Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 771/2011/OV - Πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν επιβολή προστίμου σε επιχείρηση λόγω καθυστερημένης παράδοσης
Απόφαση
Υπόθεση 771/2011/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 30 Μαΐου 2011 - Απόφαση στις Τρίτη | 09 Οκτωβρίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης )
Η επιχείρηση Χ ανέλαβε να εκτελέσει έργο χρηματοδοτούμενο από την Επιτροπή. Για την εκπόνηση του έργου απασχόλησε πέντε εμπειρογνώμονες, ο ένας εκ των οποίων ήταν ο ενδιαφερόμενος. Η Επιτροπή επέβαλε στην επιχείρηση Χ πρόστιμο για καθυστερημένη παράδοση του έργου. Η τελευταία, θεωρώντας υπεύθυνο για την καθυστέρηση τον ενδιαφερόμενο, του κατέβαλε ένα μόνο μέρος της αμοιβής του. Ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στη δικαιοσύνη κατά της επιχείρησης Χ, χωρίς όμως να δικαιωθεί. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στην Επιτροπή ζητώντας να μάθει ποιο ήταν το τελικό ποσοστό του προστίμου καθυστερημένης παράδοσης που επιβλήθηκε στην επιχείρηση Χ. Στο αίτημά του ανέφερε ότι η επιχείρηση Χ του κατέβαλε περίπου το 42 % της αμοιβής του και ότι βάσισε την απόφασή της στο γεγονός ότι λόγω της καθυστερημένης παράδοσης του έργου η Επιτροπή τής επέβαλε πρόστιμο της τάξης του 42 %.
Η Επιτροπή απάντησε ότι η νομοθεσία δεν της επέτρεπε να αποκαλύψει πληροφορίες αυστηρά συμβατικής φύσης οι οποίες θα έβλαπταν πιθανώς τα εμπορικά συμφέροντα της επιχείρησης Χ. Στη συνέχεια, η Επιτροπή επικοινώνησε με την επιχείρηση η οποία αρνήθηκε κατηγορηματικά να επιτρέψει τη γνωστοποίηση της ζητηθείσας πληροφορίας στον ενδιαφερόμενο.
Ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στον Διαμεσολαβητή υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή δεν τον ενημέρωσε για το ύψος (σε ποσοστιαίες μονάδες) του προστίμου που επιβλήθηκε λόγω της καθυστερημένης παράδοσης. Στη γνώμη της, η Επιτροπή διευκρίνιζε ότι το πρόστιμο καθυστερημένης παράδοσης ήταν κατ’ αποκοπή αποζημίωση για λόγους μη συμμόρφωσης προς τις συμβατικές υποχρεώσεις και ότι η αποκάλυψη της συγκεκριμένης πληροφορίας θα έβλαπτε ενδεχομένως τη φήμη της επιχείρησης Χ.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν εύλογη, και όχι αμιγώς υποθετική, η εικασία ότι η αποκάλυψη πληροφοριών για το ακριβές ύψος του προστίμου καθυστερημένης παράδοσης θα μπορούσε να βλάψει την εικόνα και τη φήμη της επιχείρησης Χ, ιδίως έναντι των πελατών της, και κατ’ επέκταση τα νόμιμα εμπορικά της συμφέροντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση και περάτωσε την υπόθεση.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι ένας από τους πέντε εμπειρογνώμονες που απασχολήθηκαν από εταιρεία («εταιρεία Χ») για να εργαστούν σε έργο που χρηματοδοτήθηκε από την Επιτροπή και υλοποιήθηκε από την αντιπροσωπεία της ΕΕ σε τρίτη χώρα. Στο πλαίσιο της εκτέλεσης της σύμβασης, η Επιτροπή επέβαλε ποινή καθυστερημένης παράδοσης στην εταιρεία Χ, σύμφωνα με το άρθρο 19 των εφαρμοστέων γενικών όρων. Η εταιρεία Χ θεώρησε ότι ο καταγγέλλων ήταν υπεύθυνος για την καθυστέρηση και, ως εκ τούτου, του κατέβαλε μέρος μόνο των αμοιβών του.
2. Ο καταγγέλλων κίνησε δικαστική διαδικασία κατά της εταιρείας X στη Γαλλία, προκειμένου να επιτύχει την καταβολή του οφειλόμενου ποσού των 10 510,50 EUR συν τους τόκους. Τα γαλλικά δικαστήρια, τόσο πρωτοδίκως, στις 8 Απριλίου 2009, όσο και κατ’ έφεση, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010, τον καταδίκασαν. Ο καταγγέλλων επιθυμούσε να κινήσει νέα νομική διαδικασία, αλλά μόνον εάν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι η κύρωση που επέβαλε η Επιτροπή στην εταιρεία Χ ήταν χαμηλότερη από ό,τι είχε δηλώσει η εταιρεία Χ. Ως εκ τούτου, επικοινώνησε με την Επιτροπή ζητώντας να ενημερωθεί για το τελικό ποσοστό της ποινής καθυστερημένης παράδοσης. Στην επιστολή του προς την Επιτροπή, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι η εταιρεία Χ του είχε καταβάλει περίπου το 42 % των αμοιβών του και ότι είχε βασίσει την απόφαση αυτή στο γεγονός ότι η Επιτροπή της είχε επιβάλει πρόστιμο καθυστερημένης παράδοσης 42 %.
3. Στις 10 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος. Απάντησε ότι η κύρωση είχε επιβληθεί στο πλαίσιο σύμβασης μεταξύ της Επιτροπής και της εταιρείας Χ, στην οποία ο καταγγέλλων δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Προσέθεσε ότι δεν είχε το νόμιμο δικαίωμα να αποκαλύψει πληροφορίες αυστηρού συμβατικού χαρακτήρα οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν τα εμπορικά συμφέροντα νομικού προσώπου. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι ο αρμόδιος δικαστής θα μπορούσε να υποχρεώσει την εταιρεία Χ να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα στο πλαίσιο της διαδικασίας μεταξύ των διαδίκων. Μετά από περαιτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή, στις 22 Δεκεμβρίου 2010, πρότεινε να επικοινωνήσει με την εταιρεία Χ για να ζητήσει τη συγκατάθεσή της για την κοινοποίηση των πληροφοριών που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα. Προσέθεσε ότι, σε περίπτωση που η εταιρεία Χ απορρίψει το αίτημα, η Επιτροπή δεν θα είναι σε θέση να αποκαλύψει τις πληροφορίες.
4. Στις 6 Ιανουαρίου 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε μια πρώτη καταγγελία (122/2011/ELB) στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Στις 3 Φεβρουαρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχαν λόγοι για έρευνα, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε συμφωνήσει να επικοινωνήσει με την εταιρεία Χ για να ζητήσει τη συγκατάθεσή της. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, στις 20 Ιανουαρίου 2011, η εταιρεία Χ απάντησε στην Επιτροπή και αρνήθηκε ρητά να κοινοποιήσει τις ζητούμενες πληροφορίες στον καταγγέλλοντα: "Je m'oppose formellement à toute communication vers l'extérieur (...) sur ce contrat de la part des services de la Commission, eu égard à la nature contractuelle et donc confidentielle des relations qui nous régissent, ceci rentrant dans le cadre de la protection des données et ce afin de protéger les intérêts de notre société".
5. Στις 28 Ιανουαρίου 2011, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Διαμεσολαβητή, δηλώνοντας ότι η Επιτροπή τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία Χ είχε εκφράσει την αντίθεσή της στην αποκάλυψη των πληροφοριών και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να τις αποκαλύψει. Στις 18 Φεβρουαρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα διέπεται από τον κανονισμό 1049/2001/ΕΚ [1] και τον συμβούλευσε να υποβάλει πρώτα επιβεβαιωτική αίτηση προτού απευθυνθεί εκ νέου στον Διαμεσολαβητή.
6. Ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι το αίτημά του ήταν αίτημα παροχής πληροφοριών και όχι πρόσβασης σε έγγραφα. Ως εκ τούτου, διαβίβασε το αίτημά του στη Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΓΔ AIDCO). Η τελευταία απάντησε στις 22 Μαρτίου 2011, επαναλαμβάνοντας την προηγούμενη θέση της Επιτροπής. Δήλωσε ότι δεν μπορούσε να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες διότι i) ήταν αυστηρού συμβατικού χαρακτήρα και δυνητικά επιζήμιες για τα εμπορικά συμφέροντα της εταιρείας Χ και ii) η εταιρεία Χ είχε εκφράσει ρητά την αντίθεσή της στην κοινοποίηση των πληροφοριών.
7. Στις 24 Μαρτίου 2011, ο καταγγέλλων απάντησε στην Επιτροπή, επισημαίνοντας ότι δεν είχε ζητήσει πληροφορίες που είχε αποστείλει η εταιρεία Χ στην Επιτροπή, αλλά πληροφορίες σχετικά με απόφαση που είχε λάβει η ίδια η Επιτροπή. Ειδικότερα, δεν ζήτησε από την Επιτροπή να τον ενημερώσει για το ύψος της χρηματικής ποινής λόγω καθυστερημένης παραδόσεως, η οποία, κατά την άποψή του, συνιστά συμβατική πληροφορία. Ζήτησε αντ’ αυτού να ενημερωθεί για το ποσοστό της ποινής καθυστερημένης παράδοσης που επιβλήθηκε στην εταιρεία Χ. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν ήδη πέντε ετών και διερωτήθηκε πώς θα μπορούσαν να βλάψουν τα εμπορικά συμφέροντα της εταιρείας.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
8. Στις 22 Μαρτίου 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τον ενημέρωσε για το ποσό (σε ποσοστό επί τοις εκατό) της ποινής καθυστερημένης παράδοσης που επέβαλε στην εταιρεία Χ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να του παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες.
9. Στην επιστολή του προς την Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι φαινόταν ότι στόχος του καταγγέλλοντος ήταν να διαπιστώσει κατά πόσον το ποσοστό 42 % που παρείχε στο γαλλικό δικαστήριο η εταιρεία Χ ήταν ακριβές. Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι, εάν ο αριθμός αυτός ήταν πράγματι ακριβής, δεν ήταν προφανής ο λόγος για τον οποίο η επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού θα έβλαπτε τα εμπορικά συμφέροντα της οικείας εταιρείας. Από την άλλη πλευρά, εάν ο αριθμός ήταν ανακριβής, δεν ήταν προφανές ότι η εταιρεία είχε νόμιμο εμπορικό συμφέρον να κρατήσει μυστικό το γεγονός αυτό. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής ρώτησε αν η γνώμη της Επιτροπής θα μπορούσε είτε να επιβεβαιώσει είτε να αρνηθεί την ακρίβεια του ποσοστού του 42 %. Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν ήταν πρόθυμη να το πράξει, ο Διαμεσολαβητής της ζήτησε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο θα έθιγε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα της οικείας εταιρείας.
Η έρευνα
10. Στις 30 Μαΐου 2011, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα και διαβίβασε την καταγγελία στην Επιτροπή, η οποία διαβίβασε τη γνώμη της στον Διαμεσολαβητή στις 19 Οκτωβρίου 2011. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 31 Οκτωβρίου 2011. Στις 18 Ιουλίου 2012, ο καταγγέλλων απέστειλε περαιτέρω πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένου αντιγράφου της σύμβασής του με την εταιρεία Χ.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Εικαζόμενη παράλειψη ενημέρωσης του καταγγέλλοντος σχετικά με το ποσοστό της ποινής καθυστερημένης παράδοσης και τη σχετική απαίτηση
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
11. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να τον ενημερώσει για το ποσοστό της ποινής καθυστερημένης παράδοσης. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το αίτημά του δεν αφορά πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την εταιρεία Χ στην Επιτροπή. Στην πραγματικότητα, ζήτησε πληροφορίες σχετικά με απόφαση που έλαβε η Επιτροπή. Επιπλέον, δεν ζήτησε από την Επιτροπή να τον ενημερώσει για το ύψος της χρηματικής ποινής λόγω καθυστερημένης παραδόσεως, η οποία, κατά την άποψή του, συνιστά συμβατική πληροφορία. Ζήτησε απλώς από την Επιτροπή να τον ενημερώσει για το ποσοστό της ποινής καθυστερημένης παράδοσης. Υποστήριξε επίσης ότι οι πληροφορίες χρονολογούνται πριν από πέντε χρόνια και δεν μπορούν να βλάψουν τα εμπορικά συμφέροντα της εταιρείας Χ.
12. Στη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξήγησε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος αφορά αίτηση παροχής πληροφοριών (δηλαδή επιβεβαίωση του ποσοστού της ποινής καθυστερημένης παράδοσης) και όχι αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέτασε το αίτημα του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το άρθρο 339 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμόζεται. Οι ζητούμενες πληροφορίες προκύπτουν από τη συμβατική σχέση μεταξύ της Επιτροπής και της εταιρείας Χ και αφορούν τις εμπορικές σχέσεις της τελευταίας. Η ποινή καθυστερημένης παράδοσης αποτελεί κύρωση, με τη μορφή κατ’ αποκοπή αποζημίωσης, για τη μη συμμόρφωση της εταιρείας Χ με την προθεσμία ολοκλήρωσης, όπως ορίζεται στη σύμβαση. Εάν οι πληροφορίες αυτές δημοσιοποιηθούν, είναι πιθανό να βλάψουν σοβαρά τη φήμη της εταιρείας. Το άρθρο 339 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι οι υπάλληλοι δεν πρέπει να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες αυτές.
13. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι η εταιρεία Χ εξέφρασε σαφώς την αντίθεσή της στην κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών σε δύο περιπτώσεις. Στις 22 Μαρτίου 2011, η εταιρεία Χ επανέλαβε την προηγούμενη ένστασή της. Σε αντίθεση με τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα, οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών δεν υπόκεινται σε διαδικαστικούς κανόνες, όπως αυτοί που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001, οι οποίοι θα επέτρεπαν στην Επιτροπή να υπερβεί την άρνηση της εταιρείας Χ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να αρνηθεί την κοινοποίηση.
14. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, ακόμη και αν ο κανονισμός 1049/2001 δεν εφαρμόζεται στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών, περιέχει γενικές αρχές, ιδίως στο άρθρο 4. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η προστασία των εμπορικών συμφερόντων συνιστά λόγο για τη μη παροχή πρόσβασης σε έγγραφο, εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, το ιδιωτικό συμφέρον που προβάλλει ο καταγγέλλων, δηλαδή η χρήση των σχετικών πληροφοριών σε δικαστικές διαδικασίες, δεν συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον [2]. Το ιδιαίτερο αυτό ενδιαφέρον καλύπτεται από το άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), το οποίο προβλέπει την καλόπιστη συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών. Η Επιτροπή δήλωσε ότι ήταν έτοιμη να συνεργαστεί με το γαλλικό δικαστικό σώμα και ότι είχε δηλώσει στον καταγγέλλοντα ότι δεν θα αντιταχθεί στην κοινοποίηση των σχετικών πληροφοριών κατόπιν αιτήματος του αρμόδιου δικαστή.
15. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι απάντησε στα αιτήματα του καταγγέλλοντος εντός εύλογων προθεσμιών και με αιτιολογημένα επιχειρήματα. Επιπλέον, έλαβε όλα τα νομικά κατάλληλα μέτρα για να ικανοποιήσει το αίτημα του καταγγέλλοντος.
16. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το νομικό σκεπτικό της Επιτροπής ήταν εσφαλμένο, διότι δεν έλαβε υπόψη δύο θεμελιώδη στοιχεία. Πρώτον, οι πληροφορίες που ζήτησε ο καταγγέλλων ήταν το ποσοστό της ποινής καθυστερημένης παράδοσης. Η εταιρεία Χ ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα και το δικαστήριο ότι η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 42 %, αλλά η εταιρεία Χ εμπόδισε τον καταγγέλλοντα να το επαληθεύσει. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, υπάρχει επομένως ένα πρόβλημα το οποίο δεν έχει επιλυθεί από την Επιτροπή. Δεύτερον, ο καταγγέλλων δικαιούται να λάβει τις πληροφορίες από την Επιτροπή, διότι εάν οι πληροφορίες που του έδωσε η εταιρεία Χ είναι ψευδείς, τότε υπήρξε θύμα ψέματος. Σε άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης Ιουλίου 2012, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι του είχε καταβληθεί μόνο το 45 % των αμοιβών του, διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, η εταιρεία Χ είχε υποστεί ποινή καθυστερημένης παράδοσης ύψους περίπου 50 %.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
17. Στο ηλεκτρονικό του μήνυμα προς την Επιτροπή της 24ης Μαρτίου 2011 και στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων επέμεινε ότι επιθυμεί να γνωρίζει το ποσοστό της ποινής που επιβλήθηκε από την Επιτροπή και όχι το ποσό της ποινής καθυστερημένης παράδοσης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν δήλωσε ποτέ ότι επέβαλε ποσοστιαία κύρωση στην εταιρεία Χ (μόνο η εταιρεία Χ και ο καταγγέλλων αναφέρθηκαν σε ποσοστιαία κύρωση). Στη γνώμη της, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η χρηματική ποινή λόγω καθυστερημένης παράδοσης που επιβλήθηκε στην εταιρεία Χ ήταν κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για μη συμμόρφωση με τη σύμβαση και στη συνέχεια υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να βλάψει τη φήμη της εταιρείας Χ. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ότι επέβαλε ποσοστιαία χρηματική ποινή στην εταιρεία Χ, το αίτημα του καταγγέλλοντος προς την Επιτροπή μπορεί, ως εκ τούτου, να νοηθεί μόνο ως αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικά με το ποσό της κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης που επέβαλε η Επιτροπή στην εταιρεία Χ.
18. Η κύρωση της καθυστερημένης παραδόσεως ήταν, όπως επισήμανε η Επιτροπή, κύρωση την οποία επέβαλε στην εταιρία Χ λόγω της μη τηρήσεως, εκ μέρους της εταιρίας αυτής, των συμβατικών υποχρεώσεών της έναντι της Επιτροπής. Με τη σειρά της, η εταιρεία Χ υποστήριξε ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων ότι η μη συμμόρφωσή της με τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι της Επιτροπής οφειλόταν σε παράλειψη του υπεργολάβου της, του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι είναι ευλόγως προβλέψιμο, και όχι καθαρά υποθετικό, ότι η ακριβής δημόσια γνώση μιας τέτοιας κύρωσης θα μπορούσε να βλάψει την εικόνα και τη φήμη της εταιρείας Χ, ιδίως έναντι των πελατών της. Ως εκ τούτου, τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα της εταιρείας Χ θα μπορούσαν να θιγούν από την αποδέσμευση του ποσού της κύρωσης που επιβλήθηκε στην εταιρεία Χ.
19. Επιπλέον, η Επιτροπή ανέφερε ότι ήταν έτοιμη να συνεργαστεί με τα γαλλικά δικαστήρια κοινοποιώντας όλες τις σχετικές πληροφορίες στα γαλλικά δικαστήρια κατόπιν αιτήματος του αρμόδιου ειρηνοδίκη. Η θέση αυτή της Επιτροπής συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ σύμφωνα με την οποία «εναπόκειται σε κάθε θεσμικό όργανο [της ΕΕ] να επικουρεί ενεργά τις εν λόγω εθνικές δικαστικές διαδικασίες, προσκομίζοντας έγγραφα στο εθνικό δικαστήριο...»[3].
20. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η θέση της Επιτροπής είναι εύλογη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή.
Β. Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 9 Οκτωβρίου 2012
[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
[2] Υπόθεση T-474/2008, Umbach κατά Επιτροπής, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
[3] Υπόθεση C-2/88 IMM Zwartveld [1990] Συλλογή I-03365, σκέψη 22.