FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο σύστασης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην καταγγελία 3278/2004/ELB

(Κατασκευασμένο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (1))

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:

Ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος της κατηγορίας Β που εργάζεται για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από την 1η Σεπτεμβρίου 1994.

Στις 18 Φεβρουαρίου 2004, υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον εσωτερικό διαγωνισμό A/95 (Διοικητικοί υπάλληλοι) που διοργάνωσε το Κοινοβούλιο. Κατά την υποβολή της αιτήσεώς της, ανέφερε ότι ήταν έγκυος και ότι επρόκειτο να γεννήσει στις 17 Ιουνίου 2004.

Στις 4 Ιουνίου 2004, η εξεταστική επιτροπή την κάλεσε στις δοκιμασίες που επρόκειτο να πραγματοποιηθούν στις 2 Ιουλίου 2004. Στις 12 Ιουνίου 2004, η καταγγέλλουσα απέστειλε επιστολή στο Κοινοβούλιο, αναφέροντας ότι, καθώς θα γαλουχούσε το παιδί της, θα χρειαζόταν κάποια ευελιξία κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών, δηλαδή θα έφευγε από την αίθουσα μεταξύ δύο δοκιμασιών και θα άρχιζε τις δοκιμασίες αργότερα από ό,τι οι άλλοι υποψήφιοι, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει τις δοκιμασίες αργότερα. Στις 17 Ιουνίου 2004, το Κοινοβούλιο την πληροφόρησε ότι θα της επιτρεπόταν να εγκαταλείψει την αίθουσα, αλλά ότι θα ήταν αδύνατο να της χορηγηθεί περισσότερος χρόνος από τους άλλους υποψηφίους. Ο καταγγέλλων θεώρησε τις συνθήκες αυτές απαράδεκτες και επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Κοινοβούλιο.

Στις 28 Ιουνίου 2004, ενημέρωσε το Κοινοβούλιο ότι το μωρό δεν είχε ακόμη γεννηθεί και ότι σχεδίαζε να υποβληθεί στις εξετάσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της.

Την 1η Ιουλίου 2004 γέννησε. Την ίδια ημέρα, ενημέρωσε το Κοινοβούλιο ότι δεν θα ήταν σε θέση να παραστεί στις δοκιμασίες και ζήτησε, με επιστολή προς το Κοινοβούλιο, να τις λάβει αργότερα.

Στις 2 Ιουλίου 2004 πραγματοποιήθηκαν οι δοκιμές.

Στις 15 Ιουλίου 2004, το Κοινοβούλιο απάντησε αρνητικά στο αίτημά της.

Στις 31 Ιουλίου 2004, άσκησε, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, προσφυγή κατά της αποφάσεως του Κοινοβουλίου της 15ης Ιουλίου 2004. Υποστήριξε ότι ο λόγος αποκλεισμού της από τον διαγωνισμό ήταν αντίθετος προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου και συνιστούσε ανισότητα για τις γυναίκες όσον αφορά την προαγωγή τους. Η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων διατυπώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είναι αδύνατο για μια γυναίκα, μία ημέρα μετά τον τοκετό, να λάβει μέρος σε διαγωνισμό, ενώ είναι δυνατό για έναν άνδρα που έχει γίνει πρόσφατα πατέρας. Το μειονέκτημα για τις γυναίκες είναι ακόμη μεγαλύτερο, δεδομένου ότι οι εσωτερικοί διαγωνισμοί σπάνια διοργανώνονται από τα θεσμικά όργανα. Ο καταγγέλλων ζήτησε να του επιτραπεί να συμμετάσχει στις δοκιμασίες, υποστηρίζοντας ότι, ακόμη και αν ο διαγωνισμός πραγματοποιείται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, τηρείται η αρχή της ισότητας μεταξύ των υποψηφίων, καθώς η εξεταστική επιτροπή μπορεί να αξιολογήσει τους υποψηφίους σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια και μπορούν να διοργανωθούν δοκιμασίες συγκρίσιμων δυσκολιών.

Στις 14 Οκτωβρίου 2004, το Κοινοβούλιο απέρριψε την έφεσή της, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, οι δοκιμασίες έπρεπε να διεξαχθούν την ίδια ημερομηνία για όλους τους υποψηφίους. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι δοκιμασίες θα μπορούσαν να διοργανωθούν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι, μόλις οι υποψήφιοι διαβάσουν τις δοκιμασίες, δεν τηρείται πλέον το απόρρητο. Επιπλέον, θα παραβιαζόταν ο κανόνας της ανωνυμίας. Δήλωσε επίσης ότι ένας διαγωνισμός δεν μπορεί να αμφισβητηθεί επειδή ένας υποψήφιος απουσιάζει, είτε για ιατρικούς, πρακτικούς ή άλλους λόγους.

Στην καταγγελία της προς την Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια, η καταγγέλλουσα ενέμεινε στα επιχειρήματα που προέβαλε στην προσφυγή της. Υποστήριξε επίσης ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έλαβε θέση σχετικά με το επιχείρημά της ότι υπέστη διακρίσεις. Διαφωνεί με τα επιχειρήματα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, η οποία χαρακτήρισε την εγκυμοσύνη της ως ιατρικό πρόβλημα. Θεώρησε ότι η κατάσταση της εγκύου γυναίκας ήταν αναπόφευκτη και μπορούσε να προβλεφθεί σε κάποιο βαθμό. Ήταν έγκυος πριν από τη δημοσίευση του διαγωνισμού. Η εξεταστική επιτροπή γνώριζε την κατάστασή της όταν επέλεξε να διοργανώσει τις δοκιμασίες στις 2 Ιουλίου. Κατά συνέπεια, είχε επίσης επίγνωση του κινδύνου να θέσει σε κίνδυνο τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό και, ως εκ τούτου, να προβεί σε διακρίσεις εις βάρος της. Ακόμη και αν η γέννηση είχε πραγματοποιηθεί κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία, δεν θα είχε συμμετάσχει στον διαγωνισμό υπό τους ίδιους όρους με τους άλλους υποψηφίους (λόγω κόπωσης μετά τη γέννηση του παιδιού και συνθηκών θηλασμού). Επιπλέον, απέδειξε ότι ενδιαφερόταν για τον εν λόγω διαγωνισμό και ότι δεν μπορούσε να συμμετάσχει σε αυτόν μόνο επειδή είχε γεννήσει. Υποστήριξε ότι η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και αποτελεί τη βάση της πολιτικής προσωπικού του Κοινοβουλίου. Θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον του Κοινοβουλίου να βρεθεί λύση στην υπόθεσή της, ώστε να αποφευχθεί η αντίφαση με τις αρχές που διακήρυξε.

Η καταγγέλλουσα ενημέρωσε τη Μονάδα «Ίσες Ευκαιρίες» του Κοινοβουλίου και τη Μικτή Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών (2) («COPEC») για την υπόθεσή της.

