FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 992/2000/ADB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 12 Οκτωβρίου 2001

Αξιότιμε κ. S.,

Στις 31 Ιουλίου 2000, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος της Eurosud Capital, σχετικά με τη διαχείριση του προγράμματος ECIP από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2000 υποβάλατε δικαιολογητικά έγγραφα.

Στις 3 Οκτωβρίου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 20 Δεκεμβρίου 2000. Σας το διαβίβασα με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία αποστείλατε στις 7 Μαΐου 2001.

Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η Eurosud Capital είναι όμιλος εταιρειών επενδύσεων κεφαλαίου. Τον Ιούνιο του 1998, έγινε ενδιάμεσος χρηματοπιστωτικός οργανισμός εγκεκριμένος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το πρόγραμμα E.I.C.P. (European Community Investment Partners). Ως εκ τούτου, το Eurosud Capital άρχισε να προωθεί το πρόγραμμα.

Η Eurosud Capital υπέβαλε δύο αιτήσεις στο πλαίσιο του E.C.I.P. Facilité 1, μία εκ των οποίων τον Σεπτέμβριο του 1998 (Marseille Innovation). Θεωρήθηκε επιλέξιμο για χρηματοδότηση από τη διευθύνουσα επιτροπή τον Οκτώβριο του 1998, αλλά οι συμβάσεις δεν καταρτίστηκαν ποτέ. Μια δεύτερη αίτηση εστάλη τον Ιούλιο του 1999 (Agence pour le Vietnam d'Etudes économiques et de Conseil - AVEC). Δύο αιτήσεις E.C.I.P. Facilité 2 απεστάλησαν τον Δεκέμβριο του 1999.

Η Eurosud Capital απέστειλε διάφορες επιστολές στην Επιτροπή για να καταγγείλει το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση των αιτήσεών της. Η Επιτροπή δεν απάντησε ποτέ. Τελικά, στις 14 Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή ενημέρωσε την Eurosud Capital ότι το πρόγραμμα E.C.I.P. είχε λήξει. Δεν θα υπογραφεί άλλη σύμβαση ούτε θα εξεταστεί περαιτέρω αίτηση. Η Eurosud Capital επικοινώνησε επανειλημμένα με την Επιτροπή για να διαμαρτυρηθεί για την κατάσταση. Δεδομένου ότι έκρινε ότι οι απαντήσεις της Επιτροπής δεν ήταν ικανοποιητικές, υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή και διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς.

1. Η Επιτροπή δεν υπέγραψε σύμβαση χρηματοδότησης για έργο που είχε ήδη εγκριθεί στις 27 Οκτωβρίου 1998 (ECIP 3551 Fac 1 – Tunisie Marseille Innovation). Επιπλέον, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι έχει ληφθεί απόφαση χρηματοδότησης (όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της πρότασης κανονισμού που διαβιβάστηκε από τον κ. Legras στις 14 Απριλίου 2000) για το εν λόγω έργο.

2. Η Επιτροπή δεν εξέτασε αρκετές αιτήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων εντός της περιόδου των 60 ημερών που προβλέπεται στη σύμβαση-πλαίσιο.

3. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στο πρόγραμμα υπέστησαν ζημία λόγω της έλλειψης διαφάνειας στη διαδικασία επιλογής, ιδίως κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της ακύρωσης του προγράμματος.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Η ισχύς του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 213/96 του Συμβουλίου στον οποίο βασίστηκε το χρηματοδοτικό μέσο E.C.I.P. έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1999. Στις 31 Ιανουαρίου 2000, εκδόθηκε νέος κανονισμός για τη χρηματοδότηση των δαπανών που συνδέονται με τη λήξη του προγράμματος και των σχεδίων που υλοποιούνται στο πλαίσιο του E.C.I.P.

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή ανέφερε συνοπτικά τα εξής:

1. Με επιστολή της 15ης Δεκεμβρίου 1998, η Επιτροπή πληροφόρησε την Eurosud Capital ότι το σχέδιο "Tunisie Marseille N°3551" ήταν επιλέξιμο για χρηματοδότηση. Αναφέρθηκε, ωστόσο, ότι η επιστολή αυτή δεν δέσμευε την Επιτροπή μέχρι την υπογραφή της σύμβασης. Λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας και της έλλειψης προσωπικού της Επιτροπής, δεν υπεγράφη τέτοια σύμβαση πριν από τη λήξη της νομικής βάσης του E.C.I.P. στις 31 Δεκεμβρίου 1999.

