Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1367/2003/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1367/2003/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 09 Σεπτεμβρίου 2003 - Απόφαση στις Πέμπτη | 18 Νοεμβρίου 2004
Περίληψη της απόφασης επί της καταγγελίας 1367/2003/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Ένας πολίτης με διπλή γαλλική/βουλγαρική ιθαγένεια είχε υποβάλει αίτηση τον Μάιο του 2003 για θέση τοπικού υπαλλήλου «συμβούλου προενταξιακής και πολιτικής ενημέρωσης», η οποία ήταν κενή στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Σόφια της Βουλγαρίας. Ωστόσο, η αίτηση του καταγγέλλοντος απορρίφθηκε, λόγω της διπλής ιθαγένειάς του. Εν προκειμένω, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής επικαλέστηκε τη Σύμβαση της Βιέννης περί διπλωματικών σχέσεων της 18ης Απριλίου 1961. Ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας διευκρινίσεις, αλλά δεν έλαβε απάντηση.
Τον Ιούλιο του 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ισχυριζόμενος ότι υπήρξε έλλειψη διαφάνειας στη διαδικασία πρόσληψης και ότι, αποκλείοντας την υποψηφιότητά του λόγω της διπλής γαλλοβουλγαρικής ιθαγένειάς του και της Σύμβασης της Βιέννης του 1961, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων.
Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η εν λόγω κενή θέση ήταν για έναν υπεύθυνο καθηκόντων "ALAT" ("agent local d'assistance administrative et technique"), το καθεστώς του οποίου συνεπάγεται την εφαρμογή του άρθρου 37 παράγραφος 2 της σύμβασης της Βιέννης του 1961. Οι συμβάσεις «ALAT» ανατίθενται αποκλειστικά σε υποψηφίους που δεν έχουν την ιθαγένεια της χώρας στην οποία θα ασκήσουν τα καθήκοντά τους και δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της εν λόγω χώρας. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, καθώς και την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
Στην απόφασή του, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε καταρχάς ότι η υποψηφιότητα του καταγγέλλοντος απορρίφθηκε λόγω της βουλγαρικής ιθαγένειάς του και όχι λόγω της γαλλικής ιθαγένειάς του. Επομένως, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 12 της Συνθήκης ΕΚ, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών της Ένωσης. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε ότι κανένα από τα κείμενα που ισχύουν για τους τοπικούς πράκτορες δεν ανέφερε την κατηγορία «ALAT» ή περιείχε διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα με βουλγαρική ιθαγένεια θα αποκλείονταν από τις συμβάσεις τοπικών πρακτόρων. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε αντικειμενικά την απόφασή της να απορρίψει την αίτηση του καταγγέλλοντος λόγω της βουλγαρικής ιθαγένειάς του και, ως εκ τούτου, παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων ή της ίσης μεταχείρισης. Διαπίστωσε επίσης ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως για την επίμαχη θέση δεν παρείχε στους υποψηφίους όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία προσλήψεως. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτικές παρατηρήσεις.
Δεδομένου ότι η εν λόγω θέση είχε πληρωθεί εν τω μεταξύ, δεν ήταν σκόπιμο ο Διαμεσολαβητής να επιδιώξει φιλική λύση του ζητήματος.
Στρασβούργο, 18 Νοεμβρίου 2004
Αξιότιμε κ. I.,
Στις 24 Ιουλίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Επιτροπής σχετικά με τον αποκλεισμό σας από διαδικασία πρόσληψης για θέση συμβούλου προενταξιακής και πολιτικής πληροφόρησης στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Σόφια της Βουλγαρίας.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 11 Δεκεμβρίου 2003. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 23 Ιανουαρίου 2004.
Στις 8 Οκτωβρίου 2004, οι υπηρεσίες μου επικοινώνησαν τηλεφωνικά με την αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Σόφια σχετικά με την εν λόγω θέση.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει. Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:
Τον Μάιο του 2003, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Σόφια δημοσίευσε στον ιστότοπό της μια κενή θέση «συμβούλου προενταξιακής και πολιτικής πληροφόρησης», με έδρα τη Σόφια. Μόνον οι υποψήφιοι που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους μπορούν να υποβάλουν αίτηση.
