Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σύσταση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 1245/2015/NF σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πλήρη πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν την επισήμανση του κροατικού οίνου
Σύσταση
Υπόθεση 1245/2015/NF - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 08 Οκτωβρίου 2015 - Σύσταση σχετικά με Τετάρτη | 15 Φεβρουαρίου 2017 - Απόφαση στις Παρασκευή | 24 Νοεμβρίου 2017 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Υποθέσεις στις οποίες διαπιστώθηκε κρούσμα κακοδιοίκησης ) - Χώρα Σλοβενία
Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]
Η υπόθεση αφορά τον υποτιθέμενο εσφαλμένο χειρισμό από την Επιτροπή αίτησης για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα. Ο καταγγέλλων, σλοβενικός γεωργικός συνεταιρισμός που παράγει οίνο «Teran» —ερυθρός οίνος της περιφέρειας Kras στη Δυτική Σλοβενία που επωφελείται από «προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ)» βάσει του δικαίου της ΕΕ— ζήτησε πρόσβαση του κοινού σε τυχόν έγγραφα σχετικά με το αίτημα της Κροατίας για εξαίρεση όσον αφορά τη χρήση της ονομασίας «Teran» για οίνους που παράγονται στην Κροατία.
Η Επιτροπή χορήγησε πλήρη πρόσβαση σε ένα έγγραφο, αλλά αρνήθηκε την πλήρη δημοσιοποίηση άλλων τεσσάρων εγγράφων. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η μη γνωστοποίηση ορισμένων τμημάτων των τεσσάρων εγγράφων θα ήταν δικαιολογημένη για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των εμπορικών συμφερόντων των οινοπαραγωγών και της εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με τη χορήγηση της εξαίρεσης για τη χρήση της ονομασίας «Teran» που ζήτησε η Κροατία.
Η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε το ζήτημα και διαπίστωσε ότι η Επιτροπή διέπραξε κακοδιοίκηση μη παρέχοντας πλήρη πρόσβαση στα ζητούμενα έγγραφα, με εξαίρεση την απαλοιφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά τα λοιπά, ο Διαμεσολαβητής συνιστά στην Επιτροπή να δημοσιοποιήσει πλήρως τα επίμαχα έγγραφα.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η καταγγελία, η οποία υποβλήθηκε από σλοβενικό γεωργικό συνεταιρισμό που παράγει ερυθρό οίνο με την ονομασία Teran, αφορά άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δημοσιοποιήσει έγγραφα σχετικά με περιορισμούς στη χρήση της ονομασίας Teran στην Κροατία.
2. Ο οίνος Teran που παράγεται στη Σλοβενία φέρει «προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ)»[2] σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ [3]. Η προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ) προσδιορίζει έναν οίνο που προέρχεται από μια περιοχή, μια συγκεκριμένη τοποθεσία ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μια χώρα, της οποίας η ποιότητα και τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά σε ιδιαίτερους εγγενείς φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, δηλαδή στο γεωγραφικό της περιβάλλον [4]. Μέσω του λογότυπου της ΠΟΠ της ΕΕ, οι καταναλωτές μπορούν εύκολα να αναγνωρίζουν τα παραδοσιακά προϊόντα ποιότητας και να βασίζονται στη γνησιότητά τους. Όταν ένα προϊόν έχει καταχωριστεί στο σύστημα ΠΟΠ, οι παραγωγοί του προστατεύονται νομικά από την απομίμηση ή την κατάχρηση της ονομασίας του προϊόντος από παραγωγούς εκτός της προστατευόμενης περιοχής.
3. Το Teran παράγεται παραδοσιακά σε διάφορα μέρη της Ίστρια, μια περιοχή που σήμερα χωρίζεται μεταξύ Σλοβενίας, Ιταλίας και Κροατίας. Η καταχώριση από τη Σλοβενία του οίνου Teran ως οίνου με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης σήμαινε ότι, όταν η Κροατία προσχώρησε στην ΕΕ, δεν επιτρεπόταν πλέον στους οινοπαραγωγούς της (μετά τη λήξη των μεταβατικών μέτρων) να πωλούν τον δικό τους οίνο Teran με την εν λόγω ονομασία [5]. Στη συνέχεια, η Κροατία ζήτησε από την Επιτροπή να επιτρέψει [6] στους Κροάτες παραγωγούς να χρησιμοποιήσουν την ονομασία Teran [7].
4. Το 2015, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πρόσβαση του κοινού σε όλα τα έγγραφα στα οποία η Κροατία είχε ζητήσει από την Επιτροπή να επιτρέψει στους Κροάτες οινοπαραγωγούς να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την ονομασία Teran.
5. Η Επιτροπή προσδιόρισε αρχικά μόνο ένα έγγραφο. Αρνήθηκε να επιτρέψει την πρόσβαση στο έγγραφο αυτό [8].
6. Ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της να αρνηθεί την πρόσβαση (υποέβαλε τη λεγόμενη «επιβεβαιωτική αίτηση»). Ο καταγγέλλων διευκρίνισε ότι το αίτημά του κάλυπτε όλα τα έγγραφα στα οποία η Κροατία ζήτησε τη χορήγηση εξαίρεσης, ανεξάρτητα από το αν το εν λόγω αίτημα είχε υποβληθεί πριν ή μετά την προσχώρηση της Κροατίας στην ΕΕ. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να κοινοποιήσει τα ζητηθέντα έγγραφα. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων.
7. Στην απόφασή της σχετικά με την αίτηση επανεξέτασης του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή προσδιόρισε τα πέντε έγγραφα που εμπίπτουν στην αίτηση πρόσβασης του καταγγέλλοντος:
(1) συνοδευτική επιστολή της αποστολής της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Επιτροπή, με ημερομηνία 16 Μαΐου 2013 (προενταξιακή αλληλογραφία)·
(1α) Επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας της Κροατίας προς την Επιτροπή, με ημερομηνία 13 Μαΐου 2013 («Παράρτημα XV μέρος Α και μέρος Β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 607/2009 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2009, Κατάλογος οινοποιήσιμων ποικιλιών αμπέλου και των συνωνύμων τους που μπορούν να αναγράφονται στην επισήμανση των οίνων»)·
(1β) Επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας της Κροατίας προς την Επιτροπή, με ημερομηνία 13 Μαΐου 2013 («Μεταβατικά μέτρα για τη Δημοκρατία της Κροατίας στον αμπελοοινικό τομέα όσον αφορά τους οίνους που συγκομίστηκαν το 2012 και τα προηγούμενα έτη, σύμφωνα με το άρθρο 41 της Συνθήκης Προσχώρησης»)·
(1γ) Επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας της Κροατίας προς την Επιτροπή, με ημερομηνία 13 Μαΐου 2013·
(2) Επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας της Κροατίας προς την Επιτροπή, με ημερομηνία 16 Απριλίου 2014 («Νομική λύση για το ζήτημα του Teran»).
8. Η Επιτροπή χορήγησε πλήρη πρόσβαση στο έγγραφο (1) και μερική πρόσβαση στα έγγραφα (1α), (1β), (1γ) και (2). Η Επιτροπή στήριξε τη μη δημοσιοποίηση ορισμένων τμημάτων εγγράφων (1α), (1β), (1γ) και (2) στις ακόλουθες τρεις εξαιρέσεις όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα: i) την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου [9]· ii) την προστασία μιας εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων [10]· και iii) την προστασία των εμπορικών συμφερόντων [11]. Απέρριψε επίσης το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων.
9. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.
Η έρευνα
10. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με την ανησυχία του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή δεν είχε διεκπεραιώσει δεόντως το αίτημα πρόσβασης στις επιστολές που απέστειλαν οι κροατικές αρχές στην Επιτροπή σχετικά με τη χρήση της ονομασίας Teran για τον οίνο που παράγεται στην Κροατία. Ο καταγγέλλων επιθυμούσε να χορηγήσει η Επιτροπή πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα.
11. Κατά την έναρξη της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα έγγραφα θα πρέπει να υπόκεινται σε υψηλό επίπεδο διαφάνειας, δεδομένου ότι η εξαίρεση από την προστατευόμενη ονομασία προέλευσης, την οποία ζήτησε η Κροατία, επρόκειτο να χορηγηθεί με την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης της Επιτροπής. Η αιτιολογική σκέψη των κανόνων της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα ορίζει ότι θα πρέπει να παρέχεται ευρύτερη πρόσβαση στα έγγραφα στις περιπτώσεις που τα θεσμικά όργανα ενεργούν υπό τη νομοθετική τους ιδιότητα, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων [12].
12. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε την απάντηση της Επιτροπής στην οποία εκθέτει τις απόψεις του σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση της απάντησης της Επιτροπής. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας διενήργησε επίσης έλεγχο του φακέλου της Επιτροπής. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα και τις γνώμες που προέβαλαν τα μέρη.
Η άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πλήρη πρόσβαση στις επιστολές που απέστειλαν οι κροατικές αρχές σχετικά με τη χρήση της ονομασίας Teran για τον οίνο που παράγεται στην Κροατία
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
13. Η Επιτροπή εξέθεσε τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε την (πλήρη) πρόσβαση του κοινού στα ζητηθέντα έγγραφα. Επισήμανε ότι το έγγραφο (1β) περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των Κροατών οινοπαραγωγών, όπως το όνομα και τη διεύθυνσή τους. Σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να δημοσιοποιηθούν μόνο εάν το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων και εάν δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι θα μπορούσε να θιγεί το έννομο συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων.[13] Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ότι, ως εκ τούτου, τα δεδομένα αυτά δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν βάσει της εξαίρεσης από την πρόσβαση του κοινού στην προστασία της ιδιωτικής ζωής του ατόμου [14].
14. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα μπορούσε να έχει εκτεταμένες συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους σλοβένους και κροάτες οινοπαραγωγούς. Η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τη χορήγηση της εξαίρεσης για την ΠΟΠ του οίνου Teran θα επηρεάσει σημαντικά τις στρατηγικές εμπορίας και τις πωλήσεις των παραγωγών και, ως εκ τούτου, τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εφάρμοσε επίσης την εξαίρεση στην πρόσβαση για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων [15]. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι «φαίνεται ευλόγως προβλέψιμο και όχι καθαρά υποθετικό ότι εάν μια απόφαση θα έχει εμπορικά σημαντικό αντίκτυπο στους Σλοβένους και Κροάτες παραγωγούς […] η δημοσιοποίηση των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών που ενημερώνουν την εν λόγω διαδικασία θα έχει παρόμοιο αντίκτυπο». Κατά την άποψη της Επιτροπής, το γεγονός ότι ο καταγγέλλων —ένας Σλοβένος παραγωγός οίνου Teran— ενδιαφέρεται να αποκτήσει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα επιβεβαιώνει ότι τα έγγραφα είναι εμπορικά ευαίσθητα.
15. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που καλύπτουν εξαιρέσεις από τη χρήση ονομασίας οίνου ΠΟΠ για την επισήμανση των προϊόντων [16]. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έχει μέχρι στιγμής εγκρίνει πρόταση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σχετικά με την ΠΟΠ Teran, γεγονός που σημαίνει ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εφάρμοσε επίσης την εξαίρεση όσον αφορά την πρόσβαση για την προστασία της εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων [17]. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η πλήρης δημοσιοποίηση των εγγράφων θα αποκάλυπτε επιχειρήματα που προέβαλαν οι κροατικές αρχές προς στήριξη εξαίρεσης σε σχέση με την ΠΟΠ Teran. Δεδομένου ότι η Επιτροπή βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία εξέτασης του θέματος, η πλήρης δημοσιοποίηση των εγγράφων θα υπονόμευε σοβαρά την ικανότητά της να λάβει απόφαση απαλλαγμένη από εξωτερικές πιέσεις και θα την εμπόδιζε να διεξαγάγει τις αναγκαίες εσωτερικές διαβουλεύσεις με ειρηνικό και αποτελεσματικό τρόπο. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη επί του θέματος θα υπόκειται στον έλεγχο του νομοθέτη της ΕΕ [18], ο οποίος θα μπορούσε να ασκήσει βέτο στην πρόταση για χρονικό διάστημα δύο μηνών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πλήρης δημοσιοποίηση των εγγράφων (1α), (1β), (1γ) και (2) θα υπονόμευε σοβαρά την εν εξελίξει διαδικασία λήψης αποφάσεων.
16. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προστασία των εμπορικών συμφερόντων των Σλοβένων και Κροατών οινοπαραγωγών και της εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής θα υπερίσχυε κάθε δημόσιου συμφέροντος [19] όσον αφορά την πλήρη δημοσιοποίηση των εγγράφων.
17. Απαντώντας στο αίτημα της Διαμεσολαβήτριας να εξετάσει η Επιτροπή το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα έγγραφα θα πρέπει να υπόκεινται σε υψηλό επίπεδο διαφάνειας, δεδομένου ότι αφορούν την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή επανέλαβε ότι δεν έχει ακόμη εγκρίνει πρόταση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, αλλά ότι βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία εξέτασης του θέματος. Υπενθύμισε ότι μια ενδεχόμενη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη θα υπόκειται στον έλεγχο του νομοθέτη της Ένωσης και υποστήριξε ότι, σε κάθε περίπτωση, από τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης προκύπτει σαφώς ότι μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη είναι διακριτή [20] από μια νομοθετική πράξη.
18. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή κακώς εφάρμοσε την εξαίρεση όσον αφορά την πρόσβαση με στόχο την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των παραγωγών οίνου της Σλοβενίας και της Κροατίας. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η γνωστοποίηση των εγγράφων θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των παραγωγών οίνου στηριζόταν στα αποτελέσματα της ενδεχόμενης αποφάσεως της Επιτροπής επί της ζητηθείσας εξαιρέσεως ΠΟΠ και όχι στα αποτελέσματα της γνωστοποιήσεως των εγγράφων. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι «η ανυπαρξία σχετικής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της δημοσιοποίησης των κρυφών τμημάτων των εγγράφων, αφενός, και των επιπτώσεων της απόφασης στην απόκλιση, αφετέρου, αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι το ίδιο αποτέλεσμα —δηλαδή σημαντική επίπτωση στη στρατηγική εμπορίας και πώλησης και στα σχετικά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν από τους Σλοβένους και Κροάτες παραγωγούς— θα επερχόταν ανεξάρτητα από τη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων. Και τούτο διότι τα αποτελέσματα αυτά δεν θα προκληθούν από τη γνωστοποίηση πληροφοριών στα κρυφά τμήματα των εγγράφων, αλλά [από] τις νέες συνθήκες της αγοράς που προκύπτουν από [την απόφαση της Επιτροπής να χορηγήσει ή όχι την εξαίρεση ΠΟΠ]». Ο καταγγέλλων πρόσθεσε ότι η εφαρμογή της εξαίρεσης για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά βάσει των πληροφοριών που περιέχονται στα ζητούμενα έγγραφα, ανεξάρτητα από το ποιος ζητεί πρόσβαση στα έγγραφα.
19. Όσον αφορά την εφαρμογή από την Επιτροπή της εξαίρεσης για την προστασία της εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η εξαίρεση αυτή μπορεί να προβληθεί μόνο όταν η εξωτερική δημόσια πίεση που προκύπτει από τη δημοσιοποίηση των εγγράφων είναι τόσο έντονη ώστε να υπονομεύει σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Η Επιτροπή θα έπρεπε να αποδείξει ότι θα ήταν αδύνατο ή εξαιρετικά δυσχερές να λάβει απόφαση επί της αιτηθείσας εξαιρέσεως ΠΟΠ μετά την κοινοποίηση των επίμαχων εγγράφων. Η Επιτροπή δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό θα συνέβαινε. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η πιθανότητα εξωτερικών πιέσεων ήταν επομένως καθαρά υποθετική.
20. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι κανόνες της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [21], καθώς και η σχετική νομολογία [22], αναφέρουν ότι παρέχεται ευρύτερη πρόσβαση στα έγγραφα όταν τα θεσμικά όργανα εκτελούν κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητες. Επομένως, η ανάγκη δημόσιου ελέγχου της εκ μέρους της Επιτροπής άσκησης των κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων της, καθώς και των σχετικών εγγράφων, πρέπει, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, να θεωρηθεί δημόσιο συμφέρον που υπερισχύει της ανάγκης προστασίας των εμπορικών συμφερόντων και της εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Επιπλέον, η προώθηση του θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των οινοπαραγωγών και η προστασία των καταναλωτών θα αποτελούσαν επίσης υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σύσταση
21. Η διαφάνεια αποτελεί ουσιώδη πτυχή της χρηστής δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η αρχή της διαφάνειας συγκεκριμενοποιείται στο θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα [23], η εφαρμογή του οποίου διέπεται από ειδικούς κανόνες της ΕΕ [24]. Οι κανόνες της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα αποτελούν βασικό στοιχείο για τη διασφάλιση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες.
22. Ωστόσο, το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα δεν είναι απόλυτο· υπόκειται σε ορισμένες εξαιρέσεις που προβλέπονται στους σχετικούς κανόνες της ΕΕ [25]. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού δεν περιορίζεται αδικαιολόγητα, είναι ζωτικής σημασίας οι εξαιρέσεις να εφαρμόζονται ορθά και στενά από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ [26]. Εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν μπορεί να δημοσιοποιήσει ένα έγγραφο που έχει ζητήσει ένα μέλος του κοινού, υποχρεούται να αιτιολογήσει επαρκώς την άρνησή της να χορηγήσει τέτοια πρόσβαση στο κοινό, βάσει τουλάχιστον μίας από τις εξαιρέσεις στην πρόσβαση [27]. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή επικαλέστηκε τρεις εξαιρέσεις για να αρνηθεί την πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων: i) την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου [28] · ii) την προστασία μιας εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων [29] · και iii) την προστασία των εμπορικών συμφερόντων [30].
Επί της εφαρμογής από την Επιτροπή της εξαιρέσεως για την προστασία της ιδιωτικής ζωής
23. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με τη θέση της Επιτροπής ότι, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες της ΕΕ [31], προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ο αιτών πρέπει να αποδείξει την ανάγκη διαβίβασης των δεδομένων. Ο καταγγέλλων δεν προέβαλε κανένα τέτοιο επιχείρημα αναγκαιότητας όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στο έγγραφο (1β), ούτε στην αίτησή του για επανεξέταση ούτε στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή ή στο πλαίσιο της έρευνας του Διαμεσολαβητή. Επομένως, η Επιτροπή βασίμως επικαλέστηκε την εξαίρεση από την πρόσβαση για την προστασία της ιδιωτικής ζωής όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στο έγγραφο (1β).
Επί της εφαρμογής από την Επιτροπή της εξαιρέσεως για την προστασία των εμπορικών συμφερόντων
24. Η σχετική εξαίρεση για την πρόσβαση ισχύει εάν η γνωστοποίηση ενός εγγράφου θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Πρώτον, η εξαίρεση μπορεί να εφαρμοστεί μόνο εάν υπάρχουν «εμπορικά συμφέροντα» τα οποία θα μπορούσαν «συγκεκριμένα και πραγματικά»[32] να υπονομευθούν από τη γνωστοποίηση. Παρά το γεγονός ότι τα δικαστήρια της ΕΕ δεν έχουν ορίσει με σαφήνεια την έννοια των εμπορικών συμφερόντων, κατά πάγια νομολογία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι όλες οι πληροφορίες που αφορούν μια εταιρεία και τις επιχειρηματικές της σχέσεις καλύπτονται από την προστασία που παρέχεται στα εμπορικά συμφέροντα σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [33]. Εάν όλες αυτές οι πληροφορίες καλύπτονταν από τη σχετική εξαίρεση, θα καταστρατηγούνταν η γενική αρχή της παροχής στο κοινό της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων της ΕΕ [34].
25. Οι πληροφορίες που καλύπτονται συνήθως από την εξαίρεση είναι τα επιχειρηματικά απόρρητα [35], οι πληροφορίες που καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου και οι πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο ερευνών για θέματα ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων [36]. Τέτοιου είδους πληροφορίες δεν περιέχονται στα σχετικά έγγραφα. Ούτε οι πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα επιτρέπουν τον προσδιορισμό της εμπορικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων [37], ούτε αφορούν τη διάρθρωση του κόστους των επιχειρήσεων [38] ή την οικονομική βιωσιμότητα, τα μερίδια αγοράς ή το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων [39]. Η ίδια η Επιτροπή έχει ορίσει τα εμπορικά συμφέροντα ως «την ικανότητα φυσικών ή νομικών προσώπων να ασκούν τις εμπορικές και επιχειρηματικές τους δραστηριότητες»[40]. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, δεν υπάρχουν πληροφορίες στα σχετικά έγγραφα οι οποίες, εάν δημοσιοποιούνταν, θα υπονόμευαν την ικανότητα των Σλοβένων και Κροατών οινοπαραγωγών να ασκούν τις εμπορικές και επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.
26. Η Επιτροπή δεν παρέσχε καμία συγκεκριμένη εξήγηση που να προσδιορίζει [41] τα εμπορικά συμφέροντα που, κατά την άποψή της, θα υπονομεύονταν ως συνέπεια της δημοσιοποίησης των εγγράφων. Επίσης, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο θα υπονομεύονταν συγκεκριμένα και πραγματικά τα εν λόγω εμπορικά συμφέροντα . Επίσης, δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ο κίνδυνος προσβολής των συμφερόντων αυτών θα ήταν ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός [42]. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφασή της να χορηγήσει ή να απορρίψει την παρέκκλιση που ζήτησε η Κροατία για τη χρήση της ονομασίας Teran θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στις στρατηγικές εμπορίας και πωλήσεων τόσο των Σλοβένων όσο και των Κροατών παραγωγών και, ως εκ τούτου, στα εμπορικά τους συμφέροντα. Κατά την άποψή της, είναι ευλόγως προβλέψιμο ότι, αν μια τέτοια απόφαση έχει σημαντικές εμπορικές συνέπειες για τους Σλοβένους και Κροάτες παραγωγούς, η δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αφορούν την εν λόγω διαδικασία θα έχει παρόμοιες συνέπειες. Το επιχείρημα αυτό, για να είναι πειστικό, θα έπρεπε τουλάχιστον να βασίζεται στην ύπαρξη εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών στα σχετικά έγγραφα ή στο γεγονός ότι τα έγγραφα έπρεπε να αναφέρουν αν η Επιτροπή θα χορηγήσει ή όχι την αιτούμενη εξαίρεση για την ΠΟΠ του οίνου Teran. Κατά την άποψη της Διαμεσολαβήτριας, βάσει προσεκτικής εξέτασης των εγγράφων που ελήφθησαν κατά την επιθεώρηση της Διαμεσολαβήτριας, δεν υπάρχουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες ή ενδείξεις της ουσιαστικής θέσης της Επιτροπής σχετικά με το αίτημα στα σχετικά έγγραφα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε την πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα (1α), (1β), (1γ) και (2) βάσει της εξαίρεσης που αποσκοπεί στην προστασία των εμπορικών συμφερόντων.
Η εφαρμογή από την Επιτροπή της εξαίρεσης για την προστασία της εν εξελίξει διαδικασίας λήψης αποφάσεων
27. Οι κανόνες της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [43] προβλέπουν ότι η πρόσβαση σε έγγραφο που αφορά θέμα για το οποίο δεν έχει ληφθεί απόφαση από το θεσμικό όργανο απορρίπτεται εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου. Όπως κάθε εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα, η εξαίρεση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται αυστηρά [44]. Η επίμαχη εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι η διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης [45].
28. Ο στόχος της προστασίας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από στοχευμένες εξωτερικές πιέσεις μπορεί να συνιστά θεμιτό λόγο για τον περιορισμό της πρόσβασης σε έγγραφα που σχετίζονται με συγκεκριμένη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ωστόσο, πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμο ότι θα υπάρξει εξωτερική πίεση που θα προκύψει από τη δημοσιοποίηση των εγγράφων και ότι η εξωτερική πίεση θα είναι τέτοιας φύσης και έντασης ώστε να υπονομεύει σοβαρά τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Επιτροπής [46]. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα δημιουργούσε δημόσιο διάλογο ο οποίος θα μπορούσε ενδεχομένως να πιέσει την Επιτροπή να εκδώσει συγκεκριμένη απόφαση είναι μια πολύ αόριστη και γενική δήλωση. Η Επιτροπή δεν προέβαλε επαρκώς συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα επιχειρήματα για να αποδείξει ότι θα υπήρχε πραγματικός κίνδυνος εξωτερικής πίεσης τέτοιου χαρακτήρα και τέτοιας έντασης ώστε να θιγούν σοβαρά οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, σε περίπτωση που τα έγγραφα δημοσιοποιούνταν στο σύνολό τους [47]. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι οινοπαραγωγοί είτε στην Κροατία είτε στη Σλοβενία εκφράζουν τη διαφωνία τους με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, οι εν λόγω εκφράσεις διαφωνίας αποτελούν σύνηθες μέρος του δημόσιου διαλόγου, με τον οποίο η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να ασχοληθεί χωρίς, σε καμία περίπτωση, να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Πράγματι, κάθε ενδεχόμενη επίκριση του περιεχομένου των εγγράφων από τους εν λόγω τρίτους θα μπορούσε όχι μόνο να βλάψει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, αλλά και να συμβάλει στη βελτίωση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να εντοπίζει και να αντιμετωπίζει τυχόν ανησυχίες των διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η πλήρης δημοσιοποίηση των εγγράφων (1α), (1β), (1γ) και (2) θα υπονόμευε σοβαρά την εσωτερική της διαδικασία λήψης αποφάσεων.
29. Ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση των απαλειφθέντων τμημάτων των εγγράφων (1α) και (1β) δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να υπονομεύσει σοβαρά την εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με το ζήτημα της ΠΟΠ, είναι ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν σχετίζονται ειδικά με το συγκεκριμένο ζήτημα της ΠΟΠ οίνου Teran. Τα έγγραφα (1α) και (1β) αφορούν μεταβατικά μέτρα και την εφαρμογή από την Κροατία του δικαίου της ΕΕ στον αμπελοοινικό τομέα στο πλαίσιο της προσχώρησης της Κροατίας στην ΕΕ, ζητήματα που έχουν επιλυθεί με την έκδοση εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής [48].
Υψηλό επίπεδο διαφάνειας για τα έγγραφα για τα οποία η Επιτροπή ενεργεί στο πλαίσιο κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων
30. Σκοπός των κανόνων της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [49] είναι να δοθεί στο κοινό το ευρύτερο δυνατό δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα. «Ευρύτερη δυνατή πρόσβαση» σημαίνει ότι το κοινό πρέπει να έχει δικαίωμα πλήρους δημοσιοποίησης των ζητούμενων εγγράφων και ότι το μόνο μέσο περιορισμού του δικαιώματος αυτού είναι η αυστηρή εφαρμογή των εξαιρέσεων που προβλέπονται ρητά [50]. [51] Κατά την εφαρμογή των εξαιρέσεων σε συγκεκριμένα έγγραφα, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη φύση της ασκούμενης δραστηριότητας [52]. Η εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης είναι η απόφαση της Επιτροπής να εκδώσει ή όχι κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για τη χορήγηση εξαίρεσης από τον κανόνα ότι η οινοποιήσιμη ποικιλία αμπέλου Teran, η οποία αποτελείται από προστατευόμενη ονομασία προέλευσης προς όφελος των Σλοβένων οινοπαραγωγών, δεν χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της επισήμανσης του οίνου που παράγεται από Κροάτες ή άλλους παραγωγούς .[53] Η αιτιολογική σκέψη των κανόνων της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [54] προβλέπει ότι η πρόσβαση θα πρέπει να παρέχεται στον μέγιστο δυνατό βαθμό «σε έγγραφα στις περιπτώσεις που τα θεσμικά όργανα ενεργούν υπό τη νομοθετική τους ιδιότητα, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων». Η Επιτροπή δήλωσε, στην απάντησή της προς τη Διαμεσολαβήτρια, ότι «δεν έχει ακόμη εγκρίνει την πρότασή της για κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και οι συζητήσεις σχετικά με την τελευταία βρίσκονται ακόμη σε πλήρη εξέλιξη».
