FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1795/2002/IJH όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση


Στρασβούργο, 12 Ιουνίου 2003

Αξιότιμε κ. V.,

Στις 14 Οκτωβρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης και του Συμβουλίου. Η καταγγελία σας υποβάλλεται εξ ονόματος της Υπηρεσίας Δράσης Ευρωπαίων Πολιτών (ECAS) και αφορά την απόρριψη της αίτησής σας για πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου της Συνέλευσης.

Στις 28 Οκτωβρίου 2002, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης και στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου. Απέστειλαν τις γνώμες τους στις 16 Ιανουαρίου 2003 και στις 21 Ιανουαρίου 2003 αντιστοίχως. Σας διαβίβασα τις γνωμοδοτήσεις με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Φεβρουαρίου 2003.

Στις 11 Μαρτίου 2003, σας ενημέρωσα με επιστολή μου για την απόφασή μου να περατώσω την υπόθεση κατά του Συμβουλίου με τη διαπίστωση ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης. Την ίδια ημερομηνία, ζήτησα περαιτέρω πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και σας ενημέρωσα για την περαιτέρω αυτή έρευνα. Στις 29 Απριλίου 2003, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση απάντησε στο αίτημά μου για περαιτέρω πληροφορίες. Σας διαβίβασα την απάντηση με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 27 Μαΐου 2003.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία σας κατά της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τον Οκτώβριο του 2002, υποβλήθηκε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της Υπηρεσίας Δράσης Ευρωπαίων Πολιτών (ECAS) κατά της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης και του Συμβουλίου.

Η παρούσα απόφαση αφορά μόνο την καταγγελία κατά της Σύμβασης. Η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία κατά του Συμβουλίου περατώθηκε στις 11 Μαρτίου 2003, χωρίς να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:

Ο καταγγέλλων ζήτησε από το Συμβούλιο πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης. Τον Ιούλιο του 2002, το Συμβούλιο απάντησε στον καταγγέλλοντα δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση είναι όργανο διαφορετικό από το Συμβούλιο και ότι η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου είχε διαβιβάσει το αίτημα του προσφεύγοντος στη Γραμματεία της Σύμβασης.

Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα της Συνέλευσης, Sir John KERR, παραπέμποντας στο προαναφερόμενο αίτημα προς το Συμβούλιο για πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου. Ο Γενικός Γραμματέας απάντησε στον καταγγέλλοντα στις 18 Σεπτεμβρίου 2002 δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι «θα έβλεπε ένα πραγματικό πρόβλημα σχετικά με τη δημοσίευση του σχεδίου υλικού που συνέταξε η Γραμματεία, το οποίο το Προεδρείο δεν έχει εγκρίνει ή δεν έχει ακόμη εγκρίνει, ή τις οδηγίες του προς τη Γραμματεία για τροποποιήσεις. Η Σύμβαση αναγνωρίζει ότι, για να επιτελέσει το έργο του, το Προεδρείο πρέπει να απολαύει ενός βαθμού εκ των προτέρων εμπιστευτικότητας· το προϊόν του είναι εντελώς δημόσιο, αλλά η προπαρασκευαστική διαδικασία πρέπει να είναι ευλόγως ιδιωτική.»

Ο καταγγέλλων υποβάλλει την καταγγελία του στον Διαμεσολαβητή με τη μορφή αιτημάτων διερεύνησης, διαπίστωσης ή διαπίστωσης ορισμένων θεμάτων. Ο καταγγέλλων εξηγεί επίσης ότι ο λόγος για τον οποίο ζητείται πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου είναι για να προειδοποιηθούν επαρκώς οι ΜΚΟ σχετικά με το περιεχόμενο της Σύμβασης.

Συνοπτικά, η καταγγελία φαίνεται να περιέχει τον ακόλουθο ισχυρισμό κατά της Ευρωπαϊκής Σύμβασης:

Η Γραμματεία της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης δεν ανταποκρίθηκε σωστά στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε πρώτα το παραδεκτό της καταγγελίας. Για τους λόγους που αναφέρονται στο τμήμα 1 της απόφασης που ακολουθεί, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προσωρινό συμπέρασμα ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση είναι κοινοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 195 ΕΚ και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στην εντολή του Διαμεσολαβητή όσον αφορά πιθανή κακοδιοίκηση στις δραστηριότητές του.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης, κ. Valéry GISCARD D'ESTAING, για γνωμοδότηση. Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι οι απόψεις του Προέδρου σχετικά με το ζήτημα του παραδεκτού της καταγγελίας θα ήταν ευπρόσδεκτες και εξέφρασε την ελπίδα ότι, σε κάθε περίπτωση, θα απαντήσει στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.

Η γνώμη του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης

Συνοπτικά, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης γνωμοδότησε ως εξής:

Τα έγγραφα της σύμβασης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Παρ 'όλα αυτά, ήταν η συνεχής πολιτική της Σύμβασης να καταστήσει όσο το δυνατόν περισσότερο υλικό (συμπεριλαμβανομένων όλων των επίσημων εγγράφων της Σύμβασης) διαθέσιμο στο ευρύ κοινό, σε μεγάλο βαθμό μέσω της έγκαιρης δημοσίευσης στον ιστότοπο.

Ο ρόλος του Προεδρείου είναι να προετοιμάσει τις εργασίες της Συνέλευσης. Μπορεί να επιτελέσει αποτελεσματικά τη λειτουργία αυτή μόνον εάν έχει τη δυνατότητα να συσκέπτεται κατ’ ιδίαν. Όλα τα έγγραφα που προκύπτουν από τη συζήτηση του Προεδρείου διατίθενται αμέσως μέσω δημοσίευσης στην ιστοσελίδα της Συνέλευσης. Εάν οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά του Προεδρείου ήταν επίσης διαθέσιμα, θα υπήρχε ο κίνδυνος να αποτελέσουν αντικείμενο, και όχι κίνητρο, των συζητήσεων της Συνέλευσης. Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι αυτό γίνεται ευρέως κατανοητό και αποδεκτό από τα μέλη της Συνέλευσης, τα οποία δεν έχουν τα ίδια πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου.

Ο καταγγέλλων δηλώνει επίσης ότι, χωρίς πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου, οι ΜΚΟ δυσκολεύονται να ενημερωθούν εκ των προτέρων για το περιεχόμενο της Σύμβασης. Δεν το δέχομαι αυτό. Ανακοινώνω πάντοτε στο τέλος κάθε συνόδου ολομέλειας τα κύρια θέματα της επόμενης (και ενίοτε ακόμη και της επόμενης) συνόδου. Αυτά καταγράφονται στα συνοπτικά σημειώματα που συντάσσει η Γραμματεία και δημοσιεύονται στον ιστότοπο. Επιπλέον, οι λεπτομερείς ημερήσιες διατάξεις κάθε συνόδου ολομέλειας δημοσιεύονται αμέσως μετά την έγκρισή τους από το Προεδρείο. Ως εκ τούτου, το κοινό είναι εξίσου καλά ενημερωμένο με τα μέλη της Συνέλευσης σχετικά με το μελλοντικό χρονοδιάγραμμα και το περιεχόμενο των συνόδων ολομέλειας.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Συνοπτικά, ο καταγγέλλων διατύπωσε τα ακόλουθα σημεία σχετικά με τη γνώμη που διατύπωσε ο Πρόεδρος της Συνέλευσης:

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση είναι όργανο που υπόκειται στη Συνθήκη και ο κανονισμός 1049/2001 θα πρέπει να εφαρμόζεται σε αυτήν. Μολονότι το άρθρο 255 ΕΚ περιορίζεται στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, αυτό θα πρέπει να ενταχθεί στο ιστορικό πλαίσιο, το οποίο είναι ότι οι κώδικες δεοντολογίας για την πρόσβαση στα έγγραφα έχουν εξαπλωθεί, με την ενθάρρυνση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, από τα τρία θεσμικά όργανα στους οργανισμούς που ιδρύουν. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρόντισαν, στο πλαίσιο της νομοθεσίας που βασίζεται στο άρθρο 255 ΕΚ, να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της πέραν των τριών θεσμικών οργάνων.

Στην παράγραφο 8 του προοιμίου του κανονισμού 1049/2001 αναφέρεται ότι «Προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε όλες τις δραστηριότητες της Ένωσης, όλοι οι οργανισμοί που ιδρύονται από τα θεσμικά όργανα θα πρέπει να εφαρμόζουν τις αρχές που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.» Αυτό υπογραμμίζει την πρόθεση του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να εξασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα με την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού ώστε να καλύπτει όλες τις δραστηριότητες.

Η πρόθεση αυτή υποστηρίζεται από την κοινή δήλωση της 30ής Μαΐου 2001, η δεύτερη παράγραφος της οποίας καθιστά σαφές ότι στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι όλα τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί, και συνεπώς η σύμβαση, καλύπτονται από τον κανονισμό.

Όσον αφορά την ικανότητα των ΜΚΟ να λαμβάνουν εκ των προτέρων προειδοποίηση για το τι προβλέπεται στη Σύμβαση, ο καταγγέλλων αναγνωρίζει και εκτιμά το γεγονός ότι ο Πρόεδρος ανακοινώνει στο τέλος κάθε συνόδου ολομέλειας τα κύρια ζητήματα για την επόμενη (και μερικές φορές ακόμη και μεταγενέστερη) σύνοδο, αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο να λάβει εκ των προτέρων προειδοποίηση για το τι προβλέπεται στη Σύμβαση. Η προειδοποίηση από τη μια συνεδρία στην άλλη είναι ανεπαρκής. Το πρόβλημα αυτό θα πρέπει επίσης να εξεταστεί με ιδιαίτερη αναφορά στις ΜΚΟ εκτός Βρυξελλών και στις υποψήφιες χώρες. Εάν οι οργανώσεις αυτές επιθυμούν να παραστούν σε σύνοδο ολομέλειας της Συνέλευσης, θα ήταν επιθυμητή μια πολύ πιο έγκαιρη προειδοποίηση για το τι θα προκύψει.

Ο καταγγέλλων κατανοεί ότι το Προεδρείο είναι σε θέση να προετοιμάσει το έργο της Σύμβασης και να λειτουργήσει αποτελεσματικά μόνον εάν διατηρεί τη δυνατότητα κατ’ ιδίαν διαβούλευσης. Ο καταγγέλλων κατανοεί επίσης την ανάγκη εμπιστευτικότητας κατά τη σύνταξη κειμένων στο στάδιο της διαμόρφωσης. Είναι πιο δύσκολο να κατανοήσουμε πώς οι ημερήσιες διατάξεις του Προεδρείου θα μπορούσαν να είναι τόσο αμφιλεγόμενες ώστε η δημοσίευσή τους θα μπορούσε να διαταράξει το έργο της Συνέλευσης. Τα πρακτικά είναι ίσως πιο επιρρεπή σε τέτοια προβλήματα. Ωστόσο, αυτά θα μπορούσαν να ξεπεραστούν με την παροχή μερικής πρόσβασης. Ο καταγγέλλων δεν επιδιώκει να εξακριβώσει τις απόψεις μεμονωμένων μελών του Προεδρείου, αλλά απλώς να λάβει εκ των προτέρων προειδοποίηση για το τι έρχεται.

Έχει καταστεί προφανές ότι ορισμένα μέλη της Συνέλευσης δεν είναι ικανοποιημένα με την κατάσταση ως έχει σε σχέση με την πρόσβαση στα έγγραφα και το απόρρητο του Προεδρείου. Ορισμένα μέλη της Συνέλευσης, των οποίων τα μέρη είναι τα τέσσερα μικρότερα μέρη της Συνέλευσης και δεν εκπροσωπούνται στο Προεδρείο, έχουν διανείμει καταγγελία σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα του Προεδρείου.

