FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 785/2002/OV κατά της Ευρωπόλ


Στρασβούργο, 17 Δεκεμβρίου 2002

Αξιότιμε κ. S.,

Στις 25 Απριλίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την απόρριψη από την Ευρωπόλ του αιτήματός σας για πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με διάσκεψη για την τρομοκρατία που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη.

Στις 20 Μαΐου 2002, διαβίβασα την καταγγελία στον διευθυντή της Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ απέστειλε τη γνωμοδότησή της στις 26 Αυγούστου 2002 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί παρατηρήσεις από εσάς.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:

Στις 5 Φεβρουαρίου 2002, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Ευρωπόλ ζητώντας πρόσβαση στα έγγραφα διάσκεψης για την τρομοκρατία που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη από τις 29 Ιανουαρίου έως τις 2 Φεβρουαρίου 2001. Ο καταγγέλλων ζήτησε τα προπαρασκευαστικά έγγραφα της διάσκεψης, την έκθεση της διάσκεψης και το λεγόμενο «έγγραφο της Μαδρίτης», δηλαδή το τελικό έγγραφο της διάσκεψης.

Στις 5 Μαρτίου 2002, η Ευρωπόλ απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος, αναφέροντας ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν τις δραστηριότητες της Ευρωπόλ και των κρατών μελών της για την πρόληψη και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Η Ευρωπόλ επισήμανε ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν επιχειρησιακές και στρατηγικές πληροφορίες των οποίων η δημοσιοποίηση θα μπορούσε να είναι επιζήμια για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.

Στις 15 Μαρτίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση ζητώντας μερική πρόσβαση. Στις 12 Απριλίου 2002, η Ευρωπόλ απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση αναφέροντας ότι, σε θέματα πρόσβασης του κοινού, εφαρμόζει κατ’ αναλογία την απόφαση 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου για την πρόσβαση του κοινού.

Στις 25 Απριλίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ζητώντας από την Ευρωπόλ να παράσχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα, δεδομένου ότι η άρνηση είναι αντίθετη προς την απόφαση 93/731 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1993.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γνώμη της Ευρωπόλ

Η Ευρωπόλ επισήμανε ότι, με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 2000, εφαρμόζει προσωρινά, κατ’ αναλογία, την απόφαση του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου.

Η αίτηση του καταγγέλλοντος, με ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 2002, αφορούσε έγγραφα σχετικά με διάσκεψη για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη από τις 29 Ιανουαρίου έως τις 2 Φεβρουαρίου 2001. Ο καταγγέλλων ζήτησε ειδικότερα τα έγγραφα της συνεδρίασης, τα πρακτικά, καθώς και το λεγόμενο έγγραφο της Μαδρίτης, τα συμπεράσματα της διάσκεψης.

Τόσο η αρχική αίτηση όσο και η επιβεβαιωτική αίτηση της 15ης Μαρτίου 2002 οδήγησαν σε απόφαση του διευθυντή να αρνηθεί την πρόσβαση για λόγους προστασίας του δημόσιου συμφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης του Συμβουλίου του 1993 για την πρόσβαση του κοινού. Οι λόγοι για την άρνηση πρόσβασης είναι οι ακόλουθοι.

Τα έγγραφα που σχετίζονται με τη Διάσκεψη - προπαρασκευαστικά έγγραφα, πρακτικά και συμπεράσματα της συνεδρίασης υψηλού επιπέδου, καθώς και των διαφόρων ομάδων εργασίας - δεν περιέχουν μόνο πληροφορίες σχετικά με τις εσωτερικές μεθόδους εργασίας της Ευρωπόλ και/ή των σχετικών αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, αλλά περιλαμβάνουν επίσης πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις που εξέφρασαν οι διάφορες αντιπροσωπείες των κρατών μελών με την προσδοκία εμπιστευτικότητας.

Επιπλέον, ορισμένα έγγραφα περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένες επιχειρησιακές δραστηριότητες, όπως ο εντοπισμός εμπιστευτικών επιχειρησιακών έργων ή πληροφοριών που σχετίζονται με το περιεχόμενο και τη λειτουργία των αρχείων εργασίας προς ανάλυση.

Η γνώση των εγγράφων αυτών από το κοινό θα μπορούσε να είναι επιζήμια για τις διεθνείς σχέσεις της Ευρωπόλ και να θέσει σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη στην Ευρωπόλ. Η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε επίσης να παράσχει ενδείξεις σχετικά με τις δραστηριότητες των κρατών μελών στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.

Η αποκάλυψη συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία των εθνικών αρχών των κρατών μελών, καθώς και τη λειτουργία της Ευρωπόλ, θα μπορούσε να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης των εγκλημάτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία.

Εν κατακλείδι, η απόφαση της Ευρωπόλ να αρνηθεί την πρόσβαση βασίστηκε στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Κατά τη στάθμιση του έννομου συμφέροντος του καταγγέλλοντος να έχει πρόσβαση στα έγγραφα με τη νομική υποχρέωση της Ευρωπόλ και των κρατών μελών της ΕΕ για την πρόληψη και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, το τελευταίο θεωρήθηκε ότι υπερτερεί σαφώς του πρώτου. Ως εκ τούτου, η Ευρωπόλ θεωρεί ότι η άρνησή της να χορηγήσει πρόσβαση στα έγγραφα ήταν δικαιολογημένη και ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στον καταγγέλλοντα για να αιτιολογήσει την εν λόγω απόφαση ήταν πειστικά.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη της Ευρωπόλ.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Επί του αιτήματος προσβάσεως σε έγγραφα συνδιασκέψεως για την τρομοκρατία

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπόλ έπρεπε να παράσχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα, δεδομένου ότι η άρνηση αντιβαίνει στην απόφαση 93/731 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1993.

1.2 Η Ευρωπόλ δήλωσε ότι κατά τη στάθμιση του έννομου συμφέροντος του καταγγέλλοντος να έχει πρόσβαση στα έγγραφα με τη νομική υποχρέωση της Ευρωπόλ και των κρατών μελών της ΕΕ για την πρόληψη και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, το τελευταίο θεωρήθηκε ότι υπερτερεί σαφώς του πρώτου. Η άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα ήταν δικαιολογημένη και τα επιχειρήματα που προέβαλε στον καταγγέλλοντα για να αιτιολογήσει την απόφαση αυτή ήταν πειστικά.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα έγγραφα διάσκεψης για την τρομοκρατία που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη από τις 29 Ιανουαρίου έως τις 2 Φεβρουαρίου 2001 πρέπει να εξεταστεί βάσει της απόφασης 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία εφαρμόζεται στην Ευρωπόλ ως προσωρινό μέτρο βάσει της απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 2000 και η οποία δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της Ευρωπόλ (1). Οι εξαιρέσεις σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα αναφέρονται στο άρθρο 4 της απόφασης του Συμβουλίου. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 προβλέπει ότι «η πρόσβαση σε έγγραφο του Συμβουλίου δεν επιτρέπεται όταν η δημοσιοποίησή του θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία του δημόσιου συμφέροντος (δημόσια ασφάλεια, διεθνείς σχέσεις, νομισματική σταθερότητα, δικαστικές διαδικασίες, επιθεωρήσεις και έρευνες).».

1.4 Στην απόφασή του στην υπόθεση Τ-174/95, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «στόχος της απόφασης 93/731 είναι η εφαρμογή της αρχής της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης των πολιτών στις πληροφορίες με σκοπό την ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα των θεσμικών οργάνων και της εμπιστοσύνης του κοινού στη διοίκηση»(2). Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η ίδια η φύση του αστυνομικού έργου συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τον χειρισμό πληροφοριών και εγγράφων τα οποία, προς το συμφέρον των πολιτών, πρέπει να αντιμετωπίζονται εμπιστευτικά (3).

1.5 Εν προκειμένω, οι λόγοι που επικαλείται η Ευρωπόλ για να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων, δηλαδή ότι περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τις εσωτερικές μεθόδους εργασίας της Ευρωπόλ και των σχετικών αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, φαίνεται να είναι δικαιολογημένοι.

1.6 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Ευρωπόλ είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα βάσει της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος (δημόσια ασφάλεια), όπως ορίζεται στο άρθρο 4 της απόφασης 93/731. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης.

2 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπόλ. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο διευθυντής της Ευρωπόλ θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Εξετάζονται ακόμη νέοι κανόνες για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Ευρωπόλ. Εν τω μεταξύ, η Ευρωπόλ εξακολουθεί να εφαρμόζει κατ’ αναλογία τους κανόνες που περιέχονται στην απόφαση 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου.

(2) Υπόθεση T-174/95, Svenska Journalistförbundet κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II-2289, σκέψη 66.

(3) Ετήσια έκθεση του Διαμεσολαβητή για το 1999, σ. 257.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!