Ο καταγγέλλων επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι ο ανταγωνισμός βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να εξευρεθεί λύση στο πλαίσιο του ανταγωνισμού.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η άρνηση του Κοινοβουλίου να διοργανώσει γραπτές δοκιμασίες για αυτήν αργότερα εισήγαγε διακρίσεις. Ζήτησε να της επιτραπεί να συμμετάσχει στις εξετάσεις και, αν αυτό δεν ήταν δυνατό, να της δοθεί η ίδια δυνατότητα προαγωγής με εκείνη του διαγωνισμού A/95 εντός εύλογης προθεσμίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι μελλοντικοί διαγωνισμοί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των εγκύων γυναικών.

Στις 9 Φεβρουαρίου 2005, η καταγγέλλουσα απέστειλε δύο συμπληρωματικά έγγραφα σχετικά με την καταγγελία της.

Το πρώτο έγγραφο ήταν επιστολή της COPEC προς τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου, με ημερομηνία 10 Ιανουαρίου 2005, με την οποία ζητούσε αναθεώρηση της απόφασης σχετικά με τον καταγγέλλοντα. Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στο άρθρο 1 στοιχείο δ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που απαγορεύει κάθε διάκριση (3) και στο άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο 4 της οδηγίας 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (5) («οδηγία 2002/73/ΕΚ»). Η επιτροπή υποστήριξε ότι και οι δύο διατάξεις, οι οποίες θεσπίστηκαν πρόσφατα, ενδέχεται να τροποποιήσουν τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων και ότι θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν υπόψη ακόμη και αν δεν έχουν άμεση εφαρμογή.

Το δεύτερο έγγραφο ήταν γνωμοδότηση σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης και τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσον αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων στον χώρο εργασίας λόγω φύλου, με ημερομηνία 7 Φεβρουαρίου 2005, από καθηγητή του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης και δικηγόρο. Η γνώμη κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση αποκλεισμού της καταγγέλλουσας αγνοούσε τις καθιερωμένες αρχές της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων που ορίζονται στη νομοθεσία της ΕΕ και στην κοινοτική νομολογία και εξέφραζε την ελπίδα ότι το θεσμικό όργανο και η καταγγέλλουσα θα έβρισκαν λύση ικανή να παράσχει στην καταγγέλλουσα τη δυνατότητα επαγγελματικής ανέλιξης, την οποία κακώς είχε αρνηθεί.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Η γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την καταγγελία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Δυνατότητα συμμετοχής στις γραπτές δοκιμασίες του διαγωνισμού A/95

Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι, από τη στιγμή που οι υποψήφιοι έχουν διαβάσει το θέμα των δοκιμασιών, δεν υφίσταται πλέον μυστικότητα. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία (6), η εξεταστική επιτροπή διασφαλίζει, κατά τη διάρκεια ενός διαγωνισμού, την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Το Συνέδριο επιβεβαίωσε ότι η αρχή της ισότητας επιβάλλει τη διεξαγωγή των γραπτών δοκιμασιών την ίδια ημερομηνία για όλους τους υποψηφίους (7). Για να διασφαλιστεί η αυστηρή ισότητα μεταξύ των υποψηφίων, οι γραπτές δοκιμασίες ενός διαγωνισμού θα πρέπει να είναι πανομοιότυπες και να διεξάγονται την ίδια ημέρα.

Επιπλέον, θα υπήρχε παραβίαση του κανόνα της ανωνυμίας εάν οι διάφορες γραπτές δοκιμασίες διορθώνονταν από την εξεταστική επιτροπή.

Εν κατακλείδι, η απόφαση του Κοινοβουλίου να απορρίψει το αίτημα του καταγγέλλοντος ήταν βάσιμη.

Επί της δυνατότητας προωθήσεως ανάλογης με εκείνη του διαγωνισμού A/95

Το Κοινοβούλιο υπενθύμισε ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης παρέχει στα θεσμικά όργανα ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη διοργάνωση διαγωνισμών. Η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας πρέπει να είναι συμβατή με τις επιτακτικές απαιτήσεις του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, κατά το οποίο η πρόσληψη αποσκοπεί στην εξασφάλιση για το θεσμικό όργανο των υπηρεσιών υπαλλήλων με τα υψηλότερα προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, καθώς και με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Η επιλογή που πρέπει να γίνει κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής πρέπει πάντοτε να διέπεται από τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσης και, γενικότερα, από το συμφέρον της υπηρεσίας (8).

Όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 των εσωτερικών κανόνων σχετικά με την πρόσληψη μονίμων και λοιπών υπαλλήλων, σε διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού, καταρτίζεται ετησίως πολυετής πρόβλεψη των αναγκών του θεσμικού οργάνου, η οποία αποτελεί τη βάση για τη διοργάνωση εξωτερικών και εσωτερικών διαγωνισμών. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, καθορίζει τα κριτήρια συμμετοχής σε κάθε προκήρυξη διαγωνισμού.

Εάν η καταγγέλλουσα επιθυμεί να προαχθεί, έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε διαγωνισμούς που ενδέχεται να διοργανωθούν στο μέλλον και οι οποίοι αντιστοιχούν στα πτυχία και την επαγγελματική της πείρα. Θα μπορούσε επίσης να επωφεληθεί από τη νέα διαδικασία πιστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 45 στοιχείο α) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η διαδικασία αυτή θα επιτρέψει τον διορισμό υπαλλήλου της ομάδας καθηκόντων AST σε θέση της ομάδας καθηκόντων AD.

Οι διακρίσεις λόγω φύλου και η ειδική κατάσταση των γυναικών

Το Κοινοβούλιο εφαρμόζει πολιτική ίσων ευκαιριών και ευνοεί τις αιτήσεις ειδικευμένων γυναικών και ανδρών, αποκλείοντας κάθε μορφή διάκρισης λόγω αναπηρίας, φυλής, θρησκείας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.

Λαμβάνονται όλα τα μέτρα που θεωρούνται εύλογα για να διασφαλιστεί ότι όλοι οι υποψήφιοι μπορούν να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς σε ισότιμη βάση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το μωρό της καταγγέλλουσας συνοδευόμενο από τρίτο πρόσωπο θα είχε πρόσβαση στην αίθουσα δοκιμών και ότι η καταγγέλλουσα θα είχε τη δυνατότητα να βγει από το δωμάτιο για να θηλάσει το μωρό της.

Η άρνηση διοργάνωσης των δοκιμασιών σε διαφορετική ημερομηνία για την καταγγέλλουσα δεν βασίζεται στο φύλο της, αλλά στο γεγονός ότι ένας διαγωνισμός δεν μπορεί να ακυρωθεί επειδή ένας υποψήφιος δεν μπορούσε να είναι παρών, είτε για ιατρικούς, πρακτικούς ή άλλους λόγους. Πράγματι, η νομολογία δεν επιτρέπει σε εξεταστική επιτροπή να διοργανώσει τις δοκιμασίες σε διαφορετική ημερομηνία για έναν υποψήφιο, δεδομένου ότι μια τέτοια απόφαση θα ακυρωνόταν από το Γενικό Δικαστήριο.

Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντων

Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα διατύπωσε συνοπτικά τα ακόλουθα σημεία:

Ο διαγωνισμός A/95 είναι, εξ όσων γνωρίζει η καταγγέλλουσα, ο πρώτος εσωτερικός διαγωνισμός που διοργανώνεται στην κατηγορία Α από τότε που εργάζεται για το Κοινοβούλιο.

Ο καταγγέλλων επέστησε την προσοχή σε ορισμένα γεγονότα. Στις 20 και 22 Ιουνίου 2005, ο γιατρός της καταγγέλλουσας προσπάθησε να προκαλέσει τη γέννηση. Κατά την ημερομηνία γέννησης (1η Ιουλίου 2005), ενημέρωσε τηλεφωνικώς το Κοινοβούλιο ότι δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει στις εξετάσεις την επόμενη ημέρα. Την συμβούλεψαν να συμμετάσχει, γιατί αυτή θα ήταν η μόνη της ευκαιρία να λάβει μέρος στον διαγωνισμό.

Στις 8 Μαρτίου 2005, η καταγγέλλουσα έλαβε ειδική μνεία στην έκδοση 2005 των Βραβείων Ισότητας από την COPEC «για την ενεργό επικέντρωση της προσοχής του θεσμικού οργάνου στον κίνδυνο διακρίσεων λόγω φύλου που σχετίζονται με τη διοργάνωση διαγωνισμών και επιλογών, ιδίως στην περίπτωση της μητρότητας. Εφιστά επίσης την προσοχή στην έλλειψη ειδικών κανόνων που να επιτρέπουν στις πρόσφατες μητέρες να θηλάζουν στις εξετάσεις και να τους διατίθεται επιπλέον χρόνος εξέτασης. [Ο καταγγέλλων] προτρέπει το θεσμικό όργανο να επανεξετάσει τις τρέχουσες διαδικασίες προκειμένου να αποφευχθούν περιπτώσεις διακρίσεων λόγω φύλου σε μελλοντικούς διαγωνισμούς».

Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, εάν είχε εφαρμοστεί ορθά η πολιτική των ίσων ευκαιριών και η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, δεν θα είχε αποκλειστεί από τον διαγωνισμό επειδή είχε γεννήσει. Οι διακρίσεις εις βάρος της ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς γεγονότων:

  • Η παράλειψη του Κοινοβουλίου να ενημερώσει την καταγγέλλουσα ότι η ημερομηνία του τοκετού της δεν είχε ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ημερομηνίας των δοκιμασιών
    Με την ευκαιρία τηλεφωνικής συνομιλίας με τις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου, της είπαν ότι ήταν αδύνατο, κατά τον καθορισμό της ημερομηνίας των δοκιμασιών, να ληφθούν υπόψη οι τοκετοί. Εάν η καταγγέλλουσα είχε ενημερωθεί ότι δεν είχε ληφθεί υπόψη η ημερομηνία του τοκετού της, θα μπορούσε να είχε αντιδράσει νωρίτερα (τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο), επικοινωνώντας με το Κοινοβούλιο ή ασκώντας προσφυγή κατά της απόφασης αυτής.


  • η ημερομηνία των εξετάσεων Το γεγονός ότι η ημερομηνία των εξετάσεων ήταν δύο εβδομάδες μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία του τοκετού ήταν πιθανό να μειώσει τις πιθανότητες συμμετοχής της καταγγέλλουσας στον διαγωνισμό. Η ημερομηνία εμπίπτει σε μια περίοδο κατά την οποία η μητέρα αναρρώνει από τον τοκετό και φροντίζει το νέο μωρό. Οι πληροφορίες αυτές είναι ευρέως γνωστές και θα μπορούσαν να έχουν παρασχεθεί από την ιατρική υπηρεσία του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, είχαν παραληφθεί μόνο 107 αιτήσεις για τον εν λόγω διαγωνισμό, γεγονός που σημαίνει ότι ήταν δυνατόν να καθοριστεί κατάλληλη ημερομηνία.
    Η μόνη δυνατότητα που δόθηκε από το Κοινοβούλιο στον καταγγέλλοντα ήταν να συμμετάσχει στις εξετάσεις που διήρκεσαν μία ημέρα, ενώ αυτό ήταν φυσικά αδύνατο, όπως αποδεικνύεται από ιατρικό πιστοποιητικό.


  • οι όροι θηλασμού Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι δεν έλαβε μέρος στον διαγωνισμό λόγω των όρων που επέβαλε το Κοινοβούλιο. Ωστόσο, θα συνιστούσαν πολύ δυσμενή διάκριση όσον αφορά τον χρόνο που της παραχωρήθηκε.
    Θεωρεί ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να λάβει θέση σχετικά με αυτές τις συνθήκες και ενδεχομένως να βοηθήσει το Κοινοβούλιο να θεσπίσει κατάλληλους κανόνες για τις θηλάζουσες γυναίκες και τα μωρά τους.
    Οι ανάγκες των γυναικών που θηλάζουν ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία του μωρού. Κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων μετά τον τοκετό, οι γυναίκες και τα μωρά τους θα πρέπει να επωφελούνται από ένα ιδιωτικό δωμάτιο και επαρκή χρόνο για θηλασμό.
    Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το Κοινοβούλιο για να επιτραπεί ο θηλασμός κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών σημαίνουν είτε ότι η μητέρα έχει λιγότερο χρόνο από τις άλλες υποψήφιες για τις δοκιμασίες επειδή θηλάζει το μωρό της κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών είτε ότι αφήνει ένα μωρό που λιμοκτονεί να κλαίει. Η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι οι όροι αυτοί δεν της επέτρεπαν να συμμετάσχει στις δοκιμές επί ίσοις όροις και ότι οι όροι αυτοί δεν ήταν εύλογοι.

  • Η έλλειψη βούλησης του Κοινοβουλίου να εξετάσει μια εναλλακτική λύση αντί της συμμετοχής στις δοκιμασίες της 2ας Ιουλίου
    Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί της για να βρει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να συμμετάσχει στις δοκιμασίες. Θα μπορούσε να της είχε επιτραπεί να κάνει τις εξετάσεις στο δωμάτιό της στο νοσοκομείο στις 2 Ιουλίου.

  • η άρνηση καθορισμού δεύτερης ημερομηνίας για τις δοκιμές
    Ο καταγγέλλων διαφώνησε με τη θέση του Κοινοβουλίου. Η νομολογία στην οποία αναφέρεται το Κοινοβούλιο είναι προγενέστερη της οδηγίας 2002/73. Το κείμενο αυτό ενδέχεται να τροποποιήσει την ισχύουσα νομολογία (9).
    Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο κανόνας περί ανωνυμίας δεν είναι σαφής. Οι προφορικές εξετάσεις δεν είναι ανώνυμες. Επιπλέον, δεν υπάρχει ανωνυμία όταν ένα θέμα επιλέγεται μόνο από έναν υποψήφιο ή όταν μόνο ένας υποψήφιος υποβάλλεται σε δοκιμασία σε μια συγκεκριμένη γλώσσα.

  • Η Συνθήκη ΕΚ
    παρέχει τη νομική βάση για την ανάληψη θετικής δράσης (άρθρο 141 παράγραφος 4 σημείο 10). Θετική δράση προβλέπεται επίσης από τη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (άρθρο ΙΙ-83 παράγραφος 11) και τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (άρθρο 1 στοιχείο δ)). Σε αυτή τη βάση, η καταγγέλλουσα θεώρησε ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να της προσφέρει μια πρόσθετη ευκαιρία να καταλάβει θέση στην υψηλότερη κατηγορία ή προνομιακούς όρους εισδοχής σε σχέση με τις υφιστάμενες ευκαιρίες αντιστάθμισης της ανισότητας λόγω του αποκλεισμού της από τον διαγωνισμό.
    Εάν το Κοινοβούλιο ορθώς θεωρεί ότι δεν υπήρξε διάκριση εις βάρος της καταγγέλλουσας, οι μόνοι λόγοι για τους οποίους δεν συμμετείχε στον διαγωνισμό είναι η έλλειψη βούλησης ή το γεγονός ότι γέννησε, το οποίο αποτελεί, κατά την άποψή της, σαφή περίπτωση ανισότητας.

Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο διαγωνισμός A/95 θα πρέπει να ανοίξει εκ νέου και ότι θα πρέπει να διοργανωθεί νέα σειρά δοκιμασιών. Σημείωσε ότι ο κατάλογος περιέχει μόνο 15 ονόματα, ενώ η προκήρυξη του διαγωνισμού αναφερόταν στη διατήρηση 20 ονομάτων κατ’ ανώτατο όριο. Θεωρεί ότι θα μπορούσε να διοργανωθεί νέος εσωτερικός διαγωνισμός για την αντιστάθμιση των διακρίσεων εις βάρος της.

Όσον αφορά τη διαδικασία πιστοποίησης, υποστήριξε ότι οι κανόνες θα μπορούσαν να προβλέπουν θετική δράση για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Θα μπορούσε να επιλεγεί στην πρώτη ομάδα υποψηφίων το 2005 ή το 2006, γεγονός που θα αποτελούσε εύλογη προθεσμία. Ωστόσο, εάν η Διαμεσολαβήτρια συστήσει αποζημίωση, είναι έτοιμη να εξετάσει άλλες επιλογές.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν απάντησε στο επιχείρημά της ότι οι μελλοντικοί διαγωνισμοί και οι διαδικασίες επιλογής θα πρέπει να προβλέπουν την ειδική κατάσταση των γυναικών, ιδίως όσον αφορά τη μητρότητα.

Εν κατακλείδι, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι έκανε τα πάντα για να συμμετάσχει στον διαγωνισμό το συντομότερο δυνατόν. Η καταγγελία που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή θα πρέπει να εκληφθεί ως θετική προσέγγιση σε ένα πρόβλημα που αφορά τις εγκύους και ένα θεσμικό όργανο που δεν συμμορφώνεται με τις δικές του αρχές. Προτίμησε να αναζητήσει μια εποικοδομητική προσέγγιση παρά να κινήσει νομικές διαδικασίες.

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης του Κοινοβουλίου και των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε απαντήσει επαρκώς στους ισχυρισμούς και τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καθεστώτος του, απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου για να προτείνει φιλική λύση.

Η πρόταση για μια φιλική λύση

Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε ότι, κατά τον χειρισμό της υπό κρίση υπόθεσης, το Κοινοβούλιο φαίνεται να στηρίχθηκε αποκλειστικά στη νομολογία σχετικά με τους διαγωνισμούς, η οποία δεν αφορά την κατάσταση των εγκύων γυναικών, και δεν έδωσε καμία βαρύτητα στη νομολογία η οποία αναλύει, σε διάφορες περιστάσεις, τις απαιτήσεις της αρχής της ισότητας όσον αφορά την ειδική κατάσταση των εγκύων γυναικών (12). Το προσωρινό συμπέρασμά του ήταν ότι το Κοινοβούλιο, καλή τη πίστει και χωρίς εσκεμμένη πρόθεση διάκρισης, δεν είχε επιτύχει ισορροπία μεταξύ των δύο πτυχών της ισότητας που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και ότι επρόκειτο για περίπτωση κακοδιοίκησης.

Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το ίδιο το Κοινοβούλιο είχε προτείνει να συμμετάσχει ο καταγγέλλων σε μελλοντικούς διαγωνισμούς και να επωφεληθεί επίσης από τη νέα διαδικασία πιστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 45 στοιχείο α) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε στο Κοινοβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο παροχής συγκεκριμένων πληροφοριών στην καταγγέλλουσα σχετικά με τις δυνατότητες αυτές, καθώς σχετίζονται με την κατάστασή της.

Η απάντηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην πρόταση της Διαμεσολαβήτριας για φιλική λύση

Απαντώντας στην πρόταση του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο επεσήμανε τα εξής:

Το Κοινοβούλιο συμφώνησε με την πρόταση φιλικής λύσης.

Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες υπηρεσίες δεσμεύτηκαν επισήμως να κοινοποιήσουν στον καταγγέλλοντα τις ρυθμίσεις της διαδικασίας πιστοποίησης μόλις εγκριθεί το σχετικό χρονοδιάγραμμα σχεδιασμού από την αρμόδια αρχή.

Όσον αφορά τους εσωτερικούς διαγωνισμούς στους οποίους θα μπορούσε να συμμετάσχει ο καταγγέλλων, το Κοινοβούλιο δεν σχεδίαζε στο παρόν στάδιο να διοργανώσει τέτοιους διαγωνισμούς.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την απάντηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Στις 2 Δεκεμβρίου 2005, ο καταγγέλλων έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από τον διευθυντή της Διεύθυνσης Στρατηγικής Ανθρώπινου Δυναμικού, με το οποίο την ενημέρωσε για την επικείμενη δημοσίευση της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη διαδικασία πιστοποίησης και επέστησε την προσοχή στη σύντομη προθεσμία υποβολής αιτήσεων. Δεν έγινε καμία αναφορά στην καταγγελία. Μόνο όταν η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε για την απάντηση του Κοινοβουλίου στην πρόταση φιλικής λύσης, κατάλαβε το ηλεκτρονικό της μήνυμα. Αρχικά, πίστευε ότι το e-mail είχε σταλεί σε όλους.

Ο καταγγέλλων δεν θεώρησε ότι το Κοινοβούλιο είχε απαντήσει θετικά στην πρόταση του Διαμεσολαβητή. Θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο δεσμεύεται να της παρέχει πληροφορίες που είναι ευρέως διαθέσιμες και εύκολα προσβάσιμες σε όλους τους υπαλλήλους. Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές αφορούσαν τη διαδικασία πιστοποίησης στην οποία θα είχε πρόσβαση ανεξάρτητα από τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό A/95. Η απάντηση του Κοινοβουλίου δεν έλαβε καθόλου υπόψη την κατάστασή της, όπως αναλύεται στην πρόταση φιλικής λύσης του Διαμεσολαβητή. Δεν προσφέρθηκε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη. Αναφέρθηκε στην υπόθεση C-284/02 Land Brandenburg κατά Sass (13).