Ο καταγγέλλων, ο οποίος έχει διπλή γαλλική/βουλγαρική ιθαγένεια και τα απαιτούμενα προσόντα για τη θέση, υπέβαλε αίτηση στις 8 Μαΐου 2003. Δεδομένης της έλλειψης πληροφοριών στην κενή θέση σχετικά με τη διαδικασία πλήρωσης της θέσης, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στις 18 Μαΐου 2003 ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με διάφορα σημεία. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση, επανέλαβε το αίτημά του στις 26 Μαΐου 2003. Ο καταγγέλλων επικοινώνησε επίσης με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) για να λάβει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πρόσληψης στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής. Η EPSO ενημέρωσε τον ενδιαφερόμενο ότι οι αντιπροσωπείες δεν μπορούν να διοργανώσουν διαγωνισμούς και ότι όλες οι διαδικασίες πρόσληψης διεκπεραιώνονται μέσω της EPSO. Ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι, προφανώς, η αντιπροσωπεία στη Βουλγαρία δεν ακολούθησε τη διαδικασία αυτή.
Στις 27 Μαΐου 2003, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Σόφια ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, λόγω της διπλής γαλλοβουλγαρικής ιθαγένειάς του, η υποψηφιότητά του για τη θέση δεν ήταν επιλέξιμη. Η αντιπροσωπεία της Επιτροπής επικαλέστηκε τη Σύμβαση της Βιέννης περί διπλωματικών σχέσεων της 18ης Απριλίου 1961. Σε τηλεφωνική συνομιλία στις 28 Μαΐου 2003, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε από την αντιπροσωπεία της Επιτροπής ότι η πρακτική της ΓΔ Εξωτερικών Σχέσεων της Επιτροπής ήταν να μην προσλαμβάνει ποτέ στις αντιπροσωπείες υπηκόους του εν λόγω κράτους προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενη πίεση από τις εθνικές αρχές. Ο καταγγέλλων παρατηρεί ότι πρόκειται για απολύτως αδικαιολόγητο τεκμήριο και ότι η διπλή ιθαγένεια (κράτους μέλους και Βουλγαρίας) θα αποτελούσε μάλλον πλεονέκτημα για τη θέση.
Στις 3 Ιουνίου 2003, η ΓΔ Εξωτερικών Σχέσεων επιβεβαίωσε τη μη επιλεξιμότητα του καταγγέλλοντος για την εν λόγω θέση λόγω της διπλής ιθαγένειάς του. Την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή για να εκφράσει τη διαφωνία του με τους προβαλλόμενους λόγους. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση, απηύθυνε αίτηση επανεξέτασης στη ΓΔ Εξωτερικών Σχέσεων στις 26 Ιουνίου 2003. Ο καταγγέλλων δεν έλαβε απάντηση.
Ως εκ τούτου, στις 24 Ιουλίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι:
1. Υπήρξε έλλειψη διαφάνειας στη διαδικασία πρόσληψης που ακολούθησε η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Βουλγαρία, καθώς και η ΓΔ Εξωτερικών Σχέσεων.
2. Η Επιτροπή, αποκλείοντας την υποψηφιότητά του λόγω της διπλής γαλλοβουλγαρικής ιθαγένειάς του και της Συμβάσεως της Βιέννης του 1961, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η αντιπροσωπεία θα πρέπει να λάβει υπόψη την υποψηφιότητά του για τη θέση.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ Επιτροπή υπενθύμισε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Παρατήρησε ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος είχε απορριφθεί κατά τη φάση προεπιλογής λόγω της βουλγαρικής ιθαγένειάς του και του γεγονότος ότι ήταν μόνιμος κάτοικος Βουλγαρίας. Όπως αναφέρεται στην προκήρυξη κενής θέσης, η κενή θέση προοριζόταν για τοπικό υπάλληλο του «ALAT» («agent local d'assistance administrative et technique»). Το καθεστώς θέσης ALAT συνεπάγεται την εφαρμογή του άρθρου 37 παράγραφος 2 της σύμβασης της Βιέννης της 18ης Απριλίου 1961 περί διπλωματικών σχέσεων. Ο εν λόγω τοπικός υπάλληλος προσλαμβάνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 79 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και την πρακτική στον τόπο όπου πρόκειται να ασκήσει τα καθήκοντά του. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του τοπικού προσωπικού καθορίζονται στον κανονισμό-πλαίσιο που εφαρμόζεται στο τοπικό προσωπικό.