31. Η Επιτροπή δεν έχει (ακόμη) εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο έκδοσης μιας τέτοιας πράξης, δεν ενεργεί επί του παρόντος στο πλαίσιο κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων. Η Επιτροπή δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να εξετάσει το ενδεχόμενο να χορηγήσει ή όχι την εξαίρεση που ζήτησε η Κροατία, εάν δεν ενεργούσε στο πλαίσιο των κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί από τον νομοθέτη της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με την έκδοση ή μη κατ’ εξουσιοδότηση πράξης δεν προηγείται, αλλά συνεπάγεται κατ’ ανάγκη, την εκτέλεσή της στο πλαίσιο κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων [55]. Ως εκ τούτου, τα σχετικά έγγραφα θα πρέπει να απολαύουν του υψηλότερου δυνατού επιπέδου διαφάνειας. Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της αιτιολογικής σκέψεως των κανόνων της Ένωσης σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, η οποία αναφέρεται ρητώς στις πράξεις που διενεργούνται κατ’ εξουσιοδότηση, δεν ασκεί επιρροή, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ενεργεί, όπως ορθώς επισήμανε, υπό νομοθετική ιδιότητα.
32. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πλήρη πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα, με εξαίρεση τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στο έγγραφο (1β), συνιστά κακοδιοίκηση. Ως εκ τούτου, διατυπώνει αντίστοιχη σύσταση κατωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.
Συμπέρασμα
Σύσταση
Με βάση την έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, η Διαμεσολαβήτρια διατυπώνει την ακόλουθη σύσταση προς την Επιτροπή:
Η Επιτροπή θα πρέπει i) να παρέχει πρόσβαση στο έγγραφο (1β), με εξαίρεση τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, και ii) να δημοσιοποιεί πλήρως τα έγγραφα (1α), (1γ) και 2.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για την παρούσα σύσταση. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της παρούσας σύστασης. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της σύστασης και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής της.
Στρασβούργο, 15/2/2017
η Έμιλι Ο' Ράιλι
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
[2] Βλ. τη σχετική καταχώριση στη βάση δεδομένων e-bacchus της Επιτροπής: http://ec.europa.eu/agriculture/markets/wine/e-bacchus/index.cfm?event=pdfEccgi&language=EN&eccgiId=8347
[3] Επισκόπηση των συστημάτων προστατευόμενης ποιότητας της ΕΕ για τους οίνους διατίθεται στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/agriculture/quality/schemes/wines/index_en.htm
Επισκόπηση της νομοθεσίας της ΕΕ σχετικά με την ΠΟΠ των οίνων διατίθεται στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/agriculture/quality/schemes/legislation/index_en.htm
[4] http://ec.europa.eu/agriculture/quality/schemes/wines_en
[5] Ως μεταβατικό μέτρο, επετράπη στην Κροατία να εμπορεύεται τους οίνους της που παρήχθησαν πριν από τις 30 Ιουνίου 2013 με τις ετικέτες που προβλέπονται στην προενταξιακή νομοθεσία της Κροατίας έως ότου εξαντληθούν τα αποθέματα. Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 753/2013 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 607/2009 για τον καθορισμό ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2008 του Συμβουλίου όσον αφορά τις προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης και τις προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις, τις παραδοσιακές ενδείξεις, την επισήμανση και την παρουσίαση ορισμένων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα (ΕΕ 2013, L 210, σ. 21).
[6] Η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει εξαίρεση με την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 3 του κανονισμού 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 671).
[7] Βλ. την απάντηση της Επιτροπής της 13ης Φεβρουαρίου 2015 σε κοινοβουλευτική ερώτηση επί του θέματος: http://www.europarl.europa.eu/sides/getAllAnswers.do?reference=E-2014-010598&language=EN
[8] Άρθρο 4, παράγραφος 3 (προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων θεσμικού οργάνου) και άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση (προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας) του κανονισμού 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
[9] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.
[10] Άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.
[11] Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[12] Βλέπε αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 1049/2001.
[13] Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ́, του κανονισμού 1049/2001, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο α ́, και το άρθρο 8, στοιχείο β ́, του κανονισμού 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1). Βλ. επίσης απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, C-28/08 P, ECLI:EU:C:2010:378.
[14] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.
[15] Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[16] Άρθρο 100 παράγραφος 3 του κανονισμού 1308/2013.
[17] Άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.
[18] Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ.
[19] Άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού 1049/2001.
[20] Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T-18/10, ECLI:EU:T:2011:419, σκέψη 56.
[21] Αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 1049/2001.
[22] Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2008, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P και C‑52/05 P, ECLI:EU:C:2008:374.
[23] Άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[24] Κανονισμός 1049/2001.
[25] Άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001.
[26] Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, ECLI:EU:C:2010:541, σκέψη 73· απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, υπόθεση C-64/05, ECLI:EU:C:2007:802, σκέψη 66.
[27] Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2008, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C-39/05 P και C-52/05 P, ECLI:EU:C:2008:374, σκέψη 35· απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 2009, Borax Europe κατά Επιτροπής, T-166/05, ECLI:EU:T:2009:65, σκέψη 40.
[28] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.
[29] Άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.
[30] Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[31] Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 στοιχείο α) και το άρθρο 8 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
[32] Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Ιανουαρίου 2008, Τερεζάκης κατά Επιτροπής, T‑380/04, ECLI:EU:T:2008:19, σκέψη 97.
[33] Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
[34] Προαναφερθείσα απόφαση Τερεζάκης κατά Επιτροπής, T‑380/04, ECLI:EU:T:2008:19, σκέψη 93· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 2012, EnBW Energie Baden-Württemberg κατά Επιτροπής, T-344/08, ECLI:EU:T:2012:242, σκέψη 134.
[35] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 2013, Strack κατά Επιτροπής, T-392/07, ECLI:EU:T:2013:8, σκέψη 227.
[36] Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, C-139/07 P, ECLI:EU:C:2010:376, σκέψη 61· απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C-404/10 P, ECLI:EU:C:2012:393, σκέψεις 123 και 124· απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Agrofert Holding, C-477/10 P, ECLI:EU:C:2012:394, σκέψεις 64, 66 και 68· απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C-365/12 P, ECLI:EU:C:2014:112, σκέψη 93.
[37] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Ιανουαρίου 2010, Co-Frutta κατά Επιτροπής, T-355/04 και T-446/04, ECLI:EU:T:2010:15, σκέψη 131.
[38] Προαναφερθείσα απόφαση Τερεζάκης κατά Επιτροπής, T‑380/04, ECLI:EU:T:2008:19, σκέψη 95.
[39] Προαναφερθείσα απόφαση Strack κατά Επιτροπής, T-392/07, ECLI:EU:T:2013:8, σκέψη 227.
[40] Επιβεβαιωτική απόφαση SG.B.2/SB/md D(2005) 1375 της 15ης Φεβρουαρίου 2005.
[41] Προαναφερθείσα απόφαση Τερεζάκης κατά Επιτροπής, T‑380/04, ECLI:EU:T:2008:19, σκέψεις 93 και 104.
[42] Βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 2011, Access Info Europe κατά Συμβουλίου, T‑233/09, ECLI:EU:T:2011:105, σκέψη 59, όπου το Γενικό Δικαστήριο συνόψισε το πρότυπο σε σχέση με τη δυνατότητα εφαρμογής εξαίρεσης: «Επιπλέον, το γεγονός και μόνον ότι ένα έγγραφο αφορά συμφέρον προστατευόμενο από εξαίρεση δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής (απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2005, T‑2/03, Verein für Konsumenteninformation κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1121, σκέψη 69). Η εφαρμογή αυτή μπορεί, κατά κανόνα, να δικαιολογηθεί μόνον αν το θεσμικό όργανο έχει προηγουμένως εκτιμήσει αν η πρόσβαση στο έγγραφο θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και αποτελεσματικά το προστατευόμενο συμφέρον. Επιπλέον, ο κίνδυνος προσβολής προστατευόμενου συμφέροντος πρέπει, για να μπορεί να γίνει επίκλησή του, να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός (αποφάσεις Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψη 43, και της 11ης Μαρτίου 2009, T‑166/05, Borax Europe κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 50).»
[43] Άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.
[44] Βλ., για παράδειγμα, την προαναφερθείσα απόφαση Access Info Europe κατά Συμβουλίου, T-233/09, ECLI:EU:T:2011:105, σκέψη 55· απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, C‑64/05 P, ECLI:EU:C:2007:802, σκέψη 66.
[45] Βλ. άρθρο 100 παράγραφος 3 και άρθρο 227 του κανονισμού 1308/2013.
[46] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επιτροπής, υπόθεση T-516/11, ECLI:EU:T:2014:759, σκέψη 71.
[47] Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, PAN Europe κατά Επιτροπής, T-51/15, ECLI:EU:T:2016:519, σκέψη 33.
[48] Εκτελεστικός κανονισμός 753/2013 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 607/2009 για τον καθορισμό ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2008 του Συμβουλίου όσον αφορά τις προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης και τις προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις, τις παραδοσιακές ενδείξεις, την επισήμανση και την παρουσίαση ορισμένων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα (ΕΕ 2013, L 210, σ. 21).
[49] Βλ. αιτιολογική σκέψη 4 και άρθρο 1 του κανονισμού 1049/2001.
[50] Κανονισμός 1049/2001.
[51] Προαναφερθείσα απόφαση Access Info Europe κατά Συμβουλίου, T-233/09, ECLI:EU:T:2011:105, σκέψη 56.
[52] Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón της 16ης Μαΐου 2013, υπόθεση C‑280/11 P, ECLI:EU:C:2013:325, σκέψη 55.
[53] Βλ. άρθρο 100 παράγραφος 3 και άρθρο 227 του κανονισμού 1308/2013.
[54] Αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 1049/2001.
[55] Το δίκαιο της ΕΕ δεν ορίζει διαδικασία για την άσκηση των κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι ότι η άσκηση των κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων της Επιτροπής ολοκληρώνεται με την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης. Το κατά πόσον η έναρξη ισχύος της εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης υπόκειται στη συνέχεια σε δικαίωμα αρνησικυρίας από τον νομοθέτη της Ένωσης δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω.