγχώνευση. Ωστόσο, για λόγους ευκολίας, αυτό εξακολουθούσε να αναφέρεται ως «συγχώνευση». Έγιναν βήματα για να κλείσουν τα αρχικά πιστωτικά ιδρύματα (το οποίο σύμφωνα με το ισραηλινό εταιρικό και φορολογικό δίκαιο είναι δύσκολο) και να μεταφερθούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι εξασφαλίσεις στην PBC Finance, θυγατρική της PBC. Το ECTAO γνώριζε το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι είχε έναν παρατηρητή στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της PBC, και συγκεκριμένα τον κ. G.
Ο καταγγέλλων υπογράμμισε επίσης ότι σε κανένα στάδιο δεν είχε παρουσιαστεί το «νέο» PDF στο ECTAO ως η ίδια εταιρεία με την PBC. Όπως προαναφέρθηκε, το «νέο» PDF καταχωρίστηκε κατόπιν αιτήματος του ECTAO, καθώς ο τελευταίος δεν πίστευε ότι επιτρεπόταν στην PBC να διαχειρίζεται κοινοτικά έργα. Ο κ. G., ο οποίος φαινόταν να είναι ο δημιουργός αυτού του «παραπτώματος», δεν ήταν στο ECTAO το 2001, και δεν γνώριζε και είχε επιλέξει να μην λάβει γνώση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί πριν από την άφιξή του στο ECTAO.
Όσον αφορά το ζήτημα της επένδυσης ιδίων κεφαλαίων της ΕΤΕπ στην PBC (που εσφαλμένα ονομάστηκε προκαταβολές στην απάντηση της Επιτροπής), τα κεφάλαια καταβλήθηκαν απευθείας στην PBC και όχι μέσω του EPFL. Όσον αφορά την παρατήρηση ότι αυτή ήταν η μόνη διαφανής και πραγματική εισφορά μετοχικού κεφαλαίου σε μετρητά, αυτό υποδηλώνει ότι η αρχική δημιουργία μετοχικού κεφαλαίου με τη χρήση του EPFL δεν ήταν διαφανής, παρόλο που πραγματοποιήθηκε με τη συμβουλή και τη συνδρομή του ECTAO.
Από την απάντηση της Επιτροπής προέκυπτε σε μεγάλο βαθμό ότι δεν είχαν εκδοθεί μετοχές της PBC. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το παλαιστινιακό εταιρικό δίκαιο, δεν απαιτείται η έκδοση μετοχών. Η ιδιοκτησία επιβεβαιώνεται από την εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας.
Οι ΟΕ ανέφεραν πλήρη φάκελο αναφοράς. Δεδομένου ότι ορισμένα έγγραφα φυλάσσονταν εκτός των γραφείων PBC/PDF για λόγους εμπιστευτικότητας και ασφάλειας, θα έπρεπε να απαιτείται από τους συμβούλους να επισκέπτονται άλλες τοποθεσίες για επαλήθευση, δηλαδή την Κύπρο και το Λουξεμβούργο, κάτι που δεν έπραξαν. Έλαβαν επίσης έγγραφα από τον καταγγέλλοντα, τα οποία στη συνέχεια αρνήθηκαν ότι έλαβαν. Στην έκθεσή της, η ομάδα επανεξέτασης αναγνώρισε τη βοήθεια και τη συνδρομή που είχε λάβει από άλλους συμβούλους τους οποίους, στην πραγματικότητα, δεν είχε συναντήσει.
Οι παρατηρήσεις της Επιτροπής ανέφεραν ότι η έκθεση ήταν εσωτερική έκθεση μόνο για την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο G. παραπλάνησε επανειλημμένα το διοικητικό συμβούλιο της PBC δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι τα πορίσματα θα κοινοποιηθούν ώστε η PBC να μπορέσει να διορθώσει τυχόν ελλείψεις. Σε αυτή τη βάση, η PBC, ως αποδέκτρια εταιρεία, είχε συμφωνήσει με την επανεξέταση, δεδομένου ότι υπήρχε ήδη σχέδιο της Επιτροπής για τη σύσταση σχεδίων αναδιάρθρωσης και αναδιοργάνωσης της PBC. Ο ίδιος ο καταγγέλλων είχε διερωτηθεί επανειλημμένα για την ανάγκη της επανεξέτασης και ενημερώθηκε ότι υπήρξαν πολλές έντονες συζητήσεις στο πλαίσιο του ECTAO σχετικά με την ανάγκη μιας τέτοιας επανεξέτασης, δεδομένων των συνεχιζόμενων εργασιών που έχουν ήδη αναληφθεί από την Επιτροπή στο πλαίσιο της PBC και των εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που επικουρούν τα υφιστάμενα έργα της ΕΚ.
Όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασής του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ο πρόεδρος της PBC θα μπορούσε να είχε απευθύνει επιστολή στην Επιτροπή σχετικά με το θέμα. Ωστόσο, δεν απέστειλε επιστολή στον καταγγέλλοντα. Σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων δεν είχε σύμβαση με την PBC, αλλά με την ιρλανδική εταιρεία Net Research Ltd, και η PBC είχε σύμβαση με την εν λόγω εταιρεία. Επίσης, οποιαδήποτε αλλαγή διαχείρισης κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των έργων της Επιτροπής στο πλαίσιο του προγράμματος PDF/PBC G απαιτούσε την προηγούμενη γραπτή έγκριση του ECTAO και, ως εκ τούτου, οποιαδήποτε επιστολή συντάχθηκε από τον πρόεδρο της PBC σχετικά με το θέμα αυτό ήταν άκυρη. Πράγματι, μετά από πολλές ανεκπλήρωτες υποσχέσεις για μακροχρόνιες συμβουλευτικές εργασίες προς υποστήριξη της Επιτροπής, η Net Research Ltd απέστειλε στην PBC επιστολή με την οποία κατήγγειλε επισήμως τη σύμβαση με ισχύ από τις 30 Απριλίου 2005. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν σημαντικά εκκρεμή κεφάλαια στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης μεταξύ της PBC και της Net Research Ltd, και ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη νομικές ενέργειες τόσο στη Ραμάλα όσο και στην Ιερουσαλήμ.
Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επανεξέταση είχε ως στόχο να αποσαφηνίσει και να βελτιώσει την εταιρική κατάσταση και, στη συνέχεια, τα αποτελέσματά της χρησιμοποιήθηκαν για την καταστροφή της εταιρείας. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, είτε λόγω απόλυτης ανικανότητας είτε κακόβουλης πρόθεσης, το ECTAO γενικά και ο κ. G. ειδικότερα ήταν υπεύθυνοι για την καταστροφή ενός μεγάλου έργου της Επιτροπής για τη στήριξη της βοήθειας προς τις ΜΜΕ στη Δυτική Όχθη, τη Γάζα και την Ιερουσαλήμ.
Περαιτέρω επαφέςΣτις 30 Ιανουαρίου 2008, το Γραφείο του Διαμεσολαβητή επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Επιτροπή για να ζητήσει αντίγραφο της έκθεσης. Την ίδια ημέρα, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επικοινώνησαν επίσης με τον καταγγέλλοντα με το ίδιο αίτημα. Ο καταγγέλλων απέστειλε αντίγραφο της έκθεσης (η οποία είχε έκταση 94 σελίδων) σε διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα της 5ης και 6ης Φεβρουαρίου 2008.
Στις 14 Φεβρουαρίου 2008, οι υπηρεσίες της Επιτροπής απάντησαν επίσης στο αίτημα του Γραφείου του Διαμεσολαβητή, επισημαίνοντας ότι η έκθεση ήταν εμπιστευτική και δεν ήταν προσβάσιμη στον καταγγέλλοντα ή σε τρίτους, αλλά ότι ο Διαμεσολαβητής είχε προφανώς τη δυνατότητα να την επιθεωρήσει. Ωστόσο, στην απάντησή του της 21ης Φεβρουαρίου 2008, το Γραφείο του Διαμεσολαβητή ανέφερε ότι ένας τέτοιος έλεγχος δεν θα ήταν αναγκαίος.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και την έκταση της έρευνας1.1 Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να εκθέσει τα κύρια αδιαμφισβήτητα γεγονότα πριν από την εξέταση της παρούσας καταγγελίας. Τα γεγονότα αυτά είναι τα ακόλουθα: Στις 6 Δεκεμβρίου 2003, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Παλαιστινιακό Ταμείο Ανάπτυξης («PDF») υπέγραψαν τη σύμβαση επιχορήγησης PS 2003/073-869 («η σύμβαση») για την υλοποίηση του έργου με τίτλο «Πρόγραμμα στήριξης έκτακτης ανάγκης για τις παλαιστινιακές ΜΜΕ στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας»(«το έργο»). Το PDF είναι μια συνδεδεμένη εταιρεία του Παλαιστινιακού Ομίλου Τραπεζικών Εταιρειών ("PBC"). Η ίδια η σύμβαση δεν αναφέρεται στην PBC. Ωστόσο, η PBC, η οποία ενήργησε ως τραπεζίτης του PDF, αναφέρεται στο παράρτημα Iα «Εγχειρίδιο λειτουργίας για το ταμείο πιστώσεων» της σύμβασης (9). Ο πρόεδρος του PDF, δηλαδή ο κ. M., ήταν επίσης πρόεδρος της PBC, καθώς και ο Παλαιστίνιος Υπουργός Οικονομίας.
Ο καταγγέλλων ενήργησε ως διευθύνων σύμβουλος («CEO») και γενικός διευθυντής της PBC και ήταν ταυτόχρονα και γενικός διευθυντής του PDF (10). Υπό την τελευταία αυτή ιδιότητα, υπέγραψε τη σύμβαση στις 6 Δεκεμβρίου 2003, μαζί με τον πρόεδρο του PDF. Ωστόσο, φαίνεται ότι η σύμβαση του καταγγέλλοντος (βάσει της οποίας ήταν ο διευθύνων σύμβουλος/γενικός διευθυντής της PBC και ο γενικός διευθυντής του PDF) δεν ήταν ούτε με το PDF ούτε με την PBC, αλλά με την ιρλανδική εταιρεία Net Research Ltd. Η τελευταία εταιρεία δεν είχε καμία συμβατική σχέση με την Επιτροπή, αλλά είχε σύμβαση με την PBC. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο καταγγέλλων, μολονότι ήταν ο γενικός διευθυντής του PDF που είχε συνυπογράψει τη σύμβαση με την Επιτροπή, δεν είχε καμία άμεση ή έμμεση συμβατική σχέση με την Επιτροπή. Η μόνη συμβατική σχέση στην υπό κρίση υπόθεση στην οποία ενεπλάκη η Επιτροπή ήταν η σύμβαση με το PDF.
Το 2004, το Γραφείο Τεχνικής Βοήθειας της Επιτροπής («ECTAO») ανέθεσε την «Επανεξέταση της νομικής και επιχειρησιακής δομής της Παλαιστινιακής Τραπεζικής Εταιρείας (και των συνδεδεμένων εταιρειών)»(«η επανεξέταση») του έργου, η οποία διενεργήθηκε από την εταιρεία International Development Ireland Ltd. Η έκθεση της εν λόγω επανεξέτασης οριστικοποιήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2004 και στη συνέχεια εγκρίθηκε από την Επιτροπή. Στις 21 Νοεμβρίου 2004, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στον γενικό διευθυντή του PDF προκειμένου να τον ενημερώσει ότι είχε αποφασίσει να αναστείλει τη σύμβαση με άμεση ισχύ. Ο πρόεδρος του PDF ενημερώθηκε από το ECTAO για τα κύρια σημεία της επανεξέτασης σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2004. Ο πρόεδρος αποδέχεται τις παρατηρήσεις του ECTAO σε συνέχεια των οποίων ελήφθησαν διορθωτικά μέτρα.
Στις 22 Δεκεμβρίου 2005, υπογράφηκε προσθήκη στη σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής, του PDF και της γερμανικής αναπτυξιακής τράπεζας «Kreditanstalt für Wiederaufbau»(«KfW»), με την οποία η KfW αντικατέστησε το PDF ως ανάδοχο του έργου. Τα υπόλοιπα κεφάλαια στο πλαίσιο της σύμβασης μεταφέρθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό στην KfW, η οποία κατέστη «ο μοναδικός δικαιούχος βάσει της παρούσας τροποποιημένης σύμβασης επιχορήγησης». Η προσθήκη όριζε επίσης ότι
«[u]κατά την υπογραφή της παρούσας προσθήκης αριθ.: 2 από όλα τα μέρη, το Παλαιστινιακό Ταμείο Ανάπτυξης (PDF) απαλλάσσεται από τις ευθύνες του για τα κεφάλαια που μεταφέρονται βάσει της παρούσας προσθήκης και η KfW αναλαμβάνει με το παρόν την ευθύνη για τη διαχείριση όλων των κεφαλαίων βάσει της τροποποιημένης σύμβασης και μεταβιβάζονται βάσει της παρούσας προσθήκης ως «δικαιούχος».
1.2 Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, μετά την εξέταση του έργου που ανέθεσε η Επιτροπή, η ανωτέρω σύμβαση ανεστάλη και, ως εκ τούτου, απομακρύνθηκε από τη θέση του Γενικού Διευθυντή της PBC και του PDF. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει 1) να αναιρέσει την αδικία που προκλήθηκε από την εσφαλμένη επανεξέταση που είχε αναθέσει και να αποκαταστήσει το καθεστώς και την ακεραιότητα του οργανισμού (PBC)· και 2) να καθαρίσει το όνομά του και να επιδικάσει αποζημίωση στον ίδιο και στους πρώην συναδέλφους του.
1.3 Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε συγκεκριμένη σύμβαση που είχε συνάψει με το PDF.
1.4 Σύμφωνα με το άρθρο 195 της συνθήκης ΕΚ, ο Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες "που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών". Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κακοδιοίκηση συντρέχει όταν ένας δημόσιος φορέας δεν ενεργεί σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που τον δεσμεύει (11). Επομένως, κακοδιοίκηση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί όταν πρόκειται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τα όργανα ή τους οργανισμούς των Κοινοτήτων.
1.5 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το πεδίο του ελέγχου που μπορεί να διενεργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαστικά περιορισμένο. Ειδικότερα, ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν υπήρξε παραβίαση της σύμβασης από οποιοδήποτε από τα μέρη, εάν το ζήτημα αμφισβητείται. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο από αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ακούσει τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με το σχετικό εθνικό δίκαιο και να αξιολογήσει αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τυχόν αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.
1.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές διαφορές, δικαιολογείται να περιοριστεί η έρευνά του στην εξέταση του κατά πόσον το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Κοινότητας του παρέσχε συνεκτική και εύλογη εικόνα της νομικής βάσης για τις ενέργειές του και των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η άποψή του σχετικά με τη συμβατική θέση είναι δικαιολογημένη. Στην περίπτωση αυτή, ο Διαμεσολαβητής θα συμπεράνει ότι από την έρευνά του δεν προέκυψε περίπτωση κακοδιοίκησης. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να εξεταστεί η συμβατική διαφορά τους και να διευθετηθεί έγκυρα από αρμόδιο δικαστήριο. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 13 παράγραφος 4 των γενικών όρων της σύμβασης μεταξύ του PDF και της Επιτροπής προβλέπει ότι η σύμβαση διέπεται από το βελγικό δίκαιο και ότι, σε περίπτωση μη επίτευξης φιλικού διακανονισμού, «κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει τη διαφορά στα (...) δικαστήρια των Βρυξελλών (...)».
