FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 126/2003/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 15 Δεκεμβρίου 2003

Αξιότιμε κ. X,

Στις 16 Ιανουαρίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία της σύμβασής σας ως Ευρωπαίου συνδιευθυντή του προγράμματος «Υ» σε αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ασιατική χώρα «Α» και τις πρακτικές της εν λόγω αντιπροσωπείας.

Στις 29 Ιανουαρίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Στις 2 Μαρτίου 2003 αποστείλατε ηλεκτρονικό μήνυμα με συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία σας. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 22 Απριλίου 2003. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 19 Μαΐου 2003. Στις 3 Δεκεμβρίου 2003, το γραφείο μου σας απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικά με το αίτημά σας για ανεξάρτητη έρευνα της εν λόγω αντιπροσωπείας της Επιτροπής. Απαντήσατε με ηλεκτρονικό μήνυμα της ίδιας ημέρας.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.


Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:

Ο καταγγέλλων απασχολήθηκε, μέσω σύμβασης ελεύθερου επαγγελματία με τη γερμανική εταιρεία συμβούλων «Z», ως Ευρωπαίος συνδιευθυντής του προγράμματος «Y». Το έργο αυτό τελεί υπό τη διαχείριση της αντιπροσωπείας της Επιτροπής σε ασιατική χώρα. Ο καταγγέλλων εργάζεται στην εν λόγω χώρα με την ανωτέρω ιδιότητα από την 1η Νοεμβρίου 2000. Το ίδιο το έργο ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1998 και έχει ιστορικό κακής διοίκησης και προβλημάτων προσωπικού, γεγονός που οδήγησε στη στασιμότητα του.

Τον Δεκέμβριο του 2002, ο καταγγέλλων κλήθηκε σε συνεδρίαση στην αντιπροσωπεία της ΕΚ και ενημερώθηκε από το προσωπικό της αντιπροσωπείας ότι ο Ζ είχε υποβάλει πρόταση αναδιοργάνωσης, η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την αντικατάσταση του Ευρωπαίου συνδιευθυντή. Ο λόγος που προβλήθηκε για την τελευταία αυτή αλλαγή ήταν ότι ήταν πλέον αναγκαίο ο Ευρωπαίος συνδιευθυντής να διαθέτει εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, λόγω των καλών επαφών με την εταιρεία του, ο καταγγέλλων διαπίστωσε ότι το προσωπικό της αντιπροσωπείας της ΕΚ άσκησε πίεση στον Ζ να τον αντικαταστήσει. Η Z έχει εκφράσει δύο φορές την πλήρη εμπιστοσύνη της στη διαχείριση του έργου. Ο καταγγέλλων υποθέτει ότι η απόφαση για την αντικατάστασή του βασίζεται σε άλλα κίνητρα πέραν της ανάγκης για «μεταβλητό προφίλ». Ο καταγγέλλων ανέφερε επίσης ότι η εντολή του Ευρωπαίου συνδιευθυντή άλλαζε απλώς και μόνο για να δικαιολογήσει την αντικατάσταση του προσώπου που κατείχε τη θέση αυτή.

Στις 15 Ιανουαρίου 2003, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε από τον Z ότι η σύμβασή του επρόκειτο να λυθεί έως τις 31 Ιανουαρίου 2003. Ο λόγος που προβλήθηκε ήταν το επίσημο αίτημα της αντιπροσωπείας της ΕΚ για την άμεση αντικατάστασή του, παρόλο που δεν υπήρχε άλλος υποψήφιος. Ωστόσο, δεν παρασχέθηκε κανένας λόγος για την εν λόγω απόλυση στον καταγγέλλοντα.

Το βιογραφικό σημείωμα του νέου υποψηφίου που προτάθηκε από την αντιπροσωπεία ως πολύ κατάλληλο για τη θέση δεν αναφέρεται σε καμία ασιατική εμπειρία, η οποία αποτέλεσε προϋπόθεση για την έγκριση από την αντιπροσωπεία ακόμη και βραχυπρόθεσμων συμβούλων για το έργο αυτό.

Ο καταγγέλλων αναφέρει επίσης ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, ευρωπαίοι συντονιστές στην εν λόγω χώρα που είναι αρμόδιοι για έργα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ έχουν μεγάλες ανησυχίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της αντιπροσωπείας. Ο καταγγέλλων παρατηρεί ότι υπάρχει έλλειψη χρηστής διακυβέρνησης και διαχείρισης, διαφάνειας και λογοδοσίας.

Ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον επικεφαλής της αντιπροσωπείας τον Δεκέμβριο του 2002 και τον Ιανουάριο του 2003 για να συζητήσει την υπόθεσή του, αλλά δεν έλαβε απάντηση.

Στις 16 Ιανουαρίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, η οποία περιέχει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: 1) να ανακληθεί η απόφαση καταγγελίας της σύμβασής του, 2) να αποζημιωθεί για τις ζημίες που υπέστη συνεπεία αυτής και 3) να διεξαχθεί ανεξάρτητη έρευνα των πρακτικών της αντιπροσωπείας της ΕΚ.

Στις 2 Μαρτίου 2003, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ενημέρωνε το γραφείο του Διαμεσολαβητή για επιστολή που είχε λάβει από την Επιτροπή σε απάντηση επιστολής που είχε αποστείλει στον Επίτροπο Patten με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 2003. Σύμφωνα με την επιστολή της Επιτροπής, η καταγγελία της σύμβασής του αποφασίστηκε από την αντιπροσωπεία της ΕΚ στην πρωτεύουσα σε στενό συντονισμό με την κυβέρνηση της χώρας «Α». Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια και ότι η αντιπροσωπεία της Επιτροπής άσκησε πίεση για την αντικατάστασή του. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι ήταν αναγκαία η διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας σχετικά με τις πρακτικές της αντιπροσωπείας της ΕΚ στη χώρα αυτή. Αυτή ήταν επίσης η θέση τεσσάρων πρώην συναδέλφων του, επικεφαλής ευρωπαϊκών ομάδων υπεύθυνων για άλλα έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΚ.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η εταιρεία Ζ υπέγραψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την Επιτροπή στις 3 Σεπτεμβρίου 1998 για να την βοηθήσει στην υλοποίηση του διμερούς σχεδίου «Υ». Η σύμβαση αυτή ανατέθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος συνεργασίας της Κοινότητας με τη χώρα «Α» που υποστηρίχθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας συνεργασίας ΕΚ του 1995.

Η υλοποίηση του σχεδίου, η οποία άρχισε τον Οκτώβριο του 1998, παρουσίασε σημαντική καθυστέρηση και χαρακτηρίστηκε από πολύ χαμηλά επιτεύγματα και εξαιρετικά αργό ρυθμό εκταμίευσης. Μετά την αποχώρηση του Ευρωπαίου συνδιευθυντή τον Αύγουστο του 2000, ο Ζ πρότεινε στον καταγγέλλοντα να αναλάβει τη θέση αυτή. Μολονότι δεν ανταποκρινόταν πλήρως στο προφίλ του Ευρωπαίου συνδιευθυντή που περιλαμβανόταν στη σύμβαση που συνήψε με τον Ζ, η Επιτροπή συμφώνησε επί της υποψηφιότητάς του προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω καθυστερήσεις. Άρχισε να εργάζεται τον Σεπτέμβριο του 2000 και η σύμβασή του προβλεπόταν να διαρκέσει έως τον Σεπτέμβριο του 2003, όταν η υλοποίηση του έργου επρόκειτο να λήξει.

Η ενδιάμεση επανεξέταση (MTR) του έργου, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2002 από ανεξάρτητους συμβούλους, εντόπισε αδυναμίες και ελλείψεις όσον αφορά τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του προγράμματος. Ορισμένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που εντοπίστηκαν ήταν η υποστελέχωση του PMU (Μονάδα Διαχείρισης Έργων), οι δύσκολες σχέσεις εντός του PMU και η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών ασφαλείας από τον ανάδοχο Ζ. Η MTR συνέστησε να ενισχυθούν σημαντικά τα επίπεδα επαγγελματικής στελέχωσης του PMU και να αναδιοργανωθεί εσωτερικά το PMU ώστε να μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικότερα.

Μετά τη διενέργεια της ενδιάμεσης επανεξέτασης, η Επιτροπή και οι αρχές της εν λόγω χώρας «Α» (Υπουργείο Υγείας και Υπουργείο Σχεδιασμού και Επενδύσεων) εργάστηκαν σκληρά για να λάβουν υπόψη τις συστάσεις της ενδιάμεσης επανεξέτασης. Οι αναγκαίες τροποποιήσεις συμφωνήθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και του Υπουργείου Υγείας, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της εμπειρογνωμοσύνης για τη διαχείριση της δημόσιας υγείας σε επίπεδο PMU.

Τον Σεπτέμβριο του 2002, ένας Ζ διευθυντής συναντήθηκε με τον αρμόδιο υπάλληλο της έδρας της Επιτροπής και συμφώνησε ότι η ενίσχυση της εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της δημόσιας υγείας και της διαχείρισης σε επίπεδο PMU θα απαιτούσε την αντικατάσταση του σημερινού Ευρωπαίου συνδιευθυντή από εμπειρογνώμονα στον τομέα της δημόσιας υγείας. Ο Z βρήκε έναν πιθανό νέο συνδιευθυντή με καλά προσόντα και υπόβαθρο στον τομέα της δημόσιας υγείας. Η Επιτροπή και ο Z αποφάσισαν από κοινού, με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης της εν λόγω χώρας, ότι ο εν λόγω εμπειρογνώμονας θα αντικαταστήσει τον καταγγέλλοντα. Η συμφωνία αυτή επισημοποιήθηκε με ανταλλαγή επιστολών της 10ης και 18ης Δεκεμβρίου 2002.

Απαντώντας σε επιστολή του καταγγέλλοντος της 17ης Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή επιβεβαίωσε και εξήγησε την απόφασή της με επιστολή της 12ης Φεβρουαρίου 2003.

Η Επιτροπή έχει τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος:

Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει υπογράψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την Z, δεν έχει καμία συμβατική σχέση με τους εμπειρογνώμονες που απασχολεί η εταιρία αυτή. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει λόγος διαφωνίας μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής.

Όσον αφορά την απόφαση αντικατάστασης του καταγγέλλοντος και τον ισχυρισμό ότι η αντιπροσωπεία της Επιτροπής άσκησε πίεση στον Ζ στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δήλωσε ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ένα επιτυχημένο πρόγραμμα στο μέλλον, ήταν αναγκαίο να συζητηθεί με τον Ζ η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις της ενδιάμεσης επανεξέτασης και να διασφαλιστεί ότι οι δεξιότητες και η εμπειρογνωσία του Ευρωπαίου συνδιευθυντή ήταν κατάλληλες. Αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν ότι «για την ενίσχυση της εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της δημόσιας υγείας και της διαχείρισης σε επίπεδο PMU απαιτείται Ευρωπαίος συνδιευθυντής με προφίλ που διαφέρει από το προφίλ του συνδιευθυντή που ισχύει επί του παρόντος». Η Επιτροπή επέμεινε με τον Z στο θέμα αυτό, καθώς ήταν επιτακτική ανάγκη να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα προς όφελος του έργου. Ως εκ τούτου, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν από κοινού για την αλλαγή αυτή.

Μόλις ο καταγγέλλων άκουσε για την επικείμενη αποχώρησή του, η στάση του έγινε πολύ μη συνεργάσιμη, καθιστώντας δύσκολο για το πρόγραμμα να προχωρήσει σε μια κρίσιμη στιγμή. Εκτός από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τον προτεινόμενο αναπροσανατολισμό του έργου, βρίσκονταν σε εξέλιξη τεράστιοι διαγωνισμοί προμηθειών. Ως εκ τούτου, η αντιπροσωπεία, υποστηριζόμενη από τις αρχές της χώρας, απέστειλε επιστολή στον Ζ στις 7 Ιανουαρίου 2003 ζητώντας την αποχώρησή του χωρίς καθυστέρηση. Αυτό έγινε σύμφωνα με το άρθρο 15.3 της σύμβασης, το οποίο ορίζει ότι: «Εάν η ανικανότητα, η ακαταλληλότητα ή οποιοσδήποτε άλλος παράγοντας καθιστά αναγκαία την αντικατάσταση οποιουδήποτε από τους υπαλλήλους του συμβούλου που απασχολούνται στην εκτέλεση της παρούσας σύμβασης, θα πρέπει να αναζητηθεί η προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής. Ο σύμβουλος προτείνει αμέσως νέους υποψηφίους με ισοδύναμα ή καλύτερα προσόντα, οι οποίοι μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται για τη σύμβαση με τον ίδιο τρόπο. Όλες οι δαπάνες που προκύπτουν από την αντικατάσταση προσωπικού βαρύνουν τον σύμβουλο».

Ο καταγγέλλων αμφισβητεί την απόφαση αποδοχής του νέου Ευρωπαίου συνδιευθυντή που πρότεινε ο Ζ, επειδή δεν διαθέτει επαγγελματική πείρα στην Ασία και επειδή η αντιπροσωπεία έχει απορρίψει στο παρελθόν υποψηφίους για βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις για τον ίδιο λόγο. Είναι αλήθεια ότι η Επιτροπή απαιτεί προηγούμενη επαγγελματική πείρα στην Ασία για βραχυπρόθεσμες αναθέσεις, διότι είναι πεπεισμένη ότι, για τέτοιου είδους αναθέσεις, δεν θα ήταν οικονομικά αποδοτικό για τους συμβούλους να μάθουν από το μηδέν για μια χώρα ή περιοχή. Ωστόσο, όσον αφορά τη μακροχρόνια απόσπαση της αντικατάστασης του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή έκρινε ότι τα προσόντα και η πείρα του συμβούλου που πρότεινε η Z αντισταθμίζουν την έλλειψη προηγούμενης επαγγελματικής πείρας στην Ασία.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος για ανεξάρτητη έρευνα των πρακτικών και των συναλλαγών της αντιπροσωπείας της ΕΚ στην εν λόγω χώρα, η Επιτροπή επισήμανε ότι η αντιπροσωπεία υπόκειται, όπως και άλλες αντιπροσωπείες, σε τακτικούς ελέγχους από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Δεν δικαιολογείται ειδική έρευνα βάσει των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος. Στην περίπτωση αυτή, η αντιπροσωπεία χειρίστηκε σωστά την κατάσταση σε κάθε χρονική στιγμή όσον αφορά την αντικατάσταση του καταγγέλλοντος, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία ενός σημαντικού έργου της ΕΚ που απέτυχε.

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης όσον αφορά την αντικατάσταση του καταγγέλλοντος. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν διέπραξαν καμία υπαιτιότητα, γεγονός που θα επέτρεπε στον καταγγέλλοντα να ζητήσει αποζημίωση.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του.

Αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής ότι δεν ταίριαζε πλήρως με το προφίλ του Ευρωπαίου συνδιευθυντή, καθώς τη στιγμή που έγινε δεκτός για τη θέση, δεν έγινε καμία τέτοια παρατήρηση. Είχε γίνει δεκτός ως συνδιευθυντής από τον προηγούμενο προϊστάμενο του τμήματος ανάπτυξης της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη χώρα. Η δήλωση της Επιτροπής ότι η ανάγκη αντικατάστασης του καταγγέλλοντος «συμφωνήθηκε» με το Ζ δεν είναι ορθή. Σε καμία χρονική στιγμή ο Z ή ο άλλος εταίρος της κοινοπραξίας δεν συμφώνησαν ότι δεν είχε τα προσόντα του διαχειριστή του προγράμματος. Ο καταγγέλλων γνωρίζει επίσης την πίεση που ασκείται στο Υπουργείο Υγείας της χώρας να δεχθεί την αντικατάστασή του.

Η ομάδα MTR δεν πρότεινε ποτέ αντικατάσταση του Ευρωπαίου συνδιευθυντή. Αντιθέτως, ο καταγγέλλων επισημαίνει ότι ο επικεφαλής της ομάδας MTR επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με τη διοίκηση, αλλά ότι προτάθηκε καλύτερος καταμερισμός των καθηκόντων σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι σαφές σε ποια σύσταση της ομάδας βασίστηκε η απόφαση της Επιτροπής, και μόνο της Επιτροπής. Στην πραγματικότητα, ο Ζ αφέθηκε στην «επιλογή» είτε να συμμορφωθεί με την επιμονή της αντιπροσωπείας είτε να αντιμετωπίσει τη λύση της σύμβασης παροχής υπηρεσιών.

Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι ο καταγγέλλων κατέστη «μη συνεργάσιμος» είναι σοβαρός και διατυπώνεται χωρίς αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό επηρεάζει την επαγγελματική φήμη του καταγγέλλοντος και είναι σαφώς κατασκευασμένο προκειμένου να προσπαθήσει να δικαιολογήσει μια ενέργεια που βασίστηκε, στην καλύτερη περίπτωση, σε κακή κρίση του προσωπικού της αντιπροσωπείας και, στη χειρότερη περίπτωση, σε κίνητρα που έχουν να κάνουν περισσότερο με προσωπικά ζητήματα και/ή ζητήματα προσωπικότητας παρά με τα συμφέροντα του έργου.

Ο καταγγέλλων παρατηρεί ότι ορθώς η Επιτροπή δηλώνει ότι δεν υπάρχει άμεση σύμβαση μεταξύ αυτού και της Επιτροπής. Ωστόσο, αυτό δεν τον εμποδίζει να υποβάλει καταγγελία, ως πολίτης της ΕΕ, σχετικά με ενέργειες θεσμικού οργάνου της ΕΕ που τον επηρέασαν άμεσα, επαγγελματικά και οικονομικά.

Ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι ο νέος Ευρωπαίος συνδιευθυντής, ο οποίος δεν είχε εμπειρία στην Ασία, έγινε δεκτός από την αντιπροσωπεία. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στους όρους εντολής για τη θέση, σύμφωνα με τους οποίους «η πείρα στην Ασία αποτελεί απόλυτη προϋπόθεση και η πείρα στη χώρα «Α» θα αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα».

Ο καταγγέλλων ενέμεινε στο επιχείρημά του ότι είναι αναγκαία η διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας σχετικά με την αντιπροσωπεία. Τις ανησυχίες του καταγγέλλοντος σχετικά με τη διαχείριση του αναπτυξιακού χαρτοφυλακίου της αντιπροσωπείας συμμερίζονται τουλάχιστον τέσσερις από τους Ευρωπαίους συνδιευθυντές και άλλοι εμπειρογνώμονες. Ο καταγγέλλων έχει μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από πρώην συναδέλφους του που εκφράζουν την υποστήριξή τους για την υπόθεσή του. Για προφανείς λόγους, ο καταγγέλλων δεν μπορεί να τις συμμεριστεί, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα ήταν σκόπιμη η διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας.

Ο καταγγέλλων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υποβλήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την απόφαση της Επιτροπής να τον αντικαταστήσει.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Το πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η απόφαση περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως Ευρωπαίου συνδιευθυντή του προγράμματος «Υ» θα πρέπει να αναιρεθεί.

1.2 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η διαφορά μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής υφίσταται εντός συμβατικού πλαισίου. Η Επιτροπή υπέγραψε σύμβαση με ιδιωτική εταιρεία, η οποία προσέλαβε τον καταγγέλλοντα βάσει σύμβασης. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση εργασίας του καταγγέλλοντος και ο Διαμεσολαβητής δεν έχει εντολή να ερευνά τις δραστηριότητες του εργοδότη του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής μπορεί να διερευνά μόνο καταγγελίες που αφορούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών.

1.3 Ως εκ τούτου, η έρευνα του Διαμεσολαβητή επικεντρώθηκε στο κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στις δραστηριότητες της Επιτροπής, με αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του καταγγέλλοντος με την ιδιωτική εταιρεία.

2 Ο ρόλος της Επιτροπής στην απόφαση καταγγελίας της σύμβασης του καταγγέλλοντος

2.1 Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής άσκησε πίεση στην εταιρεία που τον προσέλαβε για την αντικατάστασή του. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι δεν παρασχέθηκε κανένας λόγος για την απόλυσή του. Υποθέτει ότι άλλα κίνητρα εκτός από την ανάγκη για ένα «μεταβλητό προφίλ» αποτελούν τη βάση της απόφασης για την αντικατάστασή του.

2.2 Η Επιτροπή εξήγησε ότι η αντικατάσταση του καταγγέλλοντος ήταν αποτέλεσμα των συστάσεων της ενδιάμεσης επανεξέτασης του προγράμματος «Υ», η οποία εντόπισε αδυναμίες και ελλείψεις όσον αφορά τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του προγράμματος. Η Επιτροπή και ο εργοδότης του καταγγέλλοντος συμφώνησαν ότι η ενίσχυση της εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της δημόσιας υγείας και της διαχείρισης σε επίπεδο PMU απαιτούσε έναν Ευρωπαίο συνδιευθυντή με προφίλ διαφορετικό από εκείνο του καταγγέλλοντος. Αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν σχετικά με την αναγκαία αλλαγή του Ευρωπαίου συνδιευθυντή, αλλά η Επιτροπή δέχθηκε ότι επέμεινε στο θέμα αυτό.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε προσεκτικά τα αποδεικτικά έγγραφα που του παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα και την Επιτροπή. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι σε επιστολή του εργοδότη του καταγγέλλοντος προς την αντιπροσωπεία της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 2002, αναφέρεται πράγματι ότι «ο αναπροσανατολισμός του προγράμματος και η ενίσχυση της εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της δημόσιας υγείας και της διαχείρισης σε επίπεδο PMU απαιτούν Ευρωπαίο Διευθυντή με προφίλ που διαφέρει από το προφίλ του σημερινού συνδιευθυντή». Στην απάντησή της της 18ης Δεκεμβρίου 2002, η αντιπροσωπεία της Επιτροπής συμφώνησε με τη δήλωση αυτή. Στην επιστολή της με ημερομηνία 12 Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η λύση της σύμβασής του με τον εργοδότη του είχε αποφασιστεί σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 της σύμβασης παροχής υπηρεσιών μεταξύ της επιχείρησης και της Επιτροπής.

2.4 Βάσει των ανωτέρω, φαίνεται ότι τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία φαίνεται να συμφωνούν με τις εξηγήσεις της Επιτροπής για τις ενέργειές της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής. Ο καταγγέλλων θα μπορούσε, ωστόσο, να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής συμβατικής αξίωσης κατά του πρώην εργοδότη του σε αρμόδιο δικαστήριο.

2.5 Όσον αφορά τον νέο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η παρατήρηση της Επιτροπής ότι κατέστη μη συνεργάσιμος (μετά από ακρόαση της αναχώρησής του) έγινε χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη, και ότι αυτό επηρεάζει την επαγγελματική του φήμη, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι δεν βρήκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο στον φάκελο που να υποστηρίζει την παρατήρηση της Επιτροπής. Ωστόσο, μια έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό θα απαιτούσε από τον Διαμεσολαβητή να λάβει θέση σχετικά με ένα πραγματικό στοιχείο - δηλαδή κατά πόσον η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος κατά την υπό εξέταση περίοδο ήταν συμπεριφορά συνεργασίας - προτού αποφασίσει αν η παρατήρηση της Επιτροπής ήταν δικαιολογημένη. Επομένως, η επέκταση της παρούσας έρευνας επί του σημείου αυτού θα μπορούσε να καθυστερήσει αδικαιολόγητα την έκδοση αποφάσεως επί της αρχικής καταγγελίας. Εάν ο καταγγέλλων το επιθυμεί, μπορεί να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το σημείο αυτό.

3 Επί του αιτήματος αποζημιώσεως

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι πρέπει να του χορηγηθεί αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη λόγω της καταγγελίας της σύμβασής του. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι υπηρεσίες της δεν διέπραξαν κανένα πταίσμα που θα επέτρεπε στον καταγγέλλοντα να ζητήσει αποζημίωση.

3.2 Λαμβανομένης υπόψη της διαπίστωσης ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση στο σημείο 2.4 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να διερευνήσει περαιτέρω το αίτημα αποζημίωσης του καταγγέλλοντος. Η διαπίστωση αυτή δεν προδικάζει τυχόν αξίωση αποζημίωσης που θα μπορούσε να ασκήσει ο καταγγέλλων στο πλαίσιο ενδεχόμενης διαδικασίας κατά του πρώην εργοδότη του ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου.

4 Επί του αιτήματος διεξαγωγής ανεξάρτητης έρευνας σχετικά με τις πρακτικές της αντιπροσωπείας της ΕΚ στην εν λόγω χώρα

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι πρέπει να διεξαχθεί ανεξάρτητη έρευνα των πρακτικών της αντιπροσωπείας της ΕΚ στη χώρα «Α». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, υπάρχει έλλειψη χρηστής διακυβέρνησης και διαχείρισης, διαφάνειας και λογοδοσίας. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι ο νέος Ευρωπαίος συνδιευθυντής, ο οποίος δεν είχε εμπειρία στην Ασία, έγινε δεκτός από την αντιπροσωπεία. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στους όρους εντολής για τη θέση, σύμφωνα με τους οποίους «η πείρα στην Ασία αποτελεί απόλυτη προϋπόθεση και η πείρα στη χώρα «Α» θα αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα».

4.2 Η Επιτροπή δήλωσε ότι η αντιπροσωπεία της στη χώρα υπόκειται, όπως και άλλες αντιπροσωπείες, σε τακτικές επιθεωρήσεις από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Δεν δικαιολογείται ειδική έρευνα βάσει των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος. Στην περίπτωση αυτή, η αντιπροσωπεία χειρίστηκε σωστά την κατάσταση σε κάθε χρονική στιγμή όσον αφορά την αντικατάσταση του καταγγέλλοντος, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία ενός σημαντικού έργου της ΕΚ, το οποίο απέτυχε.

4.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος για τη διενέργεια ανεξάρτητης έρευνας αφορά τη συνολική λειτουργία, διαχείριση και λογοδοσία της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη χώρα «Α». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τέσσερις από τους Ευρωπαίους συνδιευθυντές συμμερίζονται τις ανησυχίες του - οι οποίες αφορούν επίσης τη διαχείριση του αναπτυξιακού χαρτοφυλακίου της αντιπροσωπείας.

4.4 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι μια ανεξάρτητη έρευνα, όπως απαιτείται από τον καταγγέλλοντα, θα μπορούσε να διεξαχθεί μόνο από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), η οποία διαθέτει τις κατάλληλες εξουσίες για τη διεξαγωγή ερευνών στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον λειτουργούν με διαφανή, υπεύθυνο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) όσον αφορά την Επιτροπή περιλαμβάνουν «τη διεξαγωγή εσωτερικών διοικητικών ερευνών με σκοπό α) την καταπολέμηση (…) κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας» και «β) τη διερεύνηση σοβαρών γεγονότων που συνδέονται με την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων, τα οποία ενδέχεται να συνιστούν παράβαση υποχρεώσεων εκ μέρους των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων και τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν σε πειθαρχικές και, ενδεχομένως, ποινικές διαδικασίες.»(1)

4.5 Το γραφείο του Διαμεσολαβητή επικοινώνησε με τον καταγγέλλοντα και έθεσε το ζήτημα της δυνατότητας διαβίβασης του φακέλου της καταγγελίας του στην OLAF, ζητώντας της να εξετάσει κατά πόσον τα ζητήματα που έθιξε ο καταγγέλλων θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν έρευνα της OLAF. Ωστόσο, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 3ης Δεκεμβρίου 2003, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, επί του παρόντος, δεν συμφωνεί με την υποβολή του φακέλου της καταγγελίας του στην OLAF.

4.6 Υπό τις συνθήκες αυτές, καμία περαιτέρω έρευνα του Διαμεσολαβητή δεν φαίνεται δικαιολογημένη. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εφιστά την προσοχή του καταγγέλλοντος στο γεγονός ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να παράσχει στην OLAF όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που μπορεί να διαθέτει σχετικά με τη διαχείριση της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη χώρα «Α». Ο καταγγέλλων θα μπορούσε επίσης να συμβουλευτεί τους άλλους συνδιευθυντές σχετικά με το αν θα συμφωνούσαν να υποβάλουν αποδεικτικά στοιχεία.

5 Συμπέρασμα

Βάσει της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Όσον αφορά το σημείο 4 ανωτέρω, ο καταγγέλλων έχει τη δυνατότητα να παράσχει στην OLAF κάθε αποδεικτικό στοιχείο που διαθέτει.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Απόφαση της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), ΕΕ L 136/20, άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) στοιχείο β).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!