FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με έρευνα για υπηρεσιακό παράπτωμα η οποία ολοκληρώθηκε το 2015 από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (υπόθεση 2341/2024/PVV)

Η υπόθεση αφορούσε την άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) για παραπτώματα του προσωπικού. Αρνούμενο την πρόσβαση, το Κοινοβούλιο επικαλέστηκε δύο εξαιρέσεις βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι η γνωστοποίηση θα υπονόμευε την ιδιωτική ζωή και την ακεραιότητα των προσώπων τα οποία αφορά η έρευνα της OLAF και η διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε διαπιστώσει την ανάγκη κοινοποίησης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς το δημόσιο συμφέρον, όπως απαιτείται από τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων. Επομένως, το Κοινοβούλιο βασίμως αρνήθηκε να γνωστοποιήσει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονταν στα επίμαχα έγγραφα. Ωστόσο, από τον έλεγχο των εγγράφων προέκυψε επίσης ότι δεν περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο σύνολό τους και ότι ορισμένα τμήματα των εγγράφων θα μπορούσαν να γνωστοποιηθούν με παράλληλη προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας των ενδιαφερόμενων προσώπων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε στο Κοινοβούλιο να επανεξετάσει τη θέση του ότι η πρόσβαση στα έγγραφα έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό τους.

Σε απάντηση, το Κοινοβούλιο ενέμεινε στη θέση του ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί δημόσια πρόσβαση, καθώς έκρινε ότι δεν είναι δυνατή η απαλοιφή όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αφήνοντας παράλληλα κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο. Η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε τη λύπη της για τη συνεχιζόμενη άρνηση του Κοινοβουλίου να επιτρέψει οποιαδήποτε μορφή πρόσβασης στα ζητούμενα έγγραφα. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε τη θέση του απαντώντας στην πρότασή της για λύση, η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε την άποψη ότι η συνέχιση της υπόθεσης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό. Η Διαμεσολαβήτρια αναμένει, ωστόσο, ότι το Κοινοβούλιο θα λάβει υπόψη την αξιολόγησή της κατά την εξέταση μελλοντικών αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε παρόμοια έγγραφα.

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Ένα από τα καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) είναι η διεξαγωγή ανεξάρτητων διοικητικών ερευνών για σοβαρά παραπτώματα υπαλλήλων και μελών των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Μετά τις έρευνές της, η OLAF μπορεί να διατυπώνει συστάσεις για μέτρα που πρέπει να ληφθούν από το οικείο θεσμικό όργανο της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων «πειθαρχικών συστάσεων» με στόχο την επιβολή κυρώσεων για οποιαδήποτε παρατυπία από υπαλλήλους και μέλη των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.[1] Μέσω της ετήσιας έκθεσής της, η OLAF ενημερώνει το κοινό σχετικά με τον αριθμό των πειθαρχικών συστάσεων που απηύθυνε στα οικεία θεσμικά όργανα της ΕΕ σε μια δεδομένη περίοδο και σχετικά με το αν τα θεσμικά όργανα έδωσαν συνέχεια στις συστάσεις αυτές [2].

2. Ο καταγγέλλων, δημοσιογράφος, επιδίωξε να μάθει περισσότερα σχετικά με τα πορίσματα της OLAF και τις αποφάσεις παρακολούθησης των θεσμικών οργάνων της ΕΕ κατά την περίοδο από το 2015 έως το 2023. Για τον σκοπό αυτό, υπέβαλε διάφορα αιτήματα [3] για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα στα αρμόδια θεσμικά όργανα της ΕΕ, μεταξύ άλλων, τον Ιούνιο του 2024, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ζητώντας

  1.  «Αντίγραφα, σε κάθε περίπτωση, των τελικών γραπτών εκθέσεων και συστάσεων που απέστειλε η OLAF στο θεσμικό σας όργανο, καθώς και κάθε συναφούς εγγράφου που συνοδεύει τις εν λόγω εκθέσεις.»
  2.  «Αντίγραφα των τελικών εκθέσεων που εξέδωσαν τα θεσμικά σας όργανα σχετικά με καθεμία από τις πειθαρχικές διαδικασίες, οι οποίες αναφέρονται ανωτέρω».

3. Εντός της σχετικής περιόδου, η OLAF διενήργησε 28 έρευνες σχετικά με το Κοινοβούλιο.

4. Τον Ιούλιο του 2024, το Κοινοβούλιο επικοινώνησε με τον καταγγέλλοντα σχετικά με το αίτημά του για πρόσβαση. Ανέφερε ότι τα ζητούμενα έγγραφα περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [4] (κανονισμός 2018/1725). Το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, για να του διαβιβαστούν τα εν λόγω δεδομένα, πρέπει να αποδείξει ότι αυτό είναι αναγκαίο για συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Ο καταγγέλλων απάντησε ότι «η σοβαρή φύση του σχετικού παραπτώματος και το σημαντικό δημόσιο συμφέρον για τα θέματα αυτά» δικαιολογούν την κοινοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων. Αναφέρθηκε στον δημοσιογραφικό σκοπό του αιτήματος και δήλωσε ότι η διαφάνεια σχετικά με το θέμα αυτό είναι απαραίτητη για την εμπιστοσύνη του κοινού. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η άρνηση κοινοποίησης θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ΕΕ και η πρόσβαση θα πρέπει να χορηγείται μόλις παρέλθει η περίοδος παρακολούθησης μιας έρευνας της OLAF.

5. Τον Αύγουστο του 2024, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προκαταρκτική του αξιολόγηση του αιτήματος βρισκόταν σε εξέλιξη και ότι, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα ήταν σε θέση να αποκαλύψει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να επιβεβαιώσει το ενδιαφέρον του για τα ζητούμενα έγγραφα σε περίπτωση απάλειψης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε απάντηση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι τα έγγραφα θα πρέπει να δημοσιοποιούνται στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένων τυχόν δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

6. Λίγο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2024, το Κοινοβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι η αξιολόγηση και η απαλοιφή των ζητούμενων εγγράφων θα συνεπαγόταν υπερβολικό διοικητικό φόρτο και πρότεινε στον καταγγέλλοντα, ως δίκαιη λύση [5] βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα (κανονισμός 1049/2001), να μειώσει το πεδίο εφαρμογής του αιτήματός του για πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο έτος. Ο καταγγέλλων συμφώνησε να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του αιτήματός του μόνο στο έτος 2015.

7. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση από το Κοινοβούλιο εντός της προθεσμίας, ο καταγγέλλων ζήτησε από το Κοινοβούλιο να επανεξετάσει τη σιωπηρή άρνησή του να παράσχει πρόσβαση (υποβάλλοντας «επιβεβαιωτική αίτηση») τον Οκτώβριο του 2024.

8. Τον Δεκέμβριο του 2024, το Κοινοβούλιο απέστειλε στον καταγγέλλοντα την επιβεβαιωτική απόφασή του. Προσδιόρισε τρία έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος πρόσβασης (σύσταση της OLAF, επιστολή σχετικά με την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων επιδομάτων και απόφαση επιβολής πειθαρχικής κύρωσης). Το Κοινοβούλιο αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά στο σύνολό τους, επικαλούμενο την ανάγκη προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [6] και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων [7].

9. Δυσαρεστημένος με το αποτέλεσμα αυτό, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Η έρευνα

10. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την απόφαση του Κοινοβουλίου να αρνηθεί την πρόσβαση βάσει του κανονισμού 1049/2001.

11. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια έλαβε τις εμπιστευτικές πρόσθετες απόψεις του Κοινοβουλίου σχετικά με την καταγγελία. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε επίσης τα επίμαχα έγγραφα.

Επιχειρήματα που προβλήθηκαν

12. Στην επιβεβαιωτική του απόφαση, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι τα ζητούμενα έγγραφα περιέχουν «πληροφορίες σχετικά με ταυτοποιημένα φυσικά πρόσωπα που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας της OLAF, περιγραφή πραγματικών στοιχείων όσον αφορά εικαζόμενες παρατυπίες και παραβάσεις, καθώς και προτεινόμενα ή επιβληθέντα μέτρα και κυρώσεις». Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, οι πληροφορίες αυτές συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η διαβίβασή τους δεν θα ήταν αναλογική ούτε θα ήταν το καταλληλότερο μέτρο για την επίτευξη του στόχου του καταγγέλλοντος. Ειδικότερα, προκειμένου να ενημερώνεται σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ενεργούν τα θεσμικά όργανα σε περιπτώσεις παραπτωμάτων του προσωπικού, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι δεν είναι απαραίτητο το κοινό να γνωρίζει την ταυτότητα των ενδιαφερόμενων προσώπων.

13. Αντιθέτως, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες αφορούν τη σχέση μεταξύ του θεσμικού οργάνου και του προσωπικού του και ότι ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της σχέσης αυτής είναι υψίστης σημασίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΕ [8], ο οποίος προβλέπει ότι ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή από τον ατομικό του φάκελο μνείας πειθαρχικής κύρωσης. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση σύστασης της OLAF «θα παρείχε μόνο μερική εικόνα, χωρίς πειστικές διαπιστώσεις παραβίασης, ενώ ταυτόχρονα θα υπονόμευε τη φήμη των ενδιαφερόμενων ατόμων», δεδομένου ότι η τελική απόφαση για ένα τέτοιο θέμα λαμβάνεται από το οικείο θεσμικό όργανο.

14. Όσον αφορά την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι οι οριστικές πειθαρχικές αποφάσεις αποτελούν μέρος του προσωπικού φακέλου ενός υπαλλήλου, ο οποίος είναι εμπιστευτικός σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ. Θεωρεί ότι η εμπιστευτικότητα αυτή θα πρέπει να επεκταθεί στα προπαρασκευαστικά έγγραφα για τις αποφάσεις αυτές με σκοπό την προστασία της τιμής και της υπόληψης του ενδιαφερόμενου μέλους του προσωπικού.

15. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες εμπιστευτικότητας και εγγυήσεις για το δικαίωμα υπεράσπισης και άλλα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των ενδιαφερόμενων προσώπων. Οι συστάσεις της OLAF αποτελούν τη βάση των εν λόγω πειθαρχικών διαδικασιών και, ως εκ τούτου, συνιστούν γνωμοδοτήσεις για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο προκαταρκτικών διαβουλεύσεων σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001. Υπό το πρίσμα αυτό, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των ζητούμενων εγγράφων θα οδηγούσε σε εξωτερικές πιέσεις, υπονομεύοντας την ικανότητα του Κοινοβουλίου να διεξάγει πειθαρχικές διαδικασίες με πλήρη αμεροληψία. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η διεξαγωγή αποτελεσματικής και δίκαιης πειθαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις εν λόγω διασφαλίσεις για το δικαίωμα υπεράσπισης, υπερτερεί του δημόσιου συμφέροντος που επικαλείται ο καταγγέλλων.

16. Το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν χρειαζόταν να χορηγήσει μερική πρόσβαση, διότι η απαλοιφή των πληροφοριών που καλύπτονται και από τις δύο εξαιρέσεις δεν θα άφηνε ουσιαστικό περιεχόμενο.

17. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι οι σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες έχουν ολοκληρωθεί και υποστήριξε ότι «το δημόσιο συμφέρον για λογοδοσία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ υπερτερεί του συμφέροντος για την προστασία των ατόμων που ενδέχεται να έχουν διαπράξει σοβαρό παράπτωμα». Σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε τους λόγους για τους οποίους η απάλειψη ονομάτων και ευαίσθητων στοιχείων δεν θα επαρκούσε για την αντιμετώπιση των ανησυχιών του σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής.

Η πρόταση του Διαμεσολαβητή για λύση

18. Βάσει της εξέτασης των εν λόγω εγγράφων, ο Διαμεσολαβητής επιβεβαίωσε ότι ορισμένες από τις πληροφορίες που περιέχονται στα ζητούμενα έγγραφα θα επέτρεπαν εύλογα την ταυτοποίηση των ενδιαφερόμενων προσώπων [9]. Οι πληροφορίες αυτές αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού 2018/1725 [10].

19. Ωστόσο, από την εξέταση των εγγράφων προέκυψε επίσης ότι δεν περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο σύνολό τους. Ως εκ τούτου, ορισμένα τμήματα των εγγράφων θα μπορούσαν να γνωστοποιηθούν, προστατεύοντας παράλληλα την ιδιωτική ζωή και την ακεραιότητα των ενδιαφερόμενων προσώπων. Ειδικότερα, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε αιτιολογήσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν πληροφορίες σχετικά με το είδος του παραπτώματος που αποκάλυψε η OLAF, καθώς και τα μέτρα παρακολούθησης του Κοινοβουλίου.

20. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πεπεισμένος ότι η (μερική) δημοσιοποίηση των επίμαχων εγγράφων θα έθιγε σοβαρά τη λήψη αποφάσεων του Κοινοβουλίου όσον αφορά μελλοντικές πειθαρχικές διαδικασίες. Πράγματι, έκρινε ότι ο κίνδυνος εξωτερικών πιέσεων φαίνεται μάλλον υποθετικός, ασφαλώς υπό το πρίσμα του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ της αίτησης πρόσβασης και των επίμαχων πραγματικών περιστατικών. 

21. Όσον αφορά τα μέρη των εγγράφων που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε γνωστοποίηση πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ορίζονται στον κανονισμό 2018/1725 [11]. Η πρώτη προϋπόθεση συναφώς είναι ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να εκτιμήσουν αν ο αιτών απέδειξε συγκεκριμένη ανάγκη δημοσιοποιήσεως προς το δημόσιο συμφέρον (στο εξής: ανάγκη). Όσον αφορά την ανάγκη δημοσιοποίησης, η καταγγέλλουσα υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι (ορισμένα από) τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφερόμενων προσώπων που περιέχονται στα έγγραφα θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, ώστε να διασφαλίζονται η διαφάνεια, η λογοδοσία και η εμπιστοσύνη του κοινού, και να ενημερώνεται το κοινό σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ αντιμετωπίζουν τα παραπτώματα του προσωπικού της. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι, λόγω της σοβαρότητας του παραπτώματος, το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού υπερισχύει του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή των ενδιαφερόμενων προσώπων.

22. Ενώ η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι ο στόχος που επιδιώκει η καταγγέλλουσα είναι θεμιτός, έκρινε ότι δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο η αποκάλυψη της ταυτότητας των ενδιαφερόμενων προσώπων (συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτοποίησή τους) θα συνέβαλε σε αυτό. Επομένως, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε την αναγκαιότητα γνωστοποιήσεως των επίμαχων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η εκτίμηση των λοιπών προϋποθέσεων διαβιβάσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν ήταν αναγκαία.

23. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε στο Κοινοβούλιο να επανεξετάσει τη θέση του σχετικά με την αίτηση πρόσβασης του κοινού, με σκοπό τη χορήγηση μερικής πρόσβασης στα ζητούμενα έγγραφα, ή να παράσχει περαιτέρω αιτιολόγηση εάν εμμείνει στην άρνησή του.

24. Σε απάντηση, το Κοινοβούλιο ενέμεινε στη θέση του και αρνήθηκε να επιτρέψει οποιαδήποτε πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Ανέφερε ότι προϋπόθεση για να γίνει δεκτή η άποψη της Διαμεσολαβήτριας ότι ορισμένα τμήματα των ζητούμενων εγγράφων θα μπορούσαν να γνωστοποιηθούν είναι να είναι εφικτή η απαλοιφή όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αφήνοντας παράλληλα κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο.

25. Στο πλαίσιο αυτό, το Κοινοβούλιο τόνισε ότι η έννοια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του κανονισμού 2018/1725 περιλαμβάνει τόσο αντικειμενικές όσο και υποκειμενικές πληροφορίες, εφόσον «συνδέεται» με το υποκείμενο των δεδομένων. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο επανέλαβε την άποψή του ότι «τα απλά γεγονότα ότι κινήθηκε έρευνα, ότι εκδόθηκε έκθεση και, στη συνέχεια, συστάσεις ή μέτρα παρακολούθησης σε σχέση με ταυτοποιημένο φυσικό πρόσωπο συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα».

26. Το Κοινοβούλιο πρόσθεσε ότι το Δικαστήριο της ΕΕ έχει αποφανθεί ότι δεν απαιτείται οι εν λόγω πληροφορίες να καθιστούν από μόνες τους δυνατή την ταυτοποίηση του ενδιαφερόμενου υποκειμένου των δεδομένων.[12] Αντιθέτως, δεδομένου ότι τα έγγραφα που δημοσιοποιούνται δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 καθίστανται διαθέσιμα erga omnes, θα προέκυπτε κίνδυνος ταυτοποίησης των ενδιαφερόμενων προσώπων από τρίτους που διαθέτουν πρόσθετες πληροφορίες από το επαγγελματικό τους υπόβαθρο ή με άλλο τρόπο. Με άλλα λόγια, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι υπάρχει σαφής κίνδυνος ταυτοποίησης των ενδιαφερόμενων προσώπων βάσει συγκυριακών πληροφοριών, εάν δημοσιοποιηθούν τμήματα των ζητούμενων εγγράφων, όπως πληροφορίες σχετικά με το εικαζόμενο παράπτωμα και τα μέτρα παρακολούθησης του Κοινοβουλίου [13].

27. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι ο κίνδυνος βλάβης της φήμης είναι υψηλός εάν τα στοιχεία που επιτρέπουν την ταυτοποίηση των ενδιαφερόμενων προσώπων παραμένουν αμετάβλητα στο πλαίσιο των ερευνών και των πειθαρχικών μέτρων της OLAF. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι η εμπιστευτικότητα είναι καίριας σημασίας για το νομικό πλαίσιο των ερευνών της OLAF [14] και των πειθαρχικών διαδικασιών βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

28. Τέλος, το Κοινοβούλιο τόνισε τον διοικητικό χαρακτήρα των επίμαχων εγγράφων και υποστήριξε ότι, ακόμη και αν ήταν δυνατή η απόκρυψή τους, οποιοδήποτε υπόλοιπο περιεχόμενο θα ήταν άνευ σημασίας και δεν θα παρείχε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση σε αναλυτικότερες πληροφορίες από αυτές που είναι άλλως διαθέσιμες στο κοινό.

29. Στις τελικές παρατηρήσεις του προς τον Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος επέμεινε ότι θα ήθελε το Κοινοβούλιο να χορηγήσει πρόσβαση στην ταυτότητα των ενδιαφερόμενων προσώπων, καθώς πιστεύει ότι, κατά την εξισορρόπηση της αρχής της διαφάνειας με τους κανόνες προστασίας των δεδομένων, θα πρέπει να υπερισχύει η διαφάνεια σε περιπτώσεις σοβαρών δεοντολογικών παραπτωμάτων ή πιθανής απάτης από αξιωματούχους ή εκλεγμένους αντιπροσώπους.

30. Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι η διασφάλιση της εμπιστοσύνης του κοινού στα θεσμικά όργανα της ΕΕ μέσω της διαφάνειας στον χειρισμό υποθέσεων απάτης ή διαφθοράς πληροί το πρότυπο του κανονισμού 2018/1725, ο οποίος ορίζει ότι η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύννομη όταν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η ακεραιότητα του Κοινοβουλίου και η δέσμευση της ΕΕ για διαφάνεια και χρηστή διοίκηση θα υπονομευόταν εάν οι εργαζόμενοι ή οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι στο Κοινοβούλιο μπορούσαν να τιμωρούνται για απάτη ή υπεξαίρεση, αλλά να διαφεύγουν κάθε δημόσιου ελέγχου.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση λύσης

31. Στην απάντησή του στην πρόταση της Διαμεσολαβήτριας για λύση, το Κοινοβούλιο δεν επικαλείται πλέον την εξαίρεση από την πρόσβαση του κοινού που αφορά την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων για να αρνηθεί τη δημοσιοποίηση των ζητούμενων εγγράφων. Αντιθέτως, το Κοινοβούλιο ανέπτυξε τα επιχειρήματά του όσον αφορά την ανάγκη προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει των κανονισμών 1049/2001 και 2018/1725, και υπό το πρίσμα του εμπιστευτικού χαρακτήρα των ερευνών και των πειθαρχικών διαδικασιών της OLAF βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ. Ειδικότερα, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι δεν είναι δυνατή η πλήρης ανωνυμοποίηση των ζητούμενων εγγράφων, δεδομένου του κινδύνου ταυτοποίησης από τρίτους που γνωρίζουν τις σχετικές συναφείς πληροφορίες.

32. Ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει ότι η έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» είναι πολύ ευρεία. Καλύπτει κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο πρόσωπο. Οι πληροφορίες δεν χρειάζεται να συνδέονται με την ιδιωτική ζωή ενός ατόμου. Οι πληροφορίες σχετικά με την επαγγελματική δραστηριότητα ενός προσώπου μπορούν επίσης να συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν επιτρέπουν την ταυτοποίηση του ενδιαφερόμενου προσώπου.

33. Ωστόσο, τα μέλη του προσωπικού που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΕ δεν χάνουν το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή. Το παράπτωμα αυτό αντιμετωπίζεται με τις σχετικές διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των ερευνών της OLAF και πιθανών πειθαρχικών μέτρων.

34. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η αξιολόγηση του κατά πόσον οι πληροφορίες που σχετίζονται με έρευνα της OLAF για παραπτώματα του προσωπικού συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού 2018/1725 αποτελεί λεπτό καθήκον το οποίο εξαρτάται από τις ειδικές περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ωστόσο, για να καταστεί δυνατός ο δημόσιος έλεγχος και να διασφαλιστεί η λογοδοσία, τα θεσμικά όργανα θα πρέπει πάντα να επιδιώκουν να παρέχουν την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ως απάντηση σε αίτημα για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα.

35. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο εξακολουθεί να αρνείται κάθε μορφή πρόσβασης στα ζητούμενα έγγραφα.

36. Ειδικότερα, η Διαμεσολαβήτρια εμμένει στην άποψή της ότι το γεγονός ότι διατυπώθηκε σύσταση της OLAF μπορεί να συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα μόνον εάν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είναι ταυτοποιήσιμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν ταυτοποιούνται και το είδος του παραπτώματος που αποκαλύφθηκε δεν είναι, κατά την άποψή της, αρκετά συγκεκριμένο ώστε να επιτρέπει την ταυτοποίηση αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής παρατηρεί ότι η επιβεβαιωτική απόφαση του Κοινοβουλίου αναφέρεται ήδη στα άρθρα του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΕ που αποτελούσαν αντικείμενο της έρευνας της OLAF.

37. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε τη θέση του απαντώντας στην πρότασή της για λύση, η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι η συνέχιση της υπόθεσης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό. Η Διαμεσολαβήτρια αναμένει, ωστόσο, ότι το Κοινοβούλιο θα λάβει υπόψη την αξιολόγησή της κατά την εξέταση μελλοντικών αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε παρόμοια έγγραφα.

Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξακολουθεί να αρνείται κάθε μορφή πρόσβασης στα ζητούμενα έγγραφα. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε τη θέση του απαντώντας στην πρότασή της για λύση, η Διαμεσολαβήτρια είναι της άποψης ότι η συνέχιση της υπόθεσης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό. Η Διαμεσολαβήτρια αναμένει, ωστόσο, ότι το Κοινοβούλιο θα λάβει υπόψη την αξιολόγησή της κατά την εξέταση μελλοντικών αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε παρόμοια έγγραφα.

Ο καταγγέλλων και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Teresa Anjinho
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής


Στρασβούργο, 15/01/2026

 

[1] Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τη διεύθυνση: https://anti-fraud.ec.europa.eu/about-us/what-we-do_en ή https://anti-fraud.ec.europa.eu/investigations/internal-administrative-investigations_en.

[2] Βλ., για παράδειγμα, την έκθεση της OLAF για το 2021, σ. 52: https://anti-fraud.ec.europa.eu/document/download/8d92a187-fae8-449f-8600-e84af9b2dabf_en?filename=olaf-report-2021_en.pdf.

[3] Βάσει του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: http://data.europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj.

[4] Κανονισμός 2018/1725 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών: https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2018/1725/oj/eng.

[5] Άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.

[6] Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του κανονισμού 1049/2001 σε συνδυασμό με τον κανονισμό 2018/1725.

[7] Άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.

[8] Σύμφωνα με το άρθρο 27 του παραρτήματος IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ, διατίθεται στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A01962R0031-20250513.  

[9] Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος στην επιβεβαιωτική αίτηση βασίζονταν στο παράπτωμα που διέπραξαν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε την απαλοιφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα άλλων προσώπων πλην των ενδιαφερόμενων προσώπων.

[10] Άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού 2018/1725. Βλ. επίσης υπόθεση 1686/2024/MIG σχετικά με την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ) να παράσχει πλήρη πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με τη συνέχεια που δόθηκε σε έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF): https://www.ombudsman.europa.eu/en/case/en/67193.

[11] Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 2018/1725.

[12] Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2016, Breyer κατά Deutschland, C-582/14, σκέψεις 41 και 43, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-582/14.

[13] Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, OC κατά Επιτροπής, C-479/22 P, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-479/22&language=en.

[14] Κανονισμός 883/2013 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), διαθέσιμος στη διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A02013R0883-20210117.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!