FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 409/2011/RT κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων είναι πρώην υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το 2004, η Επιτροπή τον διόρισε επικεφαλής του Γραφείου Συνδέσμου της στο Κοσσυφοπέδιο. Την 1η Απριλίου 2007 συνταξιοδοτήθηκε.

3. Τον Απρίλιο του 2007, ο καταγγέλλων μετέφερε τα έπιπλα και τα προσωπικά του αντικείμενα από το Κοσσυφοπέδιο στις Βρυξέλλες. Η Επιτροπή επέστρεψε στον καταγγέλλοντα τα εν λόγω έξοδα μετακόμισης κατόπιν σχετικού αιτήματός του.

4. Στις Βρυξέλλες, ο καταγγέλλων αποφάσισε να αποθηκεύσει τα έπιπλα και τα προσωπικά του αντικείμενα που έφερε από το Κόσοβο σε αποθήκη επίπλων για περίπου δύο μήνες.

5. Στις 27 Ιουνίου 2007, αποφάσισε να μεταφέρει όλα τα έπιπλα και τα προσωπικά του αντικείμενα από την αποθήκη επίπλων ("sortie de garde-meubles") στο σπίτι του στις Βρυξέλλες. Ζήτησε από την Επιτροπή να επιστρέψει τα προαναφερθέντα έξοδα μετακόμισης («sortie de garde-meubles»). Η Επιτροπή δέχθηκε να πραγματοποιήσει την επιστροφή.

6. Τρία χρόνια αργότερα, στις 8 Μαρτίου 2010, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να του επιστρέψει τα έξοδα μεταφοράς των επίπλων και των προσωπικών αντικειμένων του από τις Βρυξέλλες στον τόπο καταγωγής του, δηλαδή στην Ιταλία.

7. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Μαρτίου 2010, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα του καταγγέλλοντος.

8. Την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της.

9. Στις 2 Ιουλίου 2010, ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της άρνησης της Επιτροπής να επιστρέψει τα έξοδα μετακόμισής του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία.

10. Στις 27 Οκτωβρίου 2010, η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και αρνήθηκε να καταβάλει τα έξοδα μετακόμισής του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία.

11. Στις 3 Φεβρουαρίου 2011, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

12. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή της να απορρίψει το αίτημα του καταγγέλλοντος για επιστροφή των εξόδων μετακόμισής του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία. Ζήτησε από την Επιτροπή να επιστρέψει τα έξοδα μετακόμισής του από τον τόπο κατοικίας του στον τόπο καταγωγής του [1].

Η έρευνα

13. Στις 22 Μαρτίου 2011, η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα και ζήτησε από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει σχετικά με την καταγγελία έως τις 30 Ιουνίου 2011. Ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να απαντήσει στις συγκεκριμένες ερωτήσεις του [2]. Η γνώμη της Επιτροπής διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις πριν από τις 31 Ιουλίου 2011. Υπέβαλε παρατηρήσεις την 1η Αυγούστου 2011.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Μη προσήκουσα αιτιολόγηση της άρνησης επιστροφής των εξόδων μετακόμισης του καταγγέλλοντος

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή: i) παρέλειψε να παραθέσει, προς στήριξη της αποφάσεώς του, σχετική νομολογία ή άλλες διοικητικές αποφάσεις· και ii) ερμήνευσε εσφαλμένα τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

15. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, κατά τη λήξη των καθηκόντων του στο Κόσοβο, κατάλαβε ότι είχε το δικαίωμα: i) την επιστροφή των εξόδων μετακομίσεώς του από το Κόσοβο στον τόπο κατοικίας του, ήτοι στις Βρυξέλλες· και ii) την επιστροφή των εξόδων μετακόμισής του από τον τόπο κατοικίας του στον τόπο καταγωγής του (δηλαδή στην Ιταλία) εντός 3 ετών από τη λήξη των καθηκόντων του. Εξηγεί ότι στις 27 Ιουνίου 2007 αποφάσισε να μεταφέρει όλα τα έπιπλα και τα προσωπικά του αντικείμενα από την αποθήκη επίπλων στο σπίτι του στις Βρυξέλλες. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, «η μετακίνηση αυτή ολοκλήρωσε τη μετακίνησή του από το Κοσσυφοπέδιο στον τόπο κατοικίας του»[3] και δεν αφορούσε την επιστροφή του στον τόπο καταγωγής του (Ιταλία). Επομένως, κακώς η Επιτροπή αρνήθηκε να του επιστρέψει τα έξοδα μετακομίσεώς του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία.

16. Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε αιτιολογήσει επαρκώς την απόφασή της να απορρίψει το αίτημα του καταγγέλλοντος του 2010 για επιστροφή των εξόδων μετακόμισής του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ. Η Επιτροπή έκρινε ότι, βάσει της απόφασής της, ο καταγγέλλων μπορούσε εύκολα να κατανοήσει τους λόγους απόρριψης της αίτησής του [4]. Ως πρώην υψηλόβαθμος υπάλληλος της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ήταν εξοικειωμένος με τους δημοσιονομικούς κανόνες και τη δημοσιονομική πειθαρχία και, ως εκ τούτου, με τον κανόνα ότι οι διατάξεις που χορηγούν οικονομικά δικαιώματα πρέπει να ερμηνεύονται στενά [5].

17. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 δεύτερο εδάφιο του παραρτήματος Χ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η απομάκρυνση θα μπορούσε να γίνει «κατά τη στιγμή της λήξης των καθηκόντων»[6].

18. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι δεν υπήρχε νομική βάση για την επιστροφή πολλαπλών εξόδων μετακόμισης που αφορούν την ίδια επίπλωση και τα ίδια προσωπικά είδη. Ως προς αυτό, η Επιτροπή επισήμανε ότι, το 2007, ο καταγγέλλων μετέφερε τα έπιπλα και τα προσωπικά του αντικείμενα σε δύο φάσεις, ως εξής. Τον Απρίλιο του 2007, μετά τη λήξη των καθηκόντων του στο Κόσοβο, η οποία συνέπεσε με τη συνταξιοδότησή του, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να του επιστρέψει τα έξοδα που πραγματοποίησε σε σχέση με τη μεταφορά όλων των επίπλων και των προσωπικών αντικειμένων του από το Κόσοβο σε αποθήκη επίπλων στις Βρυξέλλες. Ο καταγγέλλων αιτιολόγησε το αίτημα αυτό εξηγώντας ότι το σπίτι του στις Βρυξέλλες δεν ήταν ακόμη διαθέσιμο. Η Επιτροπή προχώρησε αναλόγως και επέστρεψε στον καταγγέλλοντα τα προαναφερθέντα έξοδα μετακόμισης ύψους 4 334 EUR. Στη συνέχεια, τον Ιούνιο του 2007, ο καταγγέλλων αποφάσισε να μεταφέρει όλα τα έπιπλά του από την αποθήκη στις Βρυξέλλες στο σπίτι του στις Βρυξέλλες («sortie de garde-meubles»). Η Επιτροπή κατέβαλε επίσης τα εν λόγω έξοδα μετακόμισης, τα οποία ανήλθαν σε 2 565,20 EUR.

19. Μετά τη λήξη της υπηρεσίας του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε επιστρέψει τα έξοδα μετακόμισης του καταγγέλλοντος από το Κόσοβο στον τόπο καταγωγής του, δηλαδή στην Ιταλία, εάν είχε αποφασίσει να το πράξει. Ωστόσο, ο καταγγέλλων ζήτησε να μεταφερθούν όλα τα έπιπλα και τα προσωπικά του αντικείμενα στις Βρυξέλλες (και στα δύο στάδια της μετακόμισης) αντί της Ιταλίας. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε με το αίτημα του καταγγέλλοντος και επέστρεψε τα προαναφερθέντα έξοδα μετακόμισης και για τα δύο στάδια της μετακόμισης.

20. Στη συνέχεια, το 2010, δηλαδή τρία έτη μετά τη λήξη των καθηκόντων του, ο καταγγέλλων ζήτησε την επιστροφή των εξόδων μετακίνησής του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία. Η Επιτροπή έκρινε ότι η νέα αίτηση επιστροφής του καταγγέλλοντος ισοδυναμούσε με αίτηση επιστροφής των εξόδων μιας νέας μετακόμισης, η οποία ήταν διαφορετική από τη μετακόμιση του 2007. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν υπήρχε νομική βάση που να δικαιολογεί τη νέα αίτηση επιστροφής του καταγγέλλοντος.

21. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η απόφαση της Επιτροπής του 2010 να απορρίψει την επιστροφή των εξόδων μετακόμισής του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία ήταν εσφαλμένη, διότι είχε δικαίωμα επιστροφής των εξόδων μετακόμισής του από τον τόπο κατοικίας του στον τόπο καταγωγής του (δηλαδή στην Ιταλία) εντός 3 ετών από τη λήξη των καθηκόντων του. Δήλωσε επίσης ότι «η Επιτροπή τον ενημέρωσε προφορικά ότι μπορούσε να ζητήσει την επιστροφή των εξόδων μετακόμισής του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία έως τον Απρίλιο του 2009». Στο πλαίσιο αυτό, ο καταγγέλλων υπέβαλε αντίγραφο της αλληλογραφίας του με την εταιρεία αποθήκευσης, στην οποία ενημέρωσε την τελευταία ότι «σύμφωνα με την Επιτροπή, [είχε] το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή των εξόδων μετακίνησής [του] από τις Βρυξέλλες στον τόπο καταγωγής [του](Ιταλία) έως τον Απρίλιο του 2009».

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

22. Εν ολίγοις, η Επιτροπή προέβαλε τρία επιχειρήματα προς στήριξη της απόφασής της να απορρίψει το αίτημα του καταγγέλλοντος για επιστροφή των εξόδων μετακόμισής του από τις Βρυξέλλες στην Ιταλία το 2010, και συγκεκριμένα: (i) η μετακόμιση θα πρέπει να γίνει «κατά τη λήξη των καθηκόντων»(ii) σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, μόνο μία αίτηση για την επιστροφή των οριστικών εξόδων μετακόμισης λόγω της λήξης των καθηκόντων μπορεί να γίνει δεκτή και ο καταγγέλλων υπέβαλε δύο αιτήσεις για την επιστροφή των εξόδων μετακόμισης - μία το 2007 (μετά τη λήξη των καθηκόντων) και άλλη μία τρία έτη αργότερα· και iii) η Επιτροπή επέστρεψε ήδη τα έξοδα μετακόμισης για τα ίδια έπιπλα και προσωπικά είδη όταν μετακόμισε το 2007 (μετακόμιση σε δύο στάδια, δηλαδή από το Κόσοβο στην αποθήκη των Βρυξελλών και στη συνέχεια από εκεί στο σπίτι του στις Βρυξέλλες).

23. Ο καταγγέλλων φαίνεται να υποστηρίζει ότι: i) είχε στη διάθεσή του όλα τα τρία έτη για να προβεί σε οριστική μετακόμιση στον τόπο καταγωγής του, αρχής γενομένης από τη λήξη των καθηκόντων του· και ii) η μετακίνηση από το Κόσοβο στις Βρυξέλλες το 2007 συνδεόταν με την επιστροφή του στον τόπο κατοικίας του κατά τη λήξη των καθηκόντων του και όχι με την επιστροφή του στον τόπο καταγωγής του (Ιταλία).

24. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος στο σημείο i), ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι επιθυμεί να παραπέμψει στις σχετικές διατάξεις του άρθρου 9 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 του παραρτήματος VII, «[κ]ατά τη λήξη των καθηκόντων ή τον θάνατο υπαλλήλου, επιστρέφονται τα έξοδα μετακόμισης από τον τόπο υπηρεσίας στον τόπο καταγωγής του.» Επιπλέον, η τρίτη παράγραφος του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι, «κατά τη λήξη των καθηκόντων, η απομάκρυνση πραγματοποιείται εντός τριών ετών»[7].

25. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί, ωστόσο, να επισημάνει ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η κατάσταση του καταγγέλλοντος καλύπτεται από άλλη διάταξη, δηλαδή το άρθρο 21 δεύτερο εδάφιο του παραρτήματος Χ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, με τίτλο «Ειδικές και εξαιρετικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε τρίτη χώρα». Το άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, ορίζει τα εξής: "Σε περίπτωση οριστικής λήξης των καθηκόντων ή θανάτου, το όργανο αναλαμβάνει, υπό τους όρους που καθορίζει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, τα πραγματικά έξοδα μετακίνησης των επίπλων και των προσωπικών αντικειμένων του υπαλλήλου από τον τόπο στον οποίο ευρίσκονται τη στιγμή εκείνη στον τόπο καταγωγής του ή μεταφοράς των προσωπικών αντικειμένων του από τον τόπο υπηρεσίας στον τόπο καταγωγής του. Πράγματι, ο καταγγέλλων υπηρέτησε ως υπάλληλος της Επιτροπής σε τρίτες χώρες. Επομένως, οι εφαρμοστέοι κανόνες σχετικά με την επιστροφή των εξόδων μετακομίσεώς του είναι οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος X του ΚΥΚ. Οι εν λόγω ειδικοί κανόνες παρεκκλίνουν από τους γενικούς κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Το άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, σχετικά με την επιστροφή των εξόδων μετακομίσεως συνιστά lex specialis, ο οποίος υπερισχύει των γενικών κανόνων του άρθρου 9 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

26. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ερμήνευσε το προαναφερθέν άρθρο με πολύ διαφορετικό τρόπο από ό,τι το ερμήνευσε ο καταγγέλλων, δηλαδή ότι η απομάκρυνση και/ή η αντίστοιχη επιστροφή των εξόδων θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο κατά τη στιγμή της λήξης των καθηκόντων ή του θανάτου. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να συμφωνήσει ούτε με την ερμηνεία της Επιτροπής.

