FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 245/2002/JMA κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 4 Σεπτεμβρίου 2002

Αξιότιμοι κύριοι G. E. και B. A.,

Στις 10 Ιανουαρίου 2002, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξ ονόματος της «Asociación Coordinadora de Itóiz». Η καταγγελία σας αφορούσε τον χειρισμό από την Επιτροπή της καταγγελίας σας της 27ης Μαρτίου 2000 (αριθμός φακέλου 2000/4378) σχετικά με τη μη συμμόρφωση ενός σχεδιαζόμενου φράγματος στο Itóiz (Navarra) με διάφορες περιβαλλοντικές οδηγίες της ΕΚ.

Στις 19 Φεβρουαρίου 2002, διαβίβασα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με αίτημα υποβολής παρατηρήσεων έως τις 31 Μαΐου 2002. Στις 7 Μαΐου 2002, η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της, την οποία σας διαβίβασα στις 27 Μαΐου 2002, καλώντας σας να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας. Στις 14 Μαΐου 2002, έλαβα συμπληρωματικές πληροφορίες από εσάς. Μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής στις 27 Ιουνίου 2002.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή στις 16 Νοεμβρίου 2001 (αριθ. αναφ.: 1670/2001/JMA). Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η Επιτροπή δεν εξέτασε σωστά την καταγγελία τους της 27ης Μαρτίου 2000 (αριθ. αναφοράς της Επιτροπής 2000/4378) με την οποία κατήγγειλαν τη μη συμμόρφωση ενός φράγματος που κατασκευάζεται στο Itóiz (Navarra) με διάφορες περιβαλλοντικές οδηγίες της ΕΚ, ιδίως με την οδηγία 85/337/ΕΟΚ (εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων).

Με βάση τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες στην πρώτη καταγγελία τους, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για τη συνέχιση της έρευνας. Οι καταγγέλλοντες ενημερώθηκαν με επιστολή της 8ης Ιανουαρίου 2002.

Στις 10 Ιανουαρίου 2002, οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν νέα καταγγελία με πρόσθετες πληροφορίες (αριθ. αναφ.: 0245/2002/JMA). Η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε να κινήσει έρευνα επί του θέματος. Σύμφωνα με την αιτίαση αυτή, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως έχουν ως εξής:

Στις 5 Μαρτίου 1996, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή (καταγγελία 472/6.3.96/XP/ES/PD), η οποία αφορούσε επίσης το φράγμα που κατασκευάστηκε στο Itóiz (Navarra). Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν είχε διεκπεραιώσει σωστά την επίσημη καταγγελία τους (φάκελος P/92/4758 της Επιτροπής) σχετικά με τη μη συμμόρφωση του σχεδιαζόμενου φράγματος με διάφορες οδηγίες της ΕΚ. Οι καταγγέλλοντες υπενθύμισαν ότι, ως αποτέλεσμα της έρευνάς του, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής να θέσει την υπόθεση στο αρχείο συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης.

Στις 31 Μαΐου 1999, οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν στην Επιτροπή επιστημονική έκθεση πραγματογνωμοσύνης γεωλογίας σχετικά με τη σταθερότητα του φράγματος του Itóiz. Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σταθερότητα της αριστερής όχθης του φράγματος ήταν σε κίνδυνο. Στις 28 Ιανουαρίου και στις 16 Φεβρουαρίου 2000, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν κοινοτική χρηματοδότηση προκειμένου να ολοκληρώσουν μια διεξοδική αξιολόγηση των γεωλογικών κινδύνων που ενέχει το φράγμα. Με επιστολές της 24ης Φεβρουαρίου και της 7ης Μαρτίου 2000, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για αυτού του είδους τις δραστηριότητες.

