Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 2024/2014/ANA σχετικά με τον έλεγχο και την ανάκτηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά το έργο UNCOSS
Απόφαση
Υπόθεση 2024/2014/ANA - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 09 Ιανουαρίου 2015 - Σύσταση σχετικά με Δευτέρα | 31 Ιουλίου 2017 - Απόφαση στις Πέμπτη | 23 Αυγούστου 2018 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Υποθέσεις στις οποίες διαπιστώθηκε κρούσμα κακοδιοίκησης ) - Χώρα Κροατία
Ο καταγγέλλων είναι ιδιοκτήτης κροατικής εταιρείας, η οποία συμμετείχε σε κοινοπραξία που εκτέλεσε έργο χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ. Με βάση τα πορίσματα ελέγχου που διενεργήθηκε μετά την ολοκλήρωση του έργου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδίωξε να ανακτήσει κεφάλαια που υπερέβαιναν συνολικά το ποσό που είχε λάβει ο καταγγέλλων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι αυτό ήταν παράλογο και άδικο και απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε την καταγγελία και δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση με τα περισσότερα πορίσματα του ελέγχου, τα οποία αφορούσαν το κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι συμβατικές υποχρεώσεις.
Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι ορισμένες δηλώσεις στις εκθέσεις ελέγχου της Επιτροπής ήταν ακατάλληλες και ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να απορρίψει το ποσοστό που εφάρμοσε ο καταγγέλλων για τον υπολογισμό των δαπανών προσωπικού του. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι ήταν σαφώς άδικο για την Επιτροπή να επιδιώξει την ανάκτηση κεφαλαίων που υπερβαίνουν το ποσό που είχε λάβει ο καταγγέλλων στο πλαίσιο του έργου. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι οι ενέργειες αυτές ισοδυναμούσαν με κακοδιοίκηση.
Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής συνέστησε στην Επιτροπή: (1) να αναγνωρίσει ότι οι δηλώσεις που έγιναν στις εκθέσεις ελέγχου ήταν ακατάλληλες και να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα· 2) να επανεξετάσει τα πορίσματα του ελέγχου της όσον αφορά το εφαρμοστέο ποσοστό για τις δαπάνες προσωπικού και να αναθεωρήσει αναλόγως το προς ανάκτηση ποσό· 3) να μειώσει περαιτέρω το ποσό που επιδιώκει να ανακτήσει, ώστε να αντικατοπτρίζεται το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν πραγματοποίησε τελική πληρωμή στο πλαίσιο του έργου· και 4) να παραιτηθεί από τις «αποζημιώσεις» που επιδιώκει να ανακτήσει στο σύνολό τους.
Η Επιτροπή επανεξέτασε τη θέση της σχετικά με την πρώτη, την τρίτη και την τέταρτη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας. Η αποδοχή από την Επιτροπή της τρίτης και της τέταρτης σύστασης είχε ως αποτέλεσμα το ποσό που επιδιώκει να ανακτήσει από τον καταγγέλλοντα να μειωθεί κατά 313.506,55 ευρώ. Ταυτόχρονα, η αναθεωρημένη θέση της Επιτροπής σχετικά με την πρώτη σύσταση δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση ότι ορισμένες δηλώσεις που έγιναν στις εκθέσεις ελέγχου ήταν ακατάλληλες· Ούτε ισοδυναμεί με απολογία. Επιπλέον, η Επιτροπή απέρριψε τη δεύτερη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας χωρίς να προβάλει πειστικά επιχειρήματα.
Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις και έχοντας συνεργαστεί εκτενώς με την Επιτροπή σε σχέση με την κακοδιοίκηση, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η περαιτέρω συνεργασία είναι απίθανο να οδηγήσει σε πιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα για τον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Η Διαμεσολαβήτρια αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή έχει προχωρήσει σημαντικά στην υπόθεση αυτή και έχει εξετάσει ικανοποιητικά την ουσία δύο από τα πορίσματά της περί κακοδιοίκησης. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν απάντησε ικανοποιητικά σε δύο άλλες διαπιστώσεις κακοδιοίκησης.