27. Πρώτον, επισημαίνει ότι το άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ αναφέρεται μόνο στα πραγματικά περιστατικά από τα οποία απορρέει η υποχρέωση του θεσμικού οργάνου να «αναλαμβάνει το πραγματικό κόστος της μετακόμισης» και δεν αναφέρεται στον χρόνο της απομάκρυνσης αυτής, όπως πράττει το άρθρο 9, παράγραφος 3, του παραρτήματος VII. Λόγω της σιωπής του νομοθέτη όσον αφορά συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η απομάκρυνση, το άρθρο 21 θα πρέπει εύλογα να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η απομάκρυνση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος . Το ζήτημα αν η απομάκρυνση πραγματοποιείται εντός εύλογης προθεσμίας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε περιπτώσεως. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι περιστάσεις αυτές θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απομάκρυνση εντός 3 ετών από τη λήξη των καθηκόντων.

28. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η ανώτατη αρχή για την ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ ανήκει στο Δικαστήριο της ΕΕ. Επιπλέον, δεν θεωρεί αναγκαία την περαιτέρω εξέταση αυτής της πτυχής της υπόθεσης, δεδομένου ότι το εναπομένον επιχείρημα της Επιτροπής, προς στήριξη της απόφασής της να απορρίψει το αίτημα του καταγγέλλοντος για επιστροφή των εξόδων μετακίνησής του το 2010, φαίνεται εύλογο.

29. Συναφώς, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, το άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει μόνο μία μετακόμιση στον τόπο καταγωγής, λόγω τερματισμού της υπηρεσίας στην τρίτη χώρα ή σε περίπτωση θανάτου. Ως εκ τούτου, η επιστροφή θα μπορούσε να καλύψει τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για τη μετακίνηση μέρους των περιουσιακών στοιχείων του καταγγέλλοντος από τον τόπο όπου βρίσκονταν και του υπόλοιπου μέρους των περιουσιακών του στοιχείων από τον τόπο υπηρεσίας του στον τόπο καταγωγής του ταυτόχρονα.

30. Στην περίπτωση του καταγγέλλοντος, το 2007 μετέφερε όλα τα υπάρχοντά του από το Κοσσυφοπέδιο (όπου εργαζόταν μέχρι τη λήξη των καθηκόντων του) στην αποθήκη αποθήκευσης στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια από την αποθήκη αποθήκευσης στις Βρυξέλλες στο σπίτι του στις Βρυξέλλες. Ακόμη και αν επιθυμούσε να μετακινήσει τα υπάρχοντά του στον τόπο καταγωγής του το 2010, δεν θα μπορούσε πλέον να κάνει χρήση του δικαιώματός του, διότι θα επρόκειτο σαφώς για χωριστή, δεύτερη απομάκρυνση, η οποία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνέχεια της πρώτης απομάκρυνσης.

31. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, η Επιτροπή παρέσχε επαρκή και εύλογη εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αίτηση του 2010 για επιστροφή των εξόδων μετακόμισης του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κρούσμα κακοδιοίκησης σε σχέση με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος. Επομένως, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

32. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι στην πραγματικότητα δεν επέστρεψε στον καταγγέλλοντα τα έξοδα μετακόμισης της επίπλωσής του και των προσωπικών του αντικειμένων στον τόπο καταγωγής του. Στην πραγματικότητα πλήρωσε για τη μετακίνησή του από το Κοσσυφοπέδιο στις Βρυξέλλες, σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε την ανωτέρω δήλωση της Επιτροπής. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι έλαβε διαβεβαιώσεις από την Επιτροπή ότι θα δικαιούτο επιστροφή των εξόδων μετακόμισής του από τις Βρυξέλλες στον τόπο καταγωγής του (Ιταλία) τρία έτη μετά την επιστροφή των εξόδων για την απομάκρυνση, σύμφωνα με τις επιθυμίες του, από το Κόσοβο στην κατοικία του στις Βρυξέλλες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί χρήσιμη την περαιτέρω εξέταση της πτυχής αυτής.

33. Σε κάθε περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι υπάλληλοι της ΕΕ που υπηρετούν σε τρίτες χώρες υποχρεούνται να μετακινούνται συνεχώς από και προς τον τόπο διαμονής τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Επομένως, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι, κατά το πέρας τοποθετήσεως σε τρίτη χώρα, ο υπάλληλος αυτός θα δικαιούται να αξιώσει την επιστροφή των εξόδων μετακομίσεώς του από τον τόπο υπηρεσίας στον τόπο κατοικίας του (ο οποίος είναι συνήθως ο τόπος όπου βρίσκεται το θεσμικό όργανο). Η κατάσταση είναι διαφορετική όταν η λήξη της θητείας σε τρίτη χώρα συμπίπτει με τη λήξη των καθηκόντων του εν λόγω υπαλλήλου (λόγω της συνταξιοδότησής του). Εάν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ζητήσει την επιστροφή των εξόδων μετακίνησής του σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο καταγωγής του, η Επιτροπή θα μπορούσε να του υπενθυμίσει ότι η επιστροφή οφείλεται λόγω της λήξης των καθηκόντων του και ότι δεν θα υπάρξει μεταγενέστερη επιστροφή των εξόδων μετακίνησής του στον τόπο καταγωγής. Ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.

Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατήρηση

Εάν υπάλληλος που υπηρετεί σε τρίτη χώρα παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του εκεί και ταυτόχρονα συνταξιοδοτηθεί, η Επιτροπή θα μπορούσε να του υπενθυμίσει ότι η αίτηση επιστροφής των εξόδων μετακόμισης σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο καταγωγής του θα αποκλείει τη μεταγενέστερη δεύτερη επιστροφή των εξόδων μετακόμισης στον τόπο καταγωγής.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 16 Νοεμβρίου 2011


[1] Στην αρχική του καταγγελία, ο καταγγέλλων συμπεριέλαβε επίσης τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν του έδωσε ουσιαστική απάντηση στην επιστολή του της 10ης Μαρτίου 2010 εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να μην συμπεριλάβει αυτόν τον ισχυρισμό στην έρευνά του, διότι, απαντώντας στην καταγγελία του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή έδωσε μια τέτοια ουσιαστική απάντηση. Εξήγησε τα ανωτέρω στην επιστολή που απέστειλε στον καταγγέλλοντα κατά την έναρξη της παρούσας έρευνας. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων φαίνεται να αμφισβητεί την απόφαση του Διαμεσολαβητή που περιγράφεται ανωτέρω. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι προέβη στις αναγκαίες προηγούμενες διοικητικές ενέργειες σε σχέση με τον ανωτέρω ισχυρισμό και θεωρεί ότι η αλληλογραφία του με την Επιτροπή επί του θέματος στηρίζει τη θέση του. Βάσει των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής δεν κρίνει αναγκαίο να επανεξετάσει την αρχική του θέση.

[2] Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει κατά πόσον το 2007 ο καταγγέλλων θα μπορούσε να ζητήσει και να του επιστραφούν τα έξοδα μεταφοράς των επίπλων και των προσωπικών αντικειμένων του από το Κόσοβο (τόπος υπηρεσίας) στην Ιταλία (τόπος καταγωγής), καθώς και τα έξοδα μεταφοράς των επίπλων και των προσωπικών αντικειμένων του που αποθηκεύτηκαν στις Βρυξέλλες στην Ιταλία (τόπος καταγωγής του) το 2010. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους, κατά τη λήξη της υπηρεσίας του καταγγέλλοντος, δέχθηκε να του επιστρέψει τα έξοδα μετακόμισης από το Κόσοβο στο Βέλγιο, ενώ ο τόπος καταγωγής του καταγγέλλοντος ήταν στην πραγματικότητα η Ιταλία.

[3] Στα γαλλικά "n'était que la finalisation du déménagement du Kosovo".

[4] Υπόθεση F-20/06, De Luca κατά Επιτροπής, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 134: «Toutefois, il résulte d’une jurisprudence constante qu’une décision faisant grief est suffisamment motivée dès lors qu’elle est elle-même intervenue dans un contexte connu du fonctionnaire concerné qui lui permet de comprendre la portée de la mesure prise à son égard».

[5] Υπόθεση F-32/08, Klein κατά Επιτροπής, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2009, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 49.

[6] Στη γαλλική γλώσσα: "lors de la cessation définitive de fonctions".

[7] Η υπογράμμιση δική μου.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!