FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2825/2004/OV κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση τον Νοέμβριο του 2002 για τη θέση του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου σε ένα κράτος μέλος. Ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής τον πληροφόρησε τον Φεβρουάριο του 2003 ότι, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων που κλήθηκαν σε συνέντευξη. Με συστημένη επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 2003, ο καταγγέλλων κατήγγειλε την απόρριψη της υποψηφιότητάς του και ζήτησε να επανεξεταστεί για τη θέση. Δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή του. Ο καταγγέλλων υποπτευόταν ότι υπήρχε αντίθεση από ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα για τον διορισμό του στη θέση.

Ως εκ τούτου, τον Σεπτέμβριο του 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενος ότι i) τα πολιτικά κόμματα συμμετείχαν στον διορισμό του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου, και ότι η συμμετοχή αυτή αντιβαίνει στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, και ότι ii) το Κοινοβούλιο δεν είχε απαντήσει στην καταχωρισμένη καταγγελία του της 19ης Φεβρουαρίου 2003.

Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι είχε συσταθεί ανεξάρτητη εξεταστική επιτροπή και ότι τα κριτήρια επιλογής που εγκρίθηκαν από την εξεταστική επιτροπή και εφαρμόστηκαν εξίσου σε όλους τους υποψηφίους βασίζονταν στο λεπτομερές προφίλ που περιγράφεται στην προκήρυξη κενής θέσης. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη του Κοινοβουλίου, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ορισμένοι βουλευτές του ΕΚ από το οικείο κράτος μέλος είχαν παρέμβει στη διαδικασία επιλογής και φαινόταν να γνωρίζουν την ταυτότητα των υποψηφίων και είχαν δει τις αιτήσεις και τα βιογραφικά σημειώματά τους.

Ο Διαμεσολαβητής διεξήγαγε τρεις σειρές περαιτέρω ερευνών ζητώντας, μεταξύ άλλων, από το Κοινοβούλιο να εξηγήσει ποια μέτρα είχε λάβει για να διασφαλίσει την αμεροληψία της διαδικασίας επιλογής, καθώς και την ανωνυμία των υποψηφίων και των υποψηφιοτήτων τους έναντι άλλων προσώπων εκτός των μελών της εξεταστικής επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης από το Κοινοβούλιο να σχολιάσει τη δήλωση του καταγγέλλοντος ότι ορισμένοι ανώνυμοι βουλευτές του ΕΚ ζήτησαν άμεση επαφή με τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου προκειμένου να επηρεάσουν τη διαδικασία επιλογής. Στις απαντήσεις του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι η εξεταστική επιτροπή είχε τηρήσει το απόρρητο των εργασιών της και ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι τα μέλη της είχαν κοινοποιήσει πληροφορίες σχετικά με τους υποψηφίους. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου επιβεβαίωσε επίσης ότι μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν υπήρξε παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα στις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής ή απόπειρες επηρεασμού του Γενικού Γραμματέα.

Στην απόφασή του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε καταρχάς ότι οι καταγγελίες κατά μεμονωμένων βουλευτών του ΕΚ δεν εμπίπτουν στην εντολή του, διότι δεν αφορούν πράξη κοινοτικού θεσμικού οργάνου ή οργανισμού. Ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ως υπαινιγμό ότι οι υπάλληλοι του Κοινοβουλίου που συμμετείχαν στη διαδικασία επιλογής επέτρεψαν στους εαυτούς τους να επηρεαστούν από βουλευτές του ΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε υποβάλει απτά αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό και ότι οι περαιτέρω έρευνες που διενεργήθηκαν δεν προσκόμισαν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τις υποψίες του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής έλαβε επίσης υπό σημείωση τις σαφείς δηλώσεις του Κοινοβουλίου ότι δεν υπήρξε παρέμβαση στη διαδικασία επιλογής. Όσον αφορά το συγκεκριμένο αίτημα του καταγγέλλοντος να λάβει μαρτυρία από βοηθό βουλευτή του ΕΚ, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι το καθεστώς του δεν του επιτρέπει να λάβει μαρτυρία από βουλευτές του ΕΚ ή τους βοηθούς τους και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεδομένων των σαφών δηλώσεων του Κοινοβουλίου που θα έπρεπε να είναι αξιόπιστες, δεν θα ήταν σκόπιμο να λάβει μαρτυρία σε εθελοντική βάση από τους ενδιαφερόμενους. Βάσει αυτών των εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η διαδικασία επιλογής για την εν λόγω θέση ήταν ανοικτή ή επηρεασμένη από «εξωτερική» παρέμβαση. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτική παρατήρηση όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό περί μη απάντησης στη συστημένη επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003. Το Κοινοβούλιο απάντησε στην επιστολή αυτή μόλις στις 12 Οκτωβρίου 2005, δηλαδή περισσότερο από δυόμισι χρόνια αργότερα και ένα χρόνο αφότου ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του στην παράλειψη απάντησης.


Στρασβούργο, 14 Μαΐου 2007

Αξιότιμε κ. X,

Στις 18 και 23 Σεπτεμβρίου 2004, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την απόρριψη της υποψηφιότητάς σας για τη θέση του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου σε κράτος μέλος της ΕΕ. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2004, αποστείλατε με φαξ συμπληρωματικά έγγραφα.

Στις 12 Οκτωβρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο γνωμοδότησε στις 7 Ιανουαρίου 2005. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 12 Φεβρουαρίου 2005.

Στις 15 Μαΐου 2005, αποστείλατε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζητούσατε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της καταγγελίας σας, στο οποίο το γραφείο μου απάντησε στις 23 Μαΐου 2005. Στις 28 Αυγούστου 2005, στείλατε ένα άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα ζητώντας πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας, στο οποίο το γραφείο μου απάντησε στις 31 Αυγούστου 2005.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 2005, απηύθυνα επιστολή στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ζητώντας περαιτέρω πληροφορίες. Σας ενημέρωσα για αυτές τις περαιτέρω έρευνες με επιστολή της ίδιας ημέρας. Το Κοινοβούλιο απέστειλε την απάντησή του στο αίτημά μου στις 21 Οκτωβρίου 2005. Στις 26 Οκτωβρίου 2005, αποστείλατε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικά με την καταγγελία σας. Σας διαβίβασα την απάντηση του Κοινοβουλίου με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 10 Νοεμβρίου 2005.

Στις 20 Ιουνίου 2006, απηύθυνα εκ νέου επιστολή στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ζητώντας περαιτέρω πληροφορίες. Σας ενημέρωσα για αυτές τις περαιτέρω έρευνες με επιστολή της ίδιας ημέρας. Το Κοινοβούλιο απέστειλε την απάντησή του στο αίτημά μου στις 26 Ιουλίου 2006 και σας την διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 22 Οκτωβρίου 2006.

Στις 11 Δεκεμβρίου 2006, απηύθυνα εκ νέου επιστολή στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ζητώντας περαιτέρω πληροφορίες. Σας ενημέρωσα για αυτές τις περαιτέρω έρευνες με επιστολή της ίδιας ημέρας. Το Κοινοβούλιο απέστειλε την απάντησή του στο αίτημά μου στις 8 Φεβρουαρίου 2007 και μετάφρασή του στη μητρική σας γλώσσα στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 21 Μαρτίου 2007.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά συνοψίζονται ως εξής:

Ο καταγγέλλων, δημοσιογράφος, απάντησε, στις 11 Νοεμβρίου 2002, σε ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε κράτος μέλος της ΕΕ. Με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2003, η εξεταστική επιτροπή απέρριψε την υποψηφιότητά του, ενημερώνοντάς τον παράλληλα ότι δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων που είχαν προσκληθεί σε συνέντευξη. Με συστημένη επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 2003, κατήγγειλε την απόρριψη της υποψηφιότητάς του και ζήτησε να εξεταστεί για τη θέση αυτή. Ο καταγγέλλων δεν έλαβε απάντηση στην καταγγελία του.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, πολιτικά κόμματα του Κοινοβουλίου από το εν λόγω κράτος μέλος συμμετείχαν στη διαδικασία και προσπάθησαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμά της. Ο καταγγέλλων υποψιάζεται ότι υπήρξε πολιτική αντίθεση στον διορισμό του από ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα, δηλαδή την εθνική Χριστιανοδημοκρατική ομάδα εντός της Ομάδας του ΕΛΚ.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενος ότι:

(1) Τα πολιτικά κόμματα συμμετείχαν στον διορισμό του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου στο κράτος μέλος και ότι η συμμετοχή αυτή αντιβαίνει στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

(2) Το Κοινοβούλιο παρέλειψε να απαντήσει στην καταχωρηθείσα καταγγελία του της 19ης Φεβρουαρίου 2003.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη του Κοινοβουλίου

Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο διατύπωσε συνοπτικά τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ο καταγγέλλων απάντησε, στις 11 Νοεμβρίου 2002, στην ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου σε κράτος μέλος της ΕΕ. Πριν από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης για την πλήρωση κενής θέσης, είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για τη θέση αυτή και, κατά συνέπεια, η Υπηρεσία Ανταγωνισμού του Κοινοβουλίου τον ενημέρωσε, με επιστολή της 28ης Οκτωβρίου 2002, για τη δημοσίευση της ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα. Η Υπηρεσία Ανταγωνισμού του Κοινοβουλίου ενημέρωσε επίσης, με τον ίδιο τρόπο, τους 13 άλλους υποψηφίους που είχαν εκφράσει ομοίως το ενδιαφέρον τους για την ανωτέρω θέση.

Με επιστολή της 7ης Φεβρουαρίου 2003, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων που κλήθηκαν σε συνέντευξη.

Τα κριτήρια που εγκρίθηκαν από την εξεταστική επιτροπή και εφαρμόστηκαν κατ’ αναλογία σε όλους τους υποψηφίους βασίστηκαν στο λεπτομερές προφίλ που περιγράφεται στην ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης. Η επιλογή των υποψηφίων έγινε βάσει συγκριτικής ανάλυσης των προσόντων τους. Η απόφαση να μην περιληφθεί το όνομα του καταγγέλλοντος στον κατάλογο των έξι καλύτερων υποψηφίων και να μην κληθεί σε συνέντευξη ήταν σύμφωνη με τους όρους της ανακοίνωσης για την πλήρωση κενής θέσης.

Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι τα πολιτικά κόμματα παρενέβησαν στον διορισμό, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι είχε συσταθεί ανεξάρτητη εξεταστική επιτροπή για την επιλογή των υποψηφίων σύμφωνα με τους όρους της ανακοίνωσης για την πλήρωση κενής θέσης. Το εν λόγω συμβούλιο απαρτιζόταν από τέσσερα μέλη της ιθαγένειας Χ και ένα μέλος της ιθαγένειας Υ. Δεν υπήρχε υπήκοος του οικείου κράτους μέλους στο συμβούλιο. Έξι υποψήφιοι κλήθηκαν σε συνέντευξη, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πολιτικές τους πεποιθήσεις. Η διαδικασία επιλογής ήταν αυστηρά σύμφωνη με την ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης. Ο καταγγέλλων δεν κλήθηκε σε συνέντευξη επειδή δεν πληρούσε την απαραίτητη προϋπόθεση, η οποία θα ήταν μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων.

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή του της 19ης Φεβρουαρίου 2003, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι, για τεχνικούς λόγους, δεν απέστειλε απάντηση. Το Κοινοβούλιο ζήτησε συγγνώμη γι' αυτό. Ωστόσο, ο ενδιαφερόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με το Κοινοβούλιο, είτε τηλεφωνικώς είτε γραπτώς, προκειμένου να ενημερωθεί για τη διαδικασία και τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτησή του. Προκαλεί επίσης έκπληξη το γεγονός ότι μόλις τον Οκτώβριο του 2004 ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, μέσω καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή, ότι έπρεπε να λάβει απάντηση σε επιστολή που απέστειλε τον Φεβρουάριο του 2003.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι, κατά τη γνώμη του, το Κοινοβούλιο επισήμανε, χωρίς να παράσχει εξηγήσεις, ότι το προφίλ του δεν αντιστοιχούσε στο προφίλ της θέσης. Ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί από διάφορες πλευρές ότι κατείχε ακριβώς το σωστό προφίλ. Με συστημένη επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 2003, ζήτησε τους λόγους της απορρίψεως της αιτήσεώς του, αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση.

Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, τον Ιανουάριο του 2003, στους χώρους του Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, είχε συνομιλία με την κ. Χ ΒΕΚ, η οποία φαινόταν να γνωρίζει την ταυτότητα των υποψηφίων για τη θέση. Φάνηκε επίσης να έχει δει τις επιστολές υποψηφιότητας και τα βιογραφικά σημειώματα αυτών των υποψηφίων και φάνηκε να εκφράζει την προτίμησή της για έναν ή περισσότερους υποψηφίους.

Ο καταγγέλλων θεώρησε ενοχλητικές και ακατάλληλες τις παρατηρήσεις του Κοινοβουλίου σχετικά με το γεγονός ότι δεν επικοινώνησε μαζί του σχετικά με την παράλειψη απάντησης, ιδίως επειδή είχε ζητήσει από το Κοινοβούλιο, με συστημένη επιστολή, να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους είχε απορρίψει την αίτησή του. Εξηγεί ότι στη συνέχεια υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, κατόπιν συμβουλής βουλευτή του ΕΚ.

Ο καταγγέλλων τόνισε ότι, εάν δεν μπορούσε να αποδειχθεί με πειστικό τρόπο ο λόγος για τον οποίο δεν είχε προσκληθεί σε συνέντευξη και εάν αποδεικνυόταν ότι δεν είχε τηρηθεί η ορθή διαδικασία, τότε εξακολουθούσε να επιθυμεί να εξεταστεί για την εν λόγω θέση, για την οποία είχε υποβάλει αίτηση μετά από πρόσκληση του Κοινοβουλίου.

Περαιτέρω έρευνες

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης του Κοινοβουλίου και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.

Το πρώτο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες

Μετά από ενδελεχή εξέταση του φακέλου, προέκυψε ότι ο καταγγέλλων, ο οποίος, στη συστημένη επιστολή του της 19ης Φεβρουαρίου 2003, είχε υποβάλει ένσταση κατά της απόρριψης της υποψηφιότητάς του για τη θέση του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου, δεν είχε ακόμη λάβει από το Κοινοβούλιο λεπτομερή εξήγηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων που είχαν προσκληθεί σε συνέντευξη.

Η γνώμη του Κοινοβουλίου της 7ης Ιανουαρίου 2005 δεν περιείχε καμία περαιτέρω διευκρίνιση ως προς το θέμα αυτό και, ειδικότερα, δεν εξηγούσε στον καταγγέλλοντα για ποιους όρους της ανακοίνωσης για την πλήρωση κενής θέσης (που περιγράφεται στο σημείο 5) είχε αποτύχει σε σύγκριση με τους έξι καλύτερους υποψηφίους.

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στο Κοινοβούλιο στις 13 Σεπτεμβρίου 2005, ρωτώντας το εάν θα μπορούσε να παράσχει στον καταγγέλλοντα εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων που κλήθηκαν σε συνέντευξη.

Απάντηση του Κοινοβουλίου

Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι είχε αποστείλει απάντηση στον καταγγέλλοντα στις 12 Οκτωβρίου 2005 και συμπεριέλαβε αντίγραφο της εν λόγω απάντησης, καθώς και του πίνακα αξιολόγησης. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι η συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων βασίζεται στα κριτήρια που περιέχονται στην ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης.

Στην επιστολή του της 12ης Οκτωβρίου 2005 προς τον καταγγέλλοντα, το Κοινοβούλιο παρέσχε τις ακόλουθες εξηγήσεις:

Το Κοινοβούλιο δεν ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να παρουσιαστεί ως υποψήφιος για την εν λόγω θέση. Όπως και οι άλλοι 13 υποψήφιοι που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη θέση, ο καταγγέλλων είχε λάβει αντικειμενικές πληροφορίες, μετά τις οποίες αποφάσισε να απαντήσει στην ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης.

Όσον αφορά τη διαδικασία επιλογής, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι η εξεταστική επιτροπή εργάστηκε με πλήρη ανεξαρτησία και συνέκρινε τα προσόντα 130 υποψηφίων βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης, και συγκεκριμένα:

- πλήρη πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα·

- τουλάχιστον δέκα έτη επαγγελματικής πείρας, η οποία αποκτήθηκε μετά την απόκτηση του διπλώματος που παρέχει πρόσβαση στον παρόντα διαγωνισμό· η επαγγελματική πείρα πρέπει να αφορά τομείς παρόμοιους με εκείνους που αναφέρονται στα «Καθήκοντα»·

- άρτια γνώση της δομής και της λειτουργίας της ΕΕ και των θεσμικών οργάνων της, δηλαδή του Κοινοβουλίου, καθώς και των Συνθηκών και της κοινοτικής νομοθεσίας·

- καλή γνώση των κανόνων που ισχύουν για τα κοινοτικά όργανα, ιδίως όσον αφορά το προσωπικό και τα οικονομικά, πείρα στη διοικητική διαχείριση·

- πολύ καλές οργανωτικές δεξιότητες και ικανότητα εκτέλεσης καθηκόντων σε μια ομάδα·

- πρωτοβουλία, ικανότητες σύνταξης και συνθετικές και αναλυτικές ικανότητες·

- άριστη γνώση μιας από τις επίσημες γλώσσες και πολύ καλή γνώση μιας άλλης επίσημης γλώσσας της ΕΕ. Για λόγους που σχετίζονται με τη φύση της θέσης, απαιτείται άρτια γνώση της γλώσσας [του κράτους μέλους]. Θα εξεταστεί η γνώση άλλων γλωσσών.

Για την αξιολόγηση των υποψηφίων, η εξεταστική επιτροπή βασίστηκε αποκλειστικά στα στοιχεία που ανέφεραν οι υποψήφιοι στα βιογραφικά τους σημειώματα και επέλεξε τους υποψηφίους που έλαβαν την υψηλότερη βαθμολογία. Αυτό ήταν σύμφωνο με την ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης, η οποία ανέφερε ότι μόνο οι έξι καλύτεροι υποψήφιοι θα κληθούν σε συνέντευξη.

Το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων. Ο πίνακας αξιολόγησης έδειξε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε λάβει πολύ υψηλή βαθμολογία για τις γνώσεις του σχετικά με την Ένωση. Η συνολική βαθμολογία καθενός από τους έξι υποψηφίους που επελέγησαν κυμαινόταν από 35 έως 43 μονάδες και η συνολική βαθμολογία του καταγγέλλοντος ήταν τρεις μονάδες χαμηλότερη από τα αποτελέσματα του τελευταίου από τους έξι αυτούς υποψηφίους.

Τέλος, το Κοινοβούλιο δηλώνει ότι η διαδικασία επιλογής έχει περατωθεί.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων παρατήρησε, πρώτον, ότι οι βαθμοί που είχε λάβει λόγω των γνώσεών του για την Ευρωπαϊκή Ένωση και των ικανοτήτων του στη σύνταξη κειμένων ήταν αξιοσημείωτα χαμηλοί, δεδομένου ότι είχε ήδη εργαστεί για περισσότερα από 20 χρόνια ως δημοσιογράφος και είχε γράψει πέντε βιβλία, μεταξύ των οποίων ένα βιβλίο για την Ευρωπαϊκή Ένωση που δημοσιεύθηκε το 2004. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι γνώσεις του για την ΕΕ άξιζαν περισσότερο από 5 από τους 10 βαθμούς που θα μπορούσαν να του είχαν απονεμηθεί. Αν ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί προηγουμένως για τα σήματα αυτά, θα μπορούσε να προβάλει αντιρρήσεις και να αποδείξει ότι και για τα δύο αυτά κριτήρια θα έπρεπε να λάβει βαθμολογία 7 ή 8, ώστε να λάβει περισσότερους από 40 βαθμούς.

Δεύτερον, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι το Κοινοβούλιο δεν σχολίασε την άλλη πτυχή της καταγγελίας του, δηλαδή ότι η ομάδα των Χριστιανοδημοκρατών (EPP) στο Κοινοβούλιο είχε παρέμβει στη διαδικασία. Ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι η κ. Χ ΒΕΚ φαίνεται να γνωρίζει τις αιτήσεις των υποψηφίων και την ταυτότητά τους. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι επρόκειτο για κατάφωρη παραβίαση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που η καταγγελία του αφορούσε διαδικασία που έλαβε χώρα το 2003, η προσοχή ήταν υψίστης σημασίας για την επιλογή του προσωπικού της ΕΕ. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι είχε την εντύπωση ότι δεν του είχε δοθεί δίκαιη ευκαιρία, αν και, με βάση τις ικανότητες και την επαγγελματική του πείρα, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει εκτελέσει τα καθήκοντα της θέσης.

Σε ηλεκτρονικό μήνυμα της 26ης Οκτωβρίου 2005, που εστάλη πριν από τις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε την πεποίθησή του ότι η απάντηση του Κοινοβουλίου δεν αφορούσε την εικαζόμενη παρέμβαση της κ. Χ ΒΕΚ στη διαδικασία επιλογής, μολονότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης απαγορεύει την παρέμβαση της πολιτικής στις διαδικασίες επιλογής του Κοινοβουλίου. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι επιθυμεί ο Διαμεσολαβητής να ζητήσει από το Κοινοβούλιο απαντήσεις σχετικά με το θέμα αυτό.

Το δεύτερο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες

Μετά από προσεκτική εξέταση της απάντησης του Κοινοβουλίου στο αίτημά του για περαιτέρω πληροφορίες και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, φάνηκε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στο Κοινοβούλιο στις 20 Ιουνίου 2006, ζητώντας του να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα τρία σημεία:

"1. Στις παρατηρήσεις του και στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ένας συγκεκριμένος βουλευτής του ΕΚ φαινόταν να γνωρίζει την ταυτότητα των υποψηφίων για τη θέση και να έχει δει τις επιστολές υποψηφιότητας και τα βιογραφικά σημειώματα των υποψηφίων, και ότι αυτό θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Θα μπορούσε το Κοινοβούλιο να εξηγήσει ποια μέτρα έχει λάβει για να διασφαλίσει α) την ανωνυμία (1) των υποψηφίων και των υποψηφιοτήτων τους και β) την αμεροληψία της διαδικασίας επιλογής;

2. Από την επιστολή του Κοινοβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2005 προς τον καταγγέλλοντα (τρίτη παράγραφος) προκύπτει ότι υπήρχαν 130 υποψήφιοι για τη θέση του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου [...]. Από την καταγγελία και τη γνώμη του Κοινοβουλίου προκύπτει επίσης ότι, πριν από τη δημοσίευση της κενής θέσης στην Επίσημη Εφημερίδα , το Κοινοβούλιο ενημέρωσε 13 δυνητικούς υποψηφίους για τη μελλοντική δημοσίευση της κενής θέσης. Θα μπορούσε το Κοινοβούλιο να εξηγήσει σε ποια βάση επέλεξε αυτούς τους 13 υποψηφίους;

3. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή του της 19ης Φεβρουαρίου 2003, το Κοινοβούλιο δήλωσε στη γνώμη του ότι, «για τεχνικούς λόγους», δεν απέστειλε απάντηση. Θα μπορούσε το Κοινοβούλιο να εξηγήσει ποιοι ήταν αυτοί οι «τεχνικοί λόγοι»;

Απάντηση του Κοινοβουλίου

(1) Όσον αφορά την πρώτη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο απάντησε ότι η διαδικασία επιλογής στην οποία συμμετείχε ο καταγγέλλων δεν ήταν γενικός διαγωνισμός, αλλά διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, για την οποία δεν εφαρμόζονται οι διαδικασίες που ορίζονται στο παράρτημα III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι ο κανόνας της ανωνυμίας δεν περιλαμβάνεται στον εσωτερικό κανονισμό που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙΙ. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο τηρεί όσο το δυνατόν περισσότερο τον κανόνα της ανωνυμίας των υποψηφίων, δηλαδή, κατά τη διόρθωση της γραπτής δοκιμασίας, αποκρύπτοντας τα ονόματα των υποψηφίων στις δοκιμασίες.

Ωστόσο, η εν λόγω επιλογή δεν περιλάμβανε γραπτή δοκιμασία, αλλά βασιζόταν αποκλειστικά στην εξέταση των αιτήσεων και σε συνέντευξη. Η εξεταστική επιτροπή επέλεξε, βάσει των αιτήσεων, τους έξι καλύτερους υποψηφίους, οι οποίοι κλήθηκαν σε συνέντευξη. Δεδομένου του είδους της διαδικασίας επιλογής, η προστασία της ανωνυμίας των υποψηφίων προκειμένου να αποκρύψουν τα ονόματά τους από τους διορθωτές των δοκιμασιών δεν είχε νόημα.

Ωστόσο, η εξεταστική επιτροπή τήρησε το απόρρητο των εργασιών της. Το καθήκον αυτό, το οποίο θεσπίστηκε προκειμένου να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητα του διοικητικού συμβουλίου με την εξάλειψη κάθε εξωτερικής πίεσης και επιρροής, συνεπάγεται την υποχρέωση διακριτικής ευχέρειας των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα εν λόγω μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα είχαν κοινοποιήσει πληροφορίες σχετικά με τους υποψηφίους.

Επιπλέον, οι συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου πραγματοποιήθηκαν στο Λουξεμβούργο και οι φάκελοι των υποψηφίων εξετάστηκαν απευθείας και αποκλειστικά από την αρμόδια υπηρεσία, δηλαδή τη μονάδα διαγωνισμών. Οι φάκελοι δεν μεταφέρθηκαν και δεν ελήφθη κανένα αντίγραφο. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να επικριθεί για το γεγονός ότι, όπως πρότεινε ο καταγγέλλων, ένας βουλευτής του ΕΚ απέκτησε γνώση της ταυτότητας των υποψηφίων και των βιογραφικών τους σημειωμάτων. Κάθε υποψήφιος είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με όποιον επιθυμούσε στοιχεία του φακέλου του και άλλες πληροφορίες. Το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τέτοιες ανακοινώσεις.

Όσον αφορά τη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής, αυτή προέκυψε μετά από διαδικασία που αποσκοπούσε στη διασφάλιση της αμεροληψίας. Υπήρχαν τέσσερα μέλη της ιθαγένειας Χ και ένα μέλος της ιθαγένειας Υ. Το συμβούλιο δεν είχε κανένα μέλος της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους.

(2) Όσον αφορά τη δεύτερη ερώτηση του Διαμεσολαβητή, η οποία αφορούσε τους 13 υποψηφίους που είχαν υποβάλει υποψηφιότητα για τη θέση πριν από τη δημοσίευση της προκήρυξης κενής θέσης και την «επιλογή» τους από το Κοινοβούλιο, το Κοινοβούλιο δήλωσε, πρώτον, ότι οι εν λόγω 13 υποψήφιοι δεν είχαν επιλεγεί από το Κοινοβούλιο. Τα πρόσωπα αυτά είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη θέση πριν από τη δημοσίευση της προκήρυξης κενής θέσης.

Η διαδικασία επιλογής που ακολουθήθηκε δεν ήταν η πρώτη διαδικασία που κινήθηκε με σκοπό την πλήρωση της θέσης του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών. Η αρχική προκήρυξη κενής θέσης και η ανακοίνωση μετάθεσης είχαν αναρτηθεί, αλλά δεδομένου του περιορισμένου αριθμού υποψηφιοτήτων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφάσισε να αυξήσει τις δυνατότητες επιλογής της με την έναρξη νέας διαδικασίας επιλογής. Δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατή η κατάρτιση εφεδρικού πίνακα προσλήψεων, ο διαγωνισμός αυτός ακυρώθηκε. Αναρτήθηκε τροποποιημένη προκήρυξη κενής θέσης. Τέλος, η ανακοίνωση πρόσληψης δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα.

Οι 13 ενδιαφερόμενοι είχαν προφανώς γνώση της αποτυχίας της προηγούμενης διαδικασίας πρόσληψης και εξέφρασαν το ενδιαφέρον τους για την εν λόγω θέση. Όλα αυτά τα πρόσωπα ενημερώθηκαν για τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για την ανακοίνωση πρόσληψης. Αυτός ο τρόπος διαδικασίας αντιστοιχεί στη συνήθη πρακτική όσον αφορά τις μη ζητηθείσες αιτήσεις. Επιπλέον, σε περίπτωση που η προκήρυξη διαγωνισμού ή πρόσληψης έχει ήδη δημοσιευθεί, αποστέλλεται στους ενδιαφερόμενους το σχετικό αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας.

(3) Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα του Διαμεσολαβητή, η επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003 παρέμεινε αναπάντητη επειδή έφθασε στη Μονάδα Ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κατά την οποία, λόγω αναδιάρθρωσης των γραφείων, η υπηρεσία έπρεπε να προβεί σε αρκετές κινήσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα και επειδή η επιστολή χάθηκε. Το Κοινοβούλιο επεσήμανε ότι είχε ήδη ζητήσει συγγνώμη για την παράλειψη αυτή στη γνωμοδότησή του της 7ης Ιανουαρίου 2005. Μολονότι η παράλειψη αυτή είναι λυπηρή, το Κοινοβούλιο υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η απουσία απάντησης στο αίτημα του καταγγέλλοντος εντός τεσσάρων μηνών συνιστά σιωπηρή απορριπτική απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το οποίο η παράλειψη απάντησης έχει μεταβάλει τη νομική του κατάσταση δεν είναι λυσιτελές.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το κύριο επιχείρημά του ήταν ότι οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου επέτρεπαν στον εαυτό τους να επηρεάζεται από βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι η κ. Χ, βουλευτής του ΕΚ από το ΕΛΚ, του είχε δηλώσει ότι είχε προτιμήσεις για ορισμένους υποψηφίους που ήταν οι πλέον κατάλληλοι κατά την άποψή της.

Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι γνώριζε ότι ορισμένοι βουλευτές του ΕΚ είχαν ζητήσει άμεση επαφή με τον Γενικό Γραμματέα, κ. Priestley, προκειμένου να επηρεάσουν τη διαδικασία επιλογής. Αυτό προέκυψε από την αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ του κ. Y και του κ. Z, βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τις ομάδες των Φιλελευθέρων και των Χριστιανοδημοκρατών αντίστοιχα. Σε περίπτωση που ο κ. Priestley ή κάποιος άλλος που συμμετείχε στη διαδικασία επιλογής είχε επιτρέψει στον εαυτό του να επηρεαστεί από την εν λόγω αλληλογραφία, τότε η διαδικασία επιλογής θα ήταν άκυρη και αντίθετη προς τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσον οι ενέργειες ορισμένων βουλευτών του ΕΚ επηρέασαν τη διαδικασία. Εάν αυτό αποδειχθεί, τότε η διαδικασία επιλογής θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη.

Το τρίτο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες

Μετά από προσεκτική εξέταση της απάντησης του Κοινοβουλίου στο δεύτερο αίτημά του για περαιτέρω πληροφορίες και των συμπληρωματικών παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, φάνηκε ότι ήταν αναγκαίες περαιτέρω έρευνες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε επιστολή στο Κοινοβούλιο στις 11 Δεκεμβρίου 2006, ζητώντας του να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το ακόλουθο σημείο:

«Στις παρατηρήσεις του της 22ας Οκτωβρίου 2006 σχετικά με την απάντηση του Κοινοβουλίου στο αίτημά μου [του Διαμεσολαβητή] για περαιτέρω πληροφορίες, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ορισμένα, ανώνυμα, μέλη του Κοινοβουλίου είχαν ζητήσει άμεση επαφή με τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου προκειμένου να επηρεάσουν τη διαδικασία επιλογής. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι θα υπήρχε κακοδιοίκηση εάν η διοίκηση του Κοινοβουλίου είχε αφεθεί να επηρεαστεί από αυτές τις προσεγγίσεις. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν έχει παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι όντως έγιναν τέτοιες προσεγγίσεις και, σε αυτή την περίπτωση, ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου αφέθηκε να επηρεαστεί από αυτές τις προσεγγίσεις. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν θα είναι σε θέση να εξετάσει τυχόν ισχυρισμούς που απευθύνονται σε μέλη του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος φαίνεται να εγείρουν σοβαρό ζήτημα σχετικά με το Κοινοβούλιο αυτό καθαυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθεί στο Κοινοβούλιο η ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε το Κοινοβούλιο να με ενημερώσει, σε περίπτωση που γίνουν τέτοιες προσεγγίσεις, πώς αντέδρασε η διοίκησή του;»

Απάντηση του Κοινοβουλίου

Στην απάντησή του, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου επισήμανε ότι οι αποφάσεις των εξεταστικών επιτροπών και των επιτροπών επιλογής σχετικά με τους διαγωνισμούς λαμβάνονται ανεξάρτητα και ότι η διοίκηση μεριμνά ώστε να μην υπάρχει εξωτερική επιρροή ή παρέμβαση στις διαδικασίες ανταγωνισμού και επιλογής.

Η διοίκηση του Κοινοβουλίου ουδέποτε ενημερώθηκε για τυχόν απόπειρες επηρεασμού του Γενικού Γραμματέα κατά την εν λόγω διαδικασία πρόσληψης. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δήλωσε ότι μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν υπήρξε παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα στις εργασίες της επιτροπής επιλογής. Επισήμανε επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του ότι η διαδικασία δεν ήταν αντικειμενική ή αμερόληπτη.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν εξεπλάγη από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο αρνήθηκε ότι υπήρξε επιρροή από το Κοινοβούλιο στη διαδικασία επιλογής. Η καταγγέλλουσα επανέλαβε ότι η Χ ΒΕΚ, παρουσία της βοηθού της («voorlichter»), είχε ενημερώσει την καταγγέλλουσα ότι γνώριζε τους ατομικούς φακέλους των υποψηφίων, ότι γνώριζε την ταυτότητα των υποψηφίων και ότι είχε σχηματίσει μια ιδέα σχετικά με την ποιότητα των υποψηφίων. Η Χ προέβη στη δήλωση αυτή ενώπιον του καταγγέλλοντος παρουσία μάρτυρα. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, προκειμένου να έχει πλήρη απόδειξη, ο εν λόγω μάρτυρας (δηλαδή ο βοηθός του βουλευτή του ΕΚ) θα πρέπει να εξεταστεί.

Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής, υπήρξε απογοήτευση μεταξύ ορισμένων βουλευτών του ΕΚ και ότι έλαβε τις πληροφορίες από βουλευτή του ΕΚ σύμφωνα με τις οποίες ένας βουλευτής του ΕΚ ήρθε σε επαφή με τον Γενικό Γραμματέα, μετά την οποία ο κύκλος των επιλεγέντων υποψηφίων διευρύνθηκε. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι υπήρξε ηλεκτρονική, τηλεφωνική και ανεπίσημη επαφή σχετικά με το θέμα αυτό μεταξύ του εν λόγω βουλευτή του ΕΚ και υπαλλήλων του Κοινοβουλίου.

Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν γνώριζε ποια άλλα αποδεικτικά στοιχεία μπορούσε να προσκομίσει, αλλά ότι η διαδικασία δεν ήταν αντικειμενική και αμερόληπτη.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Το πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή

1.1 Ο καταγγέλλων, δημοσιογράφος, απάντησε, στις 11 Νοεμβρίου 2002, σε προκήρυξη κενής θέσης για τη θέση του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου σε κράτος μέλος της ΕΕ. Με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2003, η εξεταστική επιτροπή απέρριψε την υποψηφιότητά του, η οποία τον πληροφόρησε ότι δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων που είχαν κληθεί σε συνέντευξη. Ο καταγγέλλων υποπτευόταν ότι υπήρχε πολιτική αντίθεση στον διορισμό του από ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα (την εθνική ομάδα των Χριστιανοδημοκρατών εντός της Ομάδας του ΕΛΚ). Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, κατά παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τα πολιτικά κόμματα συμμετείχαν στον διορισμό του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

1.2 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του και στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων προέβη σε ορισμένες δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες ορισμένοι βουλευτές του ΕΚ είχαν παρέμβει στη διαδικασία επιλογής και ότι αυτό ήταν αντίθετο προς τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν φαίνεται ότι οι δηλώσεις αυτές προορίζονταν ως καταγγελίες κατά των εν λόγω βουλευτών του ΕΚ. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σε κάθε περίπτωση, οι καταγγελίες κατά μεμονωμένων βουλευτών του ΕΚ δεν εμπίπτουν στην εντολή του Διαμεσολαβητή, διότι δεν αφορούν πράξη κοινοτικού θεσμικού οργάνου ή οργανισμού (άρθρο 2 παράγραφος 1 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή). Ενώ το ίδιο το Κοινοβούλιο είναι σαφώς κοινοτικό θεσμικό όργανο (βλ. άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΚ), τα μεμονωμένα μέλη του Κοινοβουλίου δεν είναι κοινοτικά θεσμικά όργανα ή οργανισμοί κατά την έννοια του άρθρου 195 της Συνθήκης ΕΚ.

1.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι εξακολουθούσε να επιθυμεί να εξεταστεί για την εν λόγω θέση σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι δεν είχε ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η διαδικασία επιλογής για την εν λόγω θέση περατώθηκε ενάμιση χρόνο πριν ο καταγγέλλων υποβάλει την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να δοθεί συνέχεια στο αίτημα του καταγγέλλοντος.

2 Επί της προβαλλόμενης παρεμβάσεως των πολιτικών κομμάτων στη διαδικασία επιλογής

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, κατά παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τα πολιτικά κόμματα συμμετείχαν στον διορισμό του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου στο κράτος μέλος.

2.2 Το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, αποδείχθηκε ότι ο καταγγέλλων δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των έξι καλύτερων υποψηφίων που κλήθηκαν σε συνέντευξη. Τα κριτήρια που εγκρίθηκαν από την εξεταστική επιτροπή και εφαρμόστηκαν κατ’ αναλογία σε όλους τους υποψηφίους βασίστηκαν στο λεπτομερές προφίλ που περιγράφεται στην ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης. Το Κοινοβούλιο δήλωσε επίσης ότι συγκροτήθηκε ανεξάρτητο συμβούλιο για την επιλογή των υποψηφίων σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης. Το εν λόγω συμβούλιο απαρτιζόταν από τέσσερα μέλη της ιθαγένειας Χ και ένα μέλος της ιθαγένειας Υ. Δεν υπήρχε υπήκοος του οικείου κράτους μέλους στο συμβούλιο. Έξι υποψήφιοι κλήθηκαν σε συνέντευξη, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πολιτικές τους πεποιθήσεις. Κατά τη διαδικασία επιλογής τηρήθηκε αυστηρά η ανακοίνωση για την πλήρωση κενής θέσης.

2.3 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση του Κοινοβουλίου στο πρώτο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε σχολιάσει αυτή την πτυχή της καταγγελίας του, η οποία υποστήριζε την άποψη ότι η Χριστιανοδημοκρατική πτέρυγα (ΕΛΚ) στο Κοινοβούλιο είχε παρέμβει στη διαδικασία.

2.4 Στις περαιτέρω έρευνές του της 20ής Ιουνίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα δύο ερωτήματα:

"1. Στις παρατηρήσεις του και στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ένας [...] βουλευτής του ΕΚ φαινόταν να γνωρίζει την ταυτότητα των υποψηφίων για τη θέση και να έχει δει τις επιστολές υποψηφιότητας και τα βιογραφικά σημειώματα των υποψηφίων, και ότι αυτό θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Θα μπορούσε το Κοινοβούλιο να εξηγήσει ποια μέτρα έχει λάβει για να διασφαλίσει α) την ανωνυμία (2) των υποψηφίων και των υποψηφιοτήτων τους και β) την αμεροληψία της διαδικασίας επιλογής;»

2.5 Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι η εξεταστική επιτροπή σεβόταν το απόρρητο των εργασιών της και ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι τα εν λόγω μέλη της επιτροπής θα είχαν κοινοποιήσει πληροφορίες σχετικά με τους υποψηφίους. Το Κοινοβούλιο εξήγησε επίσης ότι οι συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου πραγματοποιήθηκαν στο Λουξεμβούργο και ότι οι φάκελοι των υποψηφίων εξετάστηκαν άμεσα και αποκλειστικά από την αρμόδια υπηρεσία, δηλαδή τη Μονάδα Διαγωνισμών. Οι φάκελοι δεν μεταφέρθηκαν και δεν ελήφθη κανένα αντίγραφο. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε να επικριθεί για το γεγονός ότι, όπως πρότεινε ο καταγγέλλων, ένας βουλευτής του ΕΚ απέκτησε γνώση της ταυτότητας των υποψηφίων και των βιογραφικών τους σημειωμάτων, δεδομένου ότι κάθε υποψήφιος είχε τη δυνατότητα να κοινοποιήσει σε όποιον επιθυμούσε στοιχεία του φακέλου του και άλλες πληροφορίες.

2.6 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση του Κοινοβουλίου, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και δήλωσε ότι το κύριο σημείο της καταγγελίας του ήταν ότι οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου επέτρεψαν να επηρεαστούν από τους βουλευτές του ΕΚ.

2.7 Στις περαιτέρω έρευνές του της 11ης Δεκεμβρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το ακόλουθο ερώτημα:

«Στις παρατηρήσεις του της 22ας Οκτωβρίου 2006 σχετικά με την απάντηση του Κοινοβουλίου στο αίτημά μου [του Διαμεσολαβητή] για περαιτέρω πληροφορίες, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ορισμένα, ανώνυμα, μέλη του Κοινοβουλίου είχαν ζητήσει άμεση επαφή με τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου προκειμένου να επηρεάσουν τη διαδικασία επιλογής. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι θα υπήρχε κακοδιοίκηση εάν η διοίκηση του Κοινοβουλίου είχε αφεθεί να επηρεαστεί από αυτές τις προσεγγίσεις. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν έχει παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι όντως έγιναν τέτοιες προσεγγίσεις και, σε αυτή την περίπτωση, ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου αφέθηκε να επηρεαστεί από αυτές τις προσεγγίσεις. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν θα είναι σε θέση να εξετάσει τυχόν ισχυρισμούς που απευθύνονται σε μέλη του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος φαίνεται να εγείρουν σοβαρό ζήτημα σχετικά με το Κοινοβούλιο αυτό καθαυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθεί στο Κοινοβούλιο η ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε το Κοινοβούλιο να με ενημερώσει, σε περίπτωση που γίνουν τέτοιες προσεγγίσεις, πώς αντέδρασε η διοίκησή του;»

2.8 Στην απάντησή του, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου επισήμανε ότι οι αποφάσεις των εξεταστικών επιτροπών και των επιτροπών επιλογής που χειρίζονται διαγωνισμούς λαμβάνονται ανεξάρτητα και ότι η διοίκηση μεριμνά ώστε να μην υπάρχει εξωτερική επιρροή ή παρέμβαση στις διαδικασίες ανταγωνισμού και επιλογής. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δήλωσε επίσης ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου ουδέποτε ενημερώθηκε για τυχόν απόπειρες επηρεασμού του Γενικού Γραμματέα κατά την εν λόγω διαδικασία πρόσληψης. Επιπλέον, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δήλωσε ότι μπορούσε να εγγυηθεί ότι δεν υπήρξε παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα στις εργασίες της επιτροπής επιλογής. Επισήμανε επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του ότι η διαδικασία δεν ήταν αντικειμενική ή αμερόληπτη.

2.9 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση του Κοινοβουλίου, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι δεν εξεπλάγη από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο αρνήθηκε ότι υπήρξε επιρροή εκ μέρους του Κοινοβουλίου στη διαδικασία επιλογής. Η καταγγέλλουσα επανέλαβε ότι η Χ ΒΕΚ, παρουσία του βοηθού της, τον είχε ενημερώσει ότι γνώριζε τους ατομικούς φακέλους των υποψηφίων, ότι γνώριζε την ταυτότητα των υποψηφίων και ότι είχε σχηματίσει μια ιδέα σχετικά με την ποιότητα των υποψηφίων. Η Χ προέβη στη δήλωση αυτή ενώπιον του καταγγέλλοντος παρουσία μάρτυρα. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής, υπήρξε απογοήτευση μεταξύ ορισμένων βουλευτών του ΕΚ και ότι έλαβε τις πληροφορίες από βουλευτή του ΕΚ σύμφωνα με τις οποίες ένας βουλευτής του ΕΚ ήρθε σε επαφή με τον Γενικό Γραμματέα, μετά την οποία ο αριθμός των επιλεγέντων υποψηφίων αυξήθηκε.

2.10 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος, δηλαδή ότι τα πολιτικά κόμματα συμμετείχαν στον διορισμό του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου, μπορεί να θεωρηθεί ότι υποδηλώνει ότι οι υπάλληλοι του Κοινοβουλίου που συμμετείχαν στη διαδικασία επιλογής επέτρεψαν στους εαυτούς τους να επηρεαστούν από τους βουλευτές του ΕΚ. Ως εκ τούτου, το βασικό στοιχείο της έρευνας είναι να επαληθεύσει ο Διαμεσολαβητής κατά πόσον αυτό όντως συνέβη και κατά πόσον η εξεταστική επιτροπή του Κοινοβουλίου επέτρεψε την έναρξη της διαδικασίας επιλογής ή την επιρροή της από «εξωτερικές» παρεμβάσεις των βουλευτών του ΕΚ.

2.11 Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε απτά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε διατυπώσει σοβαρό ισχυρισμό, ο Διαμεσολαβητής διενήργησε, ωστόσο, διεξοδική έρευνα, η οποία περιλάμβανε διάφορα αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες που υποβλήθηκαν στο Κοινοβούλιο. Ωστόσο, από την έρευνα αυτή δεν προέκυψαν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τις υποψίες του καταγγέλλοντος.

2.12 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι το Κοινοβούλιο δήλωσε σαφώς ότι δεν υπήρξε παρέμβαση από πρόσωπα που δεν ήταν μέλη της εξεταστικής επιτροπής και ότι η εξεταστική επιτροπή είχε σεβαστεί το απόρρητο των εργασιών της. Όσον αφορά ειδικότερα τις προσεγγίσεις που φέρεται να έγιναν προς τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην απάντησή του σε συγκεκριμένη ερώτηση σχετικά με το θέμα αυτό που υποβλήθηκε στο Κοινοβούλιο, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δήλωσε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε ενημερωθεί ποτέ για τυχόν απόπειρες επηρεασμού του Γενικού Γραμματέα και ότι δεν υπήρξε παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα στις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί εύλογο το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνο για το γεγονός ότι οι ίδιοι οι υποψήφιοι ενδέχεται να έχουν κοινοποιήσει στοιχεία των αιτήσεών τους σε άλλα πρόσωπα.

2.13 Είναι αληθές ότι ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ορισμένοι βουλευτές του ΕΚ ή βοηθοί τους θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται. Στο πλαίσιο αυτό, και ειδικότερα όσον αφορά την ειδική αναφορά του καταγγέλλοντος στην ανάγκη εξέτασης της βοηθού της Χ ως μάρτυρα, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να επισημάνει ότι το άρθρο 3 παράγραφος 2 του καταστατικού του προβλέπει τη δυνατότητα του Διαμεσολαβητή να λαμβάνει καταθέσεις μαρτύρων μόνο όσον αφορά τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ούτε οι βουλευτές του ΕΚ ούτε οι βοηθοί τους εμπίπτουν σε μία από αυτές τις κατηγορίες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν έχει την εξουσία να εξετάζει τα πρόσωπα αυτά ως μάρτυρες.

2.14 Ο Διαμεσολαβητής φρονεί ότι το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή του επιτρέπει μόνο να λαμβάνει καταθέσεις υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν αποκλείει κατ' ανάγκη τη δυνατότητα να ζητεί από άλλα πρόσωπα, σε εθελοντική βάση, πληροφορίες τις οποίες θεωρεί ενδεχομένως αναγκαίες για την εξέταση καταγγελίας. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτό δεν θα ήταν σκόπιμο, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο έχει δηλώσει σαφώς ότι δεν υπήρξε παρέμβαση και ότι οι δηλώσεις αυτές ενός κοινοτικού θεσμικού οργάνου θα πρέπει να είναι αξιόπιστες, εκτός εάν υπάρχουν απτές ενδείξεις ότι δεν είναι ορθές, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο καταγγέλλων είχε ο ίδιος τη δυνατότητα να ζητήσει από τα αρμόδια πρόσωπα να παράσχουν κάθε χρήσιμη πληροφορία στον Διαμεσολαβητή, είτε απευθείας είτε μέσω του ιδίου. Ωστόσο, και όπως προαναφέρθηκε, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε απτά αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του ισχυρισμού του.

2.15 Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι είχε ενημερωθεί από διάφορες πηγές ότι κατείχε ακριβώς το κατάλληλο προφίλ για τη θέση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι πρόκειται για επιχείρημα που αντικατοπτρίζει την προσωπική γνώμη του καταγγέλλοντος σχετικά με την υποψηφιότητά του και ότι η διαδικασία επιλογής βασίστηκε σε συγκριτική ανάλυση των προσόντων των υποψηφίων.

2.16 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η διαδικασία επιλογής για τη θέση του προϊσταμένου του Γραφείου Πληροφοριών του Κοινοβουλίου ήταν ανοικτή ή επηρεασμένη από «εξωτερικές» παρεμβάσεις. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να διαπιστωθεί περίπτωση κακοδιοίκησης όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

2.17 Ωστόσο, ο καταγγέλλων παραμένει ελεύθερος να ανανεώσει την καταγγελία του για το θέμα αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλει απτά αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη του ισχυρισμού του.

3 Εικαζόμενη παράλειψη απάντησης

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι το Κοινοβούλιο δεν απάντησε στην καταχωρηθείσα καταγγελία του της 19ης Φεβρουαρίου 2003.

3.2 Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο παρατήρησε ότι, για «τεχνικούς» λόγους, δεν έστειλε απάντηση, αλλά ζήτησε συγγνώμη γι' αυτό. Το Κοινοβούλιο δήλωσε επίσης ότι ο καταγγέλλων ουδέποτε επικοινώνησε με το Κοινοβούλιο, είτε τηλεφωνικώς είτε γραπτώς, προκειμένου να ενημερωθεί για τη διαδικασία και τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτησή του. Προκαλεί επίσης έκπληξη το γεγονός ότι μόλις τον Οκτώβριο του 2004 ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε, μέσω καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή, ότι έπρεπε να λάβει απάντηση σε επιστολή που είχε αποστείλει τον Φεβρουάριο του 2003.

3.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι δεν είχε λάβει ακόμη καμία απάντηση στη συστημένη επιστολή του της 19ης Φεβρουαρίου 2003. Ο καταγγέλλων θεώρησε επίσης τις παρατηρήσεις του Κοινοβουλίου σχετικά με το γεγονός ότι δεν είχε επικοινωνήσει μαζί του όσον αφορά την παράλειψη απάντησης ενοχλητικές και ακατάλληλες, ιδίως δεδομένου ότι είχε αποστείλει συστημένη επιστολή.

3.4 Στη συμπληρωματική γνώμη του μετά την επιστολή περαιτέρω ερευνών του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι είχε αποστείλει απάντηση στον καταγγέλλοντα στις 12 Οκτωβρίου 2005 και συμπεριέλαβε αντίγραφο της εν λόγω απάντησης, μαζί με τον πίνακα αξιολόγησης.

3.5 Στις περαιτέρω έρευνές του της 20ής Ιουνίου 2006, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους τεχνικούς λόγους που εμπόδισαν το Κοινοβούλιο να αποστείλει απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003.

3.6 Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003 παρέμενε αναπάντητη επειδή έφθασε στη Μονάδα Διαγωνισμών κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κατά την οποία, λόγω της αναδιάρθρωσης των γραφείων, η υπηρεσία έπρεπε να προβεί σε αρκετές κινήσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα και επίσης επειδή η επιστολή είχε χαθεί. Το Κοινοβούλιο επεσήμανε ότι είχε ήδη ζητήσει συγγνώμη για την παράλειψη αυτή στη γνωμοδότησή του της 7ης Ιανουαρίου 2005. Μολονότι η παράλειψη αυτή είναι λυπηρή, το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η απουσία απάντησης στο αίτημα του καταγγέλλοντος εντός τεσσάρων μηνών συνιστά σιωπηρή απορριπτική απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή.

3.7 Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ να απαντούν εντός εύλογης προθεσμίας στις καταγγελίες των πολιτών (3). Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η συστημένη επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003 απαντήθηκε μόλις στις 12 Οκτωβρίου 2005 (4), δηλαδή περισσότερο από δυόμισι έτη μετά την παραλαβή της από το Κοινοβούλιο. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο επεσήμανε ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος είχε χαθεί. Δεδομένου ότι η εν λόγω επιστολή είχε αποσταλεί με συστημένη επιστολή, είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό. Ωστόσο, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί ότι το Κοινοβούλιο επέστησε την προσοχή στην έλλειψη απάντησης ήδη στις 12 Οκτωβρίου 2004, όταν κινήθηκε η παρούσα έρευνα από τον Διαμεσολαβητή και όταν ζητήθηκε ρητά από το Κοινοβούλιο να σχολιάσει τον ισχυρισμό περί έλλειψης απάντησης. Ωστόσο, η απάντηση του Κοινοβουλίου στην επιστολή αυτή εστάλη μόλις στις 12 Οκτωβρίου 2005, δηλαδή ένα ολόκληρο έτος αργότερα. Αυτό υπερβαίνει σαφώς αυτό που μπορεί να θεωρηθεί εύλογο χρονικό διάστημα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Επομένως, η παράλειψη του Κοινοβουλίου να απαντήσει στην εν λόγω επιστολή εντός κατάλληλης προθεσμίας συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.

3.8 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, κατά τη γνώμη του, το Κοινοβούλιο ζήτησε συγγνώμη για την (αρχική) έλλειψη απάντησης. Ωστόσο, αυτή η συγγνώμη δεν συνοδευόταν από απάντηση στην ίδια την επιστολή, παρόλο που το Κοινοβούλιο θα μπορούσε εύκολα να απαντήσει σε αυτή την επιστολή σε εκείνο το στάδιο. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, κατά τη γνώμη του, το Κοινοβούλιο εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι μόλις τον Οκτώβριο του 2004 ο καταγγέλλων είχε ζητήσει να λάβει απάντηση στην επιστολή του Φεβρουαρίου 2003. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το επιχείρημα αυτό είναι δυσνόητο. Οι πολίτες έχουν σαφώς το δικαίωμα να αναμένουν από τα κοινοτικά όργανα και οργανισμούς να απαντούν στις επιστολές τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Εάν δεν σταλεί τέτοια απάντηση, έχουν το δικαίωμα να απευθυνθούν στον Διαμεσολαβητή, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω καταγγελία υποβάλλεται εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο καταγγέλλων έλαβε γνώση των σχετικών πραγματικών περιστατικών. Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι πληρούται η προϋπόθεση αυτή.

3.9 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι, στην απάντησή του στο αίτημά του της 20ής Ιουνίου 2006 για συμπληρωματικές πληροφορίες, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η παράλειψη απάντησης στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003 εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, όσο λυπηρή και αν ήταν, συνιστούσε σιωπηρή απορριπτική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 1 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, κατά της οποίας θα μπορούσε να ασκηθεί προσφυγή. Ο Διαμεσολαβητής τεκμαίρει ότι το Κοινοβούλιο αναφέρεται στη δυνατότητα άσκησης εσωτερικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στο πλαίσιο αυτό. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν είναι μέλος του προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης. Επίσης, το Κοινοβούλιο δεν προέβαλε άλλους λόγους που θα του επέτρεπαν να θεωρήσει ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003 μπορούσε να εξεταστεί σύμφωνα με το άρθρο 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

3.10 Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, κατά τη γνώμη του, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων ουδέποτε επικοινώνησε με το Κοινοβούλιο, είτε τηλεφωνικώς είτε γραπτώς, προκειμένου να ενημερωθεί για τη διαδικασία και τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτησή του. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε αποστείλει σχετική συστημένη επιστολή, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι εναπόκειται στο Κοινοβούλιο να απαντήσει στην εν λόγω επιστολή. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι ο καταγγέλλων δεν χρειαζόταν να επικοινωνήσει εκ νέου με το Κοινοβούλιο προτού υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.

3.11 Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, παρά τη συγγνώμη που διατύπωσε το Κοινοβούλιο στη γνωμοδότησή του, πρέπει να διατυπωθεί επικριτική παρατήρηση στην παρούσα υπόθεση.

4 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με το δεύτερο μέρος της καταγγελίας, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ να απαντούν στις καταγγελίες των πολιτών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (5). Στην παρούσα υπόθεση, η συστημένη επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003 απαντήθηκε μόλις στις 12 Οκτωβρίου 2005, δηλαδή περισσότερο από δυόμισι χρόνια αργότερα και ένα χρόνο αφότου ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του Κοινοβουλίου στην έλλειψη απάντησης. Αυτό υπερβαίνει σαφώς αυτό που μπορεί να θεωρηθεί εύλογο χρονικό διάστημα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Επομένως, η παράλειψη του Κοινοβουλίου να απαντήσει στην εν λόγω επιστολή εντός κατάλληλης προθεσμίας συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης αφορά μια διαδικαστική πτυχή και ότι τελικά το Κοινοβούλιο απέστειλε απάντηση στην επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 2003, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Η εν λόγω «ανωνυμία» αναφέρεται προφανώς στην ανωνυμία έναντι προσώπων άλλων από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής.

(2) Η εν λόγω «ανωνυμία» αναφέρεται προφανώς στην ανωνυμία έναντι προσώπων άλλων από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής.

(3) Βλ. άρθρο 17 παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.

(4) Μολονότι η επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Κοινοβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2005 δεν αναφέρεται στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003, αλλά μόνο στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 12ης Φεβρουαρίου 2005 προς τον Διαμεσολαβητή (που περιέχει τις παρατηρήσεις του), φαίνεται ότι η επιστολή της 12ης Οκτωβρίου 2005 πρέπει να θεωρηθεί ως απάντηση του Κοινοβουλίου στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Φεβρουαρίου 2003.

(5) Βλ. άρθρο 17 παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!