Εν κατακλείδι, επισημαίνει ότι η απάντηση του Κοινοβουλίου δεν είναι ικανοποιητική και ζητεί από το Κοινοβούλιο να υποβάλει κατάλληλη πρόταση προκειμένου να συμμορφωθεί με την αρχή της ισότητας.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει επιτευχθεί φιλική λύση.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Προκαταρκτική παρατήρηση

1.1 Όπως αναφέρεται στην επιστολή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή της 22ας Νοεμβρίου 2004, η έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία αφορά:

i) τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας ότι η άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να διοργανώσει γραπτές δοκιμασίες για αυτήν σε μεταγενέστερη ημερομηνία εισήγαγε διακρίσεις· και

ii) οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος ότι

α) θα πρέπει να της επιτραπεί να συμμετάσχει στις δοκιμασίες και, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, να της δοθεί, εντός εύλογης προθεσμίας, η ίδια δυνατότητα προαγωγής με εκείνη του διαγωνισμού A/95· και

β) ότι οι μελλοντικοί διαγωνισμοί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των εγκύων γυναικών.

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη του Κοινοβουλίου επί της καταγγελίας της, η καταγγέλλουσα αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο ζήτημα των όρων θηλασμού . Η καταγγέλλουσα δήλωσε ότι δεν συμμετείχε στον διαγωνισμό λόγω των όρων που επέβαλε το Κοινοβούλιο. Ωστόσο, θα συνιστούσαν πολύ δυσμενή διάκριση όσον αφορά τον χρόνο που της παραχωρήθηκε. Θεωρεί ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να λάβει θέση σχετικά με αυτές τις συνθήκες και ενδεχομένως να βοηθήσει το Κοινοβούλιο να θεσπίσει κατάλληλους κανόνες για τις θηλάζουσες γυναίκες και τα μωρά τους.

Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι τα επιχειρήματά της ήταν παρόμοια με εκείνα που υπέβαλε στην προσφυγή της βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, στην οποία αμφισβήτησε την απόφαση του Κοινοβουλίου της 15ης Ιουλίου 2004 και ζήτησε να της επιτραπεί να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες του διαγωνισμού. Κάλεσε τον Διαμεσολαβητή να παραπέμψει στην προσφυγή της βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2. Δηλώνει επίσης ότι θα ήθελε να προσθέσει ορισμένες περαιτέρω σκέψεις. Μεταξύ αυτών των σκέψεων, ανέφερε τις συνθήκες θηλασμού που θέσπισε το Κοινοβούλιο, τις οποίες θεώρησε απαράδεκτες για ένα νεογέννητο. Ανέφερε ότι, κατά τις πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό, ο χρόνος και η διάρκεια κάθε σίτισης που απαιτείται από ένα μωρό δεν ήταν προβλέψιμα. Επιπλέον, εάν ο θηλασμός δημιουργεί δυσκολίες στην αρχή, αυτό μπορεί να είναι επώδυνο για τη μητέρα και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τον θηλασμό. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι το προαναφερθέν ζήτημα αποτελεί επιχείρημα προς υποστήριξη του ισχυρισμού της καταγγέλλουσας ότι η συμμετοχή της στον διαγωνισμό δεν θα είχε πραγματοποιηθεί υπό τους ίδιους όρους με τους άλλους υποψηφίους.

1.2 Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια παρατηρεί ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός διατυπώθηκε από την καταγγέλλουσα για πρώτη φορά στις παρατηρήσεις της. Η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή δεν περιείχε τέτοιο ισχυρισμό, ο οποίος, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπτε στο πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή, όπως διευκρινίζεται στην επιστολή του της 22ας Νοεμβρίου 2004. Επιπλέον, φαίνεται ότι η καταγγέλλουσα δεν έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες εσωτερικών διοικητικών προσφυγών όσον αφορά την απόφαση του Κοινοβουλίου σχετικά με τους όρους θηλασμού του παιδιού της, δεδομένου ότι η προσφυγή της καταγγέλλουσας βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 δεν στρεφόταν κατά της εν λόγω απόφασης. Το Κοινοβούλιο, στην απόφασή του σχετικά με το άρθρο 90 παράγραφος 2 ή στη γνώμη του, δεν ασχολήθηκε με αυτό το συγκεκριμένο επιχείρημα και δήλωσε μόνο στη γνώμη του ότι οι ρυθμίσεις ήταν εύλογες. Υπό τις συνθήκες αυτές και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 8 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (14), ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αποδεχθεί την πρόσκληση του καταγγέλλοντος να λάβει θέση επί του θέματος. Ωστόσο, ο καταγγέλλων μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής νέας καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα αυτό, αφού εξαντλήσει τις δυνατότητες εσωτερικών διοικητικών προσφυγών.

2 Η άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να διοργανώσει νέες γραπτές δοκιμασίες για τον καταγγέλλοντα και συναφείς ισχυρισμοί

2.1 Στις 18 Φεβρουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον εσωτερικό διαγωνισμό A/95 που διοργάνωσε το Κοινοβούλιο, αναφέροντας ότι ήταν έγκυος. Προσκλήθηκε να συμμετάσχει στις δοκιμασίες, οι οποίες επρόκειτο να πραγματοποιηθούν στις 2 Ιουλίου 2004. Η καταγγέλλουσα γέννησε την 1η Ιουλίου 2004. Την ίδια ημέρα, ενημέρωσε το Κοινοβούλιο ότι δεν θα ήταν σε θέση να παραστεί στις δοκιμασίες και ζήτησε να τις παρακολουθήσει σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να διοργανώσει τις δοκιμασίες σε άλλη ημερομηνία.

Η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι ήταν αδύνατο να υποβληθεί στις εξετάσεις μία ημέρα μετά τον τοκετό. Θεωρεί ότι δεν θα υπήρχε παραβίαση της αρχής της ισότητας εάν οι δοκιμασίες είχαν διοργανωθεί σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Διαφωνεί με τον χαρακτηρισμό της εγκυμοσύνης της από το Κοινοβούλιο ως ιατρικού προβλήματος.

Συνοπτικά, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η άρνηση του Κοινοβουλίου να διοργανώσει γραπτές δοκιμασίες για αυτήν αργότερα εισήγαγε διακρίσεις. Ζήτησε να της επιτραπεί να συμμετάσχει στις εξετάσεις και, αν αυτό δεν ήταν δυνατό, να της δοθεί, εντός εύλογης προθεσμίας, η ίδια δυνατότητα προαγωγής με εκείνη του διαγωνισμού A/95.

2.2 Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι, από τη στιγμή που οι υποψήφιοι θα έχουν διαβάσει το θέμα των δοκιμασιών, δεν θα υπάρχει πλέον μυστικότητα. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία (15), η εξεταστική επιτροπή διασφαλίζει, κατά τη διάρκεια ενός διαγωνισμού, την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε επίσης ότι η αρχή της ισότητας επιβάλλει τη διεξαγωγή των γραπτών δοκιμασιών την ίδια ημερομηνία για όλους τους υποψηφίους (16). Επιπλέον, θα υπήρχε παραβίαση του κανόνα της ανωνυμίας εάν οι διάφορες γραπτές δοκιμασίες διορθώνονταν από την εξεταστική επιτροπή. Εν κατακλείδι, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η απόφασή του να απορρίψει το αίτημα του καταγγέλλοντος ήταν βάσιμη.

Η άρνηση διοργάνωσης των δοκιμασιών σε διαφορετική ημερομηνία για την καταγγέλλουσα δεν βασίστηκε στο φύλο της, αλλά στο γεγονός ότι ένας διαγωνισμός δεν μπορεί να ακυρωθεί επειδή ένας υποψήφιος δεν μπορούσε να είναι παρών, είτε για ιατρικούς, πρακτικούς ή άλλους λόγους. Πράγματι, η νομολογία δεν επιτρέπει σε εξεταστική επιτροπή να διοργανώσει τις δοκιμασίες σε διαφορετική ημερομηνία για έναν υποψήφιο, δεδομένου ότι μια τέτοια απόφαση θα ακυρωνόταν από το Γενικό Δικαστήριο.

Το Κοινοβούλιο υπενθύμισε ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης παρέχει στα θεσμικά όργανα ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη διοργάνωση διαγωνισμών. Η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας πρέπει να είναι συμβατή με το άρθρο 27, κατά το οποίο η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τις υπηρεσίες υπαλλήλων με τα υψηλότερα προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, καθώς και με το άρθρο 29, παράγραφος 1. Η επιλογή που πρέπει να γίνει κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής πρέπει πάντοτε να διέπεται από τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσης και, γενικότερα, από το συμφέρον της υπηρεσίας (17).

Το Κοινοβούλιο επισημαίνει επίσης ότι, εάν η καταγγέλλουσα επιθυμεί να προαχθεί, έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε διαγωνισμούς που θα μπορούσαν να διοργανωθούν στο μέλλον και οι οποίοι αντιστοιχούν στα πτυχία και την επαγγελματική της πείρα. Θα μπορούσε επίσης να επωφεληθεί από τη νέα διαδικασία πιστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 45 στοιχείο α) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (18).

2.3 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει καταρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων:

«Απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.»

Η ίση μεταχείριση των δύο φύλων αναγνωρίστηκε ρητώς από τον κοινοτικό δικαστή ως θεμελιώδες δικαίωμα διασφαλιζόμενο από το κοινοτικό δίκαιο (19). Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (20), το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ελευθερία της τεκνοποίησης. Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει επίσης ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο, εκτός εάν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (21). Στο πλαίσιο των ταξινομήσεων με βάση το φύλο ή των ταξινομήσεων που συνεπάγονται επιβαρύνσεις για ένα θεμελιώδες δικαίωμα, αυτό συνεπάγεται ότι ο υπερασπιστής της αμφισβητούμενης ταξινόμησης πρέπει να αποδείξει ότι η ταξινόμηση εξυπηρετεί θεμιτό στόχο γενικού συμφέροντος και ότι τα χρησιμοποιούμενα μέσα είναι ανάλογα προς την επίτευξη αυτού του στόχου (22). Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω φύλου καλύπτει όχι μόνο τις άμεσες αλλά και τις έμμεσες ή de facto διακρίσεις, οι οποίες μπορούν να διαπιστωθούν, ιδίως, όταν μια ουδέτερη (δηλαδή όχι ρητά βασιζόμενη στο φύλο) ταξινόμηση επηρεάζει δυσμενώς μόνο τα μέλη ενός φύλου, και το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς από αντικειμενικούς παράγοντες που δεν σχετίζονται με το φύλο.

Εξάλλου, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ και, όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν καταγγελίας, η υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 90, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στους ενδιαφερομένους επαρκείς διευκρινίσεις ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσουν αν η απόφαση είναι βάσιμη και αν θα ήταν σκόπιμο να προσβάλουν την απόφαση αυτή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ή του Διαμεσολαβητή και, αφετέρου, να παράσχει στον κοινοτικό δικαστή ή στον Διαμεσολαβητή τη δυνατότητα να επανεξετάσουν την απόφαση.

2.4 Στην περίπτωση αυτή, το Κοινοβούλιο παρατήρησε ότι η άρνησή του να διοργανώσει τις δοκιμασίες σε διαφορετική ημερομηνία για την καταγγέλλουσα δεν βασίζεται στο φύλο της, αλλά στο γεγονός ότι:

  • σύμφωνα με τη νομολογία, οι δοκιμασίες θα πρέπει να διεξάγονται την ίδια ημερομηνία για όλους τους υποψηφίους και, ως εκ τούτου, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να διοργανώνει τις δοκιμασίες σε διαφορετική ημερομηνία για έναν υποψήφιο·
  • ένας διαγωνισμός δεν μπορεί να ακυρωθεί ή να αμφισβητηθεί επειδή ένας υποψήφιος δεν μπορούσε να είναι παρών, για ιατρικούς, πρακτικούς ή άλλους λόγους·
  • μόλις οι υποψήφιοι διαβάσουν τις δοκιμασίες, παύει να τηρείται το απόρρητο·
  • θα παραβιαζόταν ο κανόνας της ανωνυμίας·
  • η νομολογία δεν επιτρέπει στην εξεταστική επιτροπή να διοργανώσει τις δοκιμασίες σε διαφορετική ημερομηνία για έναν υποψήφιο.

2.5 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει καταρχάς ότι το Κοινοβούλιο στήριξε την αμφισβητούμενη άρνησή του στη διάκριση μεταξύ υποψηφίων που παρουσιάστηκαν στις εξετάσεις και υποψηφίων που δεν παρουσιάστηκαν «για ιατρικούς, πρακτικούς ή άλλους λόγους». Ως εκ τούτου, η ταξινόμηση φαίνεται, στο πρόσωπό της, να είναι ουδέτερη ως προς το φύλο. Εντούτοις, η επίδικη απόφαση ενέχει de facto διάκριση λόγω φύλου, υπό την έννοια που περιγράφηκε ανωτέρω, όσον αφορά τους υποψηφίους που βρίσκονται σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη του καταγγέλλοντος κατά την ημερομηνία των εξετάσεων. Η άρνηση διοργάνωσης νέας σειράς δοκιμασιών σε διαφορετική ημερομηνία για τους υποψηφίους που δεν συμμετείχαν στις εξετάσεις κατά την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού, λόγω της φυσικής τους κατάστασης λόγω του τοκετού τους, μπορεί να επηρεάσει μόνο τα μέλη του γυναικείου φύλου. Επιπλέον, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί από άλλους αντικειμενικούς παράγοντες πέραν του φύλου των οικείων υποψηφίων. Πέραν τούτου, μια τέτοια άρνηση μπορεί να καταστήσει την άσκηση της θεμελιώδους ελευθερίας της αναπαραγωγής πολύ λιγότερο ελκυστική για τις γυναίκες υποψήφιες και, ως εκ τούτου, μπορεί να συνεπάγεται πραγματικό και σημαντικό βάρος για το δικαίωμά τους στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο πρέπει να αποδείξει ότι η επίμαχη άρνηση εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος και είναι ανάλογη προς την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

2.6 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της έρευνας (στόχος), το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε, κατ' ουσίαν, στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί μέρος των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου (23), συνιστά θεμιτό στόχο γενικού συμφέροντος, η επιδίωξη του οποίου θα μπορούσε, αλλά δεν δικαιολογεί από μόνη της, την επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπό σημείωση το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η αρχή της ισότητας απαιτεί τη διεξαγωγή των γραπτών δοκιμασιών την ίδια ημερομηνία για όλους τους υποψηφίους (24). Ωστόσο, η απαίτηση αυτή δεν φαίνεται να έχει εξεταστεί και εφαρμοστεί από τα κοινοτικά δικαστήρια σε σχέση με υποψηφίους που βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη του καταγγέλλοντος στην παρούσα υπόθεση, όπου πρέπει επίσης να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω φύλου και του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Εξάλλου, από τη νομολογία προκύπτει ότι η ίδια απαίτηση δεν είναι απόλυτη και μπορεί να μη ληφθεί υπόψη, ιδίως όταν οι υποψήφιοι εμποδίστηκαν παρανόμως να συμμετάσχουν στις δοκιμασίες (25). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι i) το συμφέρον των υποψηφίων να μην οριστεί ημερομηνία για τις γραπτές δοκιμασίες ακατάλληλη για αυτούς πρέπει να σταθμίζεται με την ανάγκη η ημερομηνία των γραπτών δοκιμασιών να είναι η ίδια για όλους τους υποψηφίους και ii) εάν ένας υποψήφιος ενημερώσει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ότι θρησκευτικοί λόγοι καθιστούν αδύνατες ορισμένες ημερομηνίες για αυτόν, η Αρχή «θα πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός αυτό κατά τον καθορισμό της ημερομηνίας των γραπτών δοκιμασιών και να προσπαθήσει να αποφύγει τέτοιες ημερομηνίες»(η υπογράμμιση δική μου)(26). «Από την άλλη πλευρά, εάν ο υποψήφιος δεν ενημερώσει εγκαίρως την [...] Αρχή για τις δυσκολίες του, η [...] Αρχή θα μπορούσε βασίμως να αρνηθεί να παράσχει εναλλακτική ημερομηνία, ιδίως εάν υπάρχουν άλλοι υποψήφιοι που έχουν συγκληθεί για τη δοκιμασία. »(27) Λαμβάνοντας υπόψη ότι η άσκηση της ελευθερίας τεκνοποίησης αποτελεί επίσης θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι παρόμοιες αρχές εφαρμόζονται όταν μια υποψήφια ενημερώνει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που διοργανώνει διαγωνισμό ότι λόγοι που αφορούν την εγκυμοσύνη της και τον τοκετό παιδιού στο ευλόγως προβλέψιμο μέλλον καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό σε ορισμένες ημερομηνίες. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής αποδέχεται, στο σχετικό μέρος, τον ισχυρισμό της καταγγέλλουσας ότι η ιδιαίτερη κατάσταση των εγκύων υποψηφίων πρέπει να ληφθεί υπόψη από τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές στο πλαίσιο μελλοντικών διαγωνισμών.

2.7 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο θα έπρεπε επίσης να είχε εξετάσει το δεύτερο μέρος της έρευνας (αναλογικότητα), το οποίο αφορά την επίτευξη δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων αρχών και συμφερόντων. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν εξέτασε το ζήτημα αν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας και δεν αιτιολόγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους τηρήθηκε. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αμφισβητούμενη άρνηση του Κοινοβουλίου, όπως επιβεβαιώθηκε από την απόφαση του Κοινοβουλίου σχετικά με την προσφυγή του καταγγέλλοντος βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 και από τη γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, δεν είναι βάσιμη. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής θα υποβάλει σχέδιο σύστασης κατωτέρω.

2.8 Σχετικά, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη του Κοινοβουλίου επί της καταγγελίας της, η καταγγέλλουσα επισήμανε ότι η αμφισβητούμενη άρνηση ήταν το αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, της παράλειψης του Κοινοβουλίου να λάβει (κατάλληλα) υπόψη την πιθανή ημερομηνία γέννησης του παιδιού της, κατά τον καθορισμό της ημερομηνίας των εξετάσεων. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της ορθής εφαρμογής του σχεδίου σύστασής του, το Κοινοβούλιο θα πρέπει επίσης να εξετάσει επαρκώς το επιχείρημα αυτό, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις του Διαμεσολαβητή στο τέλος του σημείου 2.6 της παρούσας απόφασης.

2.9 Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, δεδομένης της φύσης της κακοδιοίκησης που διαπιστώθηκε ανωτέρω και του περιεχομένου του σχεδίου σύστασής του, δεν θα ήταν σκόπιμο, στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης, να εξεταστεί ο ισχυρισμός της καταγγέλλουσας ότι θα πρέπει, εντός εύλογης προθεσμίας, να της επιτραπεί να συμμετάσχει στις δοκιμασίες και, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, να της δοθεί η ίδια δυνατότητα προαγωγής με εκείνη του διαγωνισμού Α/95. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει το αίτημα αυτό στην τελική του απόφαση με την οποία θα περατώσει την έρευνά του σχετικά με την παρούσα υπόθεση.

3 Συμπέρασμα

3.1 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στο Κοινοβούλιο το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή.

Το σχέδιο σύστασης

Η αμφισβητούμενη άρνηση του Κοινοβουλίου να διοργανώσει νέα σειρά δοκιμασιών σε διαφορετική ημερομηνία για τους υποψηφίους που δεν παρέστησαν στις εξετάσεις κατά την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού, λόγω της φυσικής τους κατάστασης λόγω του τοκετού παιδιού, συνεπάγεται de facto διάκριση λόγω φύλου. Πέραν τούτου, μια τέτοια άρνηση μπορεί να καταστήσει την άσκηση της θεμελιώδους ελευθερίας της αναπαραγωγής πολύ λιγότερο ελκυστική για τις γυναίκες υποψήφιες και, ως εκ τούτου, μπορεί να συνεπάγεται πραγματικό και σημαντικό βάρος για το δικαίωμά τους στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο πρέπει να αποδείξει ότι η επίμαχη άρνηση εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος και είναι ανάλογη προς την επίτευξη του εν λόγω στόχου. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων, στην οποία αναφέρεται κατ’ ουσίαν το Κοινοβούλιο, συνιστά θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος, η επιδίωξη του οποίου θα μπορούσε, αλλά δεν δικαιολογεί αφ’ εαυτής, την επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το Κοινοβούλιο θα έπρεπε επίσης να είχε εξετάσει το ζήτημα της συμμόρφωσης με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αφορά τη δίκαιη εξισορρόπηση των αντικρουόμενων αρχών και συμφερόντων που εμπλέκονται στην προσβαλλόμενη άρνηση. Η παράλειψη του Κοινοβουλίου να το πράξει σημαίνει ότι η αμφισβητούμενη άρνηση του Κοινοβουλίου δεν είναι βάσιμη. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο επανεξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης άρνησής του, αφού εξετάσει επαρκώς το ζήτημα της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το επιχείρημα της καταγγέλλουσας ότι δεν έλαβε (κατάλληλα) υπόψη την πιθανή ημερομηνία γέννησης του παιδιού της, κατά τον καθορισμό της ημερομηνίας των εξετάσεων.

Το Κοινοβούλιο και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το εν λόγω σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο διαβιβάζει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 30 Νοεμβρίου 2006. Εάν το Κοινοβούλιο επανεξετάσει την ορθότητα της προσβαλλόμενης άρνησής του, βάσει του περιεχομένου του παρόντος σχεδίου σύστασης, ο Διαμεσολαβητής θα θεωρήσει ότι το Κοινοβούλιο αποδέχθηκε το σχέδιο σύστασής του και θα περατώσει την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία. Εάν η καταγγέλλουσα δεν είναι ικανοποιημένη με τη νέα απόφαση του Κοινοβουλίου, θα έχει τη δυνατότητα να υποβάλει νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, αφού ασκήσει προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Στρασβούργο, 10 Αυγούστου 2006

 

Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ


(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

(2) Τα γενικά καθήκοντα της COPEC είναι να προτείνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να παρακολουθεί την ορθή εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνονται.

(3) Το άρθρο 1, στοιχείο δ ́, ορίζει τα εξής: «Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.»

(4) Το άρθρο 2, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής: «(...) Η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ συνιστά διάκριση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.»

(5) ΕΕ 2002, L 269.

(6) Βλ. υπόθεση T-43/91 Hoyer κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-91 και II-297· Υπόθεση T-44/91, Smets κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-97 και II-319.

(7) Βλ. υπόθεση T-132/89 Gallone κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II-549.

(8) Βλ. υπόθεση T-294/97, Carrasco Benitez κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-601 και II-1819.

(9) Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ο καταγγέλλων παραπέμπει στο άρθρο 2 παράγραφος 7 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, το οποίο ορίζει τα εξής: «Η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ συνιστά διάκριση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας».

(10) Το άρθρο 141 παράγραφος 4 ορίζει ότι «Προκειμένου να διασφαλιστεί εμπράκτως η πλήρης ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στον επαγγελματικό βίο, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα που προβλέπουν ειδικά πλεονεκτήματα προκειμένου να διευκολύνουν το υποεκπροσωπούμενο φύλο να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ή να προλαμβάνουν ή να αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα στην επαγγελματική σταδιοδρομία.»

(11) Το άρθρο ΙΙ-83 ορίζει ότι «Η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών πρέπει να εξασφαλίζεται σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της απασχόλησης, της εργασίας και των αμοιβών. Η αρχή της ισότητας δεν εμποδίζει τη διατήρηση ή τη θέσπιση μέτρων που προβλέπουν ειδικά πλεονεκτήματα υπέρ του υποεκπροσωπούμενου φύλου.»

(12) Η σχετική νομολογία, στην οποία παραπέμπει η πρόταση φιλικού διακανονισμού, αφορούσε επίσης τις διακρίσεις λόγω φύλου σε σχέση με την άδεια μητρότητας.

(13) Υπόθεση C-284/02 Land Brandenburg κατά Sass [2004] Συλλογή I-11143, σκέψεις 35-36.

(14) «Καμία καταγγελία στον Διαμεσολαβητή που αφορά τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Κοινότητας και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού τους δεν μπορεί να υποβληθεί παρά μόνον εάν ο ενδιαφερόμενος έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, ιδίως τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης (...)»

(15) Βλ. υπόθεση T-43/91 Hoyer κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-91 και II-297· Υπόθεση T-44/91, Smets κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-97 και II-319.

(16) Βλ. υπόθεση Τ-132/89 Gallone κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-549.

(17) Βλ. υπόθεση T-294/97, Carrasco Benitez κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-601 και II-1819.

(18) Το άρθρο 45 στοιχείο α) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει τα εξής: «Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5 παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ), υπάλληλος της ομάδας καθηκόντων AST μπορεί, από τον βαθμό 5, να διοριστεί σε θέση της ομάδας καθηκόντων AD, υπό τον όρο ότι:

α) έχει επιλεγεί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου για να συμμετάσχει σε υποχρεωτικό πρόγραμμα κατάρτισης όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου,

β) έχει ολοκληρώσει πρόγραμμα κατάρτισης καθοριζόμενο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, το οποίο περιλαμβάνει σειρά υποχρεωτικών ενοτήτων κατάρτισης, και

γ) περιλαμβάνεται στον κατάλογο υποψηφίων που έχει καταρτίσει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, οι οποίοι έχουν επιτύχει σε προφορική και γραπτή εξέταση που αποδεικνύει την επιτυχή συμμετοχή τους στο πρόγραμμα κατάρτισης που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου. Το περιεχόμενο της εξέτασης αυτής καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παραρτήματος III.»

(19) Βλ., π.χ., συνεκδικασθείσες υποθέσεις 75/82 και 117/82 Razzouk και Beydoun κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1509, σκέψη 16.

(20) Βλ., π.χ., υπόθεση C-404/92 P, X κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I-4737, σκέψη 17· Υπόθεση C-60/00 Carpenter [2002] Συλλογή I-6279, σκέψη 46.

(21) Βλ., π.χ., υπόθεση C-344/04 International Air Transport Association, απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 95.

(22) Βλ. υπόθεση C-404/92 P, X κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 18, σχετικά με περιορισμούς του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

(23) Βλ. υπόθεση T-173/99 Elkaïm και Mazuel κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-101 και II-433, σκέψη 87· Υπόθεση T-5/04 Scano κατά Επιτροπής, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2005, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί· Υπόθεση T-165/03 Vonier κατά Επιτροπής, απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2004, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

(24) Βλ. υπόθεση 130/75 Prais κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1976, σ. 1589, σκέψη 14· Υπόθεση T-132/89, Gallone κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II-549, σκέψη 36.

(25) Βλέπε υπόθεση T-53/00 Angioli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-13 και II-73, σκέψη 36 (δεν διατίθεται στην αγγλική γλώσσα): "force est de constater que la Commission n'a pas violé le principe d'égalité de traitement et de non-discrimination ni en décidant qu'il fallait organizer une seconde série d'épreuves écrites afin de permettre à des candidats, illégalement empêchés de participer (...) d'y prendre part, ni en décidant que les questions posées lors de la seconde série d'épreuves devaient être différentes de celles formulées lors de la première série d'épreuves écrites (...)".

(26) Βλ. υπόθεση 130/75 Prais κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1976, σ. 1589, σκέψεις 14-16.

(27) Προαναφερθείσα απόφαση Prais κατά Συμβουλίου, σκέψη 17.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!