Με βάση τα ανωτέρω, ο καταγγέλλων ζητεί από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή:

  • Να θεωρηθεί ότι η Σύμβαση δεν βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και να διερευνηθεί κατά πόσον εφαρμόζεται σε αυτήν ο κανονισμός 1049/2001.
  • Να εξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πλήρη πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις των συνεδριάσεων του Προεδρείου και τις προτάσεις του καταγγέλλοντος όσον αφορά την πρόσβαση στα πρακτικά ή τις εκθέσεις των συνεδριάσεων του Προεδρείου.
  • Για να ληφθεί υπόψη ότι στο τέλος των εργασιών της Σύμβασης τον Ιούνιο, θα πρέπει να χορηγηθεί πλήρης πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που δεν είναι προς το παρόν δημόσια. Αυτό θα είναι προς όφελος πολλών, ιδίως του μεγάλου αριθμού ακαδημαϊκών και ερευνητών που παρακολουθούν το έργο της Συνέλευσης.
  • Περαιτέρω έρευνες

    Αφού εξέτασε προσεκτικά τη γνώμη του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να προβεί σε περαιτέρω έρευνες. Ζήτησε από τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να σχολιάσει το σημείο του καταγγέλλοντος σχετικά με τις δυσκολίες που ενδέχεται να προκύψουν για τις ΜΚΟ όσον αφορά τη λήψη πληροφοριών σχετικά με το τι θα προκύψει στη Συνέλευση αρκετά νωρίτερα ώστε να προγραμματίσουν τις δραστηριότητές τους. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε επίσης να ενημερωθεί εάν οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά του Προεδρείου της Συνέλευσης θα δημοσιοποιηθούν στο τέλος των εργασιών της Συνέλευσης.

    Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης

    Ο Γενικός Γραμματέας της Συνέλευσης, Sir John KERR, απάντησε στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες.

    Όσον αφορά τη δυνατότητα των ΜΚΟ να λαμβάνουν εκ των προτέρων πληροφορίες, η απάντηση του Γενικού Γραμματέα σημειώνει ότι ο καταγγέλλων αναγνωρίζει δίκαια ότι αποτελεί πρακτική του Προέδρου της Συνέλευσης να ανακοινώνει συστηματικά στο τέλος κάθε συνόδου ολομέλειας τα κύρια ζητήματα για την επόμενη σύνοδο ή συνόδους. Η φύση της Συνέλευσης σημαίνει ότι είναι δύσκολο για το Προεδρείο να προγραμματίσει τις εργασίες του πολύ νωρίτερα με οποιοδήποτε βαθμό βεβαιότητας (εάν ένα συγκεκριμένο θέμα που εξετάζεται σε έγγραφο της Συνέλευσης, ή από ομάδα εργασίας, ή που θίγεται από πρόταση του Προεδρείου, θα χρειαστεί εκτεταμένη συζήτηση στην ολομέλεια εξαρτάται από την αντίδραση της Συνέλευσης σε αυτό). Ωστόσο, στο βαθμό που ο σχεδιασμός αυτός ήταν δυνατός, η Σύμβαση έχει ενημερωθεί και όλες αυτές οι πληροφορίες έχουν δημοσιοποιηθεί στον ιστότοπο της Σύμβασης.

    Όσον αφορά το ερώτημα εάν, στο τέλος των εργασιών της Συνέλευσης, οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά του Προεδρείου θα τεθούν στη διάθεση του κοινού, ο Γενικός Γραμματέας της Συνέλευσης δήλωσε ότι δεν βλέπει κανένα λόγο για τον οποίο τα έγγραφα αυτά δεν θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν σε αυτό το στάδιο. Αυτό είναι, ωστόσο, ένα ζήτημα για το οποίο το ίδιο το Προεδρείο θα πρέπει να λάβει θέση στο τέλος της Συνέλευσης, όταν αποφασίσει σχετικά με τον καλύτερο τρόπο για να διασφαλίσει ότι οι εργασίες της Συνέλευσης, οι οποίες ήταν εξαιρετικά διαφανείς για τους συμμετέχοντες και τους ενδιαφερόμενους τώρα, παραμένουν προσβάσιμες και κατανοητές σε όσους μας ακολουθούν και στους ιστορικούς που θα κρίνουν πόσο καλά ανταποκριθήκαμε στις ευθύνες που μας ανατέθηκαν.

    Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

    Συνοπτικά, ο καταγγέλλων επισήμανε τα ακόλουθα:

    Ο καταγγέλλων αναγνωρίζει πλήρως και εκτιμά τον ανοικτό τρόπο λειτουργίας της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας δημοσίευσης των εγγράφων του Προεδρείου. Η καταγγελία περιορίζεται στην εμπιστευτικότητα των ημερήσιων διατάξεων και των πρακτικών των συνεδριάσεων του Προεδρείου.

    Ο καταγγέλλων εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόταση του Γενικού Γραμματέα ότι, με την επιφύλαξη απόφασης του Προεδρείου, οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά του θα μπορούσαν να καταστούν διαθέσιμα στο τέλος των εργασιών της Συνέλευσης.

    Ο καταγγέλλων ζητεί από τον Διαμεσολαβητή να συστήσει στο Προεδρείο της Συνέλευσης, μετά το πέρας των εργασιών της Συνέλευσης, όλα τα έγγραφα να είναι διαβαθμισμένα και οργανωμένα κατά τρόπο ώστε να διευκολύνεται η πρόσβαση του κοινού. Για παράδειγμα, το κοινό θα πρέπει να ενημερώνεται όταν μπορεί να συμβουλεύεται έγγραφα της Σύμβασης σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή σε κεντρική βιβλιοθήκη ή μέσω των μητρώων εγγράφων. Ο καταγγέλλων εκφράζει επίσης τον φόβο ότι στα τελικά στάδια των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της σύμβασης το σημαντικό αυτό ζήτημα ενδέχεται να μην επιλυθεί ικανοποιητικά.

    Η ΑΠΟΦΑΣΗ

    1. Επί του παραδεκτού της προσφυγής κατά της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως

    1.1 Η παρούσα υπόθεση αφορά καταγγελία που υποβλήθηκε εξ ονόματος της Υπηρεσίας Δράσης Ευρωπαίων Πολιτών (ECAS) κατά της έλλειψης πρόσβασης του κοινού στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης.

    1.2 Κατά την εξέταση του παραδεκτού της καταγγελίας, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η προέλευση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης είναι η δήλωση του Λάκεν του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και ότι δεν φαίνεται να υπάρχει νομικό μέσο βάσει του εθνικού, διεθνούς ή κοινοτικού δικαίου που να θεσπίζει επίσημα τη Σύμβαση. Ωστόσο, η Σύμβαση έχει τη δική της δομή και λειτουργία και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρείται χωριστή τόσο από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όσο και από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, η σύμβαση φαίνεται να χρηματοδοτείται, τουλάχιστον έμμεσα, από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο προσωρινό συμπέρασμα ότι η Σύμβαση είναι κοινοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 195 ΕΚ και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στην εντολή του Διαμεσολαβητή όσον αφορά πιθανή κακοδιοίκηση στις δραστηριότητές του.

    1.3 Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η Συνέλευση, όπως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ασχολείται με πολιτικό έργο και ότι μια καταγγελία κατά του πολιτικού της έργου δεν θα έθετε ζήτημα πιθανής κακοδιοίκησης. Η παρούσα υπόθεση αφορά την απάντηση της Γραμματείας σε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα, η οποία αποτελεί διοικητικό ζήτημα.

    1.4 Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης για την ανωτέρω ανάλυση και κάλεσε τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό της καταγγελίας. Η απάντηση του Προέδρου δεν σχολιάζει το σημείο αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν βλέπει κανένα λόγο να αναθεωρήσει το προσωρινό συμπέρασμά του ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση είναι κοινοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 195 ΕΚ και, ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της εντολής του Διαμεσολαβητή όσον αφορά πιθανή κακοδιοίκηση στις δραστηριότητές του.

    2. Αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης

    2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Γραμματεία της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δεν ανταποκρίθηκε σωστά στο αίτημά του για πρόσβαση στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου. Ο λόγος για το αίτημα του καταγγέλλοντος είναι να προειδοποιήσει εγκαίρως τις ΜΚΟ σχετικά με το περιεχόμενο της Σύμβασης.

