Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 220/2000/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 220/2000/GG - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 22 Φεβρουαρίου 2000 - Απόφαση στις Τρίτη | 13 Φεβρουαρίου 2001
Αξιότιμε κ. W.,
Στις 9 Φεβρουαρίου 2000, υποβάλατε, εξ ονόματος της Particip GmbH, καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με διαγωνισμό που διοργάνωσε η Επιτροπή για την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης στην Επιτροπή (ΓΔ Περιβάλλοντος) για την αξιολόγηση των δράσεων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE για το περιβάλλον (παρτίδα 990016 - Γερμανία και Αυστρία).
Στις 22 Φεβρουαρίου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στην Επιτροπή για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας στις 13 Ιουνίου 2000. Σας διαβίβασα τη γνώμη της Επιτροπής στις 19 Ιουνίου 2000 με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας πριν από τις 31 Ιουλίου 2000, εφόσον το επιθυμείτε. Δεν λάβατε τέτοιες παρατηρήσεις από εσάς.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η καταγγελία είναι τα ακόλουθα:
Ο καταγγέλλων είναι εταιρεία που παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες. Μαζί με την Prospect C&S (ο καταγγέλλων στη σχετική υπόθεση 278/2000/GG), ανήκει σε ορισμένες εταιρείες συμβούλων που υπέβαλαν προσφορές σε απάντηση πρόσκλησης υποβολής προσφορών για την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης στην Επιτροπή (ΓΔ Περιβάλλοντος) για την αξιολόγηση των δράσεων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE για το περιβάλλον. Συνολικά, υπήρχαν 8 γεωγραφικές παρτίδες. Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση, από κοινού με την Prospect, για την παρτίδα που κάλυπτε τη Γερμανία και την Αυστρία. Η Prospect υπέβαλε επίσης αίτηση για δύο ακόμη παρτίδες χωριστά και για δύο άλλες (συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας/Πορτογαλίας) ως εταίρος άλλων εταιρειών. Σύμφωνα με τις δύο εταιρείες, όλες οι προσφορές καθόριζαν την ίδια μεθοδολογία. Οι προσφορές φαίνεται ότι υποβλήθηκαν το Μάιο του 1999.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Prospect απέστειλε στην Επιτροπή διάφορες επιστολές με τις οποίες ζητούσε πληροφορίες ή διευκρινίσεις μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1999, στις οποίες η Επιτροπή δεν απάντησε γραπτώς.
Την 1η Δεκεμβρίου 1999, ο ίδιος ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στην Επιτροπή ζητώντας πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας υποβολής προσφορών. Ελλείψει απαντήσεως, η Prospect απηύθυνε, στις 15 Δεκεμβρίου 1999, επιστολή στον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Περιβάλλον», με την οποία τον ρωτούσε για ποιο λόγο η αξιολόγηση της προσφοράς ήταν τόσο χρονοβόρα. Ταυτόχρονα, η Prospect ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις σχετικά με την εν λόγω προσφορά.
Στις 16 Δεκεμβρίου 1999, ο καταγγέλλων κάλεσε την Επιτροπή και ενημερώθηκε ότι είχαν ανατεθεί μόνο οι παρτίδες Ισπανία/Πορτογαλία, Σκανδιναβία και Ελλάδα, ενώ δεν είχε ακόμη ληφθεί απόφαση σχετικά με τις υπόλοιπες πέντε παρτίδες. Η TAU Consultora, τρίτη εταιρεία που είχε υποβάλει προσφορά σχετικά με την παρτίδα Ισπανίας/Πορτογαλίας, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς την ίδια ημέρα ότι η προσφορά της είχε θεωρηθεί καλή, αλλά ότι η παρτίδα είχε ανατεθεί σε άλλη εταιρεία που είχε προσφέρει καλύτερη τιμή.
Στις 21 Δεκεμβρίου 1999, ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στον γενικό διευθυντή της ΓΔ Περιβάλλοντος, το περιεχόμενο της οποίας ήταν παρόμοιο με εκείνο της επιστολής που είχε αποστείλει η Prospect στον ίδιο αποδέκτη στις 15 Δεκεμβρίου 1999.
