Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 270/2001/ΒΒ κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 270/2001/BB - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 30 Μαρτίου 2001 - Απόφαση στις Τρίτη | 26 Φεβρουαρίου 2002
Αξιότιμε κ. X,
Στις 20 Φεβρουαρίου 2001 υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τη διαδικασία επιλογής COM/R/A/01/1999 που διοργάνωσε η ΓΔ Έρευνας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στις 30 Μαρτίου 2001, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 7 Ιουνίου 2001 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 20 Αυγούστου 2001.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση για τη διαδικασία επιλογής COM/R/A/01/1999 που διοργάνωσε η ΓΔ Έρευνας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αφού πέρασε με επιτυχία τη γραπτή δοκιμασία της διαδικασίας επιλογής, ο καταγγέλλων παρέστη στην προφορική δοκιμασία στις 28 Ιουνίου 2000. Στις 17 Ιουλίου 2000, η επιτροπή επιλογής πληροφόρησε τον καταγγέλλοντα ότι δεν είχε λάβει επαρκή βαθμολογία για να εγγραφεί σε εφεδρικό πίνακα προσλήψεων στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής COM/R/A/01/1999. Η εν λόγω διαδικασία επιλογής αποσκοπούσε στη δημιουργία εφεδρικού προσωπικού για τη διαχείριση προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης. Στις 27 Ιουλίου 2000, ο καταγγέλλων απηύθυνε στον πρόεδρο της επιτροπής επιλογής αίτηση επανεξετάσεως της υποψηφιότητάς του.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι υπάρχουν παρατυπίες στη μέθοδο αξιολόγησης της επιτροπής επιλογής. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, έχει σχεδόν εξαετή πείρα στον τομέα των πολιτικών, κανονιστικών και κοινωνικοοικονομικών πτυχών του επιλεγέντος τομέα. Επιπλέον, ο καταγγέλλων πιστεύει ότι οι ίδιες πτυχές της σταδιοδρομίας του αξιολογήθηκαν, πρώτον, κατά την αξιολόγηση των προσόντων του και, δεύτερον, κατά το πρώτο στάδιο της προφορικής δοκιμασίας. Ως εκ τούτου, διερωτάται πώς είναι δυνατόν ένας υποψήφιος στην προφορική παρουσίασή του να τα πάει καλύτερα από ό,τι στη γραπτή παρουσίασή του, όταν και τα δύο μέρη της δοκιμασίας αξιολογούν τα ίδια προσόντα.
Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει διαφάνεια στις μεθόδους απασχόλησης όσον αφορά τη συμπερίληψη ειδικών ποσοστώσεων που δεν αναφέρονται στην προκήρυξη της διαδικασίας επιλογής. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή συμπεριέλαβε αυξημένο αριθμό γυναικών και υποψηφίων από μειονοτικές ομάδες, μολονότι στην προκήρυξη επιλογής δεν αναφέρονταν ειδικές ποσοστώσεις.
Τέλος, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι δεν απάντησε στην αίτησή του για επανεξέταση, η οποία εστάλη στις 27 Ιουλίου 2000 στον πρόεδρο της επιτροπής επιλογής.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι το όνομά του θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων της διαδικασίας επιλογής COM/R/A/01/1999.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ Επιτροπή εξήγησε το ιστορικό της καταγγελίας ως εξής. Αφού πέρασε με επιτυχία τη γραπτή δοκιμασία της διαδικασίας επιλογής COM/R/A/01/1999, ο καταγγέλλων παρέστη στην προφορική δοκιμασία στις 28 Ιουνίου 2000. Στις 17 Ιουλίου 2000 πληροφορήθηκε ότι η συνολική βαθμολογία του δεν του επαρκούσε για να συγκαταλέγεται μεταξύ των 60 καλύτερων υποψηφίων που επελέγησαν σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού. Ο τελευταίος υποψήφιος στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων έλαβε 144 από τις 200 μονάδες, ήτοι την ελάχιστη βαθμολογία που απαιτείται για την εγγραφή του στον πίνακα επιτυχόντων. Ο καταγγέλλων έλαβε 142,5 μονάδες.
Στις 27 Ιουλίου 2000, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον προϊστάμενο του προσωπικού ζητώντας επανεξέταση. Ο καταγγέλλων περιέγραψε αυτό που θεωρούσε «παρατυπία», δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της βαθμολογίας που έλαβε στη δοκιμασία προεπιλογής (κριτήριο 2) αξιολογώντας την πείρα του στον σχετικό τομέα και της βαθμολογίας που έλαβε από το πρώτο στάδιο της προφορικής δοκιμασίας, η οποία, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αξιολόγησε επίσης την πείρα του στον σχετικό τομέα. Είχε λάβει 38 από τα 60 για τη δοκιμασία προεπιλογής (κριτήριο 2) και 30 από τα 40 για το πρώτο στάδιο της προφορικής δοκιμασίας.
