FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1008/2003/(BB)(OV)BB κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Στρασβούργο, 9 Δεκεμβρίου 2004

Αξιότιμη κυρία Α.,

Στις 25 Μαΐου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με εικαζόμενη αδικία, έλλειψη αιτιολογίας και μη τήρηση των αρχών της χρηστής διοίκησης όσον αφορά το ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413 (φινλανδόφωνοι γραμματείς) και τον χειρισμό της αίτησής σας για επανεξέταση.

Την 1η Ιουλίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Συμβούλιο διαβίβασε το αγγλικό κείμενο της γνώμης του στις 25 Σεπτεμβρίου 2003 και τη φινλανδική μετάφραση του κειμένου στις 18 Νοεμβρίου 2003. Σας διαβίβασα τη γνωμοδότηση με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 12 Δεκεμβρίου 2003. Στις 12 Οκτωβρίου 2004, σας έγραψα σχετικά με ένα νέο ζήτημα που θέσατε στις παρατηρήσεις σας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:

Ο καταγγέλλων συμμετείχε στο Συμβούλιο Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413 για Φινλανδόφωνους Γραμματείς. Ο καταγγέλλων πέρασε το πρώτο στάδιο του διαγωνισμού. Στις 29 Ιουλίου 2002, κλήθηκε να υποβληθεί σε δοκιμασία πληροφορικής, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στις 21 Σεπτεμβρίου 2002. Η δοκιμή του υπολογιστή αποτελείται από τρία μέρη. Το Μέρος Γ γ) απαιτούσε την επεξεργασία ενός κειμένου σε μια ξένη γλώσσα μέσα σε ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα. Στην αρχή αυτού του μέρους της δοκιμής, ο καταγγέλλων αντιμετώπισε τεχνικό πρόβλημα σχετικά με την αυτόματη αλλαγή γραμμής. Το πρόβλημα επαναλήφθηκε και ο καταγγέλλων έπρεπε να διαγράψει την αρχή του επεξεργασμένου κειμένου και να ξεκινήσει εκ νέου. Αυτό το τεχνικό πρόβλημα επηρέασε τη συγκέντρωσή της και το μήκος του επεξεργασμένου κειμένου. Ο καταγγέλλων έλαβε 11/20 μονάδες αντί των απαιτούμενων 12/20 μονάδων. Στις 4 Νοεμβρίου 2002, υπέβαλε αίτηση επανεξετάσεως των αποτελεσμάτων της λαμβάνοντας υπόψη το τεχνικό πρόβλημα που ανέκυψε κατά το μέρος Γ, στοιχείο γ ́, της δοκιμασίας. Στις 15 Νοεμβρίου 2002, η εξεταστική επιτροπή πληροφόρησε την καταγγέλλουσα ότι οι βαθμοί της παρέμειναν αμετάβλητοι χωρίς να αναφέρει τους λόγους.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι είναι άδικη, ότι δεν αιτιολογείται και ότι δεν τηρούνται οι αρχές της χρηστής διοίκησης όσον αφορά το ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413 και τον χειρισμό του αιτήματός της για επανεξέταση των αποτελεσμάτων της.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η δοκιμασία της στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413 θα πρέπει να επανεξεταστεί από διαφορετικά πρόσωπα από εκείνα που είναι υπεύθυνα για την πρώτη αξιολόγηση των δοκιμασιών και ότι θα πρέπει να της χορηγηθεί ένας επιπλέον βαθμός που θα της επιτρέψει να συμμετάσχει στην προφορική δοκιμασία του Συμβουλίου Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413. Ο καταγγέλλων ζητεί επίσης αξιόπιστη περιγραφή του τρόπου με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή διερεύνησε την πιθανότητα τεχνικού προβλήματος. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η εξασφάλιση αξιόπιστου λογαριασμού, το ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ της.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη του Συμβουλίου

Η γνώμη του Συμβουλίου περιείχε, συνοπτικά, τα ακόλουθα σημεία:

I. Σχετικά με την πιθανότητα τεχνικού σφάλματος

Στην αίθουσα των εξετάσεων της 21ης Σεπτεμβρίου 2002 ήταν παρόντες πέντε επιτηρητές - δύο μέλη της εξεταστικής επιτροπής, δύο μέλη της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου και επιπλέον ένα μέλος της Υπηρεσίας Πληροφορικής, προκειμένου να παράσχουν άμεση βοήθεια σε περίπτωση τεχνικών προβλημάτων. Πριν από την έναρξη των δοκιμασιών, ένα από τα δύο μέλη της εξεταστικής επιτροπής παρείχε στους υποψηφίους ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις δοκιμασίες που έπρεπε να διενεργηθούν και τους υπενθύμισε επίσης ορισμένα σημαντικά σημεία. Όλες αυτές οι οδηγίες προς τους υποψηφίους περιέχονται σε σημείωμα ομιλίας που συνέταξε η εξεταστική επιτροπή στα αγγλικά και στα φινλανδικά. Μία από τις οδηγίες ήταν η εξής:

«Αν έχετε κάποιο πρόβλημα κατά τη διάρκεια ενός τεστ, παρακαλώ σηκώστε το χέρι σας και κάποιος θα έρθει να σας βοηθήσει».

Επιπλέον, οι υποψήφιοι είχαν στη διάθεσή τους πέντε λεπτά για να εξοικειωθούν με τον προσωπικό υπολογιστή και το πληκτρολόγιο.

Η καταγγέλλουσα επιβεβαιώνει ότι ούτε κάλεσε τον επιτηρητή ούτε ενημέρωσε τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με το εικαζόμενο τεχνικό πρόβλημα. Ο μεγάλος αριθμός επιτηρητών και ο μικρός αριθμός υποψηφίων (27) που ήταν παρόντες στην αίθουσα εξέτασης θα επέτρεπαν στον καταγγέλλοντα να επιστήσει εύκολα και γρήγορα την προσοχή του στο εικαζόμενο σφάλμα. Ωστόσο, η πρώτη φορά που η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι ενδεχομένως αντιμετώπιζε δυσκολίες με την επιστροφή μεταξύ των γραμμών του κειμένου ήταν στις 4 Νοεμβρίου 2002 στην επιστολή της με την οποία ζητούσε επανεξέταση του μέρους Γ γ) της γραπτής δοκιμασίας της.

Το Συμβούλιο θεωρεί ότι μόνο μια επιτόπια έρευνα του προσωπικού υπολογιστή του καταγγέλλοντος, δηλαδή στην αίθουσα εξετάσεων και την ημέρα των εξετάσεων, θα μπορούσε να αποκαλύψει την ύπαρξη και τη σοβαρότητα του εικαζόμενου σφάλματος και να επιτρέψει στην εξεταστική επιτροπή να λάβει διορθωτικά μέτρα. Κατά συνέπεια, η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος στέρησε από την εξεταστική επιτροπή κάθε δυνατότητα εντοπισμού του εικαζόμενου σφάλματος και λήψης μέτρων για τη διόρθωσή του. Κατά το Συμβούλιο, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορούσε απλώς να υποθέσει την ύπαρξη του προβαλλόμενου σφάλματος ή να λάβει διορθωτικά μέτρα χωρίς να παραβιάσει τις αρχές που ίσχυαν κατά τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής και ιδίως τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Πρωτοδικείου, «η εξεταστική επιτροπή, κατά την αξιολόγηση των επαγγελματικών γνώσεων των υποψηφίων, καθώς και των ικανοτήτων και των κινήτρων τους [υποχρεούται] να βασίζει τις αποφάσεις της αποκλειστικά και αυτόνομα μόνο στις επιδόσεις των υποψηφίων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του διαγωνισμού.»(1).

II. Σχετικά με την επανεξέταση του κριτηρίου του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε ποτέ την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της εξεταστικής επιτροπής, αλλά ζητεί αντ’ αυτού τη διαβεβαίωση ότι η αξιολόγηση θα διενεργηθεί από πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα που εξέδωσαν την αρχική κρίση. Σύμφωνα με το Συμβούλιο, η πρακτική της εξεταστικής επιτροπής να προβαίνει η ίδια στην επανεξέταση των δοκιμασιών είναι σύμφωνη με το άρθρο 3 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, καθώς και με τη νομολογία του Πρωτοδικείου. Το Πρωτοδικείο έκρινε στην υπόθεση T-33/00 ότι η παρέμβαση τρίτου στη διοργάνωση των δοκιμασιών του διαγωνισμού επιτρέπεται από το άρθρο 3 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, υπό την προϋπόθεση ότι έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα και ότι η εξεταστική επιτροπή διατηρεί τον τελικό έλεγχο των διαδικασιών και της διακριτικής της ευχέρειας. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι ο εξεταστής ενεργεί πάντοτε με συμβουλευτική ιδιότητα, μια πρακτική σύμφωνα με την οποία η εξεταστική επιτροπή επανεξετάζει η ίδια μια δοκιμασία, όπως συνέβη εν προκειμένω, είναι πάντοτε σύμφωνη με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (2).