Στις 6 Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα, μέσω τηλεομοιοτυπίας, έγγραφο με το οποίο ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατό να κατανεμηθεί η σχετική παρτίδα βάσει της αρχικής προσφοράς, δεδομένου ότι οι παρασχεθείσες πληροφορίες δεν ήταν επαρκείς. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι θα εφάρμοζε τώρα τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 3 σχετικά με τη διαδικασία με διαπραγμάτευση. Ο καταγγέλλων κλήθηκε να υποβάλει νέα πρόταση έως τις 31 Ιανουαρίου 2000. Η Επιτροπή πρότεινε στον καταγγέλλοντα να λάβει ιδιαίτερα υπόψη τα κριτήρια ανάθεσης 6α, 2 και 3 τα οποία, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν είχαν εξεταστεί στην αρχική προσφορά.
Επίσης, στις 6 Ιανουαρίου 2000, η Prospect έλαβε παρόμοια τηλεομοιοτυπία από την Επιτροπή, στην οποία αναφερόταν ότι η μεθοδολογία της προσφοράς της Prospect ήταν ανεπαρκής. Η Prospect κάλεσε την Επιτροπή την ίδια ημέρα για να επισημάνει ότι είχε χρησιμοποιήσει την ίδια μεθοδολογία που είχε αποδεχθεί η Επιτροπή στην περίπτωση της TAU Consultora.
Στις 7 Ιανουαρίου 2000, η καταγγέλλουσα και η Prospect έλαβαν τηλεομοιοτυπίες από την Επιτροπή, στις οποίες η τελευταία εξηγούσε ότι είχε σημειωθεί σφάλμα στην επιστολή που είχε αποσταλεί την προηγούμενη ημέρα και ότι είχε επισυναφθεί το οριστικό κείμενο της επιστολής. Η νέα αυτή έκδοση εξηγούσε ότι η αρχική προσφορά είχε απορριφθεί επειδή δεν πληρούσε το κριτήριο ανάθεσης 3 (προτεινόμενη ομάδα έργου). Η νέα επιστολή δεν υπογράφηκε. Εξήγησε ότι περαιτέρω εξηγήσεις θα μπορούσαν να δοθούν γραπτώς στον ασκούντα χρέη προϊσταμένου μονάδας (του οποίου το όνομα και η διεύθυνση δόθηκαν) ή με την αποστολή τηλεομοιοτυπίας σε έναν από τους δύο αριθμούς που αναφέρονταν στην επιστολή.
Στις 11 και 12 Ιανουαρίου 2000, ο καταγγέλλων απέστειλε δύο επιστολές (με τηλεομοιοτυπία, συστημένη επιστολή και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) στον ασκούντα καθήκοντα προϊσταμένου μονάδας της Επιτροπής, με τις οποίες ζητούσε απαντήσεις σε ορισμένες ερωτήσεις.
Στις 14 Ιανουαρίου 2000, ένας ταχυμεταφορέας απέστειλε επιστολή με ημερομηνία 12 Ιανουαρίου 2000 στον καταγγέλλοντα. Η επιστολή αυτή ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη που εστάλη με τηλεομοιοτυπία στις 7 Ιανουαρίου, εκτός από το γεγονός ότι έφερε την υπογραφή ενός άλλου προϊσταμένου μονάδας της ΓΔ Περιβάλλοντος. Επισυνάφθηκε νέο υπόδειγμα σύμβασης.
Ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα προσφορά στις 31 Ιανουαρίου 2000, διαμαρτυρόμενος για την έλλειψη απάντησης στις ερωτήσεις του.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή όφειλε να απαντήσει στις ερωτήσεις του. Θεωρεί επίσης ότι οι δέκα εργάσιμες ημέρες που διέθετε για να υποβάλει νέα προσφορά ήταν δυσανάλογα σύντομες, δεδομένου ότι η Επιτροπή χρειάστηκε περισσότερους από επτά μήνες για να εξετάσει τις αρχικές προσφορές.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα διατυπώνει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- Η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει εγγράφως σε διάφορες ερωτήσεις που περιλαμβάνονταν σε επιστολές που της απευθύνθηκαν μεταξύ της 1ης Δεκεμβρίου 1999 και της 12ης Ιανουαρίου 2000.
- Είναι αμφίβολο αν στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
ΙστορικόΗ Επιτροπή είχε λάβει 42 προσφορές που κάλυπταν μία ή περισσότερες από τις 8 παρτίδες τον Μάιο του 1999. Αυτά άνοιξαν στις 4 Ιουνίου 1999. Στη συνέχεια, η αξιολόγηση καθυστέρησε λόγω διοικητικών δυσκολιών εντός της επιχειρησιακής μονάδας.
Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε από τη ΓΔ Περιβάλλοντος βάσει των όρων εντολής. Η ΓΔ Περιβάλλοντος δεν διέθετε δική της ειδική γραπτή διαδικασία αξιολόγησης των προσφορών, αλλά ακολούθησε τις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις και τις συμβουλές που περιέχονται στον «Οδηγό της ΣΕΑΣ» (Συμβουλευτική Επιτροπή Προμηθειών και Συμβάσεων). Οι προσφορές για κάθε χώρα ή ομάδα χωρών αξιολογήθηκαν χωριστά από μια ad hoc ομάδα, η οποία περιλάμβανε τον αρμόδιο υπάλληλο για τη συγκεκριμένη χώρα ή ομάδα και δύο άλλους υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένου του αναπληρωτή προϊσταμένου μονάδας. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης εξετάστηκαν επίσης σε ad hoc συνεδριάσεις υπό την προεδρία του προϊσταμένου μονάδας. Για 3 παρτίδες, η αξιολόγηση οδήγησε στην ανάθεση σύμβασης που εγκρίθηκε στη ΣΕΑΣ τον Δεκέμβριο του 1999. Για τις άλλες παρτίδες, καμία εταιρεία δεν πληρούσε τόσο τα κριτήρια επιλογής όσο και τα κριτήρια ανάθεσης.
Μετά από διαβούλευση με τη γραμματεία της ΣΕΑΣ, αποφασίστηκε η μετάβαση σε διαδικασία με διαπραγμάτευση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αναθέτουν δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών με διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού ελλείψει προσφορών ή κατάλληλων προσφορών στο πλαίσιο ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν τροποποιούνται ουσιωδώς». Όλοι οι υποψήφιοι που είχαν αποστείλει προσφορά ως απάντηση στην ανοικτή πρόσκληση κλήθηκαν στο στάδιο της διαδικασίας με διαπραγμάτευση, γεγονός που σήμαινε επίσης ότι δεν χρειαζόταν να δημοσιευθεί προκήρυξη.
Τα αποτελέσματα της διαδικασίας με διαπραγμάτευση βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της αξιολόγησης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο σχολιασμός του τελικού αποτελέσματος.
Παράλειψη απάντησης στις ερωτήσεις που λήφθηκανΟι επιστολές που ελήφθησαν από τον καταγγέλλοντα και τις συνεργαζόμενες με αυτόν επιχειρήσεις κατά την εν λόγω περίοδο έθεταν τη ΓΔ Περιβάλλοντος σε ευαίσθητη θέση, δεδομένου ότι κάθε επαφή μεταξύ των υποψηφίων και της αναθέτουσας αρχής αποθαρρύνθηκε κατά τη διάρκεια πρόσκλησης υποβολής προσφορών, δεδομένου ότι παρείχε πλεονέκτημα σε ορισμένους υποψηφίους έναντι άλλων. Σε κανένα σημείο δεν τροποποιήθηκαν οι όροι αναφοράς κατά τη διάρκεια της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, οι οποίοι είχαν εξηγηθεί κατά την αρχική ενημερωτική συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε πριν από την καταληκτική ημερομηνία της αρχικής πρόσκλησης υποβολής προσφορών.
Οι επιστολές του καταγγέλλοντος με ημερομηνία Δεκεμβρίου 1999 απαντήθηκαν αποτελεσματικά με την πρόσκληση με τηλεομοιοτυπία για τη διαδικασία με διαπραγμάτευση. Οι αναπάντητες ερωτήσεις σχετικά με τις προσφορές δεν μπόρεσαν να απαντηθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ήταν αλήθεια ότι τα γενικότερα σημεία των επιστολών θα μπορούσαν να είχαν απαντηθεί, αλλά επρόκειτο για εκ νέου επεξήγηση της εντολής. Στην πραγματικότητα, μια απάντηση στις ίδιες ερωτήσεις εστάλη στη συνεργαζόμενη εταιρεία, Prospect.
Στην επιστολή του της 12ης Ιανουαρίου 2000, ο καταγγέλλων επανέλαβε τις ερωτήσεις του και ζήτησε επίσης περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους οι προσφορές του και άλλες προσφορές ήταν ακατάλληλες. Η πρόσκληση για τη διαδικασία με διαπραγμάτευση ανέφερε τους τομείς στους οποίους η προσφορά του καταγγέλλοντος κρίθηκε ανεπαρκής. Περαιτέρω λεπτομέρειες, ιδίως όσον αφορά τις προσφορές άλλων εταιρειών-εταίρων, θα ήταν άδικες για άλλους υποψηφίους.
Παρόλο που δεν υπήρξαν επιστολές που να απαντούν συγκεκριμένα στα σημεία που έθεσε ο καταγγέλλων, η Επιτροπή είχε λάβει πολλές τηλεφωνικές κλήσεις από τον καταγγέλλοντα, τη Particip και τους εταίρους τους, στις οποίες είχε εξηγηθεί η τρέχουσα διαδικασία και είχαν δοθεί οι λόγοι για τη μη απάντηση.
Η διαδικασία με διαπραγμάτευσηΗ αναθέτουσα αρχή είχε τη δυνατότητα να προσφύγει σε διαδικασία με διαπραγμάτευση μετά από άκαρπη ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών, όταν καμία επιχείρηση δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης. Καμία δημοσίευση δεν ήταν αναγκαία για να κλείσει ο διαγωνισμός εάν όλες οι υποψήφιες επιχειρήσεις είχαν προσκληθεί στη διαδικασία με διαπραγμάτευση. Τούτο συνέβη εν προκειμένω. Επιπλέον, δεν υπήρχε καθορισμένη προθεσμία για την υποβολή προσφορών σε διαδικασία με διαπραγμάτευση. Μια περίοδος τριών εβδομάδων θεωρήθηκε δίκαιη.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΔεν ελήφθησαν παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Παράλειψη απάντησης σε ερωτήσεις1.1 Ο καταγγέλλων, εταιρεία συμβούλων, υπέβαλε προσφορά ανταποκρινόμενος σε ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών που διοργάνωσε η Επιτροπή. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στις ερωτήσεις που περιέχονταν στα έγγραφα που της απευθύνθηκαν μεταξύ της 1ης Δεκεμβρίου 1999 και της 12ης Ιανουαρίου 2000.
1.2 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι ερωτήσεις του καταγγέλλοντος τον θέτουν σε ευαίσθητη θέση, δεδομένου ότι κάθε επαφή μεταξύ των υποψηφίων και της αναθέτουσας αρχής αποθαρρύνεται κατά τη διάρκεια μιας πρόσκλησης υποβολής προσφορών, δεδομένου ότι παρέχει πλεονέκτημα σε ορισμένους υποψηφίους έναντι άλλων. Ως εκ τούτου, ορισμένες ερωτήσεις σχετικά με τις προσφορές δεν μπόρεσαν να απαντηθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ερωτήσεις που τέθηκαν στις επιστολές του καταγγέλλοντος του Δεκεμβρίου 1999 απαντήθηκαν αποτελεσματικά με την επιστολή της του Ιανουαρίου 2000, στην οποία εξηγούσε ότι κανένας υποψήφιος δεν πληρούσε όλα τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε διαδικασία με διαπραγμάτευση στην οποία είχε προσκληθεί ο καταγγέλλων. Επισημαίνει επίσης ότι θα μπορούσαν να είχαν απαντηθεί τα γενικότερα σημεία των επιστολών του καταγγέλλοντος, αλλά ότι επρόκειτο για εκ νέου επεξήγηση των όρων εντολής και ότι απέστειλε απάντηση στις ίδιες ερωτήσεις στη συνεργαζόμενη εταιρεία του καταγγέλλοντος, τη Particip. Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, παρόλο που δεν υπήρχαν επιστολές που να απαντούν ειδικά στα σημεία που έθιξε ο καταγγέλλων, οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν λάβει πολλές τηλεφωνικές κλήσεις από τον καταγγέλλοντα, τη Particip και τους εταίρους τους, στις οποίες είχε εξηγηθεί η τρέχουσα διαδικασία και είχαν δοθεί οι λόγοι για τη μη απάντηση.
1.3 Από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Διαμεσολαβητή προκύπτει ότι ορισμένες από τις ερωτήσεις που είχε θέσει ο καταγγέλλων με τις επιστολές του Δεκεμβρίου 1999 απαντήθηκαν αποτελεσματικά με την επιστολή της Επιτροπής του Ιανουαρίου 2000, στην οποία εξηγούσε ότι κανένας υποψήφιος δεν πληρούσε όλα τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε διαδικασία με διαπραγμάτευση στην οποία είχε προσκληθεί ο καταγγέλλων. Φαίνεται επίσης ότι η Επιτροπή παρέσχε περαιτέρω πληροφορίες στον καταγγέλλοντα τηλεφωνικά. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί επίσης ότι το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο η απάντηση σε ορισμένες ερωτήσεις που θέτει ένας υποψήφιος κατά τη διάρκεια διαδικασίας υποβολής προσφορών μπορεί να παράσχει στον εν λόγω υποψήφιο αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι άλλων δεν φαίνεται παράλογο. Επιπλέον, η Επιτροπή παρείχε περαιτέρω πληροφορίες στις επιστολές της προς την εταιρεία-εταίρο του καταγγέλλοντος, την Prospect.
1.4 Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρουσίασε λεπτομερώς τι είχε συμβεί και τους λόγους για τους οποίους δεν είχε απαντήσει σε ορισμένες από τις ερωτήσεις του καταγγέλλοντος. Ο λογαριασμός αυτός φαίνεται να περιέχει τις απαντήσεις σε ορισμένα από τα ερωτήματα που παρέμεναν αναπάντητα. Η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει επίσης ότι στη γνώμη της σχετικά με τη σχετική καταγγελία που υπέβαλε η συνεργαζόμενη εταιρεία του καταγγέλλοντος, Prospect, και στην απάντησή της σε αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες που υπέβαλε η Διαμεσολαβήτρια στην εν λόγω υπόθεση, η Επιτροπή έδωσε λεπτομερείς απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις οι οποίες, σύμφωνα με την Prospect, δεν είχαν απαντηθεί από την Επιτροπή. Φαίνεται ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν με τον τρόπο αυτό καλύπτουν επίσης τις ερωτήσεις που είχαν υποβληθεί στην Επιτροπή από τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή φαίνεται πλέον να έχει παράσχει τις πληροφορίες τις οποίες είχε ζητήσει ο καταγγέλλων.
1.5 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό.
2 Η διαδικασία με διαπραγμάτευση2.1 Ο καταγγέλλων διερωτάται κατά πόσον η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να προσφύγει στη διαδικασία με διαπραγμάτευση στην παρούσα υπόθεση.
2.2 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναθέτουσα αρχή έχει τη δυνατότητα να προσφύγει σε διαδικασία με διαπραγμάτευση μετά από άκαρπη ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών, εφόσον καμία επιχείρηση δεν πληροί τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης. Ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αναγκαία η δημοσίευση, δεδομένου ότι όλες οι υποψήφιες επιχειρήσεις κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση και ότι η προθεσμία των τριών εβδομάδων για την υποβολή των προσφορών κρίθηκε δίκαιη.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 11 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (2), προβλέπει ότι «οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αναθέτουν δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών με διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού ελλείψει προσφορών ή κατάλληλων προσφορών στο πλαίσιο ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας, υπό τον όρο ότι οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν τροποποιούνται ουσιωδώς». Επομένως, φαίνεται ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να προσφύγει στη διαδικασία με διαπραγμάτευση στην υπό κρίση υπόθεση.
2.4 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό.
3 ΣυμπέρασμαΒάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) ΕΕ 1992, αριθ. L 209, σ. 1.
(2) ΕΕ 1992, αριθ. L 209, σ. 1.