Στις 16 Φεβρουαρίου 2001, ο νέος προϊστάμενος της μονάδας προσωπικού και διοίκησης ζήτησε εγγράφως από τον καταγγέλλοντα συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να απαντήσει και τον πληροφόρησε ότι η επιτροπή επιλογής είχε επιβεβαιώσει την αρχική της απόφαση να μην τον εγγράψει στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων, διότι θεωρούσε ότι οι βαθμοί του ήταν ορθοί και ότι δεν υπήρχαν νέα στοιχεία που θα απαιτούσαν οποιαδήποτε αλλαγή. Η επιτροπή εξηγεί ότι δεν πρόκειται για αρνητική αξιολόγηση των δεξιοτήτων του, αλλά για αποτέλεσμα συγκριτικής αξιολόγησης των υποψηφίων.
Η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Καίτοι είναι κατανοητό από ψυχολογικής απόψεως ότι ένας υποψήφιος πρέπει να απογοητεύεται επειδή δεν συγκέντρωσε παρά μόνο 1,5 βαθμό για να συμπεριληφθεί στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων, γεγονός παραμένει ότι οι εν λόγω διαδικασίες επιλογής είναι συγκρίσιμες με τους διαγωνισμούς και ο αριθμός των επιτυχόντων καθορίζεται και ανακοινώνεται εκ των προτέρων στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Σημειωτέον ότι 855 υποψήφιοι υπέβαλαν αιτήσεις για την εν λόγω διαδικασία επιλογής. Ως εκ τούτου, ήταν σαφές από την αρχή ότι πολλές από αυτές (93 %) δεν θα ήταν επιτυχείς, παρά το εξαιρετικό επίπεδο των αιτήσεων. Κατά την αξιολόγηση, 14 υποψήφιοι -συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος- έλαβαν συνολική βαθμολογία η οποία ήταν κατά ένα ή δύο βαθμούς χαμηλότερη από την ελάχιστη αυτή βαθμολογία. Η επιτροπή επιλογής εξέτασε πολλές φορές όλες αυτές τις μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν να τροποποιηθούν οι κανόνες που καθορίζονται στην προκήρυξη επιλογής. Η μόνη επιλογή ήταν η επανάληψη της προφορικής δοκιμασίας για τους υποψηφίους που είχαν προβάλει ορθά επιχειρήματα. Ωστόσο, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος δεν κρίθηκε παραδεκτό.
Ο καταγγέλλων φαινόταν να πιστεύει ότι οι ίδιες πτυχές της σταδιοδρομίας του αξιολογήθηκαν, πρώτον, κατά την αξιολόγηση των προσόντων του και, δεύτερον, κατά το πρώτο στάδιο της προφορικής δοκιμασίας. Η επαγγελματική πείρα ήταν ασφαλώς ένα από τα θέματα αυτών των τμημάτων των δοκιμασιών, αλλά οι εμφάσεις ήταν διαφορετικές, όπως φαίνεται στην προκήρυξη της επιλογής.
Η «αξιολόγηση των προσόντων» ήταν στην πραγματικότητα ο γενικός τίτλος. Το κριτήριο 2 στο σημείο Β.2. της εν λόγω αξιολόγησης είχε τίτλο «Εμπειρία σχετική με τον επιλεγμένο τομέα». Ο σκοπός του κριτηρίου αυτού ήταν σαφής:
«Η επιτροπή επιλογής θα αξιολογήσει:
- επαγγελματική και επιστημονική πείρα με βάση τη συνάφειά της με τον τομέα·
επαγγελματική πείρα ή πρακτική άσκηση κατάρτισης σε χώρα διαφορετική από τη χώρα καταγωγής του υποψηφίου ή σε διεθνή οργανισμό·
- η ποικιλία της επαγγελματικής πείρας και της κινητικότητας·
- διαχειριστική εμπειρία...»
Στο έντυπο αξιολόγησης της αίτησης που χρησιμοποίησε η επιτροπή επιλογής για να σημειώσει τη βαθμολογία της, υπήρχε συγκεκριμένη εγγραφή για καθένα από τα σημεία αυτά. Για τα δύο τελευταία σημεία, ο καταγγέλλων έλαβε μόνο μέση βαθμολογία. Δεδομένου ότι οι συμμετοχές αυτές αποτελούσαν το ένα τρίτο των βαθμών που δόθηκαν για το κριτήριο 2, αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν σε θέση να επιτύχει καλύτερο συνολικό αποτέλεσμα.
Το σημείο Γ.3 της προκηρύξεως επιλογής όριζε τον σκοπό του πρώτου σταδίου της προφορικής δοκιμασίας ως εξής: «Η επιτροπή επιλογής θα θέσει στον υποψήφιο ερωτήσεις σχετικά με τις γνώσεις του στον τομέα, την επαγγελματική του πείρα και τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει την αίτηση». Ενώ το θέμα αυτού του σταδίου αφορούσε επίσης την επαγγελματική πείρα, η έμφαση δόθηκε στους λόγους για τους οποίους ο υποψήφιος υπέβαλε αίτηση. Η προφορική δοκιμασία ξεκίνησε με την παροχή στον υποψήφιο της δυνατότητας να εκφράσει ελεύθερα τις προσωπικές του απόψεις, προκειμένου να προβάλει τις δεξιότητες και την πείρα του μέσω διαλόγου με την επιτροπή επιλογής. Η ανθρώπινη και προσωπική πτυχή ήταν εξίσου σημαντική με τις δεξιότητες του υποψηφίου σε αυτό το στάδιο. Από την άλλη πλευρά, οι πτυχές που αφορούσαν ειδικά την αξιολόγηση της αίτησης δεν αποτελούσαν πλέον το επίκεντρο. Ο σκοπός των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας, τα οποία ήταν συμπληρωματικά αλλά διαφορετικά, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ένας υποψήφιος είχε τη δυνατότητα να λάβει διαφορετικούς βαθμούς. Για τον λόγο αυτό, κατά την εξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος, η επιτροπή επιλογής μπορούσε μόνο να επιβεβαιώσει την αρχική της απόφαση να μην τον εγγράψει στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.
Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ανέφερε την πιθανή ύπαρξη ειδικών ποσοστώσεων για γυναίκες υποψηφίους ή υποψηφίους που ανήκουν σε ορισμένες μειονότητες, με σκοπό την αύξηση του αριθμού των εν λόγω υποψηφίων στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων. Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι, ακόμη και αν θεωρούσε ότι οι ποσοστώσεις αυτές ήταν δικαιολογημένες, η πρακτική αυτή θα εξασφάλιζε ίση μεταχείριση για όλους τους υποψηφίους μόνο εάν ανακοινωνόταν σαφώς στην προκήρυξη επιλογής. Ο καταγγέλλων μπορεί να είναι βέβαιος ως προς το σημείο αυτό: δεν υπήρξε ποτέ σύστημα ποσοστώσεων, ούτε για γενικούς διαγωνισμούς ούτε για ερευνητικές επιλογές. Κάθε φορά που ανακοινώνεται στην προκήρυξη επιλογής ή όχι, μια τέτοια πρακτική θα ήταν πάντα παράνομη.
Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το γεγονός ότι οι υπάλληλοι της Μονάδας Προσωπικού μετακινήθηκαν λίγο μετά την εν λόγω διαδικασία επιλογής αποτελεί απόδειξη ότι η διαδικασία απέτυχε. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η Γενική Διεύθυνση Έρευνας ανατοποθετήθηκε. Αυτή η γενική αναδιοργάνωση είχε προγραμματιστεί πολύ πριν και δεν είχε καμία σχέση με τη διαδικασία επιλογής.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ καταγγέλλων δήλωσε ότι η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με την υπόθεσή του ήταν ουσιαστική και καρποφόρα, δεδομένου ότι κατέληξε σε εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή σχετικά με τα ζητήματα που θίγονται στην καταγγελία του. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή διατύπωσε εμπεριστατωμένη και καθησυχαστική γνώμη, δεν προσκόμισε αξιόπιστα και πειστικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το σκεπτικό του καταγγέλλοντος είναι αβάσιμο.
Ο ενδιαφερόμενος εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή για την ακεραιότητα και την αμεροληψία του.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Εικαζόμενες παρατυπίες στη μέθοδο υπολογισμού1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι υπάρχουν παρατυπίες στη μέθοδο αξιολόγησης της επιτροπής επιλογής. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, μολονότι οι ίδιες πτυχές της σταδιοδρομίας του αξιολογήθηκαν, πρώτον, στη δοκιμασία προεπιλογής και, δεύτερον, στο πρώτο στάδιο της προφορικής δοκιμασίας, έλαβε καλύτερη βαθμολογία από τη γραπτή δοκιμασία απ’ ό,τι από την προφορική δοκιμασία.
1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η "Αξιολόγηση των προσόντων" ήταν στην πραγματικότητα ο γενικός τίτλος. Το κριτήριο 2 στο σημείο Β.2. της εν λόγω αξιολόγησης είχε τίτλο «Εμπειρία σχετική με τον επιλεγμένο τομέα». Σκοπός του κριτηρίου αυτού ήταν να αξιολογηθεί μεταξύ άλλων:
- επαγγελματική και επιστημονική πείρα με βάση τη συνάφειά της με τον τομέα·
επαγγελματική πείρα ή πρακτική άσκηση κατάρτισης σε χώρα διαφορετική από τη χώρα καταγωγής του υποψηφίου ή σε διεθνή οργανισμό·
- η ποικιλία της επαγγελματικής πείρας και της κινητικότητας· και
- διοικητική εμπειρία.
Η Επιτροπή εξήγησε ότι για τα δύο τελευταία σημεία, ο καταγγέλλων έλαβε μόνο μέση βαθμολογία. Δεδομένου ότι οι συμμετοχές αυτές αποτελούσαν το ένα τρίτο των βαθμών που δόθηκαν για το κριτήριο 2, αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν σε θέση να επιτύχει καλύτερο συνολικό αποτέλεσμα.
Το σημείο Γ.3 της προκηρύξεως επιλογής όριζε τον σκοπό του πρώτου σταδίου της προφορικής δοκιμασίας ως εξής: «Η επιτροπή επιλογής θα θέσει στον υποψήφιο ερωτήσεις σχετικά με τις γνώσεις του στον τομέα, την επαγγελματική του πείρα και τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει την αίτηση». Ενώ το θέμα αυτού του σταδίου αφορούσε επίσης την επαγγελματική πείρα, η έμφαση δόθηκε στους λόγους για τους οποίους ο υποψήφιος υπέβαλε αίτηση. Η προφορική δοκιμασία ξεκίνησε με την παροχή στον υποψήφιο της δυνατότητας να εκφράσει ελεύθερα τις προσωπικές του απόψεις, προκειμένου να προβάλει τις δεξιότητες και την εμπειρία του μέσω διαλόγου με την κριτική επιτροπή. Η ανθρώπινη και προσωπική πτυχή ήταν εξίσου σημαντική με τις δεξιότητες του υποψηφίου σε αυτό το στάδιο. Από την άλλη πλευρά, οι πτυχές που αφορούσαν ειδικά την αξιολόγηση της αίτησης δεν αποτελούσαν πλέον το επίκεντρο. Ο σκοπός των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας, τα οποία ήταν συμπληρωματικά αλλά διαφορετικά, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ένας υποψήφιος είχε τη δυνατότητα να λάβει διαφορετικούς βαθμούς. Για τον λόγο αυτό, κατά την εξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος, η επιτροπή επιλογής μπορούσε μόνο να επιβεβαιώσει την αρχική της απόφαση να μην τον εγγράψει στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι εν λόγω εξηγήσεις που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή είναι εύλογες και ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε στοιχεία που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις εξηγήσεις αυτές. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κρούσμα κακοδιοίκησης όσον αφορά την εν λόγω πτυχή της υπόθεσης.
2 Εικαζόμενη έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τις ειδικές ποσοστώσεις που δεν αναφέρονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει διαφάνεια όσον αφορά τη συμπερίληψη ειδικών ποσοστώσεων γυναικών και μειονοτήτων που δεν αναφέρονται στην προκήρυξη της διαδικασίας επιλογής.
2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν εφαρμοζόταν κανένα σύστημα ποσοστώσεων.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού του. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται να υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3 Έλλειψη απάντησης3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι δεν απάντησε στην προσφυγή του της 27ης Ιουλίου 2000, η οποία εστάλη στον πρόεδρο της επιτροπής επιλογής.
3.2 Στις 16 Φεβρουαρίου 2001, ο νέος προϊστάμενος της μονάδας προσωπικού και διοίκησης απηύθυνε επιστολή στον καταγγέλλοντα με την οποία ζητούσε συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να απαντήσει και τον πληροφόρησε ότι η επιτροπή επιλογής είχε επιβεβαιώσει την αρχική της απόφαση να μην τον εγγράψει στον εφεδρικό πίνακα προσλήψεων, διότι θεωρούσε ότι οι βαθμοί του ήταν ορθοί και ότι δεν υπήρχαν νέα στοιχεία που θα απαιτούσαν οποιαδήποτε αλλαγή. Η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν στην επανατοποθέτηση του ενός τρίτου του προσωπικού της ΓΔ Έρευνας.
3.3 Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας να απαντούν στις επιστολές των πολιτών εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Στην παρούσα υπόθεση, η επιτροπή επιλογής απάντησε μόλις στις 16 Φεβρουαρίου 2001 στην προσφυγή του καταγγέλλοντος της 27ης Ιουλίου 2000, δηλαδή σχεδόν επτά μήνες αργότερα. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή εξέφρασε τη συγγνώμη της για την καθυστέρηση αυτή, δεν απαιτούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.
4 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN