Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 617/2003/IP
Σύσταση
Υπόθεση 617/2003/IP - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 28 Απριλίου 2003 - Σύσταση σχετικά με Τετάρτη | 16 Νοεμβρίου 2005 - Απόφαση στις Τετάρτη | 20 Δεκεμβρίου 2006
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Γενικές πληροφορίεςΣτις 31 Ιανουαρίου 2002 (2), το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («ΚΚΕρ») προκήρυξε πρόσκληση υποβολής προσφορών για μικρές και μεσαίες εργασίες κατασκευής, αναδιάρθρωσης και συντήρησης διαφόρων κτιρίων και συστημάτων αποστράγγισης στις εγκαταστάσεις του ΚΚΕρ στην Ispra.
Ένας από τους πελάτες του καταγγέλλοντος (3), η ιταλική εταιρεία M.P.M. Costruzioni Edili s.r.l. («M.P.M.»), η οποία είχε συστήσει κοινοπραξία με τρεις άλλες εταιρείες («η κοινοπραξία»), συμμετείχε στην πρόσκληση υποβολής προσφορών. Ωστόσο, η κοινοπραξία αυτή δεν επελέγη.
Σε καταγγελία που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή στις 25 Ιουλίου 2002 (1368/2002/IP), ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε έλλειψη διαφάνειας στη διαδικασία υποβολής προσφορών και συνεχή παράλειψη του ΚΚΕρ να απαντήσει στην αλληλογραφία του από τις 17 Ιουνίου 2002 και μετά. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τον διαγωνισμό, η σύμβαση έπρεπε να ανατεθεί στην M.P.M.
Στις 30 Αυγούστου 2002, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με την καταγγελία και ζήτησε από το θεσμικό όργανο να υποβάλει γνώμη έως το τέλος Νοεμβρίου 2002. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 12 Νοεμβρίου 2002. Η γνώμη αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος απέστειλε τις παρατηρήσεις του στις 31 Δεκεμβρίου 2002.
Από τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος προέκυψε ότι, στις 12 Νοεμβρίου 2002, η M.P.M. είχε υποβάλει τη διαφορά της με την Επιτροπή στο ιταλικό διοικητικό δικαστήριο της Λομβαρδίας.
Βάσει των πληροφοριών αυτών, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή (4). Ωστόσο, στις παρατηρήσεις του της 31ης Δεκεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων διατύπωσε νέο ισχυρισμό σχετικά με τον χειρισμό από την Επιτροπή μιας αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα που είχε υποβάλει στις 31 Ιουλίου 2002. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελούσε μέρος της αρχικής καταγγελίας, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν θα τον εξετάσει στην απόφασή του σχετικά με την υπόθεση 1368/2002/IP. Επιπλέον, ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι ήταν ελεύθερος να υποβάλει νέα καταγγελία για το θέμα αυτό, εφόσον το επιθυμούσε.
Καταγγελία 617/2003/IPΤην 1η Απριλίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στο Διαμεσολαβητή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό αναφοράς 617/2003/IP.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται αυτή η νέα καταγγελία ήταν τα εξής:
Στις 31 Ιουλίου 2002, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πρόσβαση στα έγγραφα σχετικά με τη διαδικασία που αφορούσε την πρόσκληση υποβολής προσφορών για μικρές και μεσαίες κατασκευές, προσφορές αναδιάρθρωσης και εργασίες συντήρησης διαφόρων κτιρίων και συστημάτων αποστράγγισης στις εγκαταστάσεις του ΚΚΕρ στην Ispra, την οποία προκήρυξε η Επιτροπή στις 31 Ιανουαρίου 2002. Στις 28 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή του παρέσχε πρόσβαση σε ορισμένα από τα έγγραφα που είχε ζητήσει. Ωστόσο, αρνήθηκε να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα την πρόσβαση στα έγγραφα σχετικά με τις προσφορές που υπέβαλαν άλλες εταιρείες εκτός της M.P.M., οι οποίες είχαν συμμετάσχει στον διαγωνισμό. Η Επιτροπή στήριξε την άρνησή της στο επιχείρημα ότι τα έγγραφα αυτά καλύπτονταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, το οποίο προβλέπει ότι «τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου (…)».
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής προκειμένου να έχει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Στην επιβεβαιωτική αίτησή του, ο καταγγέλλων επισήμανε τα εξής:
i) η αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα υποβλήθηκε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η οδηγία 93/37/ΕΟΚ της 14ης Ιουνίου 1993 (5), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/52/ΕΟΚ (6) περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, ορίζει ότι ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των προσφορών διατηρείται εν αναμονή της αξιολόγησής τους. Ωστόσο, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν υπήρχε νομική διάταξη που να προβλέπει ότι η εν λόγω εμπιστευτικότητα θα πρέπει να διατηρηθεί μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 7 του κανονισμού 1049/2001, οι εξαιρέσεις από τη γενική αρχή της πρόσβασης στα έγγραφα ισχύουν μόνο για την περίοδο κατά την οποία η προστασία δικαιολογείται βάσει του περιεχομένου του εγγράφου.
ii) Όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001, στην περίπτωση εγγράφων τρίτων, το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον εφαρμόζεται εξαίρεση, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή όχι.
iii) Η M.P.M. είχε ιδιαίτερο συμφέρον να έχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα επειδή ήταν ένας από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία του διαγωνισμού και επειδή ήταν σχετική με τα δικαιώματα άμυνάς της.
Με επιστολή της 13ης Νοεμβρίου 2002, η Επιτροπή απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.
Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι: i) κατά την εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησής του, η Επιτροπή δεν τήρησε την προθεσμία που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (7)· και ii) η απόφαση της Επιτροπής να μην του επιτρέψει την πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα ήταν άδικη και ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τη θέση της και να του παράσχει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της Ευρωπαϊκής ΕπιτροπήςΣτη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή επισήμανε τα ακόλουθα:
Στις 31 Ιουλίου 2002, ο καταγγέλλων, υπό την ιδιότητά του ως νόμιμου εκπροσώπου της M.P.M., η οποία είχε συμμετάσχει στην πρόσκληση υποβολής προσφορών που προκήρυξε το ΚΚΕρ, υπέβαλε αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα.
Στις 5 Αυγούστου 2002, το ΚΚΕρ ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να διευκρινίσει το αίτημά του, το οποίο, κατά το ΚΚΕρ, είχε διατυπωθεί με γενικούς όρους. Ο καταγγέλλων απάντησε στις 6 Αυγούστου 2002. Διευκρίνισε τα έγγραφα στα οποία είχε ζητήσει πρόσβαση και τόνισε ότι το αίτημά του βασίστηκε επίσης στον ιταλικό νόμο σχετικά με τα δικαιώματα ενημέρωσης των πολιτών προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματά τους έναντι της διοίκησης.
Στις 28 Αυγούστου 2002, το ΚΚΕρ απάντησε στον καταγγέλλοντα. Το ΚΚΕρ διαβίβασε στον καταγγέλλοντα την πλήρη έκθεση των τεχνικών υπηρεσιών του ΚΚΕρ προς τη Συμβουλευτική Επιτροπή Προμηθειών και Συμβάσεων και τα παραρτήματά της. Τα έγγραφα αυτά περιλάμβαναν:
- τα πρακτικά τεχνικής συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε με εκπροσώπους των προσφερουσών επιχειρήσεων·
- κατάλογο των προσφερουσών επιχειρήσεων·
- την έκθεση της επιτροπής επιλογής·
- την έκθεση της επιτροπής αξιολόγησης·
- τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής Προμηθειών και Συμβάσεων· και
- το σχέδιο σύμβασης.
Ωστόσο, η πρόσβαση στις προτάσεις που υπέβαλαν οι προσφέρουσες επιχειρήσεις δεν επετράπη στον καταγγέλλοντα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ΚΚΕρ, η γνωστοποίηση των πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στις προτάσεις αυτές θα υπονόμευε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των προσφερόντων.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2002, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής και ζήτησε πρόσβαση στα έγγραφα που δεν του είχε διαβιβάσει το ΚΚΕρ στις 28 Αυγούστου 2002. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το αίτημά του βασιζόταν επίσης στην ιταλική νομοθεσία και ότι η M.P.M είχε προνομιακό δικαίωμα πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα, δεδομένου ότι θα ήταν σημαντικά για την υπεράσπισή της στο πλαίσιο νομικών διαδικασιών ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της Λομβαρδίας. Ο καταγγέλλων εξέφρασε επίσης την άποψη ότι το ΚΚΕρ θα έπρεπε να είχε διαβουλευθεί με τις άλλες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προτού αποφασίσει ότι, με τη δημοσιοποίηση των εγγράφων που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα, θα υπονομεύονταν τα εμπορικά συμφέροντά τους.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή διαβουλεύθηκε με τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και, βάσει της διαβούλευσης αυτής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γνωστοποίηση των παρατηρήσεων τους θα επηρέαζε τα εμπορικά τους συμφέροντα.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι δεν απάντησε στον επιβεβαιωτικό ισχυρισμό του εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, η απάντηση αυτή είχε πράγματι καθυστερήσει. Η επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα παρελήφθη με τηλεομοιοτυπία στις 6 Σεπτεμβρίου 2002. Ωστόσο, δεδομένου του χρόνου που απαιτείται για τη διαβούλευση με τις επιχειρήσεις που αφορά η αίτηση, η Επιτροπή αποφάσισε να παρατείνει την προθεσμία για την παροχή απάντησης στον καταγγέλλοντα κατά 15 εργάσιμες ημέρες. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά με επιστολή της 26ης Σεπτεμβρίου 2002. Ως εκ τούτου, η τελική προθεσμία απάντησης ήταν η 18η Οκτωβρίου 2002. Ωστόσο, η απάντηση εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 13 Νοεμβρίου 2002, 17 εργάσιμες ημέρες αργότερα. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην παρούσα υπόθεση και εξήγησε ότι οφείλεται στο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διαδικασία διαβούλευσης. Ωστόσο, η καθυστέρηση αυτή δεν έθιξε τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001, η μη απάντηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας θεωρείται αρνητική απάντηση και παρέχει στον προσφεύγοντα το δικαίωμα να προσφύγει στο Πρωτοδικείο ή να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η απόφαση να μην του επιτραπεί η πλήρης πρόσβαση σε όλα τα ζητούμενα έγγραφα ήταν άδικη και ανεπαρκώς αιτιολογημένη, η ιταλική νομοθεσία στην οποία αναφέρεται ο καταγγέλλων στην καταγγελία του δεν εφαρμοζόταν στα έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή. Η εφαρμοστέα νομοθεσία στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο κανονισμός 1049/2001, ο οποίος δεν παρέχει ειδικά δικαιώματα πρόσβασης στα ενδιαφερόμενα μέρη. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο αιτών δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει το αίτημά του. Επομένως, η απόφαση περί χορηγήσεως ή αρνήσεως προσβάσεως στα ζητηθέντα έγγραφα δεν μπορεί να στηρίζεται στα ειδικά συμφέροντα του προσφεύγοντος. Όταν ένα έγγραφο δημοσιοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, δημοσιοποιείται και είναι προσβάσιμο από οποιονδήποτε άλλο αιτούντα.
Η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 προστατεύει τα εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου. Τα έγγραφα που προσκόμισαν οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σχετική πρόσκληση υποβολής προσφορών περιείχαν εμπιστευτικές επιχειρηματικές πληροφορίες και η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα έθιγε τα εμπορικά τους συμφέροντα. Το συμφέρον του πελάτη του καταγγέλλοντος να αποκτήσει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα ήταν ιδιωτικό συμφέρον και δεν μπορούσε να προβληθεί ως υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή έπρεπε να βρει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, του έννομου συμφέροντος του πελάτη του καταγγέλλοντος να κατανοήσει τους λόγους για την ανάθεση της