Στις 27 Μαρτίου 2000, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν επίσημη καταγγελία στην Επιτροπή (αριθ. αναφ.: 2000/4378). Ισχυρίστηκαν ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του φράγματος ήταν θεμελιωδώς εσφαλμένες, δεδομένου ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί ορθή εκτίμηση των γεωλογικών επιπτώσεων του έργου. Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν από την Επιτροπή, βάσει της απόφασης 1999/847/ΕΚ του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος δράσης στον τομέα της πολιτικής προστασίας, να χρηματοδοτήσει τεχνική αξιολόγηση του φράγματος και των γεωλογικών επιπτώσεών του, και από εμπειρογνώμονες της Επιτροπής να επισκεφθούν την τοποθεσία.

Στις 31 Αυγούστου 2000, οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν επιστημονική έκθεση σχετικά με τη γεωλογική αστάθεια του φράγματος στις υπηρεσίες της Επιτροπής που είναι αρμόδιες για νομικά θέματα και θέματα πολιτικής προστασίας στη ΓΔ Περιβάλλοντος. Η μελέτη περιέγραψε τα σχεδιαστικά ελαττώματα του φράγματος, την αστάθεια του και τον πιθανό κίνδυνο κατάρρευσης. Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, οι διαπιστώσεις αυτές κατέδειξαν ότι η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του φράγματος ήταν εσφαλμένη και ότι η παρέμβαση της ομάδας πολιτικής προστασίας της Επιτροπής θα ήταν δικαιολογημένη.

Από τον Αύγουστο του 2000, οι καταγγέλλοντες είχαν πολυάριθμες επαφές με τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Στις 14 Δεκεμβρίου 2000, ζήτησαν εκ νέου την επίσκεψη ομάδας πολιτικής προστασίας της Επιτροπής. Η απάντηση των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής της 12ης Φεβρουαρίου 2001 απέρριψε και τα δύο αιτήματα. Δήλωσε ότι το είδος της μελέτης που πρότεινε ο καταγγέλλων δεν προβλεπόταν από την απόφαση 1999/847/ΕΚ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει μια τέτοια πρωτοβουλία. Η Επιτροπή εξήγησε ότι η αποστολή ομάδας πολιτικής προστασίας προβλεπόταν στο σημείο Δ του παραρτήματος της απόφασης, αλλά μόνο μετά από σοβαρά ατυχήματα. Αυτό δεν συνέβη με το φράγμα του Itóiz.

Στις 21 Φεβρουαρίου 2002, οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν την απάντηση στην Επίτροπο Wallström, ζητώντας επανεξέταση της απόφασης. Στις 26 Φεβρουαρίου 2002, ο προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας της ΓΔ ENV απάντησε στην επιστολή των καταγγελλόντων. Τους ενημέρωσε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν ζητήσει πληροφορίες σχετικά με το πρόβλημα από τις ισπανικές αρχές.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 2001, οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν νέα μελέτη στην Επιτροπή. Υποδεικνύεται προοδευτική φθορά του φράγματος, κυρίως ορατή μέσω ρωγμών στα εξωτερικά του τοιχώματα. Αυτό είχε ήδη προβλεφθεί στην έκθεσή τους του Απριλίου 2000.

Οι καταγγέλλοντες επισήμαναν ότι, παρά τον όγκο των διαθέσιμων πληροφοριών, η Επιτροπή δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια κατά τη διάρκεια των 17 μηνών που ακολούθησαν την επίσημη καταχώριση της καταγγελίας τους. Ισχυρίστηκαν ότι αυτή η μεγάλη καθυστέρηση ήταν υπερβολική και παραβίασε τη δέσμευση του θεσμικού οργάνου να εξετάσει τις καταγγελίες εντός ενός έτους. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η εύθραυστη γεωλογική δομή του φράγματος έδειξε ότι η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκε από τις ισπανικές αρχές ήταν εσφαλμένη και δεν τηρούσε τις διατάξεις της οδηγίας 85/337/ΕΚ.

Επιπλέον, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η ερμηνεία της απόφασης 1999/847/ΕΚ από την Επιτροπή ήταν μεροληπτική και νομικά εσφαλμένη. Ως εκ τούτου, ζήτησαν από το θεσμικό όργανο να επανεξετάσει την αποστολή ομάδας πολιτικής προστασίας για την επαλήθευση των εν λόγω όρων.

