FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα σχετικά με δραστηριότητες καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης στη Μάγχη (υπόθεση 555/2025/MAS)

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) σχετικά με τη συνεργασία του με τις αρχές των κρατών μελών, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Frontex για δραστηριότητες καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης στη Μάγχη. Η Ευρωπόλ προσδιόρισε 197 έγγραφα ως εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης και αρνήθηκε την πρόσβαση σε όλα αυτά. Αρνούμενη την πρόσβαση, η Ευρωπόλ υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έθιγε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις της. 

Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε δείγματα των επίμαχων εγγράφων και συναντήθηκε με εκπροσώπους της Ευρωπόλ. Με βάση τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ όταν θεωρούν ότι απειλείται η δημόσια ασφάλεια και οι διεθνείς σχέσεις, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η απόφαση της Ευρωπόλ να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη.

Δεδομένου ότι τα διακυβευόμενα δημόσια συμφέροντα δεν μπορούν να αντικατασταθούν από άλλο δημόσιο συμφέρον που θεωρείται σημαντικότερο, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπόλ.

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Ένα από τα καθήκοντα του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) είναι η υποστήριξη των αστυνομικών αρχών και των αρχών συνοριακής περιπολίας των κρατών μελών για τον συντονισμό των διασυνοριακών επιχειρήσεων καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης [1].

2. Ο καταγγέλλων, ερευνητής, υπέβαλε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα από την Ευρωπόλ στις 12 Νοεμβρίου 2024.

3. Ζήτησε:

  • Πρακτικά των συνεδριάσεων μεταξύ της Ευρωπόλ και των εθνικών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, του Βελγίου, της Γαλλίας, της Γερμανίας και των Κάτω Χωρών σχετικά με δραστηριότητες καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης προς δίκτυα που οργανώνουν λαθραία ταξίδια με μικρά σκάφη προς το Ηνωμένο Βασίλειο·
  • κοινοποιήσεις πληροφοριών της Ευρωπόλ και έγγραφα έναρξης ερευνών σχετικά με δίκτυα παράνομης διακίνησης οργανωμένου εγκλήματος στη Μάγχη· και
  • Ανταλλαγές μεταξύ Ευρωπόλ και Frontex (έγγραφα που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ηλεκτρονικά μηνύματα, πρακτικά συνεδριάσεων, συνημμένα έγγραφα κ.λπ.) σχετικά με επιχειρήσεις καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης και/ή δραστηριότητες διαχείρισης της μετανάστευσης.

4. Τον Δεκέμβριο του 2024, η Ευρωπόλ απάντησε ότι είχε εντοπίσει 197 έγγραφα, εκ των οποίων 185 ήταν μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μέσω της «Ασφαλούς εφαρμογής δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών» (SIENA)[2]. Τα άλλα έγγραφα περιλάμβαναν εκθέσεις σχετικά με συναντήσεις και ανταλλαγές με τις εθνικές αρχές και τον Frontex. Η Ευρωπόλ αρνήθηκε την πρόσβαση σε όλα αυτά τα έγγραφα, επικαλούμενη τις εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη και τρίτη περίπτωση της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού [3] (προστασία της δημόσιας ασφάλειας, όπως η ασφάλεια των φυσικών και νομικών προσώπων, η ορθή εκτέλεση των καθηκόντων, των ερευνών και των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ των κρατών μελών, τρίτων μερών ή οργανισμών της Ένωσης και των διεθνών σχέσεων, ιδίως των σχέσεων μεταξύ της Ευρωπόλ και των εταίρων της, όπως ρυθμίζονται στο κεφάλαιο V του κανονισμού Ευρωπόλ), καθώς και στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της εν λόγω απόφασης (προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας των προσώπων).

5. Τον Ιανουάριο του 2025 ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την απόφαση της Ευρωπόλ να αρνηθεί την πρόσβαση (υποβάλλοντας «επιβεβαιωτική αίτηση»). Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπόλ είχε εφαρμόσει εσφαλμένα τις εξαιρέσεις όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού και ότι η Ευρωπόλ θα πρέπει να παρέχει τουλάχιστον μερική πρόσβαση σε υποδείγματα μηνυμάτων SIENA, αφαιρώντας όλες τις ευαίσθητες πληροφορίες. Τον Φεβρουάριο του 2025, η Ευρωπόλ επιβεβαίωσε την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που είχε εντοπίσει.

6. Δυσαρεστημένος από την απάντηση της Ευρωπόλ, ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή και αμφισβήτησε την απόφαση.

Η έρευνα

7. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με την άρνηση της Ευρωπόλ να επιτρέψει την πρόσβαση του κοινού στα ζητούμενα έγγραφα βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [κανονισμός 1049/2001 [4]].

8. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε γραπτή απάντηση από την Ευρωπόλ σχετικά με την καταγγελία. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας επιθεώρησε τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα, με εξαίρεση τα μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μέσω του SIENA.

9. Στη συνέχεια, η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας πραγματοποίησε συνάντηση με εκπροσώπους της Ευρωπόλ, κατά τη διάρκεια της οποίας επιθεώρησε επίσης δείγματα των ζητούμενων μηνυμάτων που ανταλλάχθηκαν μέσω της SIENA.

10. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την έκθεση της συνεδρίασης.

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

11. Η Ευρωπόλ υποστήριξε στην επιβεβαιωτική απόφασή της ότι η πρόσβαση του κοινού έπρεπε να απορριφθεί λόγω του ευαίσθητου και επιχειρησιακού χαρακτήρα των ζητηθέντων εγγράφων και βάσει των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της σχετικά με την πρόσβαση του κοινού.

12. Συγκεκριμένα, η Ευρωπόλ δήλωσε ότι όλα τα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αιτούμενων πρακτικών και εκθέσεων συνεδριάσεων, συνδέονται με προηγούμενες και τρέχουσες έρευνες ή περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπόλ και των επιχειρησιακών εταίρων της. Η γνωστοποίηση των εν λόγω πληροφοριών θα αποκάλυπτε ευαίσθητες λεπτομέρειες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και τις ικανότητες της Ευρωπόλ και των εταίρων της για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των βασικών επιχειρηματικών καθηκόντων της Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ και οι εταίροι της βασίζονται στην εμπιστευτική μεταχείριση των εγγράφων που τους κοινοποιούνται. Ως εκ τούτου, η γνωστοποίησή τους θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη μεταξύ της Ευρωπόλ και των εταίρων της, στους οποίους περιλαμβάνονται ο Frontex και οι αρχές των κρατών μελών.

13. Η Ευρωπόλ επισήμανε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση, δεδομένου ότι ακόμη και τα υποδείγματα θα περιείχαν ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με τις επιχειρήσεις και τις διαδικασίες. Η Ευρωπόλ εξήγησε ότι τα υποδείγματα χρησιμοποιούνται για όλα τα είδη ερευνών, όχι μόνο όσον αφορά την παράνομη διακίνηση μεταναστών, και αποκαλύπτουν τα είδη πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων. Ως εκ τούτου, η παροχή πρόσβασης του κοινού σε αυτά τα υποδείγματα θα εξέθετε τις στρατηγικές που χρησιμοποιούνται για τις έρευνες γενικότερα.

14. Με βάση τα ανωτέρω, η Ευρωπόλ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δημοσιοποίηση των ζητούμενων εγγράφων θα υπονόμευε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια, όπως η ασφάλεια των φυσικών και νομικών προσώπων, η ορθή εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, οι έρευνες και οι επιχειρησιακές δραστηριότητες των κρατών μελών, τρίτων μερών ή οργανισμών της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για την πρόσβαση του κοινού.

15. Επιπλέον, η Ευρωπόλ υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα έθιγε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις της Ευρωπόλ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) τρίτη περίπτωση της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για την πρόσβαση του κοινού. Η Ευρωπόλ δήλωσε ότι αυτή η εξαίρεση από την πρόσβαση του κοινού καλύπτει τις σχέσεις της Ευρωπόλ με τον Frontex, διότι είναι ένας από τους «εταίρους» της Ευρωπόλ, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο V του κανονισμού για την Ευρωπόλ [5].

16. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με την ερευνητική ομάδα του Διαμεσολαβητή, εκπρόσωποι της Ευρωπόλ δήλωσαν ότι, ενώ η Ευρωπόλ αναγνωρίζει ότι οι σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών δεν προστατεύονται από την εξαίρεση για τις διεθνείς σχέσεις [6], η εξαίρεση μπορεί να ισχύει για τις σχέσεις της με άλλους οργανισμούς της ΕΕ, όπου η αμοιβαία εμπιστοσύνη αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση λόγω του εξαιρετικά ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών που ανταλλάσσονται.

17. Τέλος, οι εκπρόσωποι της Ευρωπόλ επιβεβαίωσαν κατά τη διάρκεια της συνάντησης με την ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας ότι δεν πραγματοποιήθηκαν διαβουλεύσεις με τρίτους σχετικά με το αίτημα πρόσβασης, όπως με τους συντάκτες των ζητούμενων εγγράφων. Δεδομένου ότι τα έγγραφα αφορούν συνεδριάσεις υψηλού επιπέδου, ήταν σαφές ότι δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση του κοινού.

18. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι αιτιολογήσεις της Ευρωπόλ για την άρνηση πρόσβασης δεν ήταν επαρκείς. Η Ευρωπόλ δεν είχε προβεί σε ατομική αξιολόγηση όλων των εγγράφων προτού αρνηθεί την πρόσβαση, αλλά είχε προβάλει γενικά επιχειρήματα.

19. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Ευρωπόλ θα πρέπει να έχει τουλάχιστον παράσχει μερική πρόσβαση στα μη ευαίσθητα τμήματα των εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των υποδειγμάτων της.

20. Τέλος, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η εξαίρεση που αφορά τις διεθνείς σχέσεις δεν ισχύει για τις ανταλλαγές με τον Frontex. Σημείωσε ότι ο κανονισμός για την Ευρωπόλ κάνει διάκριση μεταξύ των οργανισμών της ΕΕ, αφενός, και άλλων διεθνών εταίρων, αφετέρου, με αποτέλεσμα η εξαίρεση που αφορά την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις να μην μπορεί να εφαρμοστεί στους οργανισμούς της ΕΕ.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

21. Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του κατά πόσον η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα έθιγε οποιοδήποτε από τα δημόσια συμφέροντα που προστατεύονται βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001, όπως η προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις [7]. Ως εκ τούτου, η έρευνα του Διαμεσολαβητή αποσκοπούσε στην αξιολόγηση του κατά πόσον υπήρχε πρόδηλο σφάλμα στην εκτίμηση της Ευρωπόλ ως προς το θέμα αυτό.

22. Η επιθεώρηση των εγγράφων επιβεβαίωσε ότι τα προσδιορισμένα πρακτικά των συνεδριάσεων μεταξύ της Ευρωπόλ και των εθνικών αρχών και οι ανταλλαγές μεταξύ της Ευρωπόλ και του Frontex περιέχουν ευαίσθητες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών για στρατηγικές θέσεις υψηλού επιπέδου σχετικά με δραστηριότητες καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης. Οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά τα έγγραφα δεν είναι διαθέσιμες στο κοινό αλλού.

23. Η επιθεώρηση επιβεβαίωσε επίσης ότι τα μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μέσω του συστήματος SIENA περιέχουν λεπτομερείς επιχειρησιακές πληροφορίες σχετικά με τις έρευνες που αφορούν την παράνομη διακίνηση μεταναστών. Πολλές από τις πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα αυτά παρασχέθηκαν από τα κράτη μέλη και το Ηνωμένο Βασίλειο.

24. Με βάση την επιθεώρηση και λαμβανομένων υπόψη των πρόσθετων εξηγήσεων που παρασχέθηκαν από εκπροσώπους της Ευρωπόλ κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι δεν υπήρξε πρόδηλο σφάλμα στην εκτίμηση της Ευρωπόλ ότι η δημοσιοποίηση των ζητούμενων εγγράφων θα μπορούσε να υπονομεύσει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις (στο μέτρο που τα ζητούμενα έγγραφα αφορούν συναντήσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο και πληροφορίες που παρασχέθηκαν από αυτό). Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι αυτά τα δημόσια συμφέροντα δεν μπορούν να αντικατασταθούν από κανένα άλλο δημόσιο συμφέρον.

25. Τούτου λεχθέντος, ο Διαμεσολαβητής εξετάζει επί του παρόντος την επίκληση από την Ευρωπόλ της εξαίρεσης των διεθνών σχέσεων που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 για την προστασία των ανταλλαγών της με άλλον οργανισμό της ΕΕ, τον Frontex, στο πλαίσιο διαφορετικής έρευνας. Θα εξετάσει περαιτέρω το ζήτημα σε αυτό το πλαίσιο.[8]

26. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Ευρωπόλ θα μπορούσε να είχε παράσχει πιο συγκεκριμένες εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να απορριφθεί η πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα και, ειδικότερα, ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να παρασχεθεί ουσιαστική μερική πρόσβαση σε ορισμένες από τις εκθέσεις των συνεδριάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει στην Ευρωπόλ την πρότασή της για βελτίωση στην υπόθεση 851/2024/SF [9], και συγκεκριμένα ότι «η Ευρωπόλ θα πρέπει να παρέχει, σε όλες τις αποφάσεις της με τις οποίες αρνείται την πρόσβαση του κοινού, επαρκή αιτιολόγηση ώστε να επιτρέπει στους αιτούντες πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα να κατανοούν τους λόγους για τους οποίους δεν θα μπορούσε ή θα μπορούσε να χορηγηθεί μόνο εν μέρει πρόσβαση, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού περιεχομένου κάθε εγγράφου».

Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Η Ευρωπόλ δεν υπέπεσε σε κακοδιοίκηση αρνούμενη την πρόσβαση του κοινού στα επίμαχα έγγραφα.

Ο καταγγέλλων και η Ευρωπόλ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής


Στρασβούργο, 18/03/2026

 

[1] https://www.europol.europa.eu/about-europol/european-serious-and-organised-crime-centre-esocc/european-migrant-smuggling-centre-emsc.

[2] Το SIENA είναι μια ασφαλής πλατφόρμα που δημιουργήθηκε από την Ευρωπόλ για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και των εθνικών υπηρεσιών επιβολής του νόμου, https://www.europol.europa.eu/how-we-work/services-support/siena.

[3] Απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 όσον αφορά τα έγγραφα της Ευρωπόλ, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.europol.europa.eu/sites/default/files/documents/decision_of_the_mb_rules_applying_reg_1049_2001.pdf

[4] Κανονισμός 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj

[5] Κανονισμός 2016/794 για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ): https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A02016R0794-20260111.  

[6] Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2012 στην υπόθεση T-59/09, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 62 έως 65, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://infocuria.curia.europa.eu/tabs/affair?lang=EN&sort=AFF_NUM-DESC&searchTerm=%22T-59%2F09%22&publishedId=T-59%2F09.  

[7] Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου, C‑266/05 P, σκέψη 64, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?language=en&num=C-266/05· απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2019, Izuzquiza και Semsrott κατά Frontex, T-31/18, σκέψη 65, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=T-31/18.

[8] Υπόθεση 376/2025/PVV: https://www.ombudsman.europa.eu/en/case/en/68246.

[9] https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/214746.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!