FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση σχετικά με την άρνηση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) να παράσχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφο που σχετίζεται με τη διερεύνηση κυβερνοεγκλήματος (υπόθεση 1403/2024/MIG)

Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πρόσβασης του κοινού σε εγχειρίδιο για τις δικαστικές αρχές και τις αρχές επιβολής του νόμου, το οποίο περιείχε κατευθυντήριες γραμμές χρήστη για διαδικτυακό εργαλείο έρευνας. Η Ευρωπόλ αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού στο έγγραφο, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.

Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας εξέτασε το επίμαχο έγγραφο. Βάσει της επιθεώρησης, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η επίκληση της εξαίρεσης από την Ευρωπόλ δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη. Δεδομένου ότι η εξαίρεση για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας δεν μπορεί να παραμεριστεί από άλλο δημόσιο συμφέρον που θεωρείται σημαντικότερο, η Διαμεσολαβήτρια περάτωσε την έρευνα διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Τον Μάιο του 2024 ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτημα [1] για πρόσβαση του κοινού στον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ), ζητώντας να του παρασχεθεί έγγραφο με τίτλο «Mastodoniser».

2. Η Ευρωπόλ αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού στο έγγραφο αυτό, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια [2].

3. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Ευρωπόλ να επανεξετάσει την απόφασή της (υποβάλλοντας «επιβεβαιωτική αίτηση»).

4. Τον Ιούλιο του 2024, η Ευρωπόλ επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο, επικαλούμενη τους ίδιους λόγους που είχε επικαλεστεί στην αρχική της απόφαση.

5. Δυσαρεστημένος με το αποτέλεσμα αυτό, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Η έρευνα

6. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με την άρνηση της Ευρωπόλ να παράσχει στο κοινό πρόσβαση στο σύνολο του επίμαχου εγγράφου.

7. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας επιθεώρησε το επίμαχο στην καταγγελία έγγραφο. Ο Διαμεσολαβητής έδωσε επίσης στην Ευρωπόλ την ευκαιρία να σχολιάσει την καταγγελία, αλλά δεν έλαβε παρατηρήσεις από την Ευρωπόλ.

Επιχειρήματα που προβλήθηκαν

8. Στην αρχική της απόφαση, η Ευρωπόλ δήλωσε ότι το έγγραφο ήταν «εγχειρίδιο μόνο για τις δικαστικές αρχές και τις αρχές επιβολής του νόμου, το οποίο περιείχε κατευθυντήριες γραμμές χρήστη για ένα διαδικτυακό εργαλείο αναζήτησης και έρευνας. Σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που έχουν συμφωνηθεί με τις εμπλεκόμενες αρχές επιβολής του νόμου, το έγγραφο δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα ή στο κοινό.»

9. Η Ευρωπόλ υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε τη δημόσια ασφάλεια, καθώς «μπορεί να θέσει σε κίνδυνο εν εξελίξει ή μελλοντικές έρευνες και συναφείς δραστηριότητες επιβολής του νόμου στον τομέα του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, καθώς θα αποκάλυπτε πληροφορίες σχετικά με τεχνικές, εργαλεία και (στρατηγικά) μέτρα που εφαρμόζουν οι ερευνητές».

10. Στην επιβεβαιωτική αίτησή του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο δεν φαίνεται να περιέχει «διαβαθμισμένες πληροφορίες». Κατά την άποψή του, αυτό έδειξε ότι το περιεχόμενο των εγγράφων δεν ήταν «ιδιαίτερα άξιο προστασίας». Αντιθέτως, έκρινε ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Ευρωπόλ να παράσχει πρόσβαση στο έγγραφο.

11. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η εμπιστευτικότητα του εγγράφου είχε παραβιαστεί στο πλαίσιο παράνομης κλοπής δεδομένων.

12. Τέλος, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι υπήρχε έντονο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, καθώς θα μπορούσε να υποτεθεί ότι το έγγραφο περιέχει πληροφορίες σχετικά με εικαζόμενη παράνομη και δυσανάλογη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ.

13. Στην επιβεβαιωτική απόφασή της, η Ευρωπόλ υποστήριξε ότι είχε ήδη αιτιολογήσει επαρκώς (στο μέτρο του δυνατού) τους λόγους για τους οποίους το έγγραφο δεν μπορούσε να δημοσιοποιηθεί. Η Ευρωπόλ απέρριψε επίσης τα δύο πρώτα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ως αλυσιτελή και έκρινε ότι το επίμαχο έγγραφο δεν ενείχε υψηλό δημόσιο συμφέρον.

14. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων επανέλαβε την άποψή του ότι υπήρχε έντονο δημόσιο συμφέρον για γνωστοποίηση.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

15. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όταν αποφασίζουν κατά πόσον η δημοσιοποίηση ενός εγγράφου θα έθιγε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια [3].

16. Ως εκ τούτου, η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας αποσκοπούσε στην εκτίμηση της ύπαρξης πρόδηλης πλάνης στην εκτίμηση της Ευρωπόλ στην οποία στήριξε την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση στο επίμαχο έγγραφο.

17. Για τον σκοπό αυτό, η ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας επιθεώρησε το έγγραφο. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής είναι πεπεισμένος ότι δεν ήταν προδήλως εσφαλμένο για την Ευρωπόλ να θεωρήσει ότι η δημοσιοποίηση του επίμαχου εγγράφου, έστω και εν μέρει, θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο εν εξελίξει ή μελλοντικές έρευνες για εγκλήματα στον κυβερνοχώρο και, ως εκ τούτου, να υπονομεύσει το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια.

18. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι τα δημόσια συμφέροντα που προστατεύονται βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού 1049/2001 δεν μπορούν να αντικατασταθούν από άλλο δημόσιο συμφέρον που θεωρείται σημαντικότερο. Αυτό σημαίνει ότι, εάν ένα θεσμικό όργανο θεωρεί ότι οποιοδήποτε από αυτά τα συμφέροντα θα μπορούσε να υπονομευθεί από τη δημοσιοποίηση, πρέπει να αρνηθεί να παράσχει πρόσβαση. Επομένως, τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο αυτό.

19. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι η Ευρωπόλ βασίμως αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού στο σύνολο του εγγράφου.

20. Δεδομένου του ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχονται στο έγγραφο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης ότι η Ευρωπόλ αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση στον καταγγέλλοντα.

Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Η Ευρωπόλ δεν υπέπεσε σε κακοδιοίκηση αρνούμενη την πρόσβαση του κοινού στο επίμαχο έγγραφο.

Ο καταγγέλλων και η Ευρωπόλ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

Emily O'Reilly
Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια


Στρασβούργο, 11/09/2024

 

[1] Σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: http://data.europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj (ισχύει για την Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 του κανονισμού 2016/794 για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ): http://data.europa.eu/eli/reg/2016/794/oj).

[2] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.

[3] Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, T-644/16: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=203913&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=46943.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!