Στην καταγγελία τους, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν συνοπτικά ότι η Επιτροπή,

i) δεν τήρησε τον κανόνα του ενός έτους για τον χειρισμό της καταγγελίας τους (αριθμός φακέλου 2000/4378)·

ii) απέρριψε αδικαιολόγητα το επείγον αίτημά τους για αποστολή ομάδας πολιτικής προστασίας στην περιοχή όπου αναπτύσσεται το έργο.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη που εξέδωσε στις 7 Μαΐου 2002, η Επιτροπή αναφέρθηκε στους δύο ισχυρισμούς που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες.

Όσον αφορά τον χειρισμό της καταγγελίας αριθ. 2000/4378, το θεσμικό όργανο εξήγησε ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές εγγυήσεις που χορηγήθηκαν στους καταγγέλλοντες είχαν συμπεριληφθεί στη βεβαίωση παραλαβής της 16ης Μαΐου 2000. Το στοιχείο γ) της εν λόγω επιστολής ανέφερε ότι η Επιτροπή θα προσπαθούσε να λάβει απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης (είτε να περατώσει την υπόθεση είτε να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει) εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας από τη Γενική Γραμματεία.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν είναι πάντοτε δυνατή η συμμόρφωση με αυτή την καθυστέρηση, ιδίως στον τομέα του περιβάλλοντος, και ιδίως όσον αφορά ορισμένα κράτη μέλη. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή εξήγησε ότι οι υπηρεσίες της έπρεπε να εξετάσουν τις πληροφορίες που υπέβαλε το κράτος μέλος, καθώς και πολυάριθμες κοινοποιήσεις που διαβίβασε ο καταγγέλλων. Στη γνωμοδότηση παρατίθενται ως παράρτημα οι πολυάριθμες ανταλλαγές απόψεων μεταξύ του θεσμικού οργάνου και των καταγγελλόντων.

Το θεσμικό όργανο τόνισε ότι οι καταγγελίες είχαν εγείρει ορισμένα περίπλοκα νομικά ζητήματα τα οποία έπρεπε να εξεταστούν διεξοδικά. Ειδικότερα, οι υπηρεσίες της έπρεπε να εξετάσουν κατά πόσον, υπό το πρίσμα της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου που πραγματοποιήθηκε από τις ισπανικές αρχές έπρεπε να αμφισβητηθεί, δεδομένου ότι το προκύπτον έργο παρουσίαζε ελαττώματα σχεδιασμού. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε θέσει το ίδιο ζήτημα μέσω γραπτής ερώτησης (E-01/0983) της 30ής Μαρτίου 2001. Η απάντηση της Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 11ης Δεκεμβρίου 2001 (ΕΕ C 350, σ. 66), εξηγούσε ότι η τεχνική ποιότητα ενός προκύπτοντος έργου υπερβαίνει κατά πολύ τον στόχο της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, η οποία αφορά μόνο την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων μιας σχεδιαζόμενης δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα της Συνθήκης βάσει του άρθρου 211, δεν διέθετε νομική βάση για να παρέμβει στο φράγμα Itóiz.

Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Με επιστολή της 24ης Ιανουαρίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες για την πρόθεσή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, εκτός εάν μπορούσαν να προσκομιστούν νέες πληροφορίες ή πρόσθετοι λόγοι. Η απόφαση για την περάτωση της υπόθεσης εκδόθηκε στις 20 Μαρτίου 2002.

Όσον αφορά την άρνησή της να αποστείλει ομάδα πολιτικής προστασίας στον χώρο του φράγματος, η Επιτροπή εξήγησε ότι το αίτημα δεν πληρούσε τα κριτήρια που ορίζονται στην απόφαση 1999/847/ΕΚ. Στο παράρτημα της απόφασης αναφέρεται ότι, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, μπορεί να κινητοποιηθεί ομάδα εμπειρογνωμόνων εάν ένα κράτος μέλος ή μια τρίτη χώρα αντιμετωπίζει φυσική ή τεχνολογική καταστροφή. Από την άλλη πλευρά, η απόφαση καθορίζει ορισμένα κριτήρια για την ενεργοποίηση της εφαρμογής της, τα οποία περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ότι οι κοινοτικές δράσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον για σημαντικό αριθμό κρατών μελών.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι τα αιτήματα που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες δεν πληρούσαν τα κριτήρια που ορίζονται στην απόφαση και, ως εκ τούτου, ότι η άρνησή της να ικανοποιήσει τα αιτήματα των καταγγελλόντων ήταν δεόντως αιτιολογημένη.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Μετά την αποστολή της γνώμης της Επιτροπής στις 7 Μαΐου 2002, ο Διαμεσολαβητής έλαβε συμπληρωματικές πληροφορίες από τους καταγγέλλοντες στις 14 Μαΐου 2002. Περιέγραψαν ανταλλαγή επιστολών που πραγματοποιήθηκε με τις υπηρεσίες της Επιτροπής μεταξύ της 24ης Ιανουαρίου 2002 και της 24ης Απριλίου 2002 σχετικά με την απόφαση του θεσμικού οργάνου να περατώσει την επίσημη καταγγελία τους. Οι καταγγέλλοντες έκριναν ότι η περάτωση της υπόθεσης ήταν εσφαλμένη και δεν ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση που καταγγέλλεται στην καταγγελία δεν διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο. Οι καταγγέλλοντες αναφέρθηκαν σε διάφορες διατάξεις της οδηγίας που θα έπρεπε να εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή και τις οποίες οι ισπανικές αρχές είχαν αγνοήσει, ιδίως το άρθρο 3 (περιγραφή και αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων), 5 (έργα που πρέπει να υποβληθούν σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και πληροφορίες που πρέπει να υποβληθούν από τον κύριο του έργου) και 6 (δημόσιες πληροφορίες). Αναφέρθηκαν στην προοδευτική φθορά του φράγματος, η οποία προέκυψε από την ελαττωματική τεχνική του σύλληψη. Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες τόνισαν ότι η εφαρμογή του τεχνικού σχεδίου του έργου δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Κατά συνέπεια, η ελλιπής εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων που εκπονήθηκε από τον κύριο του έργου και εγκρίθηκε από τις ισπανικές αρχές δεν θα μπορούσε να έχει τηρήσει τις διατάξεις της οδηγίας. Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή δεν έπρεπε να αγνοήσει τα στοιχεία αυτά κατά τη νομική ανάλυση της καταγγελίας. Ζήτησαν από τον Διαμεσολαβητή να λάβει υπόψη αυτόν τον νέο ισχυρισμό στην έρευνά του.

Στις 27 Ιουνίου 2002, οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν επισήμως τις παρατηρήσεις τους επί της γνώμης της Επιτροπής. Ανέφεραν ότι, στην απάντησή του στην έρευνα του Διαμεσολαβητή, το θεσμικό όργανο δεν είχε προβάλει κανένα νέο επιχείρημα. Ως εκ τούτου, οι καταγγέλλοντες δεν έκριναν αναγκαίο να προσθέσουν περαιτέρω παρατηρήσεις και αναφέρθηκαν στα αποδεικτικά στοιχεία και τις εξηγήσεις που είχαν ήδη υποβάλει στην προηγούμενη αλληλογραφία τους με τον Διαμεσολαβητή.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1. Προκαταρκτικό ζήτημα: τον νέο ισχυρισμό που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής να θέσει την καταγγελία τους στο αρχείο

1.1 Κατά τη διάρκεια της έρευνας του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες για την πρόθεσή της να θέσει την καταγγελία τους στο αρχείο, εκτός εάν μπορούσαν να παρασχεθούν νέες πληροφορίες ή πρόσθετοι λόγοι. Στις 20 Μαρτίου 2002, το θεσμικό όργανο αποφάσισε επισήμως να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Σε επιστολή που έλαβε ο Διαμεσολαβητής στις 14 Μαΐου 2002, οι καταγγέλλοντες περιέγραψαν τη νέα κατάσταση, επέκριναν τη νομική αξιολόγηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ από την Επιτροπή και την απόφασή της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Ως εκ τούτου, ζήτησαν από τον Διαμεσολαβητή να λάβει υπόψη αυτόν τον νέο ισχυρισμό στην έρευνά του.

1.2 Δεδομένου ότι η πτυχή αυτή δεν αποτελούσε μέρος της αρχικής καταγγελίας και, ως εκ τούτου, το θεσμικό όργανο δεν είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις επ' αυτής, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει τον νέο ισχυρισμό στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Οι καταγγέλλοντες μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο υποβολής νέας καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2. Ο χειρισμός της καταγγελίας από την Επιτροπή

2.1 Οι καταγγέλλοντες δήλωσαν ότι, παρά τον όγκο των διαθέσιμων πληροφοριών, η Επιτροπή δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια κατά τη διάρκεια των 17 μηνών που ακολούθησαν την επίσημη καταχώριση της καταγγελίας τους. Ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν είχε τηρήσει τον κανόνα του ενός έτους για τη διεκπεραίωση της καταγγελίας τους (αριθμός φακέλου 2000/4378).

2.2 Η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν είναι πάντοτε δυνατή η συμμόρφωση με αυτή την καθυστέρηση, ιδίως στον τομέα του περιβάλλοντος, και ιδίως όσον αφορά ορισμένα κράτη μέλη. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή αιτιολόγησε το μεγάλο χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της υπόθεσης με το σκεπτικό ότι έπρεπε να επανεξετάσει τις πληροφορίες που υπέβαλε το κράτος μέλος, καθώς και πολυάριθμες κοινοποιήσεις που διαβίβασαν οι καταγγέλλοντες.

2.3 Οι διαδικαστικοί κανόνες που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή κατά τον χειρισμό των επίσημων καταγγελιών των πολιτών παρατίθενται στο παράρτημα που επισυνάπτεται στο τυποποιημένο έντυπο καταγγελίας (1).

Ένας από αυτούς τους κανόνες είναι ότι,

«Η απόφαση να τεθεί ο φάκελος στο αρχείο χωρίς καμία ενέργεια ή η απόφαση να κινηθεί επίσημη διαδικασία επί παραβάσει πρέπει να ληφθεί εντός μέγιστης προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας, εκτός από ειδικές περιπτώσεις, για τις οποίες πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι.(2)»

Το παράρτημα που επισυνάπτεται στο έντυπο καταγγελίας της Επιτροπής εξηγεί τις διαδικαστικές εγγυήσεις που απορρέουν από την καταχώριση επιστολής ως καταγγελίας:

Η Επιτροπή θα προσπαθήσει να λάβει απόφαση επί της ουσίας [.] εντός δώδεκα μηνών από την καταχώριση της καταγγελίας [.].
δ) Ο καταγγέλλων ενημερώνεται εκ των προτέρων από την αρμόδια υπηρεσία εάν προτίθεται να προτείνει στην Επιτροπή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.»

2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η δέσμευση της Επιτροπής να λάβει απόφαση επί της ουσίας μιας καταγγελίας εντός ενός έτους, επιτρέπει επίσης εξαιρέσεις σε ειδικές περιπτώσεις, όπου πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι.

Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το θεσμικό όργανο δεν είχε λάβει απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης για διάστημα μεγαλύτερο των 17 μηνών. Φαίνεται ότι η Επιτροπή έχει αιτιολογήσει επαρκώς αυτή τη μεγάλη καθυστέρηση. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η καταγγελία αφορούσε πολύπλοκες πτυχές που σχετίζονται με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός μεγάλου έργου. Ο όγκος των πληροφοριών που αφορούσαν τον φάκελο περιελάμβανε αρκετές εκατοντάδες σελίδες παραρτημάτων.

Τόσο από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα όσο και από τις λεπτομέρειες που περιέχονται στις παρατηρήσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι, από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας (27 Μαρτίου 2000), η Επιτροπή συνέχισε ενεργά την έρευνά της σχετικά με την υπόθεση και ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες για κάθε εξέλιξη. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, αφού καταχώρισε την καταγγελία και συγκέντρωσε σχετικές πληροφορίες, η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη των ισπανικών αρχών και αντάλλαξε αλληλογραφία με τους καταγγέλλοντες. Από τις 27 Μαρτίου 2000 έως τις 13 Μαρτίου 2002, φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από πενήντα γραπτές ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των καταγγελλόντων και της Επιτροπής.

2.5 Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι υπήρχαν αιτιολογημένοι λόγοι για τη μακρά περίοδο έρευνας και, ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε περίπτωση κακοδιοίκησης.

3. Άρνηση της Επιτροπής να επισπεύσει την αποστολή ομάδας πολιτικής προστασίας στην περιοχή

3.1. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή απέρριψε αδικαιολόγητα το αίτημά τους για αποστολή ομάδας πολιτικής προστασίας στην περιοχή όπου αναπτύσσεται το έργο.

3.2. Η Επιτροπή αιτιολόγησε τη θέση της με βάση το γεγονός ότι το αίτημα των καταγγελλόντων δεν πληρούσε τα κριτήρια που ορίζονται στην απόφαση 1999/847/ΕΚ, καθώς στο παράρτημα της απόφασης αναφέρεται ότι, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, ομάδα πολιτικής προστασίας μπορεί να κινητοποιηθεί μόνο εάν ένα κράτος μέλος ή μια τρίτη χώρα αντιμετωπίζει φυσική ή τεχνολογική καταστροφή. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι δεν πληρούνταν τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να ενεργοποιηθεί η εν λόγω δράση (ενδιαφέρον για σημαντικό αριθμό κρατών μελών).

3.3 Η απόφαση 1999/847/ΕΚ του Συμβουλίου θεσπίζει κοινοτικό πρόγραμμα δράσης στον τομέα της πολιτικής προστασίας (3). Οι δράσεις στο πλαίσιο του προγράμματος περιγράφονται στο παράρτημα της απόφασης. Περιλαμβάνουν μεγάλα έργα γενικού ενδιαφέροντος, κατάρτιση, κινητοποίηση εμπειρογνωμοσύνης και άλλες δράσεις (πιλοτικά έργα, υποστηρικτικές δράσεις, ενημέρωση και άλλες). Σύμφωνα με το σημείο Γ.2 του παραρτήματος, οι μόνες επιλέξιμες δράσεις στήριξης είναι «αυτές που ενδιαφέρουν όλα τα κράτη μέλη ή σημαντικό αριθμό αυτών». Όσον αφορά τις δράσεις που περιλαμβάνουν την κινητοποίηση ομάδας πολιτικής προστασίας, το σημείο Δ του παραρτήματος αναφέρει ότι θα πρέπει να «παρεμβαίνουν μόνο σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης».

3.4 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, βάσει της απόφασης 1999/847/ΕΚ, η Επιτροπή έκρινε ότι το αίτημα των καταγγελλόντων για αποστολή ομάδας πολιτικής προστασίας στην περιοχή όπου αναπτύσσεται το φράγμα του Itóiz δεν πληρούσε τα κριτήρια αυτά. Λαμβανομένου υπόψη του είδους των δράσεων που περιγράφονται στο παράρτημα της απόφασης όσον αφορά τις δράσεις στήριξης και την κινητοποίηση ομάδας πολιτικής προστασίας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άποψη της Επιτροπής φαίνεται να είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

4. Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Παράλειψη κράτους μέλους να συμμορφωθεί με το κοινοτικό δίκαιο: τυποποιημένο έντυπο για τις καταγγελίες που πρέπει να υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή· ΕΕ C 119 της 30.04.1999, σ. 5.

(2) Απόφαση στην αυτεπάγγελτη έρευνα 303/97/PD, Ετήσια έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για το 1997, σ. 271-272.

(3) Απόφαση 1999/847/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1999, για τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος δράσης στον τομέα της πολιτικής προστασίας· ΕΕ L 327 της 21/12/1999, σ. 53.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!