Όσον αφορά το σχέδιο «Tunisie Marseille αριθ. 3551», η Επιτροπή θα καταβάλει «προκαταρκτικό τέλος» ύψους 2500 € σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου για εγκεκριμένα σχέδια για τα οποία δεν έχει υπογραφεί σύμβαση λόγω των «λόγων πολιτικής της Επιτροπής που εκφεύγουν του ελέγχου ή της πιθανής γνώσης του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος».

Η ερμηνεία του καταγγέλλοντος ότι έχει ληφθεί απόφαση χρηματοδότησης για το έργο «Tunisie Marseille N°3551» και ότι, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 σημείο 1 της πρότασης κανονισμού (COM (1999)726 τελικό), το έργο πρέπει να χρηματοδοτηθεί, είναι εσφαλμένη. Ο κανονισμός αφορούσε μόνο συμβάσεις που είχαν ήδη υπογραφεί.

2. Λόγω του υπερβολικού φόρτου εργασίας και της έλλειψης προσωπικού, δύο από τις αιτήσεις που υπέβαλε η Eurosud Capital (AVEC, 12 Αυγούστου 1999 και STC, 27 Δεκεμβρίου 1999) δεν μπόρεσαν να εξεταστούν πριν από τη λήξη του προγράμματος E.C.I.P. Ένα τρίτο έργο (Rhum & Coco) παραδόθηκε μετά τη λήξη.

3. Η διαδικασία επιλογής καθορίστηκε σαφώς στη συμφωνία-πλαίσιο. Η Επιτροπή και η τεχνική βοήθεια είχαν τακτικές επαφές με την Eurosud Capital μέχρι την ημερομηνία λήξης, καθώς και αργότερα. Τέλος, η Eurosud Capital αντιμετωπίστηκε όπως όλοι οι άλλοι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Όλοι πληροφορήθηκαν ότι, γενικά, η Επιτροπή δεν υπέγραψε συμβάσεις χρηματοδότησης E.C.I.P. για αιτήσεις που απεστάλησαν το 1999.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον καταγγέλλοντα, καλώντας τον να υποβάλει παρατηρήσεις. Στην απάντησή του, ο καταγγέλλων υπογράμμισε ότι η καταγγελία του δεν στρεφόταν κατά της λήξης του προγράμματος E.C.I.P. αλλά κατά της λειτουργίας του προγράμματος αυτού πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1999. Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τις δυσκολίες του προγράμματος προκάλεσε οικονομικές απώλειες, καθώς και απώλεια αξιοπιστίας και δημόσιας εικόνας για την Eurosud Capital.

Όσον αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό, ο καταγγέλλων έκρινε ότι δεν κατανοούσε τον λόγο για τον οποίο, δεδομένων των εικαζόμενων δυσκολιών της Επιτροπής να αντιμετωπίσει τον φόρτο εργασίας, το θεσμικό όργανο συνέχισε να διευρύνει το δίκτυο χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητών του και, ως εκ τούτου, τον αριθμό των αιτήσεων.

Επιπλέον, στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε έλλειψη προσωπικού. Ωστόσο, ο πρώτος έλεγχος των αιτήσεων ανατέθηκε με σύμβαση σε μονάδα τεχνικής βοήθειας που επελέγη κατόπιν πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων δεν κατανοεί ποιος ήταν ο ρόλος αυτής της μονάδας εάν το ανεπαρκές προσωπικό της Επιτροπής έπρεπε να εκτελέσει τις εργασίες και γιατί αυτή η μονάδα συνέχισε να εργάζεται μέχρι τον Ιούλιο του 2000.

Τέλος, ο καταγγέλλων υπογραμμίζει ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να μην υπογράψει συμβάσεις εγκεκριμένες από τη διευθύνουσα επιτροπή για «λόγους δικής της πολιτικής που εκφεύγουν του ελέγχου ή της πιθανής γνώσης του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος» θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου μιας σύμβασης. Η τελευταία μπορεί να διακοπεί χωρίς να ενημερωθεί το άλλο μέρος. Αυτό με τη σειρά του θέτει το ζήτημα της αξιοπιστίας των χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητών στις σχέσεις τους με αναπτυξιακούς οργανισμούς ή μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, λαμβανομένων υπόψη των καθυστερήσεων που επισήμανε η Eurosud Capital σε σχέση με τις αιτήσεις της, απηύθυνε επανειλημμένως επιστολή στην Επιτροπή. Αυτά τα γράμματα έμειναν αναπάντητα. Ως εκ τούτου, η Eurosud Capital συνέχισε να προωθεί το πρόγραμμα έως ότου ενημερώθηκε για τη λήξη του με επιστολή της 14ης Ιανουαρίου 2000.

Η Επιτροπή ή η Μονάδα Τεχνικής Βοήθειας θα πρέπει να έχουν ενημερώσει γραπτώς τους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για τις δυσκολίες του προγράμματος. Κανένας τους δεν το έκανε. Το γεγονός ότι όλοι οι άλλοι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί αντιμετωπίστηκαν με τον ίδιο τρόπο δεν αποτελεί δικαιολογία.

Όσον αφορά τις οικονομικές ζημίες, ο καταγγέλλων επιβεβαιώνει ότι καταβλήθηκαν 2.500 € για το έργο «Tunisie Marseille N°3551», το οποίο είχε εγκριθεί από τη διευθύνουσα επιτροπή. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί 2.500 € για κάθε σχέδιο που δεν υποβλήθηκε στη διευθύνουσα επιτροπή λόγω υπερβολικών καθυστερήσεων που οφείλονται στην Επιτροπή. Επιπλέον, η Eurosud Capital δαπάνησε περίπου 25.000 ευρώ για την προώθηση του προγράμματος E.C.I.P. Οργάνωσε επτά σεμινάρια και πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις με περισσότερες από πενήντα εταιρείες. Τέλος, η Marseille Innovation θα πρέπει να αξιολογήσει τις δικές της απώλειες. Οι απώλειες όσον αφορά την εικόνα και την αξιοπιστία δεν έχουν αξιολογηθεί.

Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι στηρίζει μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να τις τιμωρεί όταν συμμετέχουν σε προγράμματα της Επιτροπής τα οποία δεν λειτουργούν σωστά.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Μη υπογραφή σύμβασης και μη χρηματοδότηση εγκεκριμένου έργου

1.1 Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν υπέγραψε σύμβαση χρηματοδότησης για ένα έργο που είχε ήδη εγκριθεί στις 27 Οκτωβρίου 1998 (ECIP 3551 Fac 1 – Tunisie Marseille Innovation). Επιπλέον, ο καταγγέλλων θεωρεί ότι έχει ληφθεί απόφαση χρηματοδότησης (όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της πρότασης κανονισμού που διαβιβάστηκε από τον κ. Legras στις 14 Απριλίου 2000) για το εν λόγω έργο.

1.2 Η Επιτροπή απορρίπτει την ερμηνεία αυτή. Η επιστολή με την οποία γνωστοποιήθηκε στην Eurosud Capital ότι το έργο εγκρίθηκε από τη διευθύνουσα επιτροπή κατέστησε σαφές ότι μόνο μια σύμβαση θα δέσμευε την Επιτροπή. Για το έργο αυτό καταβλήθηκε «τέλος προσκηνίου» ύψους 2500 €.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η επιστολή με την οποία ενημερώθηκε η Eurosud Capital για την έγκριση της διευθύνουσας επιτροπής δεν δεσμεύει την Επιτροπή. Η επίσημη απόφαση συγχρηματοδότησης ενός έργου ενσωματώνεται σε σύμβαση. Εν προκειμένω, η σύμβαση ουδέποτε υπογράφηκε. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να χρηματοδοτήσει το έργο βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 213/96 πριν ή μετά τη λήξη του. Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

2 Μη έγκαιρη εξέταση των αιτήσεων

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε αρκετές αιτήσεις που υπέβαλε ο καταγγέλλων εντός της περιόδου των 60 ημερών που προβλεπόταν στη σύμβαση-πλαίσιο.

2.2 Κατά την Επιτροπή, δύο από τις αιτήσεις που υπέβαλε η Eurosud Capital δεν μπορούσαν να εξεταστούν πριν από τη λήξη του προγράμματος E.C.I.P. λόγω του υπερβολικού φόρτου εργασίας και της έλλειψης προσωπικού. Ένα τρίτο έργο παραδόθηκε μετά τη λήξη.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η εξαγγελθείσα πρόθεση της Επιτροπής ήταν να λάβει απόφαση εντός 60 ημερών, ωστόσο, η σύμβαση προέβλεπε επίσης ότι η Επιτροπή ενδέχεται να μην τηρούσε αυτό το χρονοδιάγραμμα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν δεσμευόταν νομικά από αυτήν.

2.4 Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέσχε εύλογη εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να τηρηθεί η προθεσμία των 60 ημερών για την έκδοση αποφάσεως επί των αιτήσεων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Ωστόσο, εάν προκύψουν τέτοιες καθυστερήσεις στο μέλλον, θα ήταν καλή διοικητική συμπεριφορά για την Επιτροπή να ενημερώσει αμέσως τους εμπλεκόμενους πολίτες ότι η προθεσμία δεν μπορεί να τηρηθεί και για τους λόγους αυτής της κατάστασης.

2.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κρίνει σκόπιμο να προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση κατωτέρω.

3 Έλλειψη διαφάνειας

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στο πρόγραμμα υπέστησαν ζημία λόγω της έλλειψης διαφάνειας στη διαδικασία επιλογής, ιδίως κατά τη χρονική περίοδο που οδήγησε στην ακύρωση του προγράμματος.

3.2 Η Επιτροπή έκρινε ότι η διαδικασία επιλογής καθοριζόταν σαφώς στη συμφωνία-πλαίσιο. Η Επιτροπή και η τεχνική βοήθεια είχαν τακτικές επαφές με την Eurosud Capital μέχρι την ημερομηνία λήξης, καθώς και αργότερα. Τέλος, η Eurosud Capital αντιμετωπίστηκε όπως όλοι οι άλλοι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Όλοι πληροφορήθηκαν ότι, γενικά, η Επιτροπή δεν υπέγραψε συμβάσεις χρηματοδότησης E.C.I.P. για αιτήσεις που απεστάλησαν το 1999.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το 1999 το Eurosud Capital απευθύνθηκε επανειλημμένα στην Επιτροπή για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τα σχέδιά του και το μέλλον του προγράμματος. Από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή απάντησε ποτέ στις επιστολές αυτές, ούτε ότι η Eurosud Capital ενημερώθηκε ποτέ εγγράφως για τις δυσκολίες του προγράμματος E.C.I.P. πριν από τη λήξη του στις 31 Δεκεμβρίου 1999.

3.4 Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα κοινοτικά όργανα και οργανισμούς να απαντούν στις επιστολές των πολιτών. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απάντησε στις επιστολές της Eurosud Capital και, ως εκ τούτου, παρέλειψε να την ενημερώσει για σημαντικές δυσχέρειες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα συμφέροντα του ενδιάμεσου χρηματοπιστωτικού οργανισμού. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

4 Συμπέρασμα

Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί η ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:

Οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα κοινοτικά όργανα και οργανισμούς να απαντούν στις επιστολές των πολιτών. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απάντησε στις επιστολές της Eurosud Capital και, ως εκ τούτου, παρέλειψε να την ενημερώσει για σημαντικές δυσχέρειες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα συμφέροντα του ενδιάμεσου χρηματοπιστωτικού οργανισμού. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης αφορά διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέσχε εύλογη εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να τηρηθεί η προθεσμία των 60 ημερών για την έκδοση αποφάσεως επί των αιτήσεων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Ωστόσο, εάν προκύψουν τέτοιες καθυστερήσεις στο μέλλον, θα ήταν καλή διοικητική συμπεριφορά για την Επιτροπή να ενημερώσει αμέσως τους εμπλεκόμενους πολίτες ότι η προθεσμία δεν μπορεί να τηρηθεί και για τους λόγους αυτής της κατάστασης.

Με εκτίμηση,

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Άρθρο 1 - COM/99/0726 τελικό - COD 2000/0034 ΕΕ C 150 E , 30/05/2000 σ. 0079 - 0079 1. Η Επιτροπή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την περάτωση και εκκαθάριση των σχεδίων που εγκρίθηκαν δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 213/96 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 1996, σχετικά με την εφαρμογή του χρηματοδοτικού μέσου των επενδυτικών εταίρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Ασίας, της περιοχής της Μεσογείου και της Νότιας Αφρικής. 2. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν κάθε σχέδιο που απαιτείται, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 213/96 του Συμβουλίου της 29ης Ιανουαρίου 1996 και με σκοπό την εκκαθάριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου, για την παρακολούθηση, τη διαχείριση και τον λογιστικό έλεγχο των πράξεων για τις οποίες η Επιτροπή έχει ήδη εκδώσει απόφαση χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης των συμβάσεων που έχουν ήδη υπογραφεί και της χρήσης εξωτερικής τεχνικής βοήθειας.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!