Οι συμβάσεις «ALAT» ανατίθενται αποκλειστικά σε υποψηφίους που δεν έχουν την ιθαγένεια της χώρας στην οποία θα ασκήσουν τα καθήκοντά τους και δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της εν λόγω χώρας (άρθρο 37 παράγραφος 2 της Σύμβασης της Βιέννης). Ως εκ τούτου, η υποψηφιότητα του καταγγέλλοντος δεν μπορούσε να διατηρηθεί σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για αυτού του είδους τις θέσεις.
Όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη διαφάνειας, η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι πληροφορίες που παρείχε η EPSO στον καταγγέλλοντα ήταν απλώς εξηγήσεις σχετικά με τη διοργάνωση διαγωνισμών για λογαριασμό των διαφόρων κοινοτικών οργάνων. Όσον αφορά το αίτημα του καταγγέλλοντος σχετικά με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για τις θέσεις στις αντιπροσωπείες, η EPSO το μετέφερε στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.
Η Επιτροπή δέχεται ότι ορισμένες τυπικές πτυχές της διαδικασίας επιλογής που ακολούθησε η αντιπροσωπεία θα μπορούσαν να είχαν βελτιωθεί, όπως η σαφέστερη διατύπωση της προκήρυξης κενής θέσης όσον αφορά τα κριτήρια αποκλεισμού και η κοινοποίηση της απόφασης που ελήφθη όσον αφορά τους μη επιλεγέντες υποψηφίους.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΌσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στο άρθρο 17 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την ιθαγένεια της Ένωσης, το οποίο, στην περίπτωσή του, έχει βάσει της γαλλικής ιθαγένειάς του. Αυτός είναι ο μόνος παράγοντας που η Επιτροπή και η αντιπροσωπεία της στη Βουλγαρία έπρεπε να λάβουν υπόψη προκειμένου να διασφαλίσουν την άνευ διακρίσεων μεταχείριση της υποψηφιότητάς του. Ωστόσο, στη γνώμη της, η Επιτροπή εξακολούθησε να αναφέρεται στον καταγγέλλοντα ως Βούλγαρο υπήκοο. Ο καταγγέλλων επισημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή ανέφερε εσφαλμένα ότι ήταν μόνιμος κάτοικος Βουλγαρίας, ενώ η διεύθυνση και η κατοικία του βρίσκονταν ανέκαθεν στη Γαλλία.
Ο καταγγέλλων παραπέμπει στο άρθρο 12 της συνθήκης ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων αναφέρεται σε απόφαση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία, εάν το δίκαιο ενός κράτους μέλους επιτρέπει τη διπλή ιθαγένεια, η κοινοτική ιθαγένεια θα πρέπει να υπερισχύει για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (1). Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός και μόνον ότι ένας υπήκοος κράτους μέλους έχει επίσης την ιθαγένεια τρίτης χώρας στην οποία διαμένει, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, δεν τον εμποδίζει να επικαλεστεί, ως υπήκοος κράτους μέλους, την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας (2).
Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων υπέστη δυσμενή διάκριση ως κοινοτικός υπήκοος. Η διάκριση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων απέρριψε την εξήγηση της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Βουλγαρία ότι σκοπός της πρακτικής να μην προσλαμβάνονται υπήκοοι του εν λόγω κράτους ήταν να αποφευχθεί ενδεχόμενη πίεση από τις εθνικές αρχές. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Βουλγαρία συνυπολογίζει τους Βούλγαρους στο προσωπικό της.
Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι το καθεστώς «ALAT» δεν περιλαμβάνεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα οποία απαγορεύουν τις διακρίσεις κατά την πρόσληψη (άρθρο 27 και άρθρο 12 αντίστοιχα).
Η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Βουλγαρία παραβίασε επίσης τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων, καθώς ο καταγγέλλων βρισκόταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τους άλλους υποψηφίους για τη θέση.
Τέλος, ο καταγγέλλων θεωρεί πολύ δύσκολο να κατανοήσει ότι η υποψηφιότητά του ως γαλλοβουλγαρού πολίτη για θέση συμβούλου προένταξης δεν ήταν επιλέξιμη, καθώς η θέση αυτή απαιτεί ενδελεχή γνώση της βουλγαρικής γλώσσας και της νομικής και πολιτικής δομής. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η διπλή ιθαγένεια στην προκειμένη περίπτωση θα αποτελούσε πλεονέκτημα για έναν υποψήφιο.
Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και ήλπιζε ότι θα μπορούσε να εξευρεθεί φιλική λύση.
ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ
Στις 8 και 11 Οκτωβρίου 2004, το γραφείο του Διαμεσολαβητή επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κ. Ricardo Oriol, προϊστάμενο διοίκησης της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Σόφια, προκειμένου να μάθει τι είχε συμβεί με τη θέση στην οποία είχε υποβάλει αίτηση ο καταγγέλλων. Ο προϊστάμενος διοίκησης ενημέρωσε το γραφείο του Διαμεσολαβητή ότι η θέση είχε πληρωθεί.
Το γραφείο του Διαμεσολαβητή ζήτησε επίσης αντίγραφο των κανόνων-πλαισίων για τον καθορισμό του καθεστώτος που εφαρμόζεται στους τοπικούς υπαλλήλους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπηρετούν σε τρίτες χώρες και των κανόνων για τον καθορισμό του ειδικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στους τοπικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στη Βουλγαρία. Τα έγγραφα αυτά εστάλησαν στον Διαμεσολαβητή στις 11 και 12 Οκτωβρίου 2004.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Επί της προβαλλόμενης ελλείψεως διαφάνειας στη διαδικασία προσλήψεως1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι υπήρξε έλλειψη διαφάνειας στη διαδικασία πρόσληψης που ακολούθησε η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Βουλγαρία, καθώς και η ΓΔ Εξωτερικών Σχέσεων.
1.2 Η Επιτροπή δέχθηκε ότι ορισμένες τυπικές πτυχές της διαδικασίας επιλογής που ακολούθησε η αντιπροσωπεία θα μπορούσαν να είχαν βελτιωθεί, όπως το να καταστεί σαφέστερη η ανακοίνωση κενής θέσης όσον αφορά τα κριτήρια αποκλεισμού και να κοινοποιηθεί η απόφαση που ελήφθη όσον αφορά τους μη επιλεγέντες υποψηφίους.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η προκήρυξη κενής θέσης για τη θέση του υπεύθυνου έργου της ALAT - συμβούλου για την προενταξιακή και πολιτική πληροφόρηση» (Post Sof TM/02/03) ήταν εξαιρετικά σύντομη όσον αφορά τα κριτήρια επιλογής και τις απαιτήσεις για τους υποψηφίους. Στην πραγματικότητα, η ανακοίνωση κενής θέσης περιείχε περιγραφή των καθηκόντων και απλώς επισήμανε ότι: «Οι εξαιρετικές επικοινωνιακές δεξιότητες, τόσο στο προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο, είναι αναφαίρετες. Η άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας στο προφορικό και γραπτό είναι επίσης απαραίτητη. Η ALAT θα ακολουθήσει τις οδηγίες του ανώτερου προσωπικού της αντιπροσωπείας· θα ενσωματωθεί στην ομάδα που ασχολείται με τη συνολική παρακολούθηση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και, κατά συνέπεια, θα υποστηριχθεί από άλλες δραστηριότητες των αντιπροσωπειών και θα συμβάλει σε αυτές».
1.4 Ωστόσο, η προκήρυξη κενής θέσης δεν περιείχε καμία πληροφορία προς τους υποψηφίους σχετικά με ειδικά κριτήρια επιλογής ή μη επιλεξιμότητα λόγω διπλής ιθαγένειας ή παραπομπή στο άρθρο 37 παράγραφος 2 της Σύμβασης της Βιέννης περί των διπλωματικών σχέσεων της 18ης Απριλίου 1961 (εφεξής «Σύμβαση της Βιέννης»), την οποία η Αντιπροσωπεία επικαλέστηκε κατά της υποψηφιότητας του καταγγέλλοντος.
1.5 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι, λόγω της έλλειψης πληροφοριών στην ανακοίνωση κενής θέσης, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στις 18 και 26 Μαΐου 2003 στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής προκειμένου να λάβει λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με διάφορα σημεία της διαδικασίας πρόσληψης (χρονοδιάγραμμα προσλήψεων, κριτήρια προεπιλογής). Ο καταγγέλλων δεν έλαβε απάντηση από την αντιπροσωπεία της Επιτροπής, αλλά απλώς ενημερώθηκε στις 27 Μαΐου 2003 ότι η υποψηφιότητά του απορρίφθηκε λόγω της διπλής ιθαγένειάς του.