1.7 Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ερευνά μόνο καταγγελλόμενες περιπτώσεις κακοδιοίκησης από κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς, όπως η Επιτροπή. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν σε θέση να εξετάσει τη συμπεριφορά άλλων φορέων, όπως οι ιδιωτικές εταιρείες. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να κινήσει δικαστική διαδικασία ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου εάν επιθυμούσε να κινήσει διαδικασία κατά των εν λόγω φορέων, ιδίως όσον αφορά τον τερματισμό της δραστηριότητάς του στην υπηρεσία της PBC. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η δραστηριότητά του στην υπηρεσία της PBC βασιζόταν σε σύμβαση που είχε υπογράψει με την ιρλανδική εταιρεία Net Research Ltd. Μολονότι ο καταγγέλλων φαίνεται να υποδηλώνει ότι η Επιτροπή ήταν σε κάποιο βαθμό υπεύθυνη για την απόλυσή του από τη θέση του γενικού διευθυντή της PBC (12), ο ίδιος επισήμανε ότι η Net Research Ltd ήταν αυτή που αποφάσισε επισήμως να καταγγείλει τη σύμβασή του με ισχύ από τις 30 Απριλίου 2005, απευθύνοντας επιστολή στην PBC (13).
2 Η υποτιθέμενη αδικία που δημιουργήθηκε από τη «Νομική και Επιχειρησιακή Επιθεώρηση»2.1 Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το ECTAO ξεκίνησε την επανεξέταση φαινομενικά με σκοπό τη στήριξη της μελλοντικής κοινοτικής χρηματοδότησης. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι σύντομα κατέστη σαφές σε αυτόν ότι η παρούσα επανεξέταση δεν είχε σκοπό να βοηθήσει την PBC, αλλά να προκαλέσει προβλήματα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι εμπειρογνώμονες που διενήργησαν την επανεξέταση δεν εκτέλεσαν επιμελώς την αποστολή τους. Ειδικότερα, οι εμπειρογνώμονες είχαν μικρή αλληλεπίδραση με το Διοικητικό Συμβούλιο και τη διοίκηση της PBC και δεν επισκέφθηκαν βασικούς παράγοντες στα γραφεία της PBC στην Παλαιστίνη, την Κύπρο και το Λουξεμβούργο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι, αντί να συναντηθούν όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, οι εμπειρογνώμονες συναντήθηκαν μόνο με τον πρόεδρο και έναν «κατεργάρη» διευθυντή, ο οποίος υπέβαλε αβάσιμες καταγγελίες διαφθοράς εναντίον του. Η τελική έκθεση που προέκυψε από την επανεξέταση (η «έκθεση»), την οποία η PBC δεν είχε τη δυνατότητα να συμβουλευτεί, είχε ως αποτέλεσμα, άμεσα ή έμμεσα, την αναστολή του έργου (σχετικά με ποσό 14,5 εκατ. EUR)· στην ακύρωση δανείου ύψους 6 εκατ. EUR από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») για επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου στην Παλαιστίνη· και στην απομάκρυνση του καταγγέλλοντος από τη θέση του Γενικού Διευθυντή και του ανώτερου προσωπικού της PBC. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η έκθεση ήταν εσφαλμένη και περιείχε πολλές ανακρίβειες και ψευδείς δηλώσεις.
Στις 4 Φεβρουαρίου 2005, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Ισραήλ («η αντιπροσωπεία») σχετικά με το θέμα αυτό. Ελλείψει προσφυγής, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναιρέσει την αδικία που προκλήθηκε από την εσφαλμένη «νομική και επιχειρησιακή επανεξέταση» την οποία ανέθεσε και να αποκαταστήσει το καθεστώς και την ακεραιότητα της PBC.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με την αντίληψή της, η σύμβαση του καταγγέλλοντος διήρκεσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 και δεν ανανεώθηκε από το συμβούλιο PBC. Επίσης, η Επιτροπή δεν είχε καμία εξουσία όσον αφορά τις αποφάσεις της PBC σχετικά με το μέλλον του PDF ή τη διαχείρισή του. Η επανεξέταση δρομολογήθηκε από την Επιτροπή με σκοπό την παροχή ορισμένων διευκρινίσεων σχετικά με τις έννομες σχέσεις μεταξύ της PBC και των συνδεδεμένων οντοτήτων. Τα προκαταρκτικά πορίσματα της εν λόγω επανεξέτασης έδειξαν ότι ο όμιλος PDF/PBC ήταν μια περίπλοκη δομή εταιρειών (συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών που είναι εγγεγραμμένες στις Νήσους Κέιμαν, το Λιχτενστάιν, την Κύπρο και το Λουξεμβούργο), οι οποίες δεν ήταν νομικά συνδεδεμένες. Το PBC και το PDF έτυχε να έχουν το ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο και Πρόεδρο, αν και δεν υπήρχε νομική σχέση μεταξύ των δύο οντοτήτων. Σε συνέχεια των διαπιστώσεων αυτών, και προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως προβλέπεται στα άρθρα 27 και 60 του δημοσιονομικού κανονισμού (14), οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέστειλαν το έργο. Αποφασίστηκε επίσης ότι όλα τα κεφάλαια του έργου θα πρέπει να μεταφερθούν στον ταμειακό λογαριασμό που διατηρούσε το παλαιστινιακό Υπουργείο Οικονομικών. Επιπλέον, κατά τη μεταφορά των κεφαλαίων, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν στοιχεία που αποδείκνυαν τη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων και ότι, ειδικότερα, τα κοινοτικά κεφάλαια είχαν κατανεμηθεί σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς αντί να τηρούνται σε έναν μόνο τραπεζικό λογαριασμό του έργου. Κατά τη διάρκεια συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2004 μεταξύ των δύο μερών, ο πρόεδρος του PDF ενημερώθηκε από το ECTAO για τα σημαντικότερα πορίσματα της επανεξέτασης. Το ECTAO περιέγραψε ορισμένες από τις ανησυχίες του, οι οποίες απαιτούσαν ορισμένα επείγοντα διορθωτικά μέτρα. Οι παρατηρήσεις αυτές έγιναν δεκτές από τον πρόεδρο του PDF. Πράγματι, ως αποτέλεσμα αυτής της συνεδρίασης, ο πρόεδρος και το διοικητικό συμβούλιο προέβησαν σε ορισμένες ενέργειες με σκοπό α) να προσκομίσουν τα ελλείποντα έγγραφα· β) διασαφήνιση των μη λογισθέντων κεφαλαίων· γ) εξάλειψη ορισμένων νομικών ασυνεπειών στις δομές PBC και PDF· και δ) βελτίωση των δομών διαχείρισης. Οι όροι εντολής της επανεξέτασης ήταν σαφείς όσον αφορά τον σκοπό, το πεδίο εφαρμογής και τη μεθοδολογία της. Στόχος της ήταν να επανεξετάσει και να αξιολογήσει τη συνολική δομή και τις επιδόσεις της PBC (και των συνδεδεμένων εταιρειών), με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της ως διαύλου για τη χρηματοδότηση που παρέχει η Επιτροπή στον παλαιστινιακό ιδιωτικό τομέα. Ήταν η δομή της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών της - και όχι η τεχνογνωσία ή οι μέθοδοι εργασίας του προσωπικού του PDF - που αποτέλεσαν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της ανασκόπησης. Η Επιτροπή δήλωσε ότι η επισκόπηση δεν ήταν έλεγχος, αλλά «νομική και επιχειρησιακή επισκόπηση». Ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την ανάγκη διεξαγωγής κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε αποφασίσει να αναστείλει το έργο για λόγους χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι οι υπηρεσίες της ενήργησαν σωστά και τήρησαν τους κανόνες και τις αρχές που τη δεσμεύουν και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης.
2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι, για τους λόγους που προβλήθηκαν τότε, η Επιτροπή δεν είχε τη νομική εξουσία να αναστείλει το έργο. Όσον αφορά την αναφορά της Επιτροπής στην περίπλοκη δομή των σχετικών εταιρειών, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η δήλωση αυτή κατέδειξε την προσπάθεια της Επιτροπής να παρουσιάσει ελάχιστα τη νομική δομή του ομίλου PBC/PDF. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η δομή του ομίλου ήταν απολύτως απλή.
Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι η έκθεση, ακόμη και υπό τη μορφή σχεδίου, χρησιμοποιήθηκε για να επιτεθεί στον οργανισμό αναστέλλοντας το έργο και παρέχοντας σε ορισμένα πολιτικά στοιχεία του ομίλου PDF/PBC την ευκαιρία να απομακρύνουν τον καταγγέλλοντα από τη θέση του γενικού διευθυντή.
Όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι προστατεύονταν ανά πάσα στιγμή σύμφωνα με τις συνήθεις τραπεζικές διαδικασίες.
Όσον αφορά τους όρους εντολής, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το σχέδιο βασίστηκε σε συζητήσεις με ορισμένα άτομα που επιθυμούσαν να παρουσιάσουν τις επιδόσεις του ομίλου PDF/PBC με κακό τρόπο. Επίσης, οι ειδικοί που προετοίμασαν το Review δεν πέρασαν σχεδόν καθόλου χρόνο στα γραφεία του Ομίλου, αλλά εργάστηκαν σχεδόν αποκλειστικά από το ξενοδοχείο τους.
2.4 Στις 7 Αυγούστου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με (1) τη νομική βάση για την αναστολή του έργου· 2) την επανεξέταση και τον τρόπο με τον οποίο διενεργήθηκε· και 3) ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης. Στην απάντησή της, η Επιτροπή υπέβαλε πολύ λεπτομερείς παρατηρήσεις για καθένα από τα τρία αυτά ζητήματα και ενέμεινε στη θέση της. Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υπέβαλε επίσης λεπτομερείς παρατηρήσεις σχετικά με τα τρία προαναφερθέντα ζητήματα και ενέμεινε στην καταγγελία και τους ισχυρισμούς του.
2.5 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι (1) η Επιτροπή θα πρέπει να αναιρέσει την αδικία που προκλήθηκε από την υποτιθέμενη εσφαλμένη επανεξέταση που ανέθεσε και (2) να αποκαταστήσει το καθεστώς και την ακεραιότητα του οργανισμού, δηλαδή της PBC. Φαίνεται ότι, προκειμένου να εξετάσει τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος και, ως εκ τούτου, να διαπιστώσει αν υπήρξε αδικία που θα πρέπει να διορθωθεί από την Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να επαληθεύσει αν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά τα διάφορα ζητήματα που έθεσε ο καταγγέλλων και τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο των περαιτέρω ερευνών που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει το έργο βάσει της επανεξέτασης, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει ειδικότερα να επαληθεύσει εάν (1) υπήρξε κακοδιοίκηση κατά την ανάθεση της επανεξέτασης· 2) υπήρξε κακοδιοίκηση κατά τη θέσπιση των όρων εντολής· (3) υπήρχε νομική βάση για την απόφαση της Επιτροπής να αναστείλει τη σύμβαση· και, τέλος, (4) το καθεστώς και η ακεραιότητα της PBC είχαν αμαυρωθεί από την Επιτροπή και έπρεπε να εκκαθαριστούν.
2.6 Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι, αν και ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε «μεγάλη αδικία που προκλήθηκε από εσφαλμένη έκθεση», η επανεξέταση (η τελική έκθεση της οποίας χρονολογήθηκε και υποβλήθηκε στην Επιτροπή στις 14 Νοεμβρίου 2004) δεν πραγματοποιήθηκε από την ίδια την Επιτροπή, αλλά από εταιρεία στην οποία η Επιτροπή είχε αναθέσει να το πράξει, συγκεκριμένα την International Development Ireland Ltd, Dublin, Ireland («IDI»). Ωστόσο, η Επιτροπή ενέκρινε την έκθεση που συνέταξε η εν λόγω εταιρεία. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι τυχόν ελλείψεις στο έργο της εν λόγω εταιρείας θα μπορούσαν και θα πρέπει να αποδοθούν στην Επιτροπή. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος ότι οι εμπειρογνώμονες δεν εκτέλεσαν επιμελώς την αποστολή τους· δεν επισκέφθηκε αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου· δεν πέρασε σχεδόν καθόλου χρόνο στα γραφεία του ομίλου PDF/PBC· και εργάστηκαν σχεδόν αποκλειστικά από το ξενοδοχείο τους, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει, σε κάθε περίπτωση, τα αποτελέσματα της επισκόπησης που ακολουθεί, προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον υπήρχε νομική βάση για την απόφαση της Επιτροπής να αναστείλει τη σύμβαση.
(1) Επί του ζητήματος αν υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής κατά την ανάθεση της επανεξετάσεως2.7 Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής όταν αποφάσισε να αναθέσει την επανεξέταση της PBC, η Επιτροπή, με την απάντησή της στις περαιτέρω έρευνες, υποστήριξε ότι, λόγω σοβαρών ζητημάτων όσον αφορά τη δομή και τη νομική ακεραιότητα της PBC και του PDF και προκειμένου να αποσαφηνίσει τις σχέσεις μεταξύ της PBC και των συνδεδεμένων εταιριών, αποφάσισε το 2004 να κινήσει την επανεξέταση. Η Επιτροπή παρέπεμψε στα άρθρα 27 και 60 του δημοσιονομικού κανονισμού και στο άρθρο 16 παράγραφος 2 των γενικών όρων της σύμβασης.
2.8 Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων επιθυμεί κυρίως να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα της επανεξέτασης, καθώς και τη χρησιμότητά της. Στο πλαίσιο αυτό, η δυνατότητα της Επιτροπής να επανεξετάσει το έργο προβλεπόταν σε διάφορες διατάξεις των παραρτημάτων της σύμβασης. Το παράρτημα I (Περιγραφή της δράσης) της σύμβασης προέβλεπε, στο σημείο 9, ότι, εκτός από τον ανεξάρτητο έλεγχο στο τέλος του έργου, «[η] Επιτροπή μπορεί επίσης να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή να διενεργήσει ενδιάμεσο ανεξάρτητο έλεγχο ή αξιολόγηση». Το παράρτημα Iα της σύμβασης προέβλεπε, στο σημείο 4, ότι «[τ]ο έργο του οποίου το ταμείο πιστώσεων αποτελεί συνιστώσα υπόκειται σε παρακολούθηση και αξιολόγηση σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. [Το] PDF θα αναλάβει να συνεργαστεί πλήρως για τη διευκόλυνση όλων αυτών των ασκήσεων παρακολούθησης και αξιολόγησης».
Το άρθρο 16 παράγραφος 2 των γενικών όρων προέβλεπε ότι «[ο] δικαιούχος επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης και στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο να επαληθεύουν, εξετάζοντας τα έγγραφα ή μέσω επιτόπιων ελέγχων, την υλοποίηση της δράσης και να διενεργούν πλήρη έλεγχο, εάν χρειάζεται, βάσει δικαιολογητικών εγγράφων για τους λογαριασμούς, λογιστικών εγγράφων και κάθε άλλου εγγράφου σχετικού με τη χρηματοδότηση της δράσης. Οι επιθεωρήσεις αυτές μπορούν να πραγματοποιούνται έως και 7 έτη μετά την πληρωμή του υπολοίπου».
2.9 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες δεν θέτουν ιδιαίτερες προϋποθέσεις, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αναθέσει την επανεξέταση της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης από την Επιτροπή όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.
(2) Επί του ζητήματος αν η Επιτροπή υπέπεσε σε κακοδιοίκηση κατά τον καθορισμό των όρων εντολής της επανεξετάσεως2.10 Όσον αφορά το ζήτημα αν υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής κατά την κατάρτιση των όρων εντολής, η τελευταία ανέφερε, υπό τον τίτλο «Περιγραφή της αποστολής», στη σελίδα 3, ότι:
«στόχος της ανάθεσης είναι η επανεξέταση και η αξιολόγηση της συνολικής δομής και των επιδόσεων της PBC (και των συνδεδεμένων εταιρειών), με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της ως διαύλου για τη χρηματοδότηση που παρέχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον παλαιστινιακό ιδιωτικό τομέα. Η επανεξέταση αυτή θα βοηθήσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον καθορισμό των τρόπων συνεργασίας της όσον αφορά την PBC ως μέσο στήριξης της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα στην Παλαιστίνη».
Οι «αιτούμενες υπηρεσίες» αποτέλεσαν (1) επισκόπηση του ιστορικού· 2) Νομικός έλεγχος, 3) Αναθεώρηση των κανονιστικών ρυθμίσεων· 4) Ποσοτική Αναθεώρηση. 5) Ποιοτική επανεξέταση· και (6) λεπτομερή επισκόπηση της συμμετοχής της ΕΕ στην PBC (βλ. σελίδες 3 έως 5). Τα αναμενόμενα αποτελέσματα ήταν η «παραγωγή ενός συνεκτικού και πλήρους φακέλου αναφοράς όλου του σχετικού ποιοτικού και ποσοτικού υλικού που σχετίζεται με την εξέλιξη και την τρέχουσα δομή και απόδοση της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών της, προς υποστήριξη των τρεχουσών και δυνητικών αιτήσεων για κοινοτική βοήθεια»(σελίδα 5). Η προβλεπόμενη μεθοδολογία ήταν η εξής:
«Η ομάδα εμπειρογνωμόνων θα βασίσει, στο μέτρο του δυνατού, την επανεξέτασή της στην πρωτότυπη τεκμηρίωση. Εκτός από το προσωπικό της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών της, η ομάδα θα συναντηθεί με εκπροσώπους της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ στην Ιερουσαλήμ, τον Διοικητή της Παλαιστινιακής Νομισματικής Αρχής και το προσωπικό του, το Υπουργείο Οικονομικών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Θα απαιτηθεί επαλήθευση των πρωτότυπων εγγράφων που τηρούνται στο γραφείο εταιρικών αρχείων στην Κύπρο και στο Λουξεμβούργο».
Όσον αφορά την τοποθεσία, την είσοδο και τη διάρκεια, ο ToR ανέφερε τα εξής:
«Η ανάθεση θα αρχίσει το συντομότερο δυνατόν αλλά όχι αργότερα από την 1η Οκτωβρίου 2004 και θα πραγματοποιηθεί σε περίοδο τριών μηνών με συνολική εισροή 70 ημερολογιακών ημερών, εκ των οποίων τουλάχιστον 55 ημερολογιακές ημέρες θα βρίσκονται επιτόπου στη Ραμάλα. (...) Μπορεί επίσης να απαιτηθεί επίσκεψη στο γραφείο εταιρικών αρχείων στην Κύπρο και στο Λουξεμβούργο (...)».
Όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων, οι όροι εντολής ανέφεραν ότι «[ο] εμπειρογνώμονας θα υποβάλει έκθεση απευθείας στο ECTAO». Δήλωσαν επίσης ότι «ένα προκαταρκτικό σχέδιο της τελικής έκθεσης θα υποβληθεί στο ECTAO για εξέταση και συζήτηση δύο ημερολογιακούς μήνες μετά την έναρξη του έργου. Η τελική έκθεση υποβάλλεται προς έγκριση στο ECTAO το αργότερο τέσσερις εβδομάδες αργότερα».
2.11 Βάσει προσεκτικής ανάλυσης του κειμένου των όρων εντολής, η Διαμεσολαβήτρια δεν βρήκε σε αυτούς κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει ότι υπήρχε προκατειλημμένη πρόθεση να υποβαθμιστεί η απόδοση της PBC. Οι όροι εντολής συντάχθηκαν με ουδέτερους και αντικειμενικούς όρους και δεν περιείχαν αρνητικές παρατηρήσεις σχετικά με την PBC σε κανένα από τα τμήματα. Αυτό ισχύει ειδικότερα για τις δύο σελίδες της εναρκτήριας ενότητας «Ιστορικό» που περιγράφουν (1) το πολιτικό υπόβαθρο της Παλαιστίνης, δηλαδή το ξέσπασμα της Ιντιφάντα, καθώς και (2) το οικονομικό της υπόβαθρο, δηλαδή την πρώτη χρηματοδότηση το 1987 από την Επιτροπή τριών μη κερδοσκοπικών πιστωτικών ιδρυμάτων για τη στήριξη της παλαιστινιακής οικονομίας· την προέλευση και τη θεμελίωση του PDF· τη συνδρομή της ΕΤΕπ· και τέλος τη δομή του PBC όπως υπήρχε το 2004. Επίσης, ο Διαμεσολαβητής δεν εντόπισε σχόλια στα άλλα τμήματα, όπως το τμήμα «Αιτούμενες υπηρεσίες», το οποίο θα παρουσίαζε την PBC σε κακή κατάσταση. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης από την Επιτροπή όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.
(3) Επί του ζητήματος αν η Επιτροπή είχε το δικαίωμα ή τη νομική βάση να αναστείλει τη σύμβαση2.12 Η έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα της επισκόπησης συντάχθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2004 (15). Η έκθεση είχε έκταση 94 σελίδων και περιείχε πολλά παραρτήματα· μόνο ο κατάλογος που τις απαριθμεί αποτελείται από επτά σελίδες. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι η έκθεση είναι εμπιστευτική και δεν είναι προσβάσιμη στον καταγγέλλοντα και σε τρίτους. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να αποφασίσει, στην παρούσα υπόθεση, αν η άποψη αυτή είναι ορθή, ιδίως δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είναι, εν πάση περιπτώσει, εξοικειωμένος με την παρούσα έκθεση, αντίγραφο της οποίας παρέσχε στον Διαμεσολαβητή.
2.13 Στις 21 Νοεμβρίου 2004, μία εβδομάδα μετά την κοινοποίηση της εκθέσεως στην Επιτροπή και την έγκρισή της από αυτήν, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στον γενικό διευθυντή του PDF, ήτοι στον καταγγέλλοντα, προκειμένου να τον ενημερώσει ότι είχε αποφασίσει να αναστείλει τη σύμβαση με άμεση ισχύ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ελέγχει στη συνέχεια κατά πόσον η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αναστείλει τη σύμβαση.
2.14 Οι σχετικοί κανόνες σχετικά με την αναστολή και την καταγγελία της σύμβασης ορίζονται στα άρθρα 11 (Περίοδος εκτέλεσης της δράσης, παράταση, αναστολή, ανωτέρα βία και ημερομηνία λήξης) και 12 (Λήξη της σύμβασης) των Γενικών Όρων της σύμβασης:
Όσον αφορά την αναστολή της σύμβασης, το άρθρο 11 παράγραφος 3 των γενικών όρων προβλέπει ότι «[η] αναθέτουσα αρχή [δηλαδή η Επιτροπή] μπορεί να ζητήσει από τον δικαιούχο να αναστείλει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους της δράσης, εάν οι περιστάσεις (κυρίως ανωτέρα βία) καθιστούν υπερβολικά δύσκολη ή επικίνδυνη τη συνέχιση»(η υπογράμμιση δική μου).
Όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης, το άρθρο 12 παράγραφος 2 των Γενικών Όρων προβλέπει ότι «[η] Αναθέτουσα Αρχή μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να καταβάλει κανενός είδους αποζημίωση» σε επτά απαριθμούμενες περιπτώσεις, και συγκεκριμένα σε περίπτωση που ο δικαιούχος: α) δεν εκπληρώνει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του αφού ειδοποιήθηκε να συμμορφωθεί· β) τελεί υπό πτώχευση ή εκκαθάριση (ή σε παρόμοια κατάσταση)· γ) έχει καταδικαστεί για αδίκημα σχετικό με την επαγγελματική διαγωγή· δ) εμπλέκεται σε πράξεις απάτης ή διαφθοράς ή εμπλέκεται σε εγκληματικές οργανώσεις ή σε παράνομες δραστηριότητες· ε) αλλάζει νομική προσωπικότητα· στ) δεν συμμορφώνεται με ορισμένα άρθρα της σύμβασης (4, 10, 16)· ή ζ) προβαίνει σε ψευδείς ή ελλιπείς δηλώσεις ή εκθέσεις.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 5 των Γενικών Όρων, «[π]ριν ή αντί της καταγγελίας της σύμβασης, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αναστείλει τις πληρωμές ως προληπτικό μέτρο χωρίς προειδοποίηση»(η υπογράμμιση δική μου).
2.15 Η κύρια διάταξη που επικαλέστηκε η Επιτροπή για την αναστολή της σύμβασης ήταν το άρθρο 12 παράγραφος 5 των γενικών όρων. Όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσον η διάταξη αυτή θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για το μέτρο αναστολής που έλαβε η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει τα ακόλουθα δύο σημεία, τα οποία εγείρουν αμφιβολίες.
2.16 Πρώτον, το άρθρο 12, παράγραφος 5, των γενικών όρων αναφέρεται μόνο στην αναστολή πληρωμών. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η επιστολή της Επιτροπής (ιδίως του ECTAO) προς το PDF της 21ης Νοεμβρίου 2004 δεν περιοριζόταν στην αναστολή των πληρωμών, αλλά αφορούσε την αναστολή ολόκληρου του έργου. Επιπλέον, από την επιστολή αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν περιορίστηκε στην αναστολή των πληρωμών που διαφορετικά θα έπρεπε να πραγματοποιήσει η ίδια, αλλά διέταξε τον αντισυμβαλλόμενο να αναστείλει τις πληρωμές που έπρεπε να πραγματοποιήσει ο τελευταίος:
«Σας γνωστοποιώ με την παρούσα ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σας καλεί και σας δίνει εντολή να διακόψετε αμέσως όλες τις πράξεις που σχετίζονται με την εκτέλεση των προαναφερόμενων συμβάσεων (16) και δράσεων μέχρι νεωτέρας. Η οδηγία αυτή σημαίνει επίσης ότι, με άμεση ισχύ, δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν περαιτέρω εκταμιεύσεις από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που έχουν ανοιχθεί για την είσπραξη και τη συγκράτηση των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που προβλέπονται για την υλοποίηση των δράσεων. Επιπλέον, σας ζητώ επισήμως να μου διαβιβάσετε επικυρωμένα αντίγραφα των τραπεζικών καταστάσεων που αφορούν καθεμία από τις δράσεις, στα οποία θα αναφέρονται οι κινήσεις των λογαριασμών κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου και το υπόλοιπο κάθε λογαριασμού κατά το κλείσιμο των εργασιών σήμερα. Θα σας ενημερώσω λεπτομερέστερα κατά τις προσεχείς ημέρες πότε και πώς μπορεί να επαναληφθεί η υλοποίηση των δράσεων»(η υπογράμμιση δική μου).
Από τη σύγκριση των σχετικών διατάξεων φαίνεται να προκύπτει ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της περίπτωσης κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή αναστέλλει τις πληρωμές (άρθρο 12 παράγραφος 5 των γενικών όρων) και της περίπτωσης κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή ζητεί από τον δικαιούχο να αναστείλει την υλοποίηση του συνόλου ή μέρους ενός έργου (βλ. άρθρο 11 παράγραφος 3 των γενικών όρων). Ως εκ τούτου, είναι αμφίβολο κατά πόσον το άρθρο 12 παράγραφος 5 θα μπορούσε να αποτελέσει νομική βάση για την αναστολή ολόκληρου του έργου.
2.17 Δεύτερον, το άρθρο 12 παράγραφος 5 των Γενικών Όρων προβλέπει ότι οι πληρωμές μπορούν να ανασταλούν «ή, αντί, να καταγγελθεί η σύμβαση, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο». Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή φαίνεται να συνδέει την αναστολή των πληρωμών με τους λόγους καταγγελίας της σύμβασης. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να κάνει χρήση της διάταξης αυτής μόνον εάν πληρούνταν ένας από τους επτά λόγους που αναφέρονται ως στοιχεία α) έως ζ) στο άρθρο 12 παράγραφος 2 των γενικών όρων.
2.18 Στη γνώμη της και στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή προέβαλε ορισμένα περαιτέρω επιχειρήματα. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον τα επιχειρήματα αυτά θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απόφαση της Επιτροπής να αναστείλει τη σύμβαση.
2.19 Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι αποφάσισε να αναστείλει τη σύμβαση όταν κατέστησαν διαθέσιμα τα προκαταρκτικά πορίσματα της επανεξέτασης. Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα πορίσματα αυτά υπογράμμισαν την περίπλοκη δομή του ομίλου εταιρειών που συμμετέχουν στο έργο και την έλλειψη νομικών δεσμών μεταξύ τους. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η αναστολή ήταν αναγκαία προκειμένου να τηρηθούν οι αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 60 του δημοσιονομικού κανονισμού. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι, κατά τη μεταφορά των κεφαλαίων στον ταμειακό λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομικών, αποκαλύφθηκε ότι υπήρχαν στοιχεία που αποδείκνυαν τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων και ότι τα κοινοτικά κεφάλαια είχαν κατανεμηθεί σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι ο πρόεδρος του PDF ενημερώθηκε για τα κυριότερα σημεία της επανεξέτασης κατά τη διάρκεια συνεδρίασης μεταξύ των μερών στις 26 Δεκεμβρίου 2004 και ότι ο πρόεδρος αποδέχθηκε τις παρατηρήσεις του ECTAO, κατόπιν των οποίων ελήφθησαν διορθωτικά μέτρα.
2.20 Στην επιστολή του της 7ης Αυγούστου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις όσον αφορά τη νομική βάση της απόφασής της να αναστείλει τη σύμβαση. Στην απάντησή της, η Επιτροπή αναφέρθηκε εκ νέου στις «ανησυχίες» που υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή όσον αφορά τη νομική δομή και τη διαχείριση από την PBC και το PDF και στην επιβεβαίωση αυτών των ανησυχιών από τα πορίσματα της επανεξέτασης. Ειδικότερα, η Επιτροπή επισήμανε διάφορα σημαντικά ζητήματα τα οποία επιβεβαιώθηκαν από την επανεξέταση και τα οποία, κατά την άποψή της, δικαιολογούσαν την αναστολή. Τα ζητήματα αυτά αφορούσαν (1) αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων από το PDF όσον αφορά τη δήλωση του ποσού των τόκων επί των κεφαλαίων (άρθρο 2, άρθρο 16 παράγραφος 1, άρθρο 15 παράγραφος 8 και άρθρο 15 παράγραφος 10 των γενικών όρων)· 2) το γεγονός ότι ορισμένα σημαντικά έγγραφα δεν ήταν διαθέσιμα ή δεν παρασχέθηκαν από την PBC και το PDF (άρθρο 16 των γενικών όρων)· 3) την πολύ περίπλοκη και αδιαφανή νομική δομή της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών και την έλλειψη νομικών δεσμών μεταξύ τους· 4) παρατυπία όσον αφορά την έκδοση μετοχών που οφείλονται στην ΕΤΕπ· και (5) στενή έρευνα της PBC από τον PMA σχετικά με τη μη συμμόρφωσή της με ορισμένες τραπεζικές απαιτήσεις.
2.21 Ο Συνήγορος του Πολίτη αμφιβάλλει κατά πόσο όλα τα παραπάνω επιχειρήματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάσιμο λόγο για την αναστολή της Σύμβασης. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για το επιχείρημα σχετικά με τους δεδουλευμένους τόκους επί των κεφαλαίων, το οποίο δεν φαίνεται να αναφέρεται στην τελική έκθεση της επανεξέτασης. Επιπλέον, δεδομένου ότι η σύμβαση ανεστάλη στις 21 Νοεμβρίου 2004, είναι προφανές ότι μόνο λόγοι που υπήρχαν και ήταν γνωστοί στην Επιτροπή πριν από την ημερομηνία αυτή θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αναστολή. Φαίνεται, ωστόσο, ότι το αίτημα που υποβλήθηκε στον καταγγέλλοντα - σύμφωνα με την Επιτροπή - «κατά την τελική φάση της επανεξέτασης» για να ληφθούν υπόψη οι τόκοι που εισπράχθηκαν από τα κεφάλαια υποβλήθηκε μετά την έγκριση της έκθεσης της επανεξέτασης και αφού η σύμβαση είχε ήδη ανασταλεί στις 21 Νοεμβρίου 2004. Ειδικότερα, στην επιστολή του της 15ης Δεκεμβρίου 2004, το ECTAO επέστησε την προσοχή του καταγγέλλοντος στο ζήτημα των τόκων επί του κεφαλαίου του Ταμείου. Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι το γεγονός και μόνο ότι μια ομάδα έχει πολύ περίπλοκη νομική δομή δεν φαίνεται να αποτελεί βάσιμο λόγο για την αναστολή μιας σύμβασης. Επομένως, το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Επιπλέον, το γεγονός ότι η PBC και οι συνδεδεμένες εταιρίες είχαν περίπλοκη νομική δομή δεν θα μπορούσε να είναι εντελώς νέο για την Επιτροπή, η οποία φαίνεται να είχε επαφές με τον εν λόγω όμιλο από τη δεκαετία του 1990, δηλαδή πολύ πριν υπογράψει τη σύμβαση στις 6 Δεκεμβρίου 2003.
2.22 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι ο πρόεδρος του PDF ενημερώθηκε από το ECTAO για τα κυριότερα σημεία της επισκόπησης σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2004. Επιπλέον, ο πρόεδρος του PDF αποδέχθηκε τις ανησυχίες που εξέφρασε το ECTAO και ελήφθησαν διορθωτικά μέτρα από το PDF ως αποτέλεσμα αυτής της συνεδρίασης. Υπενθυμίζεται εκ νέου ότι η σύμβαση της Επιτροπής ήταν με το PDF και όχι με την PBC. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το γεγονός ότι ο συμβατικός εταίρος της Επιτροπής αποδέχθηκε τις ανησυχίες της Επιτροπής και ενήργησε αναλόγως είναι, ως εκ τούτου, ιδιαίτερα σημαντικό για την παρούσα υπόθεση. Φαίνεται ότι ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι ο πρόεδρος του PDF δεν ήταν σε θέση να εκπροσωπήσει εγκύρως την εν λόγω εταιρεία στις σχέσεις της με την Επιτροπή. Ωστόσο, μετά την αναστολή της σύμβασης από την Επιτροπή στις 21 Νοεμβρίου 2004, η σύμβαση μεταξύ του PDF και της Επιτροπής καταγγέλθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2005. Με την υπογραφή της προσθήκης με την οποία αντικαταστάθηκε από την KfW, το PDF ενέκρινε τη λύση της σύμβασης. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι το PDF δεν εκπροσωπήθηκε δεόντως στο πλαίσιο αυτό. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης και η έγκριση του PDF επήλθαν μετά την υποβολή της παρούσας καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή. Τέλος, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ή απόδειξη ότι το PDF δεν ενήργησε με δική του βούληση όταν ενήργησε όπως ενήργησε. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με το κατά πόσον η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αναστείλει τη σύμβαση.
(4) Επί του ζητήματος αν το καθεστώς και η ακεραιότητα της PBC έχουν αλλοιωθεί από την Επιτροπή2.23 Ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει τώρα να στραφεί στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι πρέπει να αποκατασταθεί το καθεστώς και η ακεραιότητα της PBC. Αυτό σημαίνει ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσον το καθεστώς και η ακεραιότητα της PBC έχουν πληγεί από την Επιτροπή (και, ως εκ τούτου, κατά πόσον η Επιτροπή θα πρέπει να τα αποκαταστήσει).
2.24 Ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στον Διαμεσολαβητή συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή είχε θίξει το καθεστώς και την ακεραιότητα της PBC. Επιπλέον, ουδέποτε η ίδια η PBC (ή το PDF) προσήψε ή ισχυρίστηκε στην Επιτροπή ότι η φήμη και το καθεστώς της είχαν θιγεί από την τελευταία και θα έπρεπε να αποκατασταθούν. Αντιθέτως, όπως επισήμανε ο ίδιος ο καταγγέλλων στο σημείο 9 των παρατηρήσεών του, ο πρόεδρος του PDF αποφάσισε να δεχθεί την αναστολή του έργου από την Επιτροπή και να μεταφέρει τα σχετικά κονδύλια (17). Επιπλέον, στις 26 Δεκεμβρίου 2004, η ECTAO είχε συνάντηση με τον M. ο οποίος, κατά την Επιτροπή, αποδέχθηκε τις παρατηρήσεις της ECTAO και επέδειξε επίσης συνεργατική στάση όταν έπρεπε να μεταφερθούν τα κεφάλαια. Αποδεικτικά στοιχεία αυτής της συνεργατικής στάσης προκύπτουν από επιστολή στον φάκελο που υπογράφηκε από κοινού, στις 27 Δεκεμβρίου 2004, από τον κ. M. και τον εκπρόσωπο του ECTAO στον περιφερειακό διευθυντή της τράπεζας Cairo-Amman στη Ραμάλα, με την οποία ζητείται η μεταφορά του συνολικού υπολοίπου των λογαριασμών PDF στον ενιαίο λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομικών της Παλαιστίνης. Τέλος, στις 22 Δεκεμβρίου 2005, ο M., ως πρόεδρος του PDF, υπέγραψε την προσθήκη στη σύμβαση επιχορηγήσεως και, ως εκ τούτου, συμφώνησε ότι τα εναπομένοντα κεφάλαια στο πλαίσιο της συμβάσεως επιχορηγήσεως που κατείχε η Παλαιστινιακή Αρχή σε τραπεζικό λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομικών θα μεταφέρονταν σε τραπεζικό λογαριασμό στην KfW. Με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, και όπως επισημαίνεται στο σημείο 2.28 ανωτέρω, ο πρόεδρος του PDF συμφώνησε επίσης να καταγγείλει τη σύμβαση επιχορήγησης με την Επιτροπή και να απαλλαγεί από τις ευθύνες του όσον αφορά τη διαχείριση όλων των μεταφερόμενων κονδυλίων.
2.25 Βάσει των προεκτεθέντων, φαίνεται ότι δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά το ζήτημα αν η Επιτροπή έχει κηλιδώσει το καθεστώς και την ακεραιότητα της PBC.
3 Οι απαιτήσεις για την εκκαθάριση του ονόματος του καταγγέλλοντος και για αποζημίωση3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή πρέπει να εκκαθαρίσει το όνομά του και να επιδικάσει αποζημίωση στον ίδιο και στους πρώην συναδέλφους του.
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η επανεξέταση δρομολογήθηκε από την Επιτροπή με σκοπό την παροχή ορισμένων διευκρινίσεων σχετικά με τις έννομες σχέσεις μεταξύ της PBC και των συνδεδεμένων οντοτήτων. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της επανεξέτασης ήταν η δομή της PBC και των συνδεδεμένων εταιρειών της - και όχι η εμπειρογνωμοσύνη ή οι μέθοδοι εργασίας του προσωπικού PDF. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, με την αναστολή του έργου, επιδίωξε να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα και να μην αμφισβητήσει την επαγγελματική ποιότητα του καταγγέλλοντος.
3.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3.4 Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, κατά τη συμπλήρωση του ηλεκτρονικού εντύπου καταγγελίας του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων δήλωσε ειδικότερα ότι «Θα ήθελα το όνομά μου να εκκαθαριστεί εντός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» και ότι «ενώ θα ήταν καλό για μένα και τους προηγούμενους συναδέλφους μου να λάβουμε αποζημίωση για τη μεταχείριση που λάβαμε, αυτός δεν είναι ο κύριος λόγος της καταγγελίας».
3.5 Ο καταγγέλλων, στην καταγγελία και τις παρατηρήσεις του, δεν παρείχε διευκρινίσεις σχετικά με τους ισχυρισμούς του. Ειδικότερα, δεν ανέφερε με ποιον τρόπο η φήμη του είχε κηλιδωθεί «εντός της Επιτροπής» ή ποια πρόσωπα εντός της Επιτροπής φέρονται να είχαν κηλιδώσει τη φήμη του. Ούτε εξήγησε ο καταγγέλλων ποια ζημία φέρεται να υπέστη ο ίδιος ή οι πρώην συνάδελφοί του. Οι μόνες ενδείξεις σχετικά με το τι μπορεί να εννοεί ο καταγγέλλων όσον αφορά τους ισχυρισμούς του περιέχονται στα παραρτήματα της καταγγελίας και στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος:
Σε επιστολή του προς την ECTAO της 4ης Φεβρουαρίου 2005, η οποία επισυνάφθηκε στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι «[κ]άποιες πηγές μου είπαν ότι έχουν αποδοθεί ορισμένες ευθύνες στην πόρτα μου για το πού βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή». Δεν παρέχονται περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με το ποιος ήταν αυτές οι πηγές. Ο καταγγέλλων επισύναψε επίσης στις παρατηρήσεις του της 12ης Μαρτίου 2006 ηλεκτρονικό μήνυμα της 23ης Αυγούστου 2004 από υπάλληλο του ECTAO «σχετικά με πολιτικές επιθέσεις εναντίον μου». Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι δεν υπάρχει τίποτα σε αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα που να υποδηλώνει ότι πρόσωπα εντός της Επιτροπής ήθελαν να δυσφημίσουν τη φήμη του καταγγέλλοντος. Αναφέρεται μάλλον σε εκστρατεία κατά του καταγγέλλοντος από την «παράταξη μετόχων που συνδέεται με τη Φατάχ».
3.6 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν βρέθηκαν στον φάκελο έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι πρόσωπα εντός της Επιτροπής προσπάθησαν να δυσφημίσουν τη φήμη του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων δεν τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με το κατά πόσον η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αναστείλει τη σύμβαση. Όσον αφορά τους άλλους ισχυρισμούς που προέβαλε ο καταγγέλλων, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι η καταγγελία, η οποία υποβλήθηκε με τη χρήση του ηλεκτρονικού εντύπου καταγγελίας, είναι εξαιρετικά σύντομη και ασαφής όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της καταγγελίας και αποτελείται μόνο από λίγες γραμμές κειμένου στα τμήματα 3 και 4 του εντύπου καταγγελίας. Ο καταγγέλλων αναφέρεται κυρίως, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, σε παραρτήματα. Ως εκ τούτου, η περιγραφή της καταγγελίας στο παρόν τμήμα βασίζεται επίσης σε ανάλυση από τον Διαμεσολαβητή των συνημμένων στην καταγγελία εγγράφων (κυρίως εγγράφων που χρονολογούνται από τον Ιανουάριο, τον Φεβρουάριο και τον Απρίλιο του 2005).
(2) Η Επιτροπή χρησιμοποιεί διάφορους όρους, και συγκεκριμένα «πρόγραμμα», «έργο», «δράση». Για λόγους συνοχής, ο Διαμεσολαβητής θα χρησιμοποιεί τον όρο «Έργο» σε όλη την παρούσα απόφαση.
(3) Η Επιτροπή παρέπεμψε, στη σελίδα 4 της απάντησής της, στις 22 Δεκεμβρίου 2004. Η ημερομηνία αυτή επαναλαμβάνεται στη σελίδα 12 της απάντησης της Επιτροπής, η οποία περιέχει τον κατάλογο των συνημμένων εγγράφων. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η προσθήκη τέθηκε σε ισχύ στις 22 Δεκεμβρίου 2005, δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία την υπέγραψε το τελευταίο από τα μέρη, δηλαδή το PDF (άρθρο 2 παράγραφος 1 της προσθήκης).
(4) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1).
(5) Ο καταγγέλλων δεν ανέφερε από ποιον.
(6) Στην επιστολή του της 28ης Νοεμβρίου 2006 προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι το διοικητικό συμβούλιο της PBC είχε ζητήσει το έγγραφο αυτό σε διάφορες συνεδριάσεις και ότι είχε πλέον λάβει αντίγραφο της έκθεσης μέσω ανεπίσημων πηγών.
(7) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1248/2006 της Επιτροπής, της 7ης Αυγούστου 2006, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2006, L 227, σ. 3).
(8) Βλ. υποσημείωση 2 ανωτέρω σχετικά με την ακριβή ημερομηνία.
(9) Το εν λόγω παράρτημα αναφέρει ότι «όπως και στην περίπτωση προηγούμενων πιστωτικών ταμείων, οι πόροι αδελφών εταιρειών - όπως η PDF-Jerusalem Ltd, η Παλαιστινιακή Τραπεζική Εταιρεία (PBC) και/ή η PBC Finance (PBCF) - μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να βοηθήσουν στη διαχείριση και τη διοίκηση του Ταμείου Πιστώσεων (...). Παρά τις ρυθμίσεις αυτές, το PDF παραμένει υπεύθυνο για την ικανοποιητική εκτέλεση όλων των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί σε σχέση με το εν λόγω Ταμείο Πιστώσεων».
(10) Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων δεν έχει αποσαφηνίσει τα ακριβή καθήκοντά του στο πλαίσιο του PDF και της PBC. Στο έγγραφο «Statement re L & O Review» που επισυνάπτεται στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ανέφερε μόνο την PBC, αλλά όχι το PDF, και αναφέρθηκε στις «υπηρεσίες του ως [] Γενικός Διευθυντής». Στην επιστολή του προς την ECTAO της 4ης Φεβρουαρίου 2005, ο καταγγέλλων ανέφερε εκ νέου ότι είχε «παραιτηθεί από την PBC με ισχύ από τις 30 Απριλίου 2005» και είχε «αντικατασταθεί ως [] Γενικός Διευθυντής από τις αρχές του τρέχοντος έτους». Στη σύμβαση που υπεγράφη στις 6 Δεκεμβρίου 2003, καθώς και στις επιστολές του ECTAO της 21ης και 29ης Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων αναφέρεται ως «Γενικός Διευθυντής, Παλαιστινιακό Ταμείο Ανάπτυξης». Στην επιστολή του ECTAO της 15ης Δεκεμβρίου 2004, αναφέρεται ως «Γενικός Διευθυντής και Διευθύνων Σύμβουλος του Παλαιστινιακού Ταμείου Ανάπτυξης». Στις παρατηρήσεις του της 12ης Μαρτίου 2006, ο ίδιος ο καταγγέλλων αναφέρει ότι ήταν ο «διευθύνων σύμβουλος της PBC και γενικός διευθυντής της PDF».
(11) Βλέπε ετήσια έκθεση 1997, σ. 22.
(12) Ο καταγγέλλων επισήμανε ειδικότερα ότι οι όροι της σύμβασης περιλάμβαναν ρήτρα σύμφωνα με την οποία τυχόν αλλαγές βασικών διευθυντικών στελεχών θα συμφωνούνταν και θα εγκρίνονταν από κοινού από το PDF και την Επιτροπή πριν από την εφαρμογή των εν λόγω αλλαγών.
(13) Δεν είναι απολύτως σαφές πότε ακριβώς καταγγέλθηκε η σύμβαση του καταγγέλλοντος. Ο ίδιος ο καταγγέλλων αναφέρθηκε, στις παρατηρήσεις του και στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, σε επιστολή του Απριλίου 2005 της Net Research Ltd με την οποία κατήγγειλε τη σύμβασή του. Ωστόσο, με επιστολή της 15ης Ιανουαρίου 2005 προς την αντιπροσωπεία, ο πρόεδρος της PBC ενημέρωσε την Επιτροπή ότι «το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να τερματίσει τις υπηρεσίες του [καταγγέλλοντος], με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2005. Ο [Q.] διορίστηκε αναπληρωτής γενικός διευθυντής/ασκών καθήκοντα γενικού διευθυντή με ισχύ από την ανωτέρω ημερομηνία». Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω από την έκθεση ότι η πραγματική δύναμη πίσω από την απόλυση του καταγγέλλοντος φαίνεται να είναι η PBC και όχι η Επιτροπή.
(14) Βλ. υποσημείωση 4.
(15) Κατόπιν αιτήματος, ο καταγγέλλων απέστειλε αντίγραφο της έκθεσης στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή στις 5 και 6 Φεβρουαρίου 2008.
(16) Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, εκτός από τη δράση PS 2003/073-869, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας, ανεστάλησαν επίσης δύο ακόμη δράσεις (MED/2003/056-537 και MED/2002/058-551).
(17) Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω στο σημείο 1.7, ο Διαμεσολαβητής δεν έχει την εξουσία να διερευνήσει τον ισχυρισμό ότι η απόφαση αυτή ελήφθη από τον πρόεδρο της ομάδας PDF/PBC χωρίς αναφορά στο διοικητικό συμβούλιο και κατά της νομικής γνώμης των δικηγόρων της ομάδας PBC/PDF.