    2.2 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι στόχος της κοινής δήλωσης της 30ής Μαΐου 2001 είναι να διασφαλιστεί ότι όλα τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί, και συνεπώς η Σύμβαση, καλύπτονται από τον κανονισμό 1049/2001. Ο καταγγέλλων ζητεί, μετά το πέρας των εργασιών της σύμβασης, να χορηγηθεί πλήρης πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που δεν είναι προς το παρόν δημόσια.

    2.3 Σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Συνέλευσης, τα έγγραφα της Συνέλευσης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 1049/2001. Παρ 'όλα αυτά, ήταν η συνεχής πολιτική της Σύμβασης να θέσει όσο το δυνατόν περισσότερο υλικό στη διάθεση του κοινού. Ο ρόλος του Προεδρείου είναι να προετοιμάζει τις εργασίες της Συνέλευσης. Μπορεί να επιτελέσει αποτελεσματικά τη λειτουργία αυτή μόνον εάν διατηρεί τη δυνατότητα να διαβουλεύεται κατ’ ιδίαν. Εάν οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά του Προεδρείου ήταν διαθέσιμα, θα υπήρχε ο κίνδυνος να αποτελέσουν αντικείμενο, και όχι κίνητρο, των συζητήσεων της Συνέλευσης. Το ευρύτερο κοινό είναι επίσης καλά ενημερωμένο ως μέλη της Συνέλευσης σχετικά με το μελλοντικό χρονοδιάγραμμα και το περιεχόμενο των συνόδων ολομέλειας.

    Όσον αφορά το ερώτημα εάν, στο τέλος των εργασιών της Συνέλευσης, οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά του Προεδρείου θα τεθούν στη διάθεση του κοινού, ο Γενικός Γραμματέας της Συνέλευσης δεν βλέπει κανένα λόγο για τον οποίο τα έγγραφα αυτά δεν θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν σε αυτό το στάδιο. Αυτό είναι, ωστόσο, ένα ζήτημα για το οποίο το ίδιο το Προεδρείο θα πρέπει να λάβει θέση στο τέλος της Σύμβασης.

    2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο κανονισμός 1049/2001 (1) εφαρμόζεται στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και ότι ο κανονισμός 58/2003 επεκτείνει τις διατάξεις του στους εκτελεστικούς οργανισμούς (2). Η σύμβαση δεν αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, ούτε είναι οργανισμός κατά την έννοια του κανονισμού 58/2003. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμόζεται, αυτός καθαυτόν, στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Συνέλευσης.

    2.5 Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, μετά από δύο αυτεπάγγελτες έρευνες, απευθύνθηκαν σχέδια συστάσεων στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης (3). Σχεδόν όλοι το έχουν πράξει (4).

    2.6 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η δεδηλωμένη πολιτική της Συνέλευσης είναι να θέτει όσο το δυνατόν περισσότερο υλικό στη διάθεση του κοινού. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η πολιτική αυτή συνάδει με τον στόχο του κανονισμού 1049/2001, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η κοινή δήλωση της 30ής Μαΐου 2001 (5) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής καλεί τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς να θεσπίσουν εσωτερικούς κανόνες σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, οι οποίοι να λαμβάνουν υπόψη τις αρχές και τα όρια του κανονισμού 1049/2001.

    Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, κατά την εξέταση του κατά πόσον υπάρχει κακοδιοίκηση κατά την εφαρμογή της δεδηλωμένης πολιτικής της Συνέλευσης να θέτει όσο το δυνατόν περισσότερο υλικό στη διάθεση του κοινού, είναι χρήσιμο να γίνεται αναφορά, κατ’ αναλογία, στις εξαιρέσεις που περιέχονται στον κανονισμό 1049/2001.

    2.7 Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001, η πρόσβαση σε έγγραφο που συντάσσεται από θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση και αφορά θέμα για το οποίο δεν έχει ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο απορρίπτεται εάν η γνωστοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

    Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο Πρόεδρος της Συνέλευσης έχει δώσει εύλογη εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους η δημοσιοποίηση των ημερήσιων διατάξεων και των πρακτικών του Προεδρείου πριν από την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνέλευσης θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Συνέλευσης. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος στοιχειοθετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση όσον αφορά την άρνηση πρόσβασης του κοινού στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου πριν από την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνέλευσης.

    Ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι η ανωτέρω διαπίστωση αφορά μόνο την άρνηση πρόσβασης του κοινού στις ημερήσιες διατάξεις και στα πρακτικά του Προεδρείου. Ο Διαμεσολαβητής δεν λαμβάνει θέση όσον αφορά αμφισβητούμενα ζητήματα διαφάνειας στις σχέσεις μεταξύ του Προεδρείου και των μελών της Συνέλευσης, δεδομένου ότι τα ζητήματα αυτά αφορούν το πολιτικό έργο της Συνέλευσης.

    2.8 Όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσον, μετά το πέρας των εργασιών της Συνέλευσης, οι ημερήσιες διατάξεις και τα πρακτικά του Προεδρείου θα πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι η πρόσβαση σε έγγραφο που περιέχει απόψεις για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου απορρίπτεται ακόμη και μετά τη λήψη της απόφασης, εάν η γνωστοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

    Φαίνεται δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων της Σύμβασης θα μπορούσε να υπονομευθεί μόλις ολοκληρωθεί το έργο της. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με τον Γενικό Γραμματέα της Σύμβασης ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο τα σχετικά έγγραφα δεν θα πρέπει να δημοσιοποιούνται σε αυτό το στάδιο.

    2.9 Στις τελικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων εκφράζει τον φόβο ότι στα τελικά στάδια των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της Σύμβασης το σημαντικό αυτό ζήτημα ενδέχεται να μην επιλυθεί ικανοποιητικά.

    Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η Συνέλευση αναμένεται να ολοκληρώσει τις εργασίες της έως τα τέλη Ιουνίου 2003. Για τον λόγο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να καθυστερήσει μια απόφαση προκειμένου να διερευνηθεί ο φόβος που εξέφρασε ο καταγγέλλων.

    Η επιστολή του Διαμεσολαβητή προς τον Πρόεδρο της Συνέλευσης με την οποία τον ενημερώνει για την παρούσα απόφαση θα αναφέρει το πόρισμα, που παρατίθεται στη δεύτερη παράγραφο του σημείου 2.8 ανωτέρω, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Συνέλευσης μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της. Στην επιστολή θα εκφράζεται επίσης η άποψη του Διαμεσολαβητή ότι θα ήταν σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης να προβεί η Σύμβαση στις κατάλληλες ρυθμίσεις το συντομότερο δυνατόν για να διασφαλίσει την εν λόγω πρόσβαση. Ο Διαμεσολαβητής θα διαβιβάσει επίσης στον Πρόεδρο της Συνέλευσης τις πρακτικές προτάσεις του καταγγέλλοντος, που περιλαμβάνονται στις τελικές παρατηρήσεις του, σχετικά με τη μελλοντική πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Συνέλευσης.

    3 Συμπέρασμα

    Για τους λόγους που εξηγούνται στις παραγράφους 2.7 και 2.9 ανωτέρω, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

    Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

    Με εκτίμηση,

     

    Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


    (1) Κανονισμός 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ L 145/43.

    (2) Κανονισμός 58/2003 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων, 2003 ΕΕ L 011/1.

    (3) Βλέπε την ειδική έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά την αυτεπάγγελτη έρευνα για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, καθώς και τις αποφάσεις σχετικά με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, το Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών και την Ευρωπόλ, μετά την αυτεπάγγελτη έρευνα OI/1/99/IJH.

    (4) Για παράδειγμα, το Ελεγκτικό Συνέδριο, 1998 ΕΕ C 295/1· Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 1999 ΕΕ L110/30· η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, 1997 ΕΕ C 243/13· την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, 1997 ΕΕ L 339/18· και την Επιτροπή των Περιφερειών, 1997 ΕΕ L 351/70.

    (5) Κοινή δήλωση σχετικά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 145 της 31.5.2001, σ. 43)

    Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!