1.6 Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν να παρέχονται στο κοινό οι πληροφορίες που ζητούν και οι πληροφορίες αυτές να είναι σαφείς και κατανοητές (3). Εν προκειμένω, φαίνεται ότι η προκήρυξη κενής θέσης για τη θέση του συμβούλου προένταξης δεν παρείχε στους υποψηφίους όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης. Η Επιτροπή παρέλειψε επίσης να παράσχει στον καταγγέλλοντα σαφείς πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης κατόπιν των αιτημάτων του της 18ης και 26ης Μαΐου 2003. Πρόκειται για περιπτώσεις κακοδιοίκησης και, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
2 Επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, αποκλείοντας την υποψηφιότητά του λόγω της διπλής γαλλοβουλγαρικής ιθαγένειάς του και της Σύμβασης της Βιέννης του 1961, παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων.
2.2 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η κενή θέση ήταν θέση τοπικού υπαλλήλου και, ειδικότερα, υπεύθυνου έργου «ALAT», γεγονός που συνεπάγεται την εφαρμογή του άρθρου 37 παράγραφος 2 της Σύμβασης της Βιέννης. Οι συμβάσεις «ALAT» ανατίθενται αποκλειστικά σε υποψηφίους που δεν έχουν την ιθαγένεια της χώρας στην οποία θα ασκήσουν τα καθήκοντά τους και δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της εν λόγω χώρας.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι η υποψηφιότητα του καταγγέλλοντος απορρίφθηκε λόγω της βουλγαρικής ιθαγένειάς του. Η γαλλική ιθαγένειά του δεν ήταν καθοριστική για την απόρριψη αυτή και φαίνεται ότι οποιοσδήποτε άλλος υποψήφιος, τόσο με ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους της ΕΕ όσο και με βουλγαρική ιθαγένεια, θα είχε επίσης απορριφθεί για τον ίδιο λόγο. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται να υφίσταται διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών της ΕΕ. Επομένως, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας του άρθρου 12 της Συνθήκης ΕΚ δεν φαίνεται να ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Ούτε ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-122/96 (4), την οποία αναφέρει ο καταγγέλλων στις παρατηρήσεις του, εφαρμόζεται στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
2.4 Όσον αφορά τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η αρχή αυτή εφαρμόζεται όταν συγκρίσιμες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με άνισο τρόπο και η διάκριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά.
2.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής επιδιώκει να εξακριβώσει κατά πόσον η Επιτροπή έχει παράσχει αντικειμενική αιτιολόγηση της απόφασής της να απορρίψει την αίτηση του καταγγέλλοντος λόγω της βουλγαρικής ιθαγένειάς του.
2.6 Κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 37, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βιέννης περί των διπλωματικών σχέσεων, της 18ης Απριλίου 1961. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«Τα μέλη του διοικητικού και τεχνικού προσωπικού της αποστολής, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους που ανήκουν στις αντίστοιχες οικογένειές τους, απολαύουν, εάν δεν είναι υπήκοοι ή δεν διαμένουν μόνιμα στο κράτος υποδοχής, των προνομίων και ασυλιών που προβλέπονται στα άρθρα 29 έως 35, εκτός εάν η ασυλία από την αστική και διοικητική δικαιοδοσία του κράτους υποδοχής που προβλέπεται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 δεν εκτείνεται σε πράξεις που τελούνται εκτός της άσκησης των καθηκόντων τους. Απολαύουν επίσης των προνομίων που καθορίζονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 όσον αφορά τα είδη που εισάγονται κατά την πρώτη εγκατάσταση.»
Ο Διαμεσολαβητής δεν κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο η διάταξη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί τον αποκλεισμό των Βουλγάρων υπηκόων από την επιλεξιμότητα για την εν λόγω θέση. Αντιθέτως, φαίνεται να προβλέπει τη δυνατότητα το διοικητικό και τεχνικό προσωπικό να έχει την ιθαγένεια του κράτους υποδοχής, εν προκειμένω της Βουλγαρίας.
2.7 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι κανόνες που ισχύουν για το τοπικό προσωπικό που απασχολείται από την αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Βουλγαρία περιέχονται σε τρία κείμενα, και συγκεκριμένα 1) στα άρθρα 79 έως 81 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2) στους «κανόνες-πλαίσια για τον καθορισμό του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο τοπικό προσωπικό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπηρετεί σε τρίτες χώρες» (εφεξής «κανόνες-πλαίσια») και 3) στους «κανόνες για τον καθορισμό του ειδικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στο τοπικό προσωπικό που υπηρετεί στη Βουλγαρία» (εφεξής «ειδικοί όροι»), οι οποίοι εγκρίθηκαν στις 26 Ιουνίου 1996 από τον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης.
2.8 Κανένα από τα κείμενα αυτά δεν αναφέρει την κατηγορία των τοπικών υπαλλήλων που αναφέρεται στην προκήρυξη κενής θέσης της αντιπροσωπείας ως «υπεύθυνος καθηκόντων της ALAT» ή περιέχει απαιτήσεις ιθαγένειας για τους τοπικούς υπαλλήλους. Ούτε οι «Όροι πρόσληψης» στους κανόνες-πλαίσια (άρθρα 2-3) ή στους ειδικούς όρους (δηλαδή κεφάλαιο II, άρθρα 2-4) περιέχουν διάταξη σύμφωνα με την οποία τα πρόσωπα με βουλγαρική ιθαγένεια θα αποκλείονται από τις συμβάσεις τοπικού αντιπροσώπου.
2.9 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε αντικειμενικά την απόφασή της να απορρίψει την αίτηση του καταγγέλλοντος λόγω της βουλγαρικής ιθαγένειάς του. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων ή της ίσης μεταχείρισης, η οποία εφαρμόζεται όταν παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με άνισο τρόπο και η διάκριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
3 Επί του αιτήματος υπαγωγής στη διαδικασία προσλήψεως3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η αντιπροσωπεία πρέπει να λάβει υπόψη την υποψηφιότητά του για τη θέση.
3.2 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει από τις περαιτέρω έρευνες ότι η εν λόγω θέση έχει πληρωθεί και ότι, ως εκ τούτου, η διαδικασία επιλογής έχει περατωθεί. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είναι πλέον σε θέση να ανταποκριθεί στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος να λάβει υπόψη την υποψηφιότητά του για τη θέση. Για τον ίδιο λόγο, δεν είναι σκόπιμο να επιδιώξει ο Διαμεσολαβητής φιλική λύση.
3.3 Βάσει των πορισμάτων του Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων έχει, ωστόσο, τη δυνατότητα να ζητήσει επανόρθωση απευθείας από την Επιτροπή και να υποβάλει περαιτέρω καταγγελία στον Διαμεσολαβητή εάν δεν είναι ικανοποιημένος από την απάντηση της Επιτροπής.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με τα μέρη 1 και 2 της παρούσας καταγγελίας, είναι αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:
Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν να παρέχονται στο κοινό οι πληροφορίες που ζητούν και οι πληροφορίες αυτές να είναι σαφείς και κατανοητές (5). Εν προκειμένω, φαίνεται ότι η προκήρυξη κενής θέσης για τη θέση του συμβούλου προένταξης δεν παρείχε στους υποψηφίους όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης. Η Επιτροπή παρέλειψε επίσης να παράσχει στον καταγγέλλοντα σαφείς πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης κατόπιν των αιτημάτων του της 18ης και 26ης Μαΐου 2003. Πρόκειται για περιπτώσεις κακοδιοίκησης.
Η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε αντικειμενικά την απόφασή της να απορρίψει την αίτηση του καταγγέλλοντος λόγω της βουλγαρικής ιθαγένειάς του. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων ή της ίσης μεταχείρισης, η οποία εφαρμόζεται όταν παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με άνισο τρόπο και η διάκριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Δεδομένου ότι αυτές οι πτυχές της υπόθεσης αφορούν διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος και ότι, ειδικότερα, η εν λόγω θέση έχει πληρωθεί και η διαδικασία επιλογής έχει περατωθεί, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Υπόθεση C-369/90, Micheletti/Delegación del Gobierno en Cantabria, Συλλογή 1992, σ. I-4239.
(2) Υπόθεση C-122/96, Saldanha και MTS/Hiross, Συλλογή 1997, σ. I-5325.
(3) Άρθρο 22.1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.
(4) Υπόθεση C-122/96, Saldanha και MTS/Hiross, Συλλογή 1997, σ. I-5325, σκέψη 15. Η υπόθεση αυτή αφορούσε δυσμενή διάκριση εκ μέρους κράτους μέλους (Αυστρία) υπηκόου άλλου κράτους μέλους (Ηνωμένο Βασίλειο) ο οποίος είχε επίσης την ιθαγένεια τρίτης χώρας (ΗΠΑ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός και μόνον ότι υπήκοος κράτους μέλους είναι επίσης υπήκοος τρίτης χώρας, στην οποία κατοικεί, δεν του στερεί το δικαίωμα, ως υπηκόου αυτού του κράτους μέλους, να επικαλεστεί την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας».
(5) Άρθρο 22.1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.