Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 3072/2009/MHZ κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 3072/2009/MHZ - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 02 Φεβρουαρίου 2010 - Απόφαση στις Τρίτη | 05 Απριλίου 2011
Ο καταγγέλλων, μια ΜΚΟ, κατήγγειλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι τα στοιχεία σχετικά με τον προϋπολογισμό για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, τα οποία η Επιτροπή συμπεριέλαβε στο μητρώο εκπροσώπων συμφερόντων (το «μητρώο»), δεν ήταν ορθά. Ο καταγγέλλων επέμεινε ότι το κόστος των μεγάλων εκδηλώσεων άσκησης πίεσης από ομάδες συμφερόντων του ομίλου δεν αντικατοπτριζόταν στον εν λόγω προϋπολογισμό. Κατόπιν σύντομης έρευνας, η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία ως αβάσιμη. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή και ισχυρίστηκε ότι η απόρριψη της καταγγελίας του στο μητρώο ήταν εσφαλμένη και αδικαιολόγητη. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της σχετικά με τον εν λόγω προϋπολογισμό για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, να αιτιολογήσει τις αποφάσεις της σχετικά με τις καταγγελίες που υποβάλλονται στο πλαίσιο του μητρώου και να παράσχει επειγόντως περισσότερη καθοδήγηση σχετικά με τον ορισμό των επιλέξιμων δραστηριοτήτων και τους υπολογισμούς του προϋπολογισμού για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή ευρέως αποκλινουσών μεθόδων και κριτηρίων από ομάδες συμφερόντων.
Με βάση την εξέταση των εγγράφων της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να ζητήσει από την ομάδα συμφερόντων εξηγήσεις σχετικά με τις δαπάνες της για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων που σχετίζονται με τη διοργάνωση σημαντικών εκδηλώσεων άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, δεν χειρίστηκε την καταγγελία του καταγγέλλοντος στο μητρώο με επαρκή επιμέλεια. Προτείνει μια φιλική λύση δηλώνοντας ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να ζητήσει από την εν λόγω ομάδα συμφερόντων να εξηγήσει το προαναφερθέν κόστος της άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Προτείνει επίσης στην Επιτροπή να θεσπίσει και να δημοσιοποιήσει γενικούς κανόνες σχετικά με i) τις διαδικασίες της για την εξέταση καταγγελιών στο μητρώο, ii) τον τρόπο με τον οποίο οι ομάδες συμφερόντων θα πρέπει να υπολογίζουν τους προϋπολογισμούς τους για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων και iii) τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω ομάδες θα πρέπει να αναφέρουν τις επιλέξιμες δραστηριότητές τους για τους σκοπούς του μητρώου.
Η Επιτροπή αποδέχθηκε όλες αυτές τις προτάσεις και η υπόθεση περατώθηκε όπως διευθετήθηκε από το θεσμικό όργανο. Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι είναι πεπεισμένος ότι η Επιτροπή i) θα ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τα αποτελέσματα της επανεξέτασής της όσον αφορά την καταχώριση της εν λόγω ομάδας συμφερόντων και ii) θα δημοσιοποιήσει, το συντομότερο δυνατόν, τη διαδικασία της για τη διερεύνηση και την εξέταση καταγγελιών σχετικά με το μητρώο.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Στις 10 Μαρτίου 2009, ο καταγγέλλων, μια ΜΚΟ, υπέβαλε καταγγελία στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής (Διεύθυνση Ε: Διαφάνεια, σχέσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τους εξωτερικούς οργανισμούς) ότι τα στοιχεία σχετικά με τον προϋπολογισμό της ομάδας συμφερόντων A , που συμπεριέλαβε η Επιτροπή στο μητρώο εκπροσώπων συμφερόντων (το «μητρώο») δεν ήταν ορθά. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων υποστήριξε στην καταγγελία του προς την Επιτροπή («καταγγελία για το μητρώο») ότι ο Α παραβίασε το άρθρο 4 του κώδικα δεοντολογίας της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο οι εγγεγραμμένοι πρέπει να διασφαλίζουν ότι «εξ όσων γνωρίζουν, οι πληροφορίες που παρέχουν είναι αμερόληπτες, πλήρεις, επικαιροποιημένες και μη παραπλανητικές».
2. Προς στήριξη της καταγγελίας του μητρώου, ο καταγγέλλων προέβαλε ορισμένα επιχειρήματα. Πρώτον, υποστήριξε ότι ο Α, ένας ευρωπαϊκός συνασπισμός ομοσπονδιών εργοδοτών που εκπροσωπεί πάνω από 20 εκατομμύρια μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, είχε υποτιμήσει τον προϋπολογισμό του για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Σημειώνει ότι καθήκον του προσωπικού της Α είναι να ασκεί πιέσεις στους φορείς χάραξης πολιτικής της ΕΕ προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με τις επιχειρήσεις αυτές ανταποκρίνεται στα συμφέροντα των τελευταίων. Ο καταγγέλλων θεώρησε μη ρεαλιστικό το γεγονός ότι η Α δαπανά λιγότερα από 600 000 EUR για δαπάνες άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, όπως αναφέρεται στο μητρώο, δεδομένου ότι οι δαπάνες αυτές θα πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνουν το κόστος i) των μισθών του προσωπικού άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων και του προσωπικού υποστήριξης της Α· ii) δημοσιεύσεις· iii) διοργάνωση διασκέψεων υψηλού επιπέδου· iv) μίσθωμα γραφείων· v) εξοπλισμός και vi) ταξίδια. Επιπλέον, έκρινε ότι το κόστος διοργάνωσης σημαντικών εκδηλώσεων άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων θα πρέπει επίσης να συνυπολογίζεται ως κόστος άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Αναφέρθηκε λεπτομερώς σε ειδική εκδήλωση που διοργάνωσε η Α, η ετήσια Ευρωπαϊκή Επιχειρηματική Διάσκεψη Κορυφής (EBS). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το κόστος κάθε EBS και μόνο ανέρχεται σε 600 000 EUR, ενώ καθένας από τους 2500 συμμετέχοντες καταβάλλει τέλος εγγραφής ύψους 800-1200 EUR. Επιπλέον, το 2008, ο Α διοργάνωσε και άλλες σημαντικές εκδηλώσεις, μεταξύ των οποίων το «Going global: Η μελλοντική πορεία»· «Περιφέρειες και επιχειρήσεις: ζήτημα εταιρικής σχέσης»· και "Έτοιμοι, Σταθεροί, Εξυπηρέτηση!"
3. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι τα στοιχεία που είχε παράσχει η Α στην Επιτροπή θα μπορούσαν να είναι παραπλανητικά και ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε αποδεχθεί εσφαλμένα τα εν λόγω στοιχεία ως αξιόπιστα και να τα είχε συμπεριλάβει στο μητρώο. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι ο Α δεν απάντησε στις ανωτέρω ανησυχίες όταν ο καταγγέλλων απευθύνθηκε απευθείας σε αυτόν. Ο καταγγέλλων ολοκλήρωσε την καταγγελία του σχετικά με το μητρώο ζητώντας από την Επιτροπή να διερευνήσει τη συνέπεια και την αξιοπιστία των δεδομένων που αφορούν τον Α στο μητρώο.
4. Στις 5 Μαΐου 2009, η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα σύντομη απάντηση. Δήλωσε ότι είχε διενεργήσει «τις αναγκαίες επαληθεύσεις τόσο εσωτερικά όσο και σε επαφή με την BusinessEurope» και διαπίστωσε ότι «δεν υπήρχε λόγος να διαπιστωθεί παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας της Επιτροπής».
5. Στις 7 Μαΐου 2009, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή i) να προβάλει επιχειρήματα για την απόρριψη της καταγγελίας του μητρώου και ii) να τεκμηριώσει τα στοιχεία του μητρώου σχετικά με τον προϋπολογισμό για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, προκειμένου να αποδείξει ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν ήταν ορθές. Δήλωσε ότι κάθε μηχανισμός σοβαρών καταγγελιών θα πρέπει να παρέχει αιτιολόγηση και επιχειρήματα για την υποστήριξη της τελικής απόφασης που ελήφθη. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή έλειπε από την απάντηση της Επιτροπής, η οποία ήταν απογοητευτική «ιδίως επειδή ο εν λόγω μηχανισμός καταγγελιών [αφορά] ένα ζήτημα διαφάνειας».
6. Στις 13 Μαΐου 2009, η Επιτροπή απάντησε ότι οι υπάλληλοί της συναντήθηκαν με εκπροσώπους της Α και τους ζήτησαν να διευκρινίσουν τα στοιχεία και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του εκτιμώμενου ποσού που δαπανήθηκε από την Α για την άμεση άσκηση πίεσης από ομάδες συμφερόντων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «τα στοιχεία που υπέβαλε η [Α] οδήγησαν τις υπηρεσίες της Επιτροπής στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του κώδικα δεοντολογίας της Επιτροπής για τους εκπροσώπους συμφερόντων».
7. Ο καταγγέλλων δεν ικανοποιήθηκε από την εξήγηση της Επιτροπής σχετικά με τον προϋπολογισμό της Α για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Κατά συνέπεια, ζήτησε από την Επιτροπή πρόσβαση, δυνάμει του κανονισμού 1049/2001, στα ακόλουθα έγγραφα: i) όλες τις εκθέσεις των συνεδριάσεων της Επιτροπής (συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών/σημειώσεων και άλλων σχετικών εγγράφων) μεταξύ των υπηρεσιών της και των εκπροσώπων της Α σχετικά με την καταχώριση της Α στο μητρώο· ii) όλη την αλληλογραφία (συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μηνυμάτων) μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των εκπροσώπων της Α σχετικά με την ανωτέρω καταχώριση.
8. Στις 29 Ιουνίου 2009, η Επιτροπή απάντησε στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση. Παρείχε στον καταγγέλλοντα σημείωμα σχετικά με τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των εκπροσώπων της Α και της Επιτροπής στις 7 Απριλίου 2009, καθώς και έγγραφο με τίτλο «Dossier de suivi d'une plainte» στο οποίο περιγράφεται λεπτομερώς η ανάλυση της καταγγελίας σχετικά με το μητρώο και τα συμπεράσματα της Επιτροπής. Το σημείωμα του φακέλου αναφερόταν στη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε η Α κατά την εκτίμηση του προϋπολογισμού της για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, όπως εξηγήθηκε στην Επιτροπή από τους εκπροσώπους της Α. Σύμφωνα με το σημείωμα του φακέλου , οι εκπρόσωποι της A εξήγησαν επίσης ότι οι γενικές δαπάνες της περιλάμβαναν το κόστος των δημοσιεύσεών της και των εγγράφων θέσης σχετικά με την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Επιπλέον, διευκρίνισαν ότι η EBS δεν οργανώθηκε από τον Α, αλλά από ανεξάρτητο οργανισμό που δεν έχει νομικούς δεσμούς με τον Α. Ο Α ήταν απλώς συνδιοργανωτής της EBS και η συμβολή του στην εκδήλωση ήταν πνευματική και όχι οικονομική. Ο Dossier de suivi d'une plainte επανέλαβε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο της καταγγελίας του μητρώου και το περιεχόμενο του Note de Dossier. Ο φάκελος της suivi d'une plainte περιείχε επίσης τα συμπεράσματα της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία για το μητρώο, σύμφωνα με τα οποία: i) η μεθοδολογία που χρησιμοποίησε η Α ήταν ορθή· ii) δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι η Α ήθελε να παραπλανήσει την Επιτροπή και iii) η Α έπρεπε να παράσχει μόνο «εκτιμώμενα» στοιχεία για τους σκοπούς του μητρώου. Στα αντίγραφα και των δύο εγγράφων, όπως παρασχέθηκαν στον καταγγέλλοντα από την Επιτροπή, όλα τα αριθμητικά στοιχεία είχαν διαγραφεί.
9. Ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με τη συνολική εξήγηση της Επιτροπής και απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή στις 3 Δεκεμβρίου 2009.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
10. Ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς [1]:
(1) Η Επιτροπή απέρριψε εσφαλμένα την καταγγελία του καταγγέλλοντος στο μητρώο, σύμφωνα με την οποία ο προϋπολογισμός Α για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, όπως δημοσιεύτηκε στο μητρώο εκπροσώπων συμφερόντων της Επιτροπής, είχε υποτιμηθεί· και
2) Παρέλειψε να αιτιολογήσει δεόντως την απόρριψη της καταγγελίας.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι:
(1) Η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει πειστικές διευκρινίσεις σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του προϋπολογισμού της Α για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων και να επανεξετάσει την απόφασή της ότι ο προϋπολογισμός αυτός, όπως δημοσιεύτηκε στο μητρώο, ήταν ορθός.
(2) Η Επιτροπή θα πρέπει, γενικά, να αιτιολογεί τις αποφάσεις της σχετικά με τις καταγγελίες που υποβάλλονται στο πλαίσιο του μητρώου εκπροσώπων συμφερόντων.
(3) Η Επιτροπή θα πρέπει επειγόντως να παράσχει περισσότερη καθοδήγηση σχετικά με τον ορισμό των επιλέξιμων δραστηριοτήτων και τον υπολογισμό του προϋπολογισμού για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, προκειμένου να αποφευχθούν οι ευρέως αποκλίνουσες μέθοδοι και κριτήρια που εφαρμόζονται από τις ομάδες συμφερόντων, όπως αποτυπώνονται στο μητρώο.
Η έρευνα
11. Στις 2 Φεβρουαρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε την καταγγελία στην Επιτροπή για γνωμοδότηση. Ζήτησε από την Επιτροπή να συμπεριλάβει στη γνώμη λεπτομερή περιγραφή του μηχανισμού καταγγελιών της Επιτροπής σχετικά με το μητρώο εκπροσώπων συμφερόντων.
12. Στις 12 Μαρτίου 2010, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν τον φάκελο στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής [2]. Στις 26 Μαρτίου 2010, η έκθεση επιθεώρησης διαβιβάστηκε στην Επιτροπή και στον καταγγέλλοντα.
13. Στις 29 Απριλίου 2010, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι δεν μπορούσε να τηρήσει την προθεσμία για την αποστολή της γνώμης της και ζήτησε νέα προθεσμία. Στις 3 Μαΐου 2010, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη νέα προθεσμία.
14. Στις 8 Ιουλίου 2010, η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα στις 21 Ιουλίου 2010. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 19 Αυγούστου 2010. Στις 14 Δεκεμβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στην Επιτροπή πρόταση για φιλική λύση, στην οποία η Επιτροπή απάντησε την 1η Μαρτίου 2011. Ο καταγγέλλων υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω απάντηση στις 9 Μαρτίου 2011.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Εικαζόμενη εσφαλμένη και αδικαιολόγητη απόρριψη της καταγγελίας του Μητρώου και των σχετικών αξιώσεων
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
15. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή i) απέρριψε εσφαλμένα την καταγγελία της στο μητρώο, σύμφωνα με την οποία ο προϋπολογισμός Α για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, όπως δημοσιεύτηκε στο μητρώο εκπροσώπων συμφερόντων της Επιτροπής, υποτιμήθηκε και ii) δεν παρείχε κατάλληλη αιτιολόγηση για την απόρριψη της καταγγελίας.
16. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να δεχθεί ότι ο Α ήταν μόνο ο συνδιοργανωτής της ευρωπαϊκής επιχειρηματικής διάσκεψης κορυφής (EBS) αποκλειστικά βάσει της σχετικής δήλωσης του Α. Ωστόσο, ακόμη και αν συνέβαινε αυτό, ο προϋπολογισμός της Α θα έπρεπε να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η Α διοργανώνει άλλες εκδηλώσεις παρόμοιες με την εκδήλωση EBS.
17. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι, μετά από άλλη καταγγελία που υπέβαλε στο μητρώο, η Επιτροπή υποχρέωσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Χημικών Βιομηχανιών να υπολογίσει εκ νέου τον προϋπολογισμό του για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, με αποτέλεσμα να αυξηθεί από 50 000 EUR σε 4 000 000 EUR. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο προϋπολογισμός για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων του ομίλου Α, ο οποίος αντιπροσωπεύει 20 εκατομμύρια μεγάλες και μικρές επιχειρήσεις, δεν μπορεί εύλογα να ανέρχεται μόνο στο 15 % του προϋπολογισμού για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων της ένωσης άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων της χημικής βιομηχανίας, η οποία αντιπροσωπεύει 29 000 εταιρείες. Επιπλέον, ο προϋπολογισμός της Α για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, όπως φαίνεται στο μητρώο, είναι μόλις το ένα τρίτο του μεγέθους μιας άλλης ομάδας, της UEAPME (της εργοδοτικής οργάνωσης που εκπροσωπεί τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής βιοτεχνίας, του εμπορίου και των ΜΜΕ). Ως εκ τούτου, η σύγκριση μεταξύ του προϋπολογισμού του Α για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων και άλλων μεγάλων ομάδων συμφερόντων έδειξε σημαντική διαφορά.
18. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει πειστικές διευκρινίσεις σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του προϋπολογισμού της Α για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων και, στη συνέχεια, να επανεξετάσει την απόφασή της ότι ο εν λόγω προϋπολογισμός, όπως δημοσιεύτηκε στο μητρώο, ήταν ορθός. Επιπλέον, σε γενικές γραμμές, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αιτιολογεί τις αποφάσεις της σχετικά με τις καταγγελίες που υποβάλλονται στο πλαίσιο του μητρώου εκπροσώπων συμφερόντων. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι αυτό συνάδει πλήρως με τον στόχο του Μητρώου, ο οποίος είναι η παροχή διαφάνειας σχετικά με τους προϋπολογισμούς για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων.
19. Τέλος, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει επειγόντως περισσότερη καθοδήγηση σχετικά με τον ορισμό των επιλέξιμων δραστηριοτήτων και τον τρόπο υπολογισμού του προϋπολογισμού για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, προκειμένου να αποφευχθούν οι ευρέως αποκλίνουσες μέθοδοι και κριτήρια που εφαρμόζονται από τις ομάδες συμφερόντων και αντικατοπτρίζονται στο μητρώο. Ο καταγγέλλων υποστήριξε εν προκειμένω ότι η έλλειψη περαιτέρω καθοδήγησης από την Επιτροπή για τους εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των προϋπολογισμών τους για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων είχε ως αποτέλεσμα «τις ευρέως αποκλίνουσες μεθόδους και κριτήρια που εφαρμόζουν οι ομάδες συμφερόντων» και έδωσε στο κοινό «μια ασαφή και συχνά ψευδή εικόνα της άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων στις Βρυξέλλες».
20. Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι υπηρεσίες της είχαν ακολουθήσει μια πολύ απλή και σαφή διαδικασία κατά τη διεκπεραίωση της καταγγελίας του καταγγέλλοντος στο μητρώο.
21. Η διαδικασία περιλάμβανε μια πρώτη ανάλυση των εγγράφων που υπέβαλε ο καταγγέλλων. «Έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα από αυτή την αρχική ανάλυση ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν λόγοι παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας», διοργανώθηκε συνάντηση με τους εκπροσώπους της ΒΕ στις εγκαταστάσεις τους, προκειμένου να τους παρουσιαστεί ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος και να ακουστούν οι παρατηρήσεις και οι εξηγήσεις τους «λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το δικαίωμα υπεράσπισής τους».
22. Οι εξηγήσεις που έδωσαν οι εκπρόσωποι της Α κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης οδήγησαν τις υπηρεσίες της Επιτροπής στο συμπέρασμα ότι η Α είχε χρησιμοποιήσει σαφή μεθοδολογία για τον υπολογισμό του εκτιμώμενου κόστους άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας και ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα και την Α.
23. Η Επιτροπή παρέπεμψε στο έγγραφο Dossier de suivi d'une plainte για πλήρη περιγραφή όλων των διαδικαστικών σταδίων που ακολούθησαν οι υπηρεσίες της κατά την εξέταση της καταγγελίας του μητρώου.
24. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων συμφώνησε με την Επιτροπή ότι η μέθοδος υπολογισμού του κόστους άσκησης πίεσης από την Α ήταν σαφής και κατανοητή. Ωστόσο, μια σαφής μεθοδολογία δεν διασφαλίζει απαραιτήτως ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ορθές. Δεδομένου ότι τα ποσοστά για το μισθολογικό κόστος και το κόστος δραστηριότητας που παρείχε η Α είχαν διαγραφεί από την Επιτροπή στα έγγραφα που υποβλήθηκαν στον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να επαληθεύσει αν τα στοιχεία σχετικά με την Α στο μητρώο ήταν ορθά. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων εξακολουθούσε να αμφισβητεί την αξιοπιστία και την ορθότητα των ποσοστών αυτών. Επανέλαβε ότι ο αριθμός των υπαλλήλων της Α (εκτιμάται σε 45) και ο αριθμός των δραστηριοτήτων που διοργανώνονται από την Α (εκδηλώσεις, συναντήσεις ομάδων συμφερόντων, δημοσιεύσεις, υλικό) υποδηλώνουν ότι ο προϋπολογισμός της Α για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων ύψους 550 000 - 600 000 ευρώ δεν συνάδει με την παρουσία της Α στις Βρυξέλλες και, ως εκ τούτου, δεν είναι αξιόπιστος. Αυτό σημαίνει ότι ο Α μπορεί να χρησιμοποιεί πολύ χαμηλά ποσοστά. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δεν παρέσχε πληροφορίες για να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι τα ποσοστά του Α ήταν ορθά.
25. Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ορισμένες από τις εξηγήσεις της Α σχετικά με το κόστος που περιλαμβάνεται στον δηλωθέντα προϋπολογισμό της για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων δημιούργησαν «μια πολύ αδιαφανή εικόνα» και παραπλάνησαν «το κοινό σχετικά με τις πραγματικές δραστηριότητες άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων της Α». Αυτό συνέβη, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, επειδή η Α ισχυρίστηκε ότι δεν επιβαρύνθηκε με έξοδα για τη διοργάνωση της «μεγαλύτερης ετήσιας εκδήλωσης συμφερόντων στην ΕΕ», της EBS, παρά το γεγονός ότι γενικά θεωρήθηκε ότι ήταν ο κύριος διοργανωτής της.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
26. Στην καταγγελία του προς την Επιτροπή σχετικά με το μητρώο, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο Α παραβίασε τον κανόνα αριθ. 4 του κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος προβλέπει ότι οι εκπρόσωποι ομάδων συμφερόντων που καταχωρίζουν δεδομένα θα πρέπει «να διασφαλίζουν ότι, εξ όσων γνωρίζουν, οι πληροφορίες που παρέχουν είναι αμερόληπτες, πλήρεις, επικαιροποιημένες και μη παραπλανητικές». Ο καταγγέλλων προέβαλε επιχειρήματα προς υποστήριξη της καταγγελίας του σχετικά με το πιθανό κόστος των δραστηριοτήτων των ομάδων συμφερόντων Α. Κατά την άποψή της, ο εκτιμώμενος αριθμός των δραστηριοτήτων άμεσης άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων που δηλώθηκαν από την Α στο μητρώο δεν ήταν πλήρης. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής έκρινε χρήσιμο να τονίσει ότι η έρευνά του θα αφορούσε αποκλειστικά τον χειρισμό της καταγγελίας του Μητρώου από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διερεύνησε τις δραστηριότητες του Α και δεν είχε καμία αρμοδιότητα να το πράξει [3].
27. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, κατά την έναρξη της έρευνας, ζήτησε από την Επιτροπή να παράσχει λεπτομερή περιγραφή του μηχανισμού καταγγελιών της Επιτροπής σχετικά με το μητρώο εκπροσώπων συμφερόντων. Στη γνώμη της, η Επιτροπή παρέπεμψε σε έγγραφο με τίτλο «Dossier de suivi d'une plainte» όσον αφορά την ατομική καταγγελία του καταγγέλλοντος, αλλά δεν παρείχε γενικές πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες της για την εξέταση των καταγγελιών και δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αίτημα του Διαμεσολαβητή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι δεν υπάρχει γενικός μηχανισμός καταγγελιών σχετικά με το μητρώο και ότι η Επιτροπή εξετάζει τις καταγγελίες κατά περίπτωση. Ο Διαμεσολαβητής δεν ήταν πεπεισμένος ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός και διαφανής χειρισμός των καταγγελιών. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι θα πρέπει, γενικά, να αιτιολογεί τις αποφάσεις της σχετικά με τις καταγγελίες στο μητρώο.
28. Ωστόσο, με βάση το έγγραφο της Επιτροπής «Dossier de suivi d' une plainte» (αντίγραφο του οποίου διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα από την Επιτροπή, με σκιασμένα τα αριθμητικά στοιχεία), ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι η Επιτροπή έλαβε τα ακόλουθα μέτρα κατά την εξέταση της καταγγελίας του καταγγέλλοντος στο μητρώο. Πρώτον, συμβουλεύτηκε τον ιστότοπο της Α για να ελέγξει τον συνολικό αριθμό των υπαλλήλων της και τα καθήκοντά τους. Διαπίστωσε ότι υπήρχαν πράγματι 45 υπάλληλοι (όπως ισχυρίστηκε ο καταγγέλλων), αλλά δεν μπόρεσε να καθορίσει πόσος από τον χρόνο εργασίας τους σχετιζόταν με τις δραστηριότητες άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων της Α. Στη συνέχεια, η Επιτροπή συναντήθηκε με ανώτερους εκπροσώπους της Α για να ζητήσει διευκρινίσεις. Η Α εξήγησε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του προϋπολογισμού της για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων και δήλωσε ότι η EBS οργανώνεται από διαφορετική και ανεξάρτητη νομική οντότητα. Η Επιτροπή έκρινε ότι η διευκρίνιση αυτή ήταν επαρκής για να καταδείξει ότι η Α δεν είχε την πρόθεση να παραπλανήσει την Επιτροπή κατά την παροχή των σχετικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, έκλεισε τον φάκελο και ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη (τον καταγγέλλοντα και τον Α) για τα πορίσματά της.
29. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι τα διαδικαστικά στάδια που αναφέρονται στη σκέψη 28 ανωτέρω ήταν κατάλληλα. Με βάση την πείρα της από τον χειρισμό της καταγγελίας του Μητρώου, η Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει μέτρα για την επισημοποίηση των διαδικασιών της για τον χειρισμό καταγγελιών που σχετίζονται με το Μητρώο.
30. Όσον αφορά τα ουσιαστικά συμπεράσματα της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε καταρχάς ότι τα δεδομένα μπορεί να είναι αντικειμενικά παραπλανητικά, ακόμη και αν δεν είναι αυτή η πρόθεση του προσώπου που τα παρέχει. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, ως το θεσμικό όργανο που τηρεί το μητρώο, η Επιτροπή πρέπει να ενεργεί με επαρκή επιμέλεια ώστε να διασφαλίζει ότι τα δεδομένα που περιέχονται στο μητρώο δεν είναι αντικειμενικά παραπλανητικά. Εναπόκειται στην Επιτροπή και όχι στον Διαμεσολαβητή να κρίνει κατά πόσον η μέθοδος υπολογισμού που χρησιμοποιείται από ομάδα συμφερόντων που επιθυμεί να καταχωρίσει τον σχετικό προϋπολογισμό της είναι κατάλληλη εν προκειμένω. Ωστόσο, το ποσό του εκτιμώμενου προϋπολογισμού για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, ακόμη και αν υπολογίζεται βάσει σαφούς μεθοδολογίας, μπορεί να εξακολουθεί να είναι παραπλανητικό εάν τα δεδομένα στα οποία βασίζεται ο υπολογισμός δεν είναι ακριβή. Με άλλα λόγια, η χρήση αποδεκτής μεθοδολογίας δεν διασφαλίζει κατ’ ανάγκη την ακρίβεια του συνολικού δηλωθέντος προϋπολογισμού για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Το τελικό ποσό εξαρτάται ουσιαστικά από δύο άλλους παράγοντες, πρώτον, το κόστος που λαμβάνεται υπόψη και, δεύτερον, το ποσοστό αυτών που θεωρείται ότι σχετίζεται άμεσα με τις δραστηριότητες άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων.
31. Ο Διαμεσολαβητής επιθεώρησε τον φάκελο της Επιτροπής προκειμένου να τον βοηθήσει να αποφασίσει κατά πόσον η Επιτροπή επέδειξε επαρκή επιμέλεια όσον αφορά την αντιμετώπιση των αμφιβολιών που εξέφρασε ο καταγγέλλων σχετικά με τον προϋπολογισμό για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων που δήλωσε ο Α. Ο έλεγχος αφορούσε έγγραφα τα οποία η Επιτροπή χαρακτήρισε εμπιστευτικά [4].
32. Πρώτον, τα έγγραφα που ελέγχθηκαν ανέφεραν ότι το κόστος των δραστηριοτήτων άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων της Α αποτελεί μικρό [5] ποσοστό του συνολικού κόστους της. Το ίδιο μικρό ποσοστό εφαρμόστηκε στον συνολικό χρόνο που αφιέρωσε το προσωπικό της Α σε δραστηριότητες άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Με βάση τα έγγραφα αυτά, φαίνεται επίσης ότι μια μειοψηφία των 45 μελών του προσωπικού της Α ασχολείται με δραστηριότητες άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, ακόμη και αν τα ανωτέρω ποσοστά ήταν αρκετά χαμηλά, η Επιτροπή δεν είχε στοιχεία που να την αμφισβητούν, διότι i) η καταγγελία για το Μητρώο δεν περιείχε συγκεκριμένα επιχειρήματα σχετικά με το ποια ποσοστά θα πρέπει να θεωρούνται αξιόπιστα και ii) η Επιτροπή απαιτούσε μόνο εκτιμώμενα στοιχεία από τους εγγεγραμμένους.
33. Δεύτερον, όσον αφορά το κόστος των δραστηριοτήτων άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων στο σημείωμα για τον φάκελο και στον φάκελο για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, η Επιτροπή ανέφερε ότι η Α παρείχε εξηγήσεις σχετικά με δύο κατηγορίες δαπανών άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων: τα έξοδα μισθοδοσίας και τα γενικά έξοδα (συμπεριλαμβανομένων των εξόδων δημοσίευσης).
34. Ωστόσο, ούτε η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία της Γραμματείας, ούτε κανένα από τα έγγραφα στα οποία είχε πρόσβαση ο Διαμεσολαβητής κατά τη διάρκεια του ελέγχου των εγγράφων, δεν αναφερόταν στις δαπάνες που σχετίζονται με τη διοργάνωση και τη χορηγία εκδηλώσεων στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων της Α. Η Α παρέσχε στην Επιτροπή μόνο εξηγήσεις όσον αφορά την EBS (ότι συνεργάστηκε μόνο για την οργάνωση της EBS, αλλά δεν συνεισέφερε οικονομικά).[6]
35. Ωστόσο, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε λεπτομερώς στο εν λόγω κόστος στην καταγγελία του στο μητρώο και παρείχε όχι μόνο το EBS ως παράδειγμα, αλλά και παραδείγματα άλλων σημαντικών γεγονότων, όπως το «Going global: Η μελλοντική πορεία»· «Περιφέρειες και επιχειρήσεις: ζήτημα εταιρικής σχέσης»· "Έτοιμοι, Σταθεροί, Σέρβις!". Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ήταν πράγματι εύλογο να θεωρηθεί ότι οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για τη διοργάνωση και/ή τη χορηγία εκδηλώσεων αυτού του είδους θα πρέπει να θεωρούνται δαπάνες άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων. Πράγματι, ο κώδικας δεοντολογίας της Επιτροπής ανέφερε ρητά ότι αυτού του είδους οι δραστηριότητες περιλαμβάνονται σε εκείνες «που διεξάγονται με στόχο να επηρεάσουν τη χάραξη πολιτικής και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων».
36. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, επειδή δεν ζήτησε ρητά από την Α εξηγήσεις σχετικά με το κόστος άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων που σχετίζεται με τη διοργάνωση σημαντικών εκδηλώσεων εκτός της EBS, μολονότι ο καταγγέλλων υποστήριξε σαφώς ότι υπήρχαν, η Επιτροπή δεν χειρίστηκε την καταγγελία του Μητρώου με επαρκή επιμέλεια. Επιπλέον, μη λαμβάνοντας υπόψη το ζήτημα αυτό στην απόφασή της σχετικά με την καταγγελία για το μητρώο, η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της να παράσχει ακριβή αιτιολόγηση [7]. Πρόκειται για πιθανή περίπτωση κακοδιοίκησης.
37. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει επειγόντως περισσότερη καθοδήγηση σχετικά με τον ορισμό των επιλέξιμων δραστηριοτήτων και τον τρόπο υπολογισμού του προϋπολογισμού για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων, προκειμένου να αποφευχθούν οι ευρέως αποκλίνουσες μέθοδοι και κριτήρια που εφαρμόζονται από τις ομάδες συμφερόντων και αντικατοπτρίζονται στο μητρώο, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε καταρχάς ότι, με βάση τη συνολική αλληλογραφία της Επιτροπής με τον καταγγέλλοντα και τη γνώμη της Επιτροπής, φάνηκε ότι η Επιτροπή δεν παρείχε καμία ουσιαστική καθοδήγηση στους εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των προϋπολογισμών τους για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων.
38. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε, εν προκειμένω, ότι η κατάσταση που ανέφερε ο καταγγέλλων και οδήγησε στην παρούσα έρευνα φαινόταν να είναι συνέπεια αυτής της έλλειψης ουσιαστικής καθοδήγησης.
39. Επιπλέον, η Διαμεσολαβήτρια δεν αντιλήφθηκε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή θα μπορούσε να χειρίζεται με διαφάνεια καταγγελίες του μητρώου παρόμοιες με την εν λόγω καταγγελία και να διασφαλίζει το «δικαίωμα υπεράσπισης» των ενδιαφερόμενων εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων ελλείψει ουσιαστικής καθοδήγησης σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των προϋπολογισμών των ομάδων συμφερόντων.
40. Επιπλέον, η έλλειψη τέτοιας καθοδήγησης σημαίνει ότι όλες οι πραγματικές πληροφορίες στο μητρώο παρέχονται υπό την αποκλειστική ευθύνη του εγγεγραμμένου, ο οποίος, επιπλέον, δεν υποχρεούται να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία, αιτιολόγηση ή δικαιολογητικά έγγραφα για τις δηλώσεις του. Αυτό μειώνει σαφώς την αξιοπιστία του μητρώου. Εάν η Επιτροπή δεν λάβει καταγγελία στο μητρώο (όπως η καταγγελία του καταγγέλλοντος), δεν θα έχει πράγματι καμία ώθηση να επαληθεύσει κατά πόσον οι πληροφορίες που αναφέρονται στο μητρώο και τίθενται στη διάθεση των πολιτών από την Επιτροπή είναι «αμερόληπτες, πλήρεις, επικαιροποιημένες και μη παραπλανητικές».
41. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η έλλειψη καθοδήγησης σχετικά με τον τρόπο και το είδος του κόστους άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων που θα πρέπει να υπολογίζεται για τους σκοπούς του Μητρώου μπορεί πράγματι να θέσει σε κίνδυνο τους ίδιους τους στόχους του Μητρώου, δηλαδή τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στις δραστηριότητες της Επιτροπής και την ενίσχυση της διαφάνειας και της συνοχής της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεώρησε ότι ο εθελοντικός χαρακτήρας του Μητρώου δικαιολογούσε την έλλειψη της εν λόγω καθοδήγησης.
42. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να υποβάλει πρόταση για φιλική λύση. Η πρόταση έχει ως εξής:
1 Λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας στις παραγράφους 33-36 ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να ανοίξει εκ νέου την καταγγελία του Μητρώου και να ζητήσει από την Α πρόσθετες εξηγήσεις σχετικά με το κόστος άσκησης πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων που σχετίζεται με σημαντικά γεγονότα εκτός της EBS. (πρώτη πρόταση)
2 Λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας στις παραγράφους 27 και 29 ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να θεσπίσει και να δημοσιοποιήσει γενικούς κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες της για την εξέταση καταγγελιών στο μητρώο. (δεύτερη πρόταση)
3 Λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας στις παραγράφους 37-41 ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να καταρτίσει και να δημοσιεύσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι ομάδες συμφερόντων θα πρέπει να υπολογίζουν τους προϋπολογισμούς τους για την άσκηση πίεσης ή επιρροής από ομάδες συμφερόντων και τον τρόπο υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις επιλέξιμες δραστηριότητές τους. (τρίτη πρόταση)
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
43. Όσον αφορά την πρώτη πρόταση, η Επιτροπή δήλωσε ότι «ήταν έτοιμη» να καλέσει την Α i) να συμπληρώσει τις εξηγήσεις της και ii) να παράσχει στην Επιτροπή περαιτέρω λεπτομέρειες. Η Επιτροπή διαβεβαίωσε τη Διαμεσολαβήτρια ότι «θα προβεί σύντομα στην ενέργεια αυτή».
44. Όσον αφορά τη δεύτερη πρόταση, η Επιτροπή δήλωσε ότι η ανάγκη για δημόσιους γενικούς κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες διεκπεραίωσης των καταγγελιών του μητρώου εξετάστηκε πρόσφατα στο πλαίσιο κοινής ομάδας εργασίας Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Επιτροπής για ένα κοινό μητρώο. Η Επιτροπή επισύναψε στην απάντησή της αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Σχέδιο συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία Μητρώου Διαφάνειας».[8] Δήλωσε επίσης ότι το έγγραφο αυτό δείχνει ότι η διαδικασία για την εξέταση των καταγγελιών στο Μητρώο είναι σαφής και περιγράφεται λεπτομερώς σε παράρτημα του ανωτέρω σχεδίου κοινής συμφωνίας. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης σχετικά ότι δεν θα αναμείνει την έναρξη λειτουργίας του κοινού μητρώου πριν από την εφαρμογή αυτής της διαδικασίας, αλλά θα το εφαρμόσει σε νέες καταγγελίες του μητρώου που θα παραληφθούν «από τώρα και στο εξής».
45. Όσον αφορά την τρίτη πρόταση, η Επιτροπή δήλωσε ότι προτίθεται, από κοινού με το Κοινοβούλιο, να παράσχει και να δημοσιοποιήσει καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι εκπρόσωποι συμφερόντων αναμένεται να καταρτίζουν και να υποβάλλουν τις οικονομικές δηλώσεις τους στο μητρώο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω εκπρόσωποι θα πρέπει να αναφέρουν τις επιλέξιμες δραστηριότητές τους. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές βρίσκονται επί του παρόντος στο στάδιο της προετοιμασίας και θα δημοσιευθούν «πριν από την έναρξη λειτουργίας του κοινού μητρώου».
46. Ο καταγγέλλων συμφώνησε με την ανωτέρω απάντηση της Επιτροπής. Ωστόσο, ζήτησε από την Επιτροπή: i) να την ενημερώσει σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης της καταχώρισης του Α, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αλλαγών στην καταχώριση, και να της παράσχει εξηγήσεις για τις εν λόγω πιθανές αλλαγές, και ii) να δημοσιοποιήσει, το συντομότερο δυνατόν, τις διαδικασίες για τη διεκπεραίωση των καταγγελιών του μητρώου.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
47. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι έχει επιτευχθεί η φιλική λύση.
48. Ευελπιστεί επίσης ότι, όπως ζητείται στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή i) θα ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τα αποτελέσματα της επανεξέτασής της όσον αφορά την καταχώριση του Α και ii) θα δημοσιοποιήσει, το συντομότερο δυνατόν, τη διαδικασία της για τη διερεύνηση και τη διεκπεραίωση καταγγελιών σχετικά με το Μητρώο Διαφάνειας (μέρος 4 του εγγράφου με τίτλο «Σχέδιο συμφωνίας Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου-Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη θέσπιση Μητρώου Διαφάνειας»).
Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Η φιλική λύση έχει επιτευχθεί.
Ο Διαμεσολαβητής ευελπιστεί ότι, όπως ζητήθηκε στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή (i) θα ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τα αποτελέσματα της επανεξέτασής της όσον αφορά την καταχώριση του Α και (ii) θα δημοσιοποιήσει, το συντομότερο δυνατόν, τη διαδικασία της για τη διερεύνηση και τη διεκπεραίωση καταγγελιών σχετικά με το Μητρώο Διαφάνειας (μέρος 4 του εγγράφου με τίτλο «Σχέδιο συμφωνίας Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου-Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη θέσπιση Μητρώου Διαφάνειας»).
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 5 Απριλίου 2011
[1] Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε γιατί απέκρυψε τμήματα των πληροφοριών σχετικά με τα στοιχεία του προϋπολογισμού Α που παρασχέθηκαν ως απάντηση στην καταγγελία της για το μητρώο. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν εξέτασε την πτυχή αυτή στο πλαίσιο της έρευνάς του, διότι την έκρινε απαράδεκτη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή, πριν από την υποβολή των καταγγελιών πρέπει να έχουν προηγηθεί τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς το οικείο θεσμικό όργανο. Το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι, όταν ένα θεσμικό όργανο απορρίπτει αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα, ο αιτών μπορεί να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση ζητώντας από το εν λόγω θεσμικό όργανο να επανεξετάσει τη θέση του. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001 ορίζει ότι, σε περίπτωση απόρριψης της εν λόγω επιβεβαιωτικής αίτησης, ο αιτών μπορεί να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ή να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Ως εκ τούτου, σε υποθέσεις που αφορούν αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001, η απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ερμηνεύεται από τον Διαμεσολαβητή υπό την έννοια ότι, προτού οι καταγγέλλοντες υποβάλουν καταγγελία κατά άρνησης παροχής πρόσβασης, πρέπει κανονικά να υποβάλουν επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης στο οικείο θεσμικό όργανο. Ο καταγγέλλων υπέβαλε μόνο αρχική αίτηση στην Επιτροπή και όχι επιβεβαιωτική αίτηση. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν προέβη σε κατάλληλες προηγούμενες διοικητικές ενέργειες προς την Επιτροπή σε σχέση με τις ανωτέρω πτυχές της καταγγελίας, οι οποίες, ως εκ τούτου, κρίθηκαν απαράδεκτες.
[2] Οι υπηρεσίες της Επιτροπής απέστειλαν στον καταγγέλλοντα μη εμπιστευτικές εκδοχές δύο από τα έγγραφα αυτά, του φακέλου «Dossier de suivi d'une plainte» και του υπομνήματος φακέλου. Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν το εμπιστευτικό κείμενο. Επιθεώρησαν επίσης ένα τρίτο έγγραφο, ένα εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των υπηρεσιών της Επιτροπής στο οποίο συνοψίζεται η θέση τους σχετικά με την καταγγελία για το μητρώο που κηρύχθηκε εμπιστευτική στο σύνολό της. Τέλος, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν ένα τέταρτο και μη εμπιστευτικό έγγραφο, το οποίο ήταν επιστολή της Επιτροπής με την οποία ενημέρωνε την ΒΕ ότι δεν είχε διαπιστώσει παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας της Επιτροπής από την τελευταία.
[3] Άρθρο 228 της ΣΛΕΕ.
[4] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΕ 1994, L 113, σ. 15) και τις εκτελεστικές διατάξεις που εξέδωσε ο Διαμεσολαβητής και τροποποιήθηκαν τελευταία στις 3 Δεκεμβρίου 2008, ούτε ο καταγγέλλων ούτε το κοινό έχουν πρόσβαση σε εμπιστευτικά έγγραφα που περιήλθαν στις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή κατά τη διάρκεια ελέγχου.
[5] Αυτά και άλλα αριθμητικά στοιχεία που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο χαρακτηρίστηκαν εμπιστευτικά από την Επιτροπή.
[6] Η δήλωση αυτή αναπτύχθηκε περαιτέρω στο έγγραφο που επιθεώρησε ο Διαμεσολαβητής με τίτλο «Σημείωμα φακέλου», της 7ης Απριλίου 2009.
[7] Ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, ως άμεση συνέπεια του άρθρου 296 της ΣΛΕΕ, η υποχρέωση αιτιολόγησης είναι εγγενής σε κάθε στάδιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε επίπεδο ΕΕ, καθώς και σε κάθε διοικητική διαδικασία ενώπιον θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτό αποτελεί ουσιώδη πτυχή του δικαιώματος χρηστής διοίκησης.
[8] Η ακόλουθη δήλωση αποποίησης ευθύνης συμπεριλήφθηκε στο κάτω μέρος κάθε σελίδας αυτού του σχεδίου: «Το παρόν κείμενο αντικατοπτρίζει τη συναίνεση που επιτεύχθηκε στο πλαίσιο της ομάδας υψηλού επιπέδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δημοσιοποιείται με σκοπό τη διαφάνεια και την ενημέρωση, ωστόσο θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, από σήμερα, δεν έχει εγκριθεί από τα θεσμικά όργανα στα οποία θα υποβληθεί τώρα.»