Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 128/2004/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 128/2004/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 23 Ιανουαρίου 2004 - Απόφαση στις Τετάρτη | 02 Ιουνίου 2004
Στρασβούργο, 2 Ιουνίου 2004
Αξιότιμε κύριε,
Στις 23 Δεκεμβρίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος του Χ, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διαχειρίζεται τη δασμολογητέα αξία.
Στις 23 Ιανουαρίου 2004, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Στις 18 Μαΐου 2004, με ενημερώσατε ότι δεν επιθυμείτε πλέον να δώσετε συνέχεια στην καταγγελία σας. Την 1η Ιουνίου 2004, είχατε τηλεφωνική συνομιλία με το γραφείο μου.
Όπως ζητήθηκε στην επιστολή σας της 19ης Ιανουαρίου 2004, η καταγγελία σας αντιμετωπίστηκε εμπιστευτικά.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Η παρούσα καταγγελία υποβάλλεται από εταιρεία συμβούλων που ενεργεί για λογαριασμό της εταιρείας Χ, με έδρα τις Κάτω Χώρες (εφεξής «ο καταγγέλλων»).
Η καταγγελία αφορά τον τρόπο διαχείρισης της δασμολογητέας αξίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η δασμολογητέα αξία είναι μια διαδικασία που εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό της αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων με σκοπό τον υπολογισμό των δασμών "ad valorem".
Στην ειδική έκθεσή του αριθ. 23/2000(1), το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ανέφερε ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση διαφόρων αδυναμιών στη διαχείριση της δασμολογητέας αξίας και στην εποπτεία των αρχών των κρατών μελών που απαρτίζουν την τελωνειακή ένωση.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι τα εξής:
Η εμπειρία του καταγγέλλοντος είναι ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο σε διαφορετικά κράτη μέλη, όπως οι Κάτω Χώρες και η Ισπανία. Οι ισπανικές τελωνειακές αρχές υπολόγισαν αναδρομικά σημαντικά ποσά τελωνειακών δασμών, ΦΠΑ κατά την εισαγωγή και τόκων συνολικού ύψους 1 646 454 ευρώ για τα έτη 1997 έως 2001. Αυτές οι αναδρομικές εκτιμήσεις βασίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων δασμολογητέας αξίας από τις ισπανικές τελωνειακές αρχές. Όλες οι υποθέσεις (τελωνειακός έλεγχος για τα έτη 1997, 1998, 1999, 2000 και 2001) έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαφορών ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων και, μετά τις προσφυγές που ασκήθηκαν, εξακολουθούν να εκκρεμούν με τις αναμενόμενες αποφάσεις για τα έτη 2006/2007.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2000, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας της να παράσχει την ερμηνεία του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου, καθώς φαινόταν ότι οι ισπανικές αρχές δεν ερμήνευσαν ορθά διάφορα σημεία του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΚΤΚ). Στην απάντησή της της 20ής Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα ζητήματα ερμηνείας που έθεσε ο καταγγέλλων ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των εθνικών τελωνειακών αρχών και ότι δεν έχει καμία ευθύνη να προβεί σε λεπτομερή εξέταση πολύ συγκεκριμένων μεμονωμένων περιπτώσεων, πράγμα που αποτελεί καθήκον των εθνικών διοικήσεων. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απέστειλε διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα στην Επιτροπή, ζητώντας της να διευκρινίσει τη θέση της. Μη ικανοποιημένος από την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων επανέλαβε τονίζοντας ότι η τρέχουσα κατάσταση οδηγεί σε διαφορετική εφαρμογή και ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων στα διάφορα κράτη μέλη. Σε επιστολή της 12ης Δεκεμβρίου 2001, ο καταγγέλλων πρότεινε επίσης να συζητηθεί το θέμα στην επιτροπή τελωνειακού κώδικα (τμήμα δασμολογητέας αξίας) το συντομότερο δυνατόν. Στην απάντησή της της 21ης Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή απέρριψε την ιδέα αυτή.
Στις 22 Ιανουαρίου 2002, ο καταγγέλλων τόνισε ότι είναι απαράδεκτο να ερμηνεύεται διαφορετικά ο τελωνειακός κώδικας σε δύο κράτη μέλη και ότι είναι καθήκον της Επιτροπής να αποσαφηνίσει τη νομοθεσία και τις κατευθυντήριες γραμμές. Ο καταγγέλλων επανέλαβε το αίτημά του να συζητηθεί το θέμα στην επιτροπή τελωνειακού κώδικα. Ωστόσο, μέχρι σήμερα η Επιτροπή δεν έχει απαντήσει στην επιστολή της 22ας Ιανουαρίου 2002.
Στις 23 Δεκεμβρίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, προβάλλοντας τους ακόλουθους ισχυρισμούς (κατάλογος ισχυρισμών στις σελίδες 8 έως 10 της καταγγελίας) και ισχυρισμούς (στη σελίδα 12 της καταγγελίας):
1. Σε αντίθεση με όσα ανέφερε στην επιστολή της της 21ης Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει πρόσθετα παραδείγματα ως κατευθυντήριες γραμμές τόσο για τις τελωνειακές υπηρεσίες όσο και για τους οικονομικούς φορείς·
2. Η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 22ας Ιανουαρίου 2002 και δεν απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος να εγγράψει την υπόθεσή του στην ημερήσια διάταξη της επιτροπής τελωνειακού κώδικα (σημεία 2 και 4 του καταλόγου των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος)·
3. Η Επιτροπή δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα εάν ζήτησε από τα κράτη μέλη πληροφορίες σχετικά με την πρακτική εφαρμογή της διάταξης για τις προμήθειες αγοράς (όπως αναφέρεται στην επιστολή της 21ης Δεκεμβρίου 2001)·
4. Η Επιτροπή ενημέρωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο ότι θα ενεργήσει προκειμένου να ξεπεραστεί η διαφορετική μεταχείριση των εμπόρων που δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη, αλλά δεν έχει αναλάβει καμία δράση και δεν εφαρμόζει την αναγκαία κοινοτική νομοθεσία για την εξασφάλιση ισοδύναμων όρων συναλλαγών στα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, από την απάντηση της Επιτροπής στο Ελεγκτικό Συνέδριο προκύπτει ότι φαίνεται να παρουσιάζεται ως φορέας που στερείται επαρκών πόρων και εξουσιών (σημεία 5 και 7 στον κατάλογο των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος)·
5. Υπάρχει έλλειψη «βάσης δεδομένων δεσμευτικών αποφάσεων αποτίμησης», γεγονός που εξηγεί γιατί η υπόθεση αυτή δεν έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς·
6. Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει διάφορα μέτρα για να βελτιώσει τη διαχείριση της δασμολογητέας αξίας, ώστε να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Στις 23 Ιανουαρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε την καταγγελία για γνωμοδότηση στην Επιτροπή με προθεσμία την 30ή Απριλίου 2004. Με έγγραφο της 4ης Μαΐου 2004, η Επιτροπή πληροφόρησε τον Διαμεσολαβητή ότι οι υπηρεσίες της βρίσκονταν στο στάδιο της οριστικοποιήσεως της απαντήσεώς τους επί της καταγγελίας. Ωστόσο, στις 18 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαΐου 2004 με υπαλλήλους της Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης (TAXUD B1) της Επιτροπής, δεν επιθυμούσε πλέον να δώσει συνέχεια στην καταγγελία. Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι η Επιτροπή είχε ενημερωθεί σχετικά κατά την εν λόγω συνεδρίαση.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τηλεφωνικά τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή στις 25 Μαΐου 2004 ότι ο καταγγέλλων είχε ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν επρόκειτο να δοθεί συνέχεια στην καταγγελία. Και οι δύο υπηρεσίες συμφώνησαν ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θα εξυπηρετούσε πλέον κανέναν σκοπό η αποστολή της γνωμοδότησης.
Σε τηλεφωνική συνομιλία της 1ης Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε το γραφείο του Διαμεσολαβητή ότι ήταν ικανοποιημένος με τη θέση που είχε υιοθετήσει η Επιτροπή επί του θέματος και με την πρότασή της να εξετάσει τα εκκρεμή προβληματικά ζητήματα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Επί των αιτιάσεων κατά της Επιτροπής1.1 Η καταγγελία υποβάλλεται από εταιρεία συμβούλων που ενεργεί για λογαριασμό εταιρείας εγκατεστημένης στις Κάτω Χώρες (εφεξής «ο καταγγέλλων»). Η καταγγελία αφορά τον τρόπο διαχείρισης της δασμολογητέας αξίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η δασμολογητέα αξία είναι μια διαδικασία που εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό της αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων με σκοπό τον υπολογισμό των δασμών "ad valorem". Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε κατά βάση ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε δεόντως τις υποχρεώσεις της όσον αφορά τη δασμολογητέα αξία και, ως εκ τούτου, δεν εξασφάλισε επίσης ισοδύναμους όρους συναλλαγών στα κράτη μέλη. Ο καταγγέλλων διατύπωσε ορισμένους ακριβέστερους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς κατά της Επιτροπής σχετικάμε το θέμα αυτό (2).
1.2 Στις 18 Μαΐου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαΐου 2004 με υπαλλήλους της Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης (TAXUD B1) της Επιτροπής, δεν επιθυμούσε πλέον να δώσει συνέχεια στην καταγγελία και ότι η Επιτροπή είχε ενημερωθεί σχετικά κατά την εν λόγω συνάντηση. Σε τηλεφωνική συνομιλία της 1ης Ιουνίου 2004, ο καταγγέλλων ενημέρωσε περαιτέρω το γραφείο του Διαμεσολαβητή ότι ήταν ικανοποιημένος με τη θέση που είχε υιοθετήσει η Επιτροπή επί του θέματος και με την πρότασή της να εξετάσει τα εκκρεμή προβληματικά ζητήματα. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί.
2 ΣυμπέρασμαΑπό την επιστολή του καταγγέλλοντος της 18ης Μαΐου 2004 και την τηλεφωνική συνομιλία της 1ης Ιουνίου 2004 προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε μέτρα για τη διευθέτηση του ζητήματος και, ως εκ τούτου, ικανοποίησε τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) ΕΕ C 84/1 της 14ης Μαρτίου 2001.
(2) Οι ισχυρισμοί και οι ισχυρισμοί είναι: 1) Σε αντίθεση με όσα ανέφερε στην επιστολή της της 21ης Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει πρόσθετα παραδείγματα ως κατευθυντήριες γραμμές τόσο για τις τελωνειακές υπηρεσίες όσο και για τους οικονομικούς φορείς· 2) Η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 22ας Ιανουαρίου 2002 και δεν απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος να εγγράψει την υπόθεσή του στην ημερήσια διάταξη της επιτροπής τελωνειακού κώδικα (σημεία 2 και 4 του καταλόγου των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος)· 3) Η Επιτροπή δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα εάν ζήτησε από τα κράτη μέλη πληροφορίες σχετικά με την πρακτική εφαρμογή της διάταξης για τις προμήθειες αγοράς (όπως αναφέρεται στην επιστολή της 21ης Δεκεμβρίου 2001)· 4) Η Επιτροπή ενημέρωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο ότι θα ενεργήσει προκειμένου να ξεπεραστεί η διαφορετική μεταχείριση των εμπόρων που δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη, αλλά δεν έχει αναλάβει καμία δράση και δεν εφαρμόζει την αναγκαία κοινοτική νομοθεσία για την εξασφάλιση ισοδύναμων όρων συναλλαγών στα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, από την απάντηση της Επιτροπής στο Ελεγκτικό Συνέδριο προκύπτει ότι φαίνεται να παρουσιάζεται ως φορέας που στερείται επαρκών πόρων και εξουσιών (σημεία 5 και 7 στον κατάλογο των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος)· 5) Υπάρχει έλλειψη «βάσης δεδομένων δεσμευτικών αποφάσεων αποτίμησης», γεγονός που εξηγεί γιατί η υπόθεση αυτή δεν έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς· και 6) Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει διάφορα μέτρα για να βελτιώσει τη διαχείριση της δασμολογητέας αξίας, ώστε να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.