III. Επί του αιτήματος χορηγήσεως ενός επιπλέον μορίου και της μεταγενέστερης συμμετοχής στην προφορική δοκιμασία

Σύμφωνα με το σημείο VI της προκήρυξης του διαγωνισμού, αποκλείεται υποψήφιος που λαμβάνει λιγότερο από 60 % για καθεμία από τις υποχρεωτικές γραπτές δοκιμασίες, δηλαδή Α και Γ. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα αποκλείστηκε λόγω των αποτελεσμάτων της στη δοκιμασία Γ γ), η δοκιμασία της στη δοκιμασία Γ α) δεν διορθώθηκε. Από το ίδιο σημείο της προκηρύξεως του διαγωνισμού προκύπτει ότι η απονομή ενός επιπλέον βαθμού στη δοκιμασία Γ γ) δεν μπορούσε να έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη συμμετοχή της στην προφορική δοκιμασία, αλλά μόνο τη διόρθωση της δοκιμασίας Γ α). Για να μπορέσει να συμμετάσχει στην προφορική εξέταση, ο καταγγέλλων θα πρέπει επίσης να περάσει επιτυχώς τη δοκιμασία Γ α).

Με βάση το σκεπτικό αυτό, το Συμβούλιο πιστεύει ότι τόσο η διοίκηση του γενικού διαγωνισμού όσο και τα αιτήματα της καταγγέλλουσας σχετικά με την επανεξέταση της δοκιμασίας της αντιμετωπίστηκαν με τον ορθό τρόπο και σε πλήρη συμμόρφωση με όλες τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Η καταγγέλλουσα εμμένει στην καταγγελία της. Κατά την άποψή της, το Συμβούλιο δεν έλαβε συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου να αποσαφηνίσει αν η αξιολόγηση του κριτηρίου της παραβίασε τη νομική της ασφάλεια ή να αποκλείσει το ενδεχόμενο τεχνικού σφάλματος. Το Συμβούλιο μεταθέτει το βάρος της απόδειξης στον καταγγέλλοντα. Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι δεν παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο κατά τη διάρκεια των πέντε λεπτών που δόθηκαν στους υποψηφίους για να εξοικειωθούν με τους προσωπικούς υπολογιστές και τα πληκτρολόγια τους. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι ένα εντελώς νέο έγγραφο άνοιξε μετά από αυτή την αρχική περίοδο εξοικείωσης. Σύμφωνα με την ίδια, είναι πολύ πιθανό ότι το σφάλμα συνέβη καθώς άνοιξε η νέα οδός. Δεδομένου ότι το μέρος Γ γ) της δοκιμής ήταν μια αποκαλούμενη δοκιμή ταχύτητας, ο καταγγέλλων δεν ζήτησε έναν από τους επιτηρητές προκειμένου να αποφύγει είτε να εγκαταλείψει τη δοκιμή είτε να χάσει περισσότερο χρόνο. Η καταγγέλλουσα δηλώνει ότι δεν είναι σε θέση να αποδείξει ότι υπήρξε σφάλμα κατά τη διάρκεια της δοκιμής. Η καταγγέλλουσα θέτει επίσης ένα νέο ζήτημα ζητώντας πρόσβαση στις βαθμολογημένες εξετάσεις της και στα κριτήρια αξιολόγησης που εφαρμόζει η εξεταστική επιτροπή στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413.

Η καταγγέλλουσα υποστηρίζει ότι το αίτημά της για επανεξέταση θα έπρεπε να είχε υποβληθεί από μέλη της εξεταστικής επιτροπής που δεν είχαν διορθώσει την αμφισβητούμενη δοκιμασία της. Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η δοκιμασία της στο μέρος Γ στοιχείο γ) θα πρέπει να επαναξιολογηθεί, ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση της δοκιμασίας της στο μέρος Γ στοιχείο α). Εάν περάσει αυτές τις δύο δοκιμασίες, θα πρέπει να της επιτραπεί να συμμετάσχει στην προφορική εξέταση.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1.1 Στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη του Συμβουλίου, η καταγγέλλουσα έθεσε ένα νέο ζήτημα ζητώντας πρόσβαση στις βαθμολογημένες εξετάσεις της και στα κριτήρια αξιολόγησης που εφαρμόζει η εξεταστική επιτροπή στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413. Η Διαμεσολαβήτρια ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι το αίτημά της θα πρέπει να υποβληθεί απευθείας στο Συμβούλιο προκειμένου να συμμορφωθεί με την απαίτηση προηγούμενης διοικητικής προσέγγισης. Η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε ότι έχει τη δυνατότητα να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, εάν δεν είναι ικανοποιημένη με την απάντηση του Συμβουλίου.

1.2 Στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι είναι άδικη, ότι δεν αιτιολογείται και ότι δεν τηρούνται οι αρχές της χρηστής διοίκησης όσον αφορά το ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413 και τον χειρισμό του αιτήματός της για επανεξέταση των αποτελεσμάτων της. Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι η δοκιμασία της θα πρέπει να επανεξεταστεί από πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα που είναι υπεύθυνα για την πρώτη αξιολόγηση των δοκιμασιών και ότι θα πρέπει να της χορηγηθεί ένας επιπλέον βαθμός που θα της επέτρεπε να συμμετάσχει στην προφορική δοκιμασία του Συμβουλίου Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413. Ο καταγγέλλων ζητεί επίσης αξιόπιστη περιγραφή του τρόπου με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή διερεύνησε την πιθανότητα τεχνικού προβλήματος.

1.3 Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να οργανώσει την απόφαση υπό τους ακόλουθους τίτλους:

- Απάντηση της εξεταστικής επιτροπής στο επιχείρημα της καταγγέλλουσας ότι οι επιδόσεις της επηρεάστηκαν αρνητικά από τεχνικό πρόβλημα·
- Επανεξέταση των αποτελεσμάτων των δοκιμών του καταγγέλλοντος· και
- το αίτημα χορήγησης ενός επιπλέον βαθμού και συμμετοχής στην προφορική εξέταση.

2 Απάντηση της εξεταστικής επιτροπής στο επιχείρημα της καταγγέλλουσας ότι οι επιδόσεις της επηρεάστηκαν αρνητικά από τεχνικό πρόβλημα

2.1 Ο καταγγέλλων συμμετείχε στο Συμβούλιο Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413 για Φινλανδόφωνους γραμματείς και πέρασε το πρώτο στάδιο του διαγωνισμού. Στις 29 Ιουλίου 2002 κλήθηκε σε δοκιμασία υπολογιστή αποτελούμενη από τρία μέρη. Το Μέρος Γ γ) απαιτούσε την επεξεργασία ενός κειμένου σε μια ξένη γλώσσα μέσα σε ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, στην αρχή αυτού του μέρους αντιμετώπισε τεχνικό πρόβλημα σχετικά με την αυτόματη αλλαγή γραμμής. Το πρόβλημα επαναλήφθηκε και ο καταγγέλλων έπρεπε να διαγράψει την αρχή του επεξεργασμένου κειμένου και να ξεκινήσει εκ νέου. Αυτό το τεχνικό πρόβλημα επηρέασε τη συγκέντρωσή της και το μήκος του επεξεργασμένου κειμένου. Ο καταγγέλλων έλαβε 11/20 μονάδες αντί των απαιτούμενων 12/20 μονάδων.

2.2 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι στις 21 Σεπτεμβρίου 2002 υπήρχαν πέντε επιτηρητές παρόντες στην αίθουσα των εξετάσεων. Πριν από την έναρξη των δοκιμασιών, ένα από τα δύο μέλη της εξεταστικής επιτροπής έδωσε στους υποψηφίους ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις δοκιμασίες που έπρεπε να πραγματοποιηθούν και τους υπενθύμισε επίσης ορισμένα σημαντικά σημεία, συμπεριλαμβανομένης της εντολής να ενημερώσουν την εξεταστική επιτροπή σχετικά με προβλήματα που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας σηκώνοντας το χέρι. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι η καταγγέλλουσα επιβεβαιώνει ότι ούτε κάλεσε τον επιτηρητή ούτε ενημέρωσε τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με το υποτιθέμενο τεχνικό πρόβλημα πριν από τις 4 Νοεμβρίου 2002, όταν απέστειλε την επιστολή της με την οποία ζητούσε επανεξέταση του μέρους Γ γ) της γραπτής δοκιμασίας της. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος στέρησε, ως εκ τούτου, από την εξεταστική επιτροπή κάθε δυνατότητα να εντοπίσει το εικαζόμενο σφάλμα και να λάβει τα μέτρα για τη διόρθωσή του.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το Συμβούλιο έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να παράσχει βοήθεια στους υποψηφίους σε περίπτωση που προκύψουν προβλήματα κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Οι υποψήφιοι έλαβαν επίσης τις κατάλληλες οδηγίες για να ενημερώσουν τους επιτηρητές σχετικά με τυχόν προβλήματα που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται ότι, δεδομένου ότι η εξεταστική επιτροπή δεν είχε γνώση πιθανού τεχνικού σφάλματος ούτε κατά τη διάρκεια ούτε στο τέλος της δοκιμασίας Γ γ), δεν ήταν τεχνικά δυνατό να διερευνήσει το θέμα σε μεταγενέστερο στάδιο.

2.4 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται επίσης ότι θα πρέπει να της δοθεί το πλεονέκτημα της αμφιβολίας εάν δεν είναι δυνατή η τεχνική έρευνα. Κατά το Συμβούλιο, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορούσε απλώς να υποθέσει την ύπαρξη του προβαλλόμενου σφάλματος ή να λάβει διορθωτικά μέτρα χωρίς να παραβιάσει τις αρχές που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής και ιδίως τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Πρωτοδικείου, «η εξεταστική επιτροπή, κατά την αξιολόγηση των επαγγελματικών γνώσεων των υποψηφίων, καθώς και των ικανοτήτων και των κινήτρων τους [υποχρεούται] να βασίζει τις αποφάσεις της αποκλειστικά και αυτόνομα μόνο στις επιδόσεις των υποψηφίων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του διαγωνισμού.»(3).

2.5 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η συλλογιστική του Συμβουλίου όσον αφορά την ανάγκη ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων σε έναν διαγωνισμό είναι πειστική. Ελλείψει συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων που να δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση του καταγγέλλοντος σε σχέση με άλλους υποψηφίους, ο Διαμεσολαβητής δεν βρίσκει καμία βάση επί της οποίας το Συμβούλιο θα μπορούσε να δεχθεί τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

2.6 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

3 Επανεξέταση των αποτελεσμάτων των δοκιμών του καταγγέλλοντος

3.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι είναι άδικη, ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς και ότι δεν τηρούνται οι αρχές της χρηστής διοίκησης κατά τη διεκπεραίωση του αιτήματός της για επανεξέταση των αποτελεσμάτων της. Ισχυρίζεται ότι η δοκιμασία της στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413 θα πρέπει να επανεξεταστεί από διαφορετικά πρόσωπα από εκείνα που είναι υπεύθυνα για την πρώτη αξιολόγηση των δοκιμασιών.

3.2 Στη γνώμη του, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η αίτηση επανεξέτασης του καταγγέλλοντος διεκπεραιώθηκε ορθά σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Το Συμβούλιο υποστηρίζει επίσης ότι η πρακτική της εξεταστικής επιτροπής να προβαίνει η ίδια στην επανεξέταση των δοκιμασιών είναι σύμφωνη με το άρθρο 3 του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, καθώς και με τη νομολογία του Πρωτοδικείου.

3.3 Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι το Συμβούλιο φαίνεται να αντιλαμβάνεται τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας υπό την έννοια ότι πρόσωπα άλλα από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής θα πρέπει να προβούν στην επανεξέταση της δοκιμασίας της. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα διευκρινίζει ότι ο ισχυρισμός της είναι ότι τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, πλην των αρχικών διορθωτών, θα έπρεπε να είχαν προβεί στην επανεξέταση.

Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η κατανόηση του αρχικού ισχυρισμού του καταγγέλλοντος από το Συμβούλιο, καθώς και η απάντησή του σε αυτόν, ήταν εύλογες και ότι η απάντηση δεν είναι ασυμβίβαστη με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, όπως διευκρινίζεται στις παρατηρήσεις της. Η Διαμεσολαβήτρια υπενθυμίζει ότι η καταγγέλλουσα έθεσε επίσης στις παρατηρήσεις της ένα νέο ζήτημα ζητώντας πρόσβαση στα σημειωμένα εξεταστικά της έγγραφα και στα κριτήρια αξιολόγησης που εφαρμόζει η εξεταστική επιτροπή και ότι η Διαμεσολαβήτρια την ενημέρωσε ότι το αίτημά της θα πρέπει να υποβληθεί απευθείας στο Συμβούλιο, προκειμένου να συμμορφωθεί με την απαίτηση προηγούμενης διοικητικής προσέγγισης. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, στον βαθμό που η καταγγέλλουσα επιθυμεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή οργάνωσε την επανεξέταση της δοκιμασίας της, έχει τη δυνατότητα να το πράξει στο πλαίσιο αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί δικαιολογημένο να συνεχίσει τις έρευνές του σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

3.4 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας περί έλλειψης αιτιολογίας, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι η εξεταστική επιτροπή ενημέρωσε την καταγγέλλουσα ότι οι βαθμοί της παρέμειναν αμετάβλητοι. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, η γνωστοποίηση των βαθμών που ελήφθησαν στις διάφορες δοκιμασίες αποτελεί επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής (4). Επιπλέον, το Συμβούλιο απάντησε λεπτομερώς στα επιχειρήματα της καταγγέλλουσας σχετικά με το τεχνικό πρόβλημα που αντιμετώπισε. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι το Συμβούλιο έχει εκθέσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους το αίτημα της καταγγέλλουσας για επανεξέταση δεν οδήγησε σε αλλαγή του αποτελέσματος του ελέγχου της.

3.5 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.

4 Επί του αιτήματος χορηγήσεως πρόσθετης βαθμολογίας και συμμετοχής στην προφορική δοκιμασία

4.1 Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να της χορηγηθεί ένας επιπλέον βαθμός, ο οποίος θα της επέτρεπε να συμμετάσχει στην προφορική δοκιμασία του Συμβουλίου Ανοικτού Ανταγωνισμού/C/413.

4.2 Το Συμβούλιο απαντά ότι πραγματοποιήθηκε επανεξέταση της δοκιμασίας Γ γ) του καταγγέλλοντος και επιβεβαίωσε τη βαθμολογία που έλαβε αρχικά ο καταγγέλλων. Δεν της απονεμήθηκε πρόσθετος βαθμός. Ως εκ τούτου, η απόφαση αποκλεισμού της είναι τελεσίδικη. Επιπλέον, σύμφωνα με το σημείο VI της προκήρυξης του διαγωνισμού, αποκλείεται υποψήφιος που λαμβάνει λιγότερο από 60 % για κάθε μία από τις υποχρεωτικές γραπτές δοκιμασίες, δηλαδή Α και Γ. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα αποκλείστηκε λόγω των αποτελεσμάτων της στη δοκιμασία Γ γ), η δοκιμασία της στη δοκιμασία Γ α) δεν διορθώθηκε. Από το ίδιο σημείο της προκηρύξεως του διαγωνισμού προκύπτει ότι η απονομή ενός επιπλέον βαθμού στη δοκιμασία Γ γ) δεν μπορούσε να έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη συμμετοχή της στην προφορική δοκιμασία, αλλά μόνο τη διόρθωση της δοκιμασίας Γ α). Για να μπορέσει να συμμετάσχει στην προφορική εξέταση, ο καταγγέλλων θα πρέπει επίσης να περάσει επιτυχώς τη δοκιμασία Γ α). Διαφορετικά, θα υπήρχε παραβίαση της προκήρυξης του διαγωνισμού.

4.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα των διαπιστώσεών του στα μέρη 2 και 3 της παρούσας απόφασης, η θέση του Συμβουλίου φαίνεται εύλογη και ότι, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

5 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, φαίνεται ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Ιουλίου 2000, Teixera Neves/Cour de justice, υπόθεση T-146/99, Rec FP 2000, II-731, I-A-167, σκέψεις 41-42: "dans son évaluation des connaissances professionnelles des candidats ainsi que leurs aptitudes et motivations, [le jury] doit se fonder, de façon exclusive et autonome, sur les seules prestation des candidats, conformément aux prescriptions de l'avis de concours".

(2) Απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Μαρτίου 2003, Martínez Páramo κ.λπ. κατά Επιτροπής, υπόθεση T-33/00, (δεν διατίθεται στην αγγλική γλώσσα), δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψεις 66, 77-78.

(3) Απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Ιουλίου 2000, Teixeira Neves/Cour de justice, υπόθεση T-146/99, Rec FP 2000, II-731, I-A-167, σκέψεις 41-42: "dans son évaluation des connaissances professionnelles des candidats ainsi que leurs aptitudes et motivations, [le jury] doit se fonder, de façon exclusive et autonome, sur les seules prestations des candidats, conformément aux prescription de l'avis de concours".

(4) Απόφαση του Δικαστηρίου, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο/Alberto Innamorati, υπόθεση C-254/95 P, Συλλογή 1996, σ. I-03423, σημείο 31.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!