Η Διαμεσολαβήτρια παρατηρεί ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να επιδιώκουν την επίτευξη κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ της αυστηρής επιβολής των δημοσιονομικών κανόνων και της επίτευξης αναλογικών και δίκαιων αποτελεσμάτων. Η Διαμεσολαβήτρια προτείνει στην Επιτροπή να εξετάσει τα θέματα αυτά με σκοπό να διασφαλίσει ότι, στο μέλλον, οι ενέργειές της στον τομέα αυτό θα είναι δίκαιες και αναλογικές και θα αντικατοπτρίζουν καλύτερα τις αξίες στις οποίες βασίζεται η ΕΕ.
Ιστορικό της καταγγελίας
1. Ο καταγγέλλων είναι συνταξιούχος καθηγητής φυσικής, ο οποίος ίδρυσε την ACT d.o.o (στο εξής: ACT), εταιρία κροατικού δικαίου. Η ACT ήταν μέλος της κοινοπραξίας που υλοποίησε το έργο Underwater Coastal Sea Surveyor (UNCOSS) στο πλαίσιο του 7ου προγράμματος-πλαισίου της ΕΕ για την ευρωπαϊκή έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη (ΠΠ7). Στόχος του έργου UNCOSS ήταν ο εξοπλισμός τηλεχειριζόμενου οχήματος (στο εξής: ROV) με γεννήτρια νετρονίων για τη σάρωση παράκτιων περιοχών για βόμβες και εκρηκτικά.
2. Το έργο ξεκίνησε την 1η Δεκεμβρίου 2008 και ολοκληρώθηκε εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας (έως τις 31 Ιουλίου 2012), έχοντας επιτύχει τους επιδιωκόμενους στόχους του προς ικανοποίηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
3. Κατόπιν ελέγχου που διενήργησαν οι υπηρεσίες της, η Επιτροπή εξέδωσε χρεωστικό σημείωμα για την ανάκτηση ποσού 720 755,79 ευρώ. Το ποσό αυτό συνίστατο α) σε 641 246,53 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούσαν στις συνολικές δηλωθείσες δαπάνες, καθώς και σε τελική πληρωμή για το έργο που εκκρεμούσε εκείνη την περίοδο, και β) σε 79 509,27 ευρώ «αποζημιώσεων»[1]. Τα κεφάλαια που επεδίωξε να ανακτήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπερέβαιναν το ποσό που είχε λάβει ο καταγγέλλων.
4. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι αυτό ήταν παράλογο και άδικο και απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ζήτημα έρευνας
5. Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή ενήργησε αδικαιολόγητα και αθέμιτα επιδιώκοντας την ανάκτηση κονδυλίων από την ACT.
Οι συστάσεις του Διαμεσολαβητή
6. Η Διαμεσολαβήτρια δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά τις περισσότερες διαπιστώσεις του ελέγχου, οι οποίες αφορούσαν το κατά πόσον είχαν τηρηθεί οι συμβατικές υποχρεώσεις.
7. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής εντόπισε ορισμένες περιπτώσεις κακοδιοίκησης και διατύπωσε αντίστοιχες συστάσεις [2]. Κατά τη διατύπωση των συστάσεων προς την Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις απόψεις που προέβαλαν τα μέρη.
8. Συγκεκριμένα, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι ορισμένες δηλώσεις στις εκθέσεις ελέγχου της Επιτροπής δεν συμμορφώνονταν με τις απαιτήσεις της ορθής διοικητικής πρακτικής, λόγω της γλώσσας που χρησιμοποιούνταν, και ισοδυναμούσαν με κακοδιοίκηση. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε (σύσταση αριθ. 1) στην Επιτροπή να αναγνωρίσει ότι ορισμένες δηλώσεις στις εκθέσεις ελέγχου της ήταν ακατάλληλες και να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για τον λόγο αυτό.
9. Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, μολονότι δεν ήταν σαφές αν ο καταγγέλλων μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ιδιοκτήτης ΜΜΕ [3] που δεν λαμβάνει μισθό, μια υπηρεσία της Επιτροπής τον είχε ενημερώσει ότι μπορούσε να εφαρμόσει τις τιμές στις δαπάνες προσωπικού του ως ιδιοκτήτης ΜΜΕ που δεν λαμβάνει μισθό (τις λεγόμενες τιμές «Marie Curie»). Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, ο καταγγέλλων, ο οποίος ενήργησε καλή τη πίστει, δεν θα πρέπει να τιμωρείται επειδή ενήργησε σύμφωνα με τις συμβουλές της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, δεν ήταν ορθή διοικητική πρακτική για την Επιτροπή να θεωρήσει μη επιλέξιμη την εφαρμογή από τον καταγγέλλοντα των συντελεστών Marie Curie για τις δαπάνες προσωπικού. Για την επίλυση του ζητήματος, η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε (σύσταση αριθ. 2) στην Επιτροπή να επανεξετάσει τα πορίσματα του ελέγχου σχετικά με τις δαπάνες προσωπικού, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή των συντελεστών «Marie Curie», και να προσαρμόσει αναλόγως το προς ανάκτηση ποσό.
10. Επιπλέον, όταν εκδόθηκε η εντολή ανάκτησης, η τελική πληρωμή στο πλαίσιο του έργου UNCOSS δεν είχε πραγματοποιηθεί στον καταγγέλλοντα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επιδίωξε να ανακτήσει ποσό που δεν είχε καταβληθεί στον καταγγέλλοντα. Αυτό ήταν λάθος. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε (σύσταση αριθ. 3) στην Επιτροπή να μειώσει περαιτέρω το ποσό που επιδιώκει να ανακτήσει, ώστε να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι δεν πραγματοποίησε την τελική πληρωμή που κανονικά οφειλόταν στον καταγγέλλοντα.
11. Η συμφωνία επιχορήγησης προβλέπει ότι σε «εξαιρετικές περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να μην απαιτήσει κατ’ αποκοπήν αποζημίωση». Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την άποψη ότι η διάταξη αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση [4] για τους ακόλουθους λόγους: 1) το ποσό που ζητήθηκε για ανάκτηση από την Επιτροπή υπερέβαινε το ποσό της χρηματοδότησης που έλαβε ο καταγγέλλων για έργο που ολοκληρώθηκε επιτυχώς και εγκαίρως· 2) η εταιρεία του καταγγέλλοντος είχε εκκαθαριστεί· και 3) η OLAF δεν διαπίστωσε απάτη ή άλλες παρατυπίες του είδους που προτείνεται στην τελική έκθεση ελέγχου της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, για λόγους δικαιοσύνης, η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε (σύσταση αριθ. 4) στην Επιτροπή να παραιτηθεί από τις «εκκαθαριζόμενες ζημίες» που επιδίωκε να ανακτήσει στο σύνολό τους.
12. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας στις 7 Δεκεμβρίου 2017. Με την απάντηση αυτή, η Επιτροπή απέρριψε όλες τις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας.
13. Μετά από προσεκτική εξέταση της απάντησης της Επιτροπής στις συστάσεις, η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας έκρινε ότι υπήρχαν ορισμένα σημαντικά πραγματικά σφάλματα στην εν λόγω απάντηση και επικοινώνησε με την Επιτροπή ζητώντας διευκρινίσεις. Στις άτυπες ανταλλαγές απόψεων που ακολούθησαν, η Επιτροπή αναγνώρισε το πρόβλημα. Υπό το πρίσμα αυτής της εξέλιξης, η Διαμεσολαβήτρια αποφάσισε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να της αποστείλει περαιτέρω απάντηση. Η Επιτροπή απέστειλε την περαιτέρω απάντησή της στις 4 Ιουνίου 2018 και ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την εν λόγω απάντηση στις 29 Ιουνίου 2018.
14. Στην περαιτέρω απάντησή της, η Επιτροπή επανεξέτασε τη θέση της σχετικά με την πρώτη, την τρίτη και την τέταρτη σύσταση.
15. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την πρώτη σύσταση, η Επιτροπή δήλωσε ότι η διαδικασία ελέγχου θα μπορούσε να είχε εξηγηθεί καλύτερα στον καταγγέλλοντα πριν από τον έλεγχο. Η Επιτροπή αναγνώρισε την ταλαιπωρία που θα μπορούσε να προκαλέσει αποτελεσματικά η εξέταση της υπόθεσης και υποσχέθηκε να ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα για το γεγονός αυτό.
16. Όσον αφορά την τρίτη σύσταση, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι προέβη σε διοικητική εποπτεία κατά τον αρχικό υπολογισμό του προς ανάκτηση ποσού. Ειδικότερα, κατά την έκδοση του χρεωστικού σημειώματος, η Επιτροπή στηρίχθηκε στις πληροφορίες της έκθεσης ελέγχου και, ως εκ τούτου, στήριξε τους υπολογισμούς της στα ποσά που ζήτησε ο δικαιούχος και όχι στα ποσά που πράγματι εισέπραξε, δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούσαν να ληφθούν πριν από τη διεκπεραίωση της τελικής πληρωμής, βάσει των πληροφοριών που παρείχε ο συντονιστής του έργου. Με βάση τα ποσά που πράγματι έλαβε ο καταγγέλλων, το χρεωστικό σημείωμα θα έπρεπε να ανέρχεται σε 407 249,24 EUR, χωρίς την εφαρμογή κατ’ αποκοπή αποζημίωσης (βλ. την απάντηση της Επιτροπής στην τέταρτη σύσταση κατωτέρω), αντί για 720 755,79 EUR. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποδέχθηκε τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας και υποσχέθηκε να αναθεωρήσει αναλόγως τον υπολογισμό του χρεωστικού σημειώματος.
17. Όσον αφορά την τέταρτη σύσταση, η Επιτροπή δήλωσε ότι, υπό το πρίσμα των περαιτέρω παρατηρήσεών της σε απάντηση στην τρίτη σύσταση, το ποσό της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης, το οποίο συνήθως υπολογίζεται ως ποσοστό της αχρεωστήτως καταβληθείσας χρηματοδοτικής συνεισφοράς, θα πρέπει επίσης να αναπροσαρμοστεί. Ωστόσο, η Επιτροπή δήλωσε ότι, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, συμφώνησε με τον Διαμεσολαβητή να μην εφαρμόσει καθόλου την κατ’ αποκοπήν αποζημίωση.
18. Όσον αφορά τη δεύτερη σύσταση, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση που διατύπωσε στη γνώμη της 7ης Δεκεμβρίου 2017. Εκεί, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι συντελεστές «Marie Curie» επιτρέπονται για ιδιοκτήτες ΜΜΕ που δεν λαμβάνουν μισθό. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων λάμβανε μισθό από την εταιρεία του, η οποία κατέβαλλε επίσης όλους τους αναγκαίους φόρους και κοινωνική ασφάλιση στις κροατικές αρχές, η Επιτροπή δεν μπορούσε να δεχθεί την εφαρμογή των συντελεστών «Marie Curie». Σύμφωνα με την Επιτροπή, ακόμη και αν ο καταγγέλλων είχε ενεργήσει καλόπιστα, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοήσει τους νομικούς και συμβατικούς κανόνες που διέπουν την εν λόγω σύμβαση. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων δεν μπορεί να επικαλεστεί τη θεωρία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς οι σχετικές προϋποθέσεις, που απαιτούνται από τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ, δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση.
19. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επέκρινε έντονα τον χειρισμό της υπόθεσης από την Επιτροπή, δηλώνοντας ότι η Επιτροπή ούτε συμμορφώθηκε πλήρως με τα πορίσματα του Διαμεσολαβητή ούτε έλαβε επαρκώς υπόψη τη διαπίστωση της OLAF ότι δεν υπήρξε παρατυπία όπως αυτή που υπονοείται στην έκθεση ελέγχου της Επιτροπής.
20. Ειδικότερα, όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής στην πρώτη σύσταση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το ζήτημα δεν είναι αν η διαδικασία ελέγχου του είχε εξηγηθεί δεόντως· το ζήτημα, αντιθέτως, είναι ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι η έκθεση ελέγχου περιείχε ψευδείς δηλώσεις και ακατάλληλες παρατηρήσεις. Κατά την άποψή του, η Επιτροπή θα πρέπει να ζητήσει συγγνώμη και να αποσύρει αυτές τις δηλώσεις.
21. Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής στη δεύτερη σύσταση, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η εσφαλμένη εκτίμηση της Επιτροπής δεν συνάδει με την κροατική νομοθεσία, η οποία προβλέπει σαφώς ότι τα ποσά που εισέπραξε η ACT ήταν «αμοιβή συντάκτη» και όχι μισθός.
22. Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής στην τρίτη και τέταρτη σύσταση, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η παραίτηση από το δικαίωμα να ζητήσει κατ’ αποκοπήν αποζημίωση δεν ήταν αρκετή και διατήρησε την κριτική του για τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή είχε διενεργήσει τον έλεγχο.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά τις συστάσεις
Πρώτη σύσταση
23. Ο καταγγέλλων ορθώς επισημαίνει ότι η περαιτέρω απάντηση της Επιτροπής δεν ισοδυναμεί με απολογία. Οι αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς εφαρμόζονται σε όλες τις επαφές με τους πολίτες, επίσημες, ανεπίσημες, προκαταρκτικές ή τελικές [5], και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να απέχουν από κάθε προσβλητικό ή δυσφημιστικό σχόλιο προς τους πολίτες ανά πάσα στιγμή και σε όλες τις περιπτώσεις. Ως εκ τούτου, χωρίς να είναι αναγκαίο να επαναληφθούν εδώ όλες οι δηλώσεις των ελεγκτών [6], ο Διαμεσολαβητής τις θεωρεί αντικειμενικά προσβλητικές. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν συμφωνεί ότι οι δηλώσεις αυτές μπορούν να δικαιολογηθούν από τον προκαταρκτικό χαρακτήρα του σχεδίου έκθεσης ελέγχου. Δεδομένου ότι η αναθεωρημένη θέση της Επιτροπής σχετικά με την πρώτη σύσταση δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση ότι ορισμένες δηλώσεις που έγιναν στις εκθέσεις ελέγχου ήταν ακατάλληλες και ότι συνιστά συγγνώμη προς την καταγγέλλουσα, η Διαμεσολαβήτρια πρέπει να επιβεβαιώσει τη διαπίστωση κακοδιοίκησης στην προκειμένη περίπτωση.
Δεύτερη σύσταση
24. Η αξιολόγηση του κατά πόσον οι ρυθμίσεις πληρωμής μεταξύ του καταγγέλλοντος και της εταιρείας του χαρακτηρίστηκαν ως μισθός είναι δύσκολη και, ως εκ τούτου, σε κάποιο βαθμό αβέβαιη. Αντιμέτωπη με αυτή την αβεβαιότητα, η καταγγέλλουσα ζήτησε συμβουλές από την Επιτροπή (υπηρεσία του 7ου ΠΠ), η οποία είχε καταρτίσει τους ισχύοντες κανόνες και θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα είχε ειδικές γνώσεις σχετικά με αυτούς.
25. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να αποφανθεί κατά πόσον ο καταγγέλλων, την εποχή εκείνη, ήταν ιδιοκτήτης ΜΜΕ που λάμβανε μισθό. Ωστόσο, η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής, τη συμβουλή της οποίας ζήτησε ο καταγγέλλων, φαίνεται ότι αποδέχθηκε τη δυνατότητα αυτή εκείνη τη στιγμή και ενημέρωσε σχετικά τον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή δεν έχει καταστήσει σαφές γιατί δεν θα πρέπει να μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τις συμβουλές που παρέχονται από τις δικές της υπηρεσίες. Εάν οι δικαιούχοι επιχορηγήσεων δεν μπορούν να βασίζονται στις συμβουλές που λαμβάνουν σχετικά με τα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ προγράμματα από τα σχετικά τμήματα της Επιτροπής, αυτό θα υπονόμευε σαφώς την εμπιστοσύνη του κοινού στη διοίκηση και τη λειτουργία των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της ΕΕ. Η θέση της Επιτροπής, ότι δηλαδή οι πολίτες δεν πρέπει να εμπιστεύονται τις συμβουλές που λαμβάνουν από τις υπηρεσίες της, είναι εν προκειμένω ακατανόητη και αβάσιμη.
26. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής για την άρνηση αποδοχής των συντελεστών «Marie Curie» δεν είναι πειστικά, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και της ανάλυσής τους υπό το πρίσμα των αρχών της χρηστής διοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να επιβεβαιώσει την προηγούμενη διαπίστωση κακοδιοίκησης στην προκειμένη περίπτωση.
Τρίτη και τέταρτη σύσταση
27. Η Επιτροπή προέβη σε νέα εξέταση του φακέλου και συμμορφώθηκε πλήρως με τις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας.
Τελικές παρατηρήσεις σχετικά με την παρούσα υπόθεση
28. Η Επιτροπή επανεξέτασε τη θέση της σχετικά με την πρώτη, την τρίτη και την τέταρτη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας. Η αποδοχή από την Επιτροπή της τρίτης και της τέταρτης σύστασης είχε ως αποτέλεσμα το ποσό που επιδιώκει να ανακτήσει από τον καταγγέλλοντα να μειωθεί πλέον κατά 313.506,55 ευρώ. Ταυτόχρονα, η αναθεωρημένη θέση της Επιτροπής σχετικά με την πρώτη σύσταση δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση ότι ορισμένες δηλώσεις που έγιναν στις εκθέσεις ελέγχου ήταν ακατάλληλες ούτε έχει ζητήσει συγγνώμη από τον καταγγέλλοντα. Επιπλέον, η Επιτροπή απέρριψε τη δεύτερη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας χωρίς να προβάλει πειστικά επιχειρήματα. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις και έχοντας συνεργαστεί εκτενώς με την Επιτροπή σε σχέση με την κακοδιοίκηση στην παρούσα υπόθεση, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η περαιτέρω συνεργασία είναι απίθανο να οδηγήσει σε πιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα για τον καταγγέλλοντα. Το δημόσιο συμφέρον δεν θα εξυπηρετηθεί από μια τέτοια περαιτέρω δέσμευση. Ως εκ τούτου, ενώ εμμένει στα πορίσματά της περί κακοδιοίκησης, η Διαμεσολαβήτρια αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε ικανοποιητικά την ουσία ορισμένων ανησυχιών της καταγγέλλουσας και, ως εκ τούτου, περατώνει την υπόθεση.
Τελικές παρατηρήσεις - γενικές παρατηρήσεις
29. Η υπόθεση αυτή υπογραμμίζει το γεγονός ότι η συμμετοχή σε έργα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ μπορεί να αποτελέσει αποθαρρυντικό εγχείρημα για τις μικρές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μονοπρόσωπων εταιρειών. Οι κανόνες είναι γενικά αρκετά περίπλοκοι και συχνά δεν είναι δυνατόν οι εταιρείες να λαμβάνουν έγκυρες συμβουλές σχετικά με τους κανόνες (βλ. τις συμβουλές που παρέχονται στον καταγγέλλοντα από την υπηρεσία του 7ου ΠΠ σχετικά με την εφαρμογή των τιμών «Marie Curie»). Θα περίμενε κανείς ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα το λάμβαναν αυτό υπόψη κατά την εξέταση θεμάτων που αφορούν τη συμμόρφωση με τους κανόνες. Ωστόσο, οι κανόνες φαίνεται να επιβάλλονται με μεγάλο ζήλο και ακαμψία [7]. Αυτή η αυστηρή επιβολή γίνεται στο όνομα της διασφάλισης του προϋπολογισμού της ΕΕ και της πρόληψης της απάτης. Συχνά, η πραγματική απειλή για τον προϋπολογισμό της ΕΕ δεν είναι καθόλου σαφής —μια απλή αναφορά στο αφηρημένο συμφέρον της καταπολέμησης της απάτης φαίνεται αρκετή για να δικαιολογήσει την πιο αυστηρή εφαρμογή των κανόνων, παρόλο που τα διαπραχθέντα σφάλματα μπορεί να είναι ήσσονος σημασίας. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μικρές επιχειρήσεις πρέπει να επιμείνουν επί χρόνια για να ικανοποιηθούν οι νόμιμες αξιώσεις τους ή να πτωχεύσουν κατά τη διαδικασία. Είναι κατανοητό ότι οι εταιρείες αυτές, οι ιδιοκτήτες και οι υπάλληλοί τους θα σχηματίσουν συχνά μια μόνιμη, αρνητική άποψη για την ΕΕ και τη διοίκησή της.
30. Σε θέματα όπως αυτό, η Επιτροπή πρέπει να είναι πολύ προσεκτική ώστε οι ενέργειές της να μην καθορίζονται αποκλειστικά από τις τεχνικές λεπτομέρειες της συμφωνίας επιχορήγησης. Αντιθέτως, πρέπει επίσης να εξετάζει τι είναι δίκαιο και δίκαιο υπό τις συνθήκες μιας μεμονωμένης συμφωνίας. Μια άποψη που υποστηρίζουν γενικά οι διαμεσολαβητές του δημόσιου τομέα είναι ότι κανένας νομικός κανόνας δεν πρέπει να εφαρμόζεται με τόσο άκαμπτο τρόπο ώστε να προκαλεί σοβαρή αδικία ή αδικία. Στο σημείο αυτό πρέπει να επαναληφθεί ότι πρόκειται για συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία ζητήθηκε από τον ιδιοκτήτη μικρής εταιρίας να επιστρέψει περισσότερα χρήματα από όσα είχε λάβει για την (επιτυχή και εμπρόθεσμη) εκτέλεση της συμβάσεως. Πρόκειται για άδικο αποτέλεσμα, το οποίο καταδεικνύει ότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να επιτύχει τη σωστή ισορροπία μεταξύ της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τις συμφωνίες επιχορήγησης και της ανάγκης οι αρχές της ΕΕ να ενεργούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης και της αμεροληψίας.
31. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια, έχοντας πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η Επιτροπή στον ρόλο της για την υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, θεωρεί σημαντικό να προτείνει στην Επιτροπή να εξετάσει τον καλύτερο τρόπο για να διασφαλιστεί η επίτευξη της σωστής ισορροπίας μεταξύ της αυστηρής επιβολής των δημοσιονομικών κανόνων και της επίτευξης αναλογικών και δίκαιων αποτελεσμάτων.
Συμπέρασμα
Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Η Επιτροπή αποδέχθηκε πλήρως την τρίτη και την τέταρτη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας. Ωστόσο, τα ευρήματα κακοδιοίκησης που εντόπισε η Διαμεσολαβήτρια στην πρώτη και τη δεύτερη σύστασή της δεν απαντήθηκαν ικανοποιητικά.
Ο καταγγέλλων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Πρόταση βελτίωσης
Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τον καλύτερο τρόπο για να διασφαλίσει την επίτευξη της σωστής ισορροπίας μεταξύ της αυστηρής επιβολής των δημοσιονομικών κανόνων και της επίτευξης αναλογικών και δίκαιων αποτελεσμάτων.
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Στρασβούργο, 23/8/2018
[1] Η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει «αποζημίωση» σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, υπερεκτιμώντας τα ζητούμενα ποσά, ένας δικαιούχος λαμβάνει αδικαιολόγητη χρηματοδοτική συνεισφορά στο πλαίσιο χρηματοδοτικών προγραμμάτων της ΕΕ.
[2] Οι συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας στην υπόθεση αυτή είναι διαθέσιμες στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/en/cases/recommendation.faces/en/82024/html.bookmark
[3] Μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
[4] Όπως έπραξε η Επιτροπή σε παρόμοια υπόθεση, βλ. απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για την περάτωση της έρευνας σχετικά με την καταγγελία 1962/2013/JN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημείο 20, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/58814/html.bookmark
[5] Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς ορίζει τα εξής: «Ο παρών κώδικας περιέχει τις γενικές αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς που εφαρμόζονται σε όλες τις σχέσεις των θεσμικών οργάνων και των διοικήσεών τους με το κοινό...» (η υπογράμμιση δική μου).
[6] Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 5, η οποία παραθέτει την παράγραφο 21 των συστάσεων του Διαμεσολαβητή που συνοψίζουν τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος ως προς τους λόγους για τους οποίους οι δηλώσεις της Επιτροπής ήταν προσβλητικές.
[7] Η παρατήρηση αυτή αντικατοπτρίζει την εμπειρία της Διαμεσολαβήτριας όσον αφορά την εξέταση ορισμένων άλλων καταγγελιών σχετικά με διαφορές πληρωμών στο πλαίσιο έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ.