Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνει την έρευνά του σχετικά με την αναφορά 1827/2009/(ANA)CK κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1827/2009/(ANA)CK - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 31 Αυγούστου 2009 - Απόφαση στις Τρίτη | 14 Φεβρουαρίου 2012
Περίληψη της απόφασης σχετικά με την αναφορά 1827/2009/(ANA)CK (εμπιστευτικό) κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Ένας έλληνας υπήκοος υπέβαλε καταγγελία για παράβαση στην Επιτροπή υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα παραβιάζει την οδηγία αριθ. 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές, από Κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες.
Τον Ιούλιο του 2009, ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε αναφορά στον Διαμεσολαβητή υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει προσηκόντως την καταγγελία του για παράβαση. Υποστήριξε, συγκεκριμένα, ότι η Επιτροπή, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η υπό εξέταση ελληνική νομοθεσία δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεν έλαβε υπόψη της τη συναφή ελληνική νομοθεσία και τη νομολογία του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έχει αναπτυχθεί σε συνάρτηση με τη συναφή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Τον Φεβρουάριο του 2011, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικού διακανονισμού, καλώντας την Επιτροπή να επανεξετάσει την καταγγελία για παράβαση που είχε υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος κατά της Ελλάδας. Στην απάντησή της για την εν λόγω πρόταση, η Επιτροπή επανέλαβε ότι είχε εξετάσει με τη δέουσα επιμέλεια την υποβληθείσα καταγγελία.
Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε τη λύπη του για τον απότομο τρόπο με τον οποίον η Επιτροπή αντέκρουσε τα επιχειρήματα του ενδιαφερόμενου. Επισήμανε, εντούτοις ότι, σε μεταγενέστερη επικοινωνία, ο ενδιαφερόμενος τον ενημέρωσε για πρόσφατες εξελίξεις στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, με βάση τη νομολογία αυτή, δεν υφίστατο κανένας πρακτικός λόγος που να υπαγορεύσει στην Επιτροπή να δώσει συνέχεια σε καταγγελία για παράβαση κατά της Ελλάδας σχετικά με την επιβολή του υπό εξέταση φόρου. Στο πλαίσιο αυτό, η διαφωνία μεταξύ Επιτροπής και ενδιαφερόμενου σχετικά με την ορθή ερμηνεία των φορολογικών κανόνων της Ελλάδας ήταν πλέον άνευ αντικειμένου. Αν και ο Διαμεσολαβητής δεν είχε πεισθεί ότι η Επιτροπή ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την καταγγελία για παράβαση που της υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, περάτωσε την εξέταση της υπόθεσης κρίνοντας ότι δεν απαιτούνταν περαιτέρω έρευνες.
Το ιστορικό της αναφοράς
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά τη φορολόγηση των οχημάτων στην Ελλάδα. Ο ενδιαφερόμενος, έλληνας υπήκοος, είναι μέλος του ελληνικού δικαστικού σώματος. Εργάστηκε στη Γαλλία από το 2005 έως το 2008.
2. Τον Ιανουάριο του 2008, ο ενδιαφερόμενος προέβη σε αγορά αυτοκινήτου στη Γαλλία και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, τον Αύγουστο του 2008, επιχείρησε την ταξινόμησή του. Ωστόσο, του ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές να καταβάλει το ειδικό τέλος ταξινόμησης που απαιτείται κατά την πρώτη ταξινόμηση του οχήματος στην Ελλάδα[1].
3. Στις 3 Νοεμβρίου 2008, ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει προς την Επιτροπή. Στην καταγγελία του, ισχυρίστηκε ότι η Ελλάδα παραβίασε την οδηγία 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές, από κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες[2] (στο εξής: οδηγία) και, επικουρικώς, τα άρθρα 45 και 18 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)[3] (πρώην άρθρα 39 και 12 της συνθήκης ΕΚ)[4]. Προς υποστήριξη της καταγγελίας του, ο ενδιαφερόμενος κατέθεσε στην Επιτροπή την απόφαση των ελληνικών αρχών που επιβάλλει ειδικό τέλος ταξινόμησης στο όχημά του, καθώς και αποσπάσματα από τη σχετική ελληνική νομοθεσία.
4. Με επιστολή της στις 25 Μαρτίου 2009, η Επιτροπή απάντησε στον ενδιαφερόμενο καθιστώντας σαφές ότι, κατόπιν συμφωνίας με τις ελληνικές αρχές και με βάση την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)[5], η ελληνική νομοθεσία στο εν λόγω ζήτημα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι η ελληνική νομοθεσία θεσπίζει την καθιέρωση εσωτερικού φόρου και όχι δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος και συμπλήρωσε ότι είναι σύμφωνη με το άρθρο 110 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 90 της συνθήκης ΕΚ).
5. Στην απάντησή του στις 6 Απριλίου 2009, ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι η απάντηση της Επιτροπής παρέβλεψε ή παρερμήνευσε ουσιαστικές πτυχές της καταγγελίας του σχετικά με το εάν η ελληνική νομοθεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Προκειμένου να στηρίξει το επιχείρημά του, ο ενδιαφερόμενος επικαλέσθηκε την απόφαση 1025/2009 της 4ης Μαρτίου 2009, στην οποία το ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε υπόθεση παρεμφερή με την υπόθεσή του και, αφού προέβη σε αναλογική εφαρμογή της απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση Αλεβίζος C-392/05[6], η οποία εξέτασε, ειδικότερα, το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης, απεφάνθη ότι η ελληνική νομοθεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
6. Στη συνέχεια, ο ενδιαφερόμενος ανέφερε ότι το επικουρικό του επιχείρημα σχετικά με την παραβίαση των άρθρων 45 και 18 ΣΛΕΕ δεν εξετάσθηκε καθόλου από την Επιτροπή. Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι από τη στιγμή που οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών που μεταβαίνουν στην Ελλάδα απαλλάσσονται του ειδικού τέλους ταξινόμησης, ο ίδιος υπέστη «αντίστροφη διάκριση», η οποία θα πρέπει να εξετασθεί σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 18 ΣΛΕΕ και όχι με βάση το άρθρο 110 όπως επέμεινε η Επιτροπή[7].
7. Τέλος, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε ότι η πλήρης εξέταση της σύνθετης ελληνικής νομοθεσίας και νομολογίας που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη υπόθεση προϋποθέτει άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής νομικής ορολογίας. Για το σκοπό αυτό, ζήτησε να εξετασθεί η αναφορά του από κάποιον έλληνα νομικό της γενικής διεύθυνσης φορολογίας και τελωνειακής ένωσης (TAXUD) ή της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής.
8. Στην απάντησή της στις 5 Ιουνίου 2009, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι το ειδικό τέλος ταξινόμησης αποτελεί μέρος του ελληνικού συστήματος εσωτερικής φορολογίας και δε συνιστά δασμό ή επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος. Πράγματι, το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης αποτέλεσε στο παρελθόν αντικείμενο εξέτασης από το ΔΕΕ και είχε χαρακτηριστεί ως εσωτερικός φόρος[8]. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η ελληνική νομοθεσία, στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας[9] και, ως εκ τούτου, το ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας υπέπεσε σε σφάλμα με την απόφασή του ότι το ειδικό τέλος ταξινόμησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Η Επιτροπή αντέτεινε ότι το ειδικό τέλος ταξινόμησης θα πρέπει να εξετασθεί με βάση το άρθρο 110 ΣΛΕΕ.
9. Αναφορικά με την εφαρμογή των άρθρων 45 και 18 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή απάντησε ότι τα εν λόγω άρθρα δεν παρουσιάζουν συνάφεια με την παρούσα υπόθεση, από τη στιγμή που δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο ενδιαφερόμενος υπέστη «οποιαδήποτε διάκριση λόγω ιθαγένειας ή κατοικίας».
10. Τέλος, σε ό,τι αφορά το ζήτημα της μετάφρασης, η Επιτροπή απάντησε ότι οι καταγγελίες μεταφράζονται από τη γλώσσα στην οποία έχουν συνταχθεί σε γλώσσα κατανοητή κάθε φορά από τον υπάλληλο που χειρίζεται την υπόθεση. Επίσης, όλη η αλληλογραφία που αποστέλλεται στον καταγγέλλοντα μεταφράζεται στη γλώσσα της αρχικής καταγγελίας, κατά τρόπο συμβατό με τις υποχρεώσεις της Επιτροπής βάσει της συνθήκης. Το υψηλό επίπεδο που τηρήθηκε από τις μεταφραστικές υπηρεσίες της Επιτροπής διασφάλισε ότι δεν υπήρξε καμία παράλειψη ή παρανόηση σχετικά με την εν λόγω καταγγελία. Με βάση τα παραπάνω, η Επιτροπή συμπέρανε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης στην παρούσα υπόθεση και συνέστησε την περάτωση της εξέτασής της, με σύμφωνη γνώμη της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής.
11. Στις 13 Ιουλίου 2009, ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε αναφορά στον Διαμεσολαβητή.
Το αντικείμενο της έρευνας
12. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να διεξαγάγει έρευνα σχετικά με τον ακόλουθο ισχυρισμό του ενδιαφερόμενου κατά της Επιτροπής.
Ισχυρισμός:
Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει με τη δέουσα επιμέλεια την καταγγελία του επί παραβάσει.
13. Στην επιστολή του για την έναρξη έρευνας σχετικά με την παραπάνω αναφορά, ο Διαμεσολαβητής συνόψισε τα επιχειρήματα του ενδιαφερόμενου ως εξής:
(1) Η Επιτροπή, συμπεραίνοντας ότι το ειδικό τέλος ταξινόμησης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, παρέλειψε να αξιολογήσει κατά τον δέοντα τρόπο την ελληνική νομοθεσία και τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό το φως της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης και της νομολογίας του Δικαστηρίου.
(2) Διαζευκτικά, εάν το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η Επιτροπή παρέλειψε να αξιολογήσει κατά τον δέοντα τρόπο τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος υπό το φως των άρθρων 45 και 18 ΣΛΕΕ και να αντιμετωπίσει το ζήτημα της «αντίστροφης δυσμενούς διάκρισης».
(3) Τέλος, ο περίπλοκος χαρακτήρας της ελληνικής νομοθεσίας και νομολογίας που υπέβαλε ο καταγγέλλων δικαιολογούσε την εμπλοκή στην καταγγελία ενός υπαλλήλου είτε της ΓΔ TAXUD είτε της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής με άπταιστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής νομικής ορολογίας. Η Επιτροπή παρέλειψε να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που της υποβλήθηκαν επειδή κανένας υπάλληλος, που να ήταν άπταιστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και της νομικής ορολογίας, δεν ενεπλάκη στο χειρισμό της καταγγελίας του.
14. Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, με κύριο επιχείρημα ότι οι ελληνικές φορολογικές αρχές παραβιάζουν συστηματικά το δίκαιο της Ένωσης σχετικά με το ειδικό τέλος ταξινόμησης.
Η έρευνα
15. Στις 31 Αυγούστου 2009, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη.
16. Στις 21 Δεκεμβρίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της. Ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε καμία παρατήρηση από τον ενδιαφερόμενο.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
17. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι οι καταγγελίες των πολιτών αποτελούν μία από τις σημαντικότερες πηγές πληροφόρησης σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ από κράτη μέλη. Οι εν λόγω καταγγελίες επιτρέπουν στην Επιτροπή να εκπληρώσει αποτελεσματικότερα το ρόλο της ως θεματοφύλακα των συνθηκών. Ως εκ τούτου, συνιστά ορθή διοικητική πρακτική εκ μέρους της Επιτροπής η εξέταση των καταγγελιών επί παραβάσει με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια. Σε περίπτωση που οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι από τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εξέτασε τις αναφορές τους, έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν αναφορά στο Διαμεσολαβητή σχετικά με ενδεχόμενη ενέργεια ή παράλειψη της Επιτροπής[10].
18. Οι αρμοδιότητες του Διαμεσολαβητή σε σχέση με τις παραπάνω αναφορές περιορίζονται στη διερεύνηση του κατά πόσον η Επιτροπή επέδειξε επιμέλεια κατά την εξέταση της καταγγελίας επί παραβάσει που της υπεβλήθη. Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσο η Επιτροπή χειρίστηκε με επιμέλεια την καταγγελία του ενδιαφερόμενου, ο Διαμεσολαβητής επικεντρώνεται σε δύο σημεία. Το πρώτο είναι η επιμέλεια αυτή καθαυτή, η οποία αξιολογείται αναλογικά με το βαθμό επιμέλειας που καλείται να επιδείξει η Επιτροπή στις καταγγελίες επί παραβάσει που της υποβάλλονται, στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα των συνθηκών. Κατά δεύτερον, από δικονομικής απόψεως, η επιμέλεια αξιολογείται με κριτήριο τη συμμόρφωση στους κανόνες και τις διαδικασίες που θεσπίστηκαν στην Ανακοίνωση του 2002 όσον αφορά τις σχέσεις με τον ενδιαφερόμενο στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου («Ανακοίνωση 2002» )[11].
19. Η έρευνα του Διαμεσολαβητή δε συνεπάγεται επανεξέταση του ζητήματος κατά πόσο η εθνική νομοθεσία, οι εθνικές αποφάσεις ή πρακτικές αντίκεινται στο δίκαιο της ΕΕ και σε καμία περίπτωση δεν προτίθεται να παράσχει τελική ερμηνεία σε σχέση με τα ουσιαστικά νομικά ζητήματα που τίθενται[12]. Επιπρόσθετα, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια σχετικά με το εάν θα προσφύγει στο ΔΕΕ για την εικαζόμενη παράλειψη κράτους μέλους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ[13].
20. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει ενώπιον της Επιτροπής, ισχυριζόμενος ότι η Ελλάδα παραβίασε την οδηγία και/ή τα άρθρα 45 και 18 ΣΛΕΕ. Κατά την ανταλλαγή των απόψεων τους, τόσο ο ενδιαφερόμενος όσο και η Επιτροπή επικαλέστηκαν σειρά επιχειρημάτων σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή των παραπάνω κανόνων. Ο Διαμεσολαβητής δεν θα επιχειρήσει να καθορίσει εάν το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ή εάν η επιβολή του παραβιάζει τα άρθρα 45 και 18 ΣΛΕΕ. Θα εξετάσει, μόνο, το κατά πόσο το επίπεδο επιμέλειας που επέδειξε η Επιτροπή κατά την απάντησή της στην καταγγελία επί παραβάσει ήταν το προσήκον δυνατό.
Α. Η εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει με τη δέουσα επιμέλεια την καταγγελία επί παραβάσει του ενδιαφερόμενου
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στο Διαμεσολαβητή
21. Στην καταγγελία του επί παραβάσει, ο ενδιαφερόμενος επεσήμανε ότι στην υπόθεση Αλεβίζος, το ΔΕΕ εξέτασε ειδικώς το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης στο πλαίσιο περιστατικών συναφών με εκείνων της παρούσας υπόθεσης και απεφάνθη ότι «εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια η διεξαγωγή των απαραίτητων ερευνών, υπό το πρίσμα της νομολογίας που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, με βάση τις σχετικές εθνικές διατάξεις [προκειμένου να καθοριστεί εάν το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.] ...Αντίθετα, αν κατά τις εθνικές διατάξεις που διέπουν τον εν λόγω φόρο, η γενεσιουργός αιτία της οφειλής του είναι άλλο γεγονός πέραν της εισαγωγής, όπως η πρώτη ταξινόμηση ή χρήση του οχήματος στην εθνική επικράτεια, ο παραπάνω φόρος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/183».[14] Πράγματι, το Συμβούλιο της Επικρατείας προέβη σε αναλογική εφαρμογή της παραπάνω απόφασης του ΔΕΕ στην απόφαση 1025/2009 και απεφάνθη ότι το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ο ενδιαφερόμενος επανέλαβε τα παραπάνω επιχειρήματα στην αναφορά του ενώπιον του Διαμεσολαβητή.
22. Με επιστολές της στις 25 Μαρτίου και στις 5 Ιουνίου 2009, η Επιτροπή απάντησε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφασή του ότι η ελληνική νομοθεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/183, παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης. Στη γνώμη της, υποστήριξε ότι η νομική της θέση, όπως αυτή αναπτύχθηκε στις παραπάνω επιστολές της, διαμορφώθηκε σύμφωνα με την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της οδηγίας από το ΔΕΕ.
23. Στη συνέχεια, ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση μη εφαρμογής της οδηγίας, η επίμαχη εθνική νομοθεσία πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων της συνθήκης και, ιδιαίτερα, των άρθρων 45 και 18 ΣΛΕΕ[15]. Στην απάντησή της, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι τα άρθρα 45 και 18 ΣΛΕΕ αφορούν διακριτική μεταχείριση και, στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα έγγραφα που της υποβλήθηκαν, δεν φαίνεται να υπάρχει σαφώς διαπιστωμένη διάκριση με βάση την ιθαγένεια ή την κατοικία.
24. Στην αναφορά του προς τον Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος δεν διαφώνησε με την ανάλυση της Επιτροπής και συμμερίστηκε την άποψη της Επιτροπής ότι το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης είναι συμβατό με το άρθρο 110 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, υποστήριξε ότι μετέφερε την κατοικία του στη Γαλλία για να αναλάβει εργασία και, συνεπώς, άσκησε δικαιώματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 45 ΣΛΕΕ. Ο ενδιαφερόμενος επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τη σχετική νομοθεσία προκειμένου να χορηγήσουν απαλλαγή από το ειδικό τέλος ταξινόμησης σε κάθε άτομο που έχει ασκήσει τα δικαιώματά του ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό την έννοια του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, με εξαίρεση τους έλληνες υπηκόους και ειδικότερα τους υπαλλήλους, τους δημόσιους λειτουργούς και το στρατιωτικό προσωπικό. Στην περίπτωσή του, οι ελληνικές αρχές δεν αναγνώρισαν ότι είχε μεταφέρει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, ο ενδιαφερόμενος υπέστη δυσμενή διάκριση («αντίστροφη δυσμενής διάκριση»).
25. Στη γνώμη της, η Επιτροπή διαφώνησε με την άποψη ότι η απόφαση των ελληνικών αρχών να μην απαλλάξουν τον ενδιαφερόμενο από το ειδικό τέλος ταξινόμησης συνιστά διάκριση σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 18 ΣΛΕΕ. Προς υποστήριξη της παραπάνω θέσης της, ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 18 ΣΛΕΕ απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, ενώ το άρθρο 45 ΣΛΕΕ προβλέπει την κατάργηση κάθε διάκρισης λόγω ιθαγένειας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας και απασχόλησης. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έκρινε ότι, με την επιστολή της στις 5 Ιουνίου 2009, εξέτασε σε βάθος τα παραπάνω άρθρα της συνθήκης.
26. Στην καταγγελία του επί παραβάσει, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε, επίσης, ότι η σύνθετη φύση της ελληνικής νομοθεσίας και νομολογίας υπαγόρευσε την ανάγκη συμμετοχής στην αναφορά υπαλλήλου με άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής νομικής ορολογίας, προερχόμενου είτε από τη γενική διεύθυνση φορολογίας και τελωνειακής ένωσης είτε από τη νομική υπηρεσία της Επιτροπής. Επιπλέον, με την επιστολή του στις 4 Απριλίου 2009, ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που της υποβλήθηκαν επειδή κανένας υπάλληλος, που να ήταν άπταιστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και της νομικής ορολογίας, δεν ενεπλάκη στο χειρισμό της καταγγελίας του. Ο ενδιαφερόμενος επανέλαβε τον ισχυρισμό αυτό στην αναφορά του προς τον Διαμεσολαβητή.
27. Στην απάντησή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι καταγγελίες μεταφράζονται από τη γλώσσα της καταγγελίας σε γλώσσα κατανοητή από τον υπάλληλο που χειρίζεται την υπόθεση και ότι το υψηλό επίπεδο των μεταφραστικών υπηρεσιών της Επιτροπής διασφαλίζει ότι δεν σημειώθηκε καμία παράλειψη ή παρανόηση σχετικά με την ανά χείρας καταγγελία. Εξάλλου, στη γνώμη της επί της έρευνας του Διαμεσολαβητή επί της παρούσας αναφοράς, η Επιτροπή ανέφερε ότι, ενώ όλοι οι ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να υποβάλουν στη μητρική τους γλώσσα καταγγελία σχετικά με εικαζόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο υπάλληλος που θα αναλάβει το χειρισμό της καταγγελίας θα έχει σε όλες τις περιπτώσεις άπταιστη γνώση της γλώσσας του καταγγέλλοντος. Τούτου λεχθέντος, στην ανά χείρας υπόθεση η απάντηση της Επιτροπής μεταφράστηκε στα ελληνικά και κατόπιν αναθεωρήθηκε από υπάλληλο με μητρική γλώσσα τα ελληνικά και με πείρα στο σχετικό αντικείμενο. Επίσης, η μητρική γλώσσα του υπαλλήλου που ήταν αρμόδιος για την υπόθεση στη Νομική Υπηρεσία ήταν τα ελληνικά.
Προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικού διακανονισμού
28. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, προς υποστήριξη του επιχειρήματός του ότι το ειδικό τέλος ταξινόμησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο στην υπόθεση Αλεβίζος, η οποία εξέτασε ειδικότερα το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης, απεφάνθη ότι το ζήτημα θα πρέπει να κριθεί με βάση το κατά πόσο η γενεσιουργός αιτία της οφειλής του τέλους συνδέεται με την εισαγωγή του οχήματος[16]. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο ότι, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ, εφόσον το τέλος συνδέεται με την εισαγωγή του οχήματος, τότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Σε αντίθετη περίπτωση, τότε δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της. Το ΔΕΕ εναπόθεσε στα εθνικά δικαστήρια την απόφαση σχετικά με το εν λόγω ζήτημα. Πράγματι, το Συμβούλιο της Επικρατείας, στην απόφασή του με αριθμό 1029/2005, έκρινε ότι για εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που ο ενδιαφερόμενος θεωρεί ότι προσιδιάζουν σε αυτά της περίπτωσής του, το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεδομένου ότι η γενεσιουργός αιτία της οφειλής του τέλους συνδέεται στην πραγματικότητα με την εισαγωγή του οχήματος.
29. Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το τέλος ταξινόμησης σε οχήματα όπως αυτό της εν λόγω υπόθεσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, συνεπώς, ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας υπέπεσε σε σφάλμα αποφασίζοντας ότι το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης εμπίπτει στο παραπάνω πεδίο εφαρμογής. Ο Διαμεσολαβητής, από την πλευρά του, επεσήμανε ότι ο παραπάνω γενικός κανόνας δύναται, βεβαίως, να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες οι πληροφορίες που διατίθενται είναι γενικότερης φύσεως. Σημείωσε, ωστόσο, ότι στην παρούσα υπόθεση, ο ενδιαφερόμενος επικαλέσθηκε επιχειρήματα, τα οποία σχετίζονται ιδιαίτερα με την απόφαση του ΔΕΕ αναφορικά με το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης και τον τρόπο με τον οποίο αυτή κατέστη εφαρμοστέα από το ελληνικό ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Εν προκειμένω, η Επιτροπή, προφανώς βασιζόμενη σε παλαιότερη νομολογία του Δικαστηρίου[17] σχετικά με τα τέλη ταξινόμησης αυτοκινήτων σε άλλα κράτη μέλη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ελληνικές αρχές ενήργησαν νομίμως. Αντίθετα, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι μία επιμελής εξέταση της αναφοράς θα απαιτούσε από την Επιτροπή την ανάλυση της απόφασης του ελληνικού ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, η οποία υιοθέτησε άμεσα την απόφαση στην υπόθεση Αλεβίζος, καθώς και την αντιμετώπιση ορισμένων επιχειρημάτων από την πλευρά του ενδιαφερόμενου. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να προέβη σε μία τέτοια ανάλυση.
30. Επιπρόσθετα, ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με τη συνθήκη και, συνεπώς, το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης, το οποίο δεν επιβάλλεται σε υπηκόους άλλων κρατών μελών κατά τη μεταβίβασή τους στην Ελλάδα, ήταν αντίθετο με τα άρθρα 45 και 18 ΣΛΕΕ και αποτέλεσε δυσμενή διάκριση σε βάρος του. Η Επιτροπή με συνοπτικό τρόπο απέρριψε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 45 ΣΛΕΕ.
31. Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι το ΔΕΕ, ακολουθώντας την πάγια νομολογία του, όπως αυτή συνοψίζεται στην υπόθεση Επιτροπή κατά Δανίας (Danish Company Cars)[18], έκρινε ότι:
«34. Όλες οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ασκήσεως, εκ μέρους των κοινοτικών υπηκόων, επαγγελματικών δραστηριοτήτων οποιασδήποτε φύσεως στο σύνολο του εδάφους της Κοινότητας και απαγορεύουν τα μέτρα που θα μπορούσαν να αποβούν δυσμενή για τους εν λόγω υπηκόους όταν αυτοί επιθυμούν να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους..
35. Επομένως, οι διατάξεις οι οποίες εμποδίζουν ή αποθαρρύνουν υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας συνιστούν εμπόδια στην άσκηση αυτής της ελευθερίας, έστω και αν εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των οικείων εργαζομένων...
45. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 39 ΕΚ δεν απαγορεύει μόνον κάθε διάκριση, άμεση ή έμμεση, στηριζόμενη στην ιθαγένεια, αλλά και τις εθνικές νομοθεσίες οι οποίες, καίτοι εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των οικείων εργαζομένων, συνεπάγονται περιορισμούς για την ελεύθερη κυκλοφορία τους...
73. (...)[Τ]ο Το Δικαστήριο έκρινε ότι φόροι όπως το δανικό τέλος ταξινομήσεως των καινούργιων αυτοκίνητων οχημάτων δεν είναι αντίθετοι προς τα άρθρα [34 και 110 ΣΛΕΕ]. Εντούτοις, αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο το τέλος προσωρινής ταξινομήσεως να περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων κατά παράβαση του άρθρου [45 ΣΛΕΕ].»
32. Επιπρόσθετα, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Bosman[19]:
«104. Κατά συνέπεια, οι κανόνες περί μετεγγραφών συνιστούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, κατ’αρχήν απαγορευόμενα από το άρθρο [45 ΣΛΕΕ]. Τα πράγματα θα είχαν άλλως αν οι κανόνες αυτοί απέβλεπαν στην επίτευξη θεμιτού σκοπού συμφώνου με τη Συνθήκη και δικαιολογουμένου από αποχρώντες λόγους γενικού συμφέροντος. Επιπλέον, σε μια τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε η εφαρμογή των κανόνων αυτών να είναι ικανή για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του συγκεκριμένου σκοπού και να μη βαίνει πέραν εκείνου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη αυτού του σκοπού.»
33. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι στην ουσία το άρθρο 45 ΣΛΕΕ δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη αναφορά, η Επιτροπή δεν εξέτασε επαρκώς τα επιχειρήματα του ενδιαφερόμενου ως προς το εν λόγω ζήτημα. Επεσήμανε, επιπλέον, ότι προκειμένου η Επιτροπή να μπορέσει να εξετάσει πλήρως τα επιχειρήματα του ενδιαφερόμενου, θα πρέπει να προβεί στην ανάλυσή τους και να αξιολογήσει τη νομική τους σημασία υπό το πρίσμα της πάγιας νομολογίας του ΔΕΕ, στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Σε περίπτωση που θα διαπιστωνόταν παραβίαση εκ πρώτης όψεως του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή θα όφειλε να αξιολογήσει κατά πόσον η επίμαχη ελληνική νομοθεσία συνάδει με τις απαιτήσεις της αναλογικότητας όπως έχουν καθοριστεί στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή δεν διεξήγαγε καμία τέτοια ανάλυση.
34. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι ο ενδιαφερόμενος, στο τρίτο επιχείρημά του, φάνηκε να απέδωσε την εικαζόμενη έλλειψη επιμέλειας της Επιτροπής κατά το χειρισμό της καταγγελίας του, στο γεγονός ότι κανένας υπάλληλος με άπταιστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής νομικής ορολογίας δεν ενεπλάκη στον χειρισμό της. Σε απάντηση, η Επιτροπή περιέγραψε τη διαδικασία του χειρισμού των καταγγελιών σε διάφορες γλώσσες και εξήρε την ποιότητα των μεταφραστικών υπηρεσιών της. Εξάλλου, στη γνωμοδότησή της εξήγησε ότι, στην ανά χείρας υπόθεση, η απάντηση της Επιτροπής μεταφράστηκε στα ελληνικά και στη συνέχεια αναθεωρήθηκε από υπάλληλο με μητρική γλώσσα τα ελληνικά και πείρα στο σχετικό αντικείμενο. Επίσης η μητρική γλώσσα του υπαλλήλου που ήταν αρμόδιος για την υπόθεση στη Νομική Υπηρεσία ήταν τα ελληνικά.
35. Με βάση τα παραπάνω, ο Διαμεσολαβητής δεν έκρινε απαραίτητο να αξιολογήσει, στο στάδιο αυτό, εάν η Επιτροπή έλαβε επαρκή μέτρα προκειμένου να εξετάσει τον ισχυρισμό του ενδιαφερόμενου ότι η εικαζόμενη παρανόηση της ελληνικής νομοθεσίας και της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας προκλήθηκε από τη μη εμπλοκή υπαλλήλου που να είναι άπταιστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής νομικής ορολογίας.
36. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής προέβη στην προκαταρκτική διαπίστωση ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει και να χειριστεί την καταγγελία επί παραβάσει και τους ισχυρισμούς του ενδιαφερόμενου με τη δέουσα επιμέλεια. Το άρθρο 3, παράγραφος 5, του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή ορίζει ότι ο Διαμεσολαβητής καλείται, στο μέτρο του δυνατού, να αναζητήσει, από κοινού με το εμπλεκόμενο όργανο, λύση ικανή να εξαλείψει τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης και να ικανοποιήσει τον ενδιαφερόμενο. Ως εκ τούτου, υπέβαλε στην Επιτροπή την ακόλουθη πρόταση φιλικού διακανονισμού:
"Λαμβάνοντας υπόψη τις διαπιστώσεις του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή θα μπορούσε να επανεξετάσει την καταγγελία επί παραβάσει του καταγγέλλοντος κατά της Ελλάδος.
Όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ο Διαμεσολαβητής φρονεί ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να αναλύσει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και να εξετάσει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του ενδιαφερόμενου.
Όσον αφορά την εικαζόμενη παραβίαση του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει τους ισχυρισμούς του ενδιαφερόμενου, να τους αναλύσει και να αξιολογήσει τη νομική τους σημασία υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Εάν διαπιστώσει παραβίαση, η Επιτροπή θα μπορούσε να αξιολογήσει κατά πόσον η επίμαχη ελληνική νομοθεσία πληροί τις απαιτήσεις της αναλογικότητας όπως έχουν καθοριστεί στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου."
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στο Διαμεσολαβητή μετά την πρότασή του για φιλικό διακανονισμό
37. Στην απάντησή της, η Επιτροπή επανέλαβε ότι επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια κατά την εξέταση της αναφοράς του ενδιαφερόμενου που υποβλήθηκε ενώπιον της και κατέληξε σε ορθά συμπεράσματα σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης.
38. Ειδικότερα, διαφώνησε με τον ισχυρισμό του Διαμεσολαβητή ότι βασίστηκε στην «προγενέστερη νομολογία» του Δικαστηρίου σχετικά με τα τέλη ταξινόμησης των αυτοκινήτων και δεν έλαβε υπόψη την απόφαση στην υπόθεση Αλεβίζος ή το σύνολο των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επεσήμανε, στο σημείο αυτό, ότι στην από 5 Ιουνίου 2009 επιστολή της, αναφέρθηκε στην απόφαση Αλεβίζος, η οποία στην ουσία επιβεβαίωσε παλαιότερη νομολογία, στην οποία είχε αναφερθεί στην από 25 Μαρτίου 2009 επιστολή της. Προσέθεσε ακόμη ότι, στην από 5 Ιουνίου 2009 επιστολή της, επικαλέστηκε την απόφαση στην υπόθεση C-74/06 Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας[20], η οποία ακολούθησε την υπόθεση Αλεβίζος.
39. Αναφορικά με την εικαζόμενη παραβίαση του άρθρου 45 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή επανέλαβε ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των μη εναρμονισμένων φόρων, όπως το ελληνικό τέλος ταξινόμησης. Λόγω της διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ νόμιμων κατοίκων και μη, τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν ξεχωριστούς κανόνες για τους παραπάνω σε σχέση με το τέλος ταξινόμησης των αυτοκινήτων. Επιπρόσθετα, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα ο Διαμεσολαβητής την κάλεσε να αναλύσει το επιχείρημα του ενδιαφερόμενου υπό το πρίσμα της υπόθεσης Danish Company Cars[21]. Στην παρούσα υπόθεση, το όχημα δεν ήταν εταιρικό και προοριζόταν για μόνιμη χρήση στη χώρα διαμονής του ιδιοκτήτη του. Συνεπώς, τα πραγματικά περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης δεν είναι συγκρίσιμα με εκείνα της ανωτέρω αναφερθείσας. Η απόφαση στην υπόθεση Danish Company Cars δεν παρουσίαζε καμία συνάφεια με την παρούσα υπόθεση και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν προέβη σε ανάλυσή της στις απαντήσεις της.
40. Τέλος, όσον αφορά το γλωσσικό ζήτημα που ανέκυψε στην εν λόγω υπόθεση, η Επιτροπή παρατήρησε ότι τηρήθηκαν όλες οι συνήθεις εσωτερικές διαδικασίες ελέγχου από υπαλλήλους με μητρική γλώσσα την ελληνική.
41. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προηγούμενες διευκρινίσεις της είχαν ήδη καλύψει πλήρως τα ζητήματα που ήγειρε ο Διαμεσολαβητής και, συνεπώς, δεν υπήρχε ανάγκη περαιτέρω παρέμβασης. Ως εκ τούτου, δεν συμφώνησε με την πρόταση φιλικού διακανονισμού που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής.
42. Ο ενδιαφερόμενος δεν διετύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής. Σε μεταγενέστερη επικοινωνία του με το Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος τον ενημέρωσε για μια πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία επιβεβαίωσε την προηγούμενη απόφασή του με αριθμό 1025/2009, σύμφωνα με την οποία η ελληνική νομοθεσία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρότασή του για φιλικό διακανονισμό
43. Ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η Επιτροπή, απαντώντας στην πρότασή του για φιλικό διακανονισμό, ισχυρίστηκε ότι ενήργησε επιμελώς σε σχέση με τις αναφορές που της υπεβλήθησαν. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, ακόμη μία φορά, η Επιτροπή απέρριψε τα επιχειρήματα του ενδιαφερόμενου με μη προσήκοντα τρόπο.
44. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι ο ενδιαφερόμενος δεν διατύπωσε καμία παρατήρηση αναφορικά με την απάντηση της Επιτροπής. Σε μεταγενέστερη επικοινωνία του, ενημέρωσε το Διαμεσολαβητή σχετικά με πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία επιβεβαιώνει το συμπέρασμα της προηγούμενης υπ'αριθμό 1025/2009 απόφασής του. Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι, σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές πληροφορίες που έλαβε από τον ενδιαφερόμενο, το Συμβούλιο της Επικρατείας υιοθετεί σταθερά την άποψη ότι το εν λόγω τέλος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα συνέτρεχε κανένας πρακτικός λόγος να προχωρήσει η Επιτροπή στην εξέταση της καταγγελίας επί παραβάσει κατά της Ελλάδας σε σχέση με την επιβολή του σχετικού τέλους ταξινόμησης. Εν όψει των ανωτέρω, φαίνεται να αίρεται η διαφωνία μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερόμενου σχετικά με την ορθή ερμηνεία της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας, όσον αφορά το επιχείρημα ότι το εν λόγω τέλος παραβιάζει τόσο την οδηγία όσο και τα άρθρα 45 και 18 ΣΛΕΕ. Συμπερασματικά, σε περίπτωση που τα επιχειρήματα της Επιτροπής ήταν ορθά, δεν θα δικαιολογείτο η έναρξη διαδικασιών επί παραβάσει, ενώ το ίδιο θα ίσχυε και στην περίπτωση που ευσταθούσαν τα επιχειρήματα του ενδιαφερόμενου.
45. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω και μην έχοντας πεισθεί ότι η Επιτροπή ανταποκρίθηκε με τη δέουσα επιμέλεια στην καταγγελία επί παραβάσει που της υπεβλήθη από τον ενδιαφερόμενο, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την εξέταση της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω έρευνας.
Β. Συμπέρασμα
Με βάση την έρευνά του επί της συγκεκριμένης αναφοράς, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την εξέταση της υπόθεσης συμπεραίνοντας ότι:
Δε συντρέχει λόγος περαιτέρω έρευνας
Ο ενδιαφερόμενος και η Επιτροπή θα ενημερωθούν σχετικά με την εν λόγω απόφαση.
Καθηγητής Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 14 Φεβρουαρίου 2012
[1] Η ελληνική νομοθεσία, στο παρόν ζήτημα, χαρακτηρίζεται από πλέγμα νόμων και υπουργικών αποφάσεων που διέπουν την επιβολή ενός «ειδικού τέλους ταξινόμησης» για τα αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης πριν την πρώτη ταξινόμησή τους στην Ελλάδα και ισχύει για όλα τα αυτοκίνητα, καινούργια και μεταχειρισμένα, εγχώριας κατασκευής ή εισαγόμενα. Οποιοσδήποτε μεταφέρει τη μόνιμη κατοικία του στην Ελλάδα εξαιρείται του παραπάνω τέλους.
[2] Οδηγία 83/133/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 28ης Μαρτίου 1983 σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές, από κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες, ΕΕ 1983 L105, σελ. 64 (η εν λόγω οδηγία έχει αντικατασταθεί από την οδηγία 2009/55/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2009 σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές, από κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες, ΕΕ 2009 L145; σελ.36). Εν ολίγοις, η οδηγία 83/183 εξαιρεί τα παραπάνω προσωπικά είδη ιδιωτών από το φόρο κύκλου εργασιών, τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και τους υπόλοιπους φόρους κατανάλωσης που συνήθως επιβάλλονται στα εν λόγω είδη. Ωστόσο, η οδηγία δεν καλύπτει τους ειδικούς και/ή περιοδικά καταβαλλόμενους φόρους και τα τέλη που συνδέονται με τη χρήση των παραπάνω ειδών στο εσωτερικό της χώρας, όπως π.χ. τα τέλη που εισπράττονται κατά την έκδοση άδειας κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, τα τέλη κυκλοφορίας ακινήτων και τα τέλη τηλεοράσεως.
[3] Το άρθρο 45 ορίζει ότι:
«1. Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ένωσης.
2. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας και απασχόλησης.
3. Με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει το δικαίωμά τους:
α) να αποδέχονται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας,
β) να μετακινούνται ελεύθερα για το σκοπό αυτό εντός της επικράτειας των κρατών μελών,
γ) να διαμένουν σε ένα κράτος μέλος με το σκοπό να ασκούν εκεί ορισμένη εργασία σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που διέπουν την απασχόληση των υπηκόων εργαζομένων αυτού του κράτους μέλους.
δ) να παραμένουν στην επικράτεια ενός κράτους μέλους και μετά την άσκηση σε αυτό ορισμένης εργασίας, κατά τους όρους που θα αποτελέσουν αντικείμενο κανονισμών που θα εκδώσει η Επιτροπή.
4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση.»
Το άρθρο 18 ορίζει ότι:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής των συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, δύνανται να λαμβάνουν μέτρα για την απαγόρευση των διακρίσεων αυτών.»
[4] Στο εξής, θα χρησιμοποιείται η καινούργια αρίθμηση.
[5] Βλ. επίσης την υπόθεση Weigel C-387/01 Συλλ 2004, σ. I-4981 σχετικά με το βασικό φόρο NoVA της Αυστρίας, την υπόθεση Lindfors C-365/02 Συλλ. 2004, σ. I-7183 σχετικά με το φινλανδικό φόρο «autovero» και την υπόθεση C-138/04 Επιτροπή κατά Δανίας, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, μη δημοσιευθείσα, σχετικά με το δανικό τέλος ταξινόμησης.
[6] Υπόθεση Αλεβίζος C-392/05 Συλλ. 2007, σ. I-3505 σχετικά με το ελληνικό ειδικό τέλος ταξινόμησης.
[7] Το άρθρο 110 ΣΛΕΕ ορίζει ότι:
«Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει, άμεσα ή έμμεσα, στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανώτερους από εκείνους που επιβάλλονται άμεσα ή έμμεσα στα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Επιπρόσθετα, κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων».
[8] Υπόθεση C-375/95 Επιτροπή κατά Ελλάδας Συλλ. 1997, σ. I-5981, υπόθεση C-74/06 Επιτροπή κατά Ελλάδας Συλλ. 2007, σ. I-7585.
[9] Υπόθεση Weigel C-387/01 Συλλ. 2004, σ. I-4981 σχετικά με το βασικό φόρο NoVA της Αυστρίας, υπόθεση Lindfors C-365/02 Συλλ. 2004, σ. I-7183 σχετικά με το φινλανδικό φόρο «autovero» και υπόθεση Επιτροπή κατά Δανίας C-138/04, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, μη δημοσιευθείσα, σχετικά με το δανικό τέλος ταξινόμησης.
[10] Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την περάτωση της έρευνάς του για την αναφορά 1561/2010/(MB)FOR κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
[11] Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την περάτωση της έρευνάς του για την αναφορά 1446/2010/FOR κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
[12] Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την περάτωση της έρευνάς του για την αναφορά 2410/2009/(CH)KM κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την περάτωση της έρευνάς του για την αναφορά 2711/2009/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
[13] Υπόθεση C-48/10 Επιτροπή κατά Ισπανίας Συλλ. 2010, σ. I-0000 παρ. 32.
[14] Υπόθεση Αλεβίζος C-392/05 Συλλ. 2007, σ. I-3505, παράγραφοι 49-50.
[15] βλ. παραπάνω, υπόθεση Αλεβίζος, παράγραφοι 72-74, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση C-152/03 Ritter-Coulais Συλλ. 2006, σ. I-1711, παράγραφοι 44-47.
[16] υπόθεση Αλεβίζος, βλ. παραπάνω, παράγραφοι 72-74.
[17] Weigel, Lindfors, Επιτροπή κατά Δανίας, βλ. παραπάνω.
[18] Υπόθεση C-464/02 Επιτροπή κατά Δανίας Συλλ. 2005, σ. I-7929.
[19] Υπόθεση C-415/93 Βελγική ποδοσφαιρική ομοσπονδία κ.ά. κατά Bosman και άλλων Συλλ. 1995, σ. I-4921.
[20] Υπόθεση C-74/06 Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας Συλλ. 2007, σ. I-07585.
[21] Επιτροπή κατά Δανίας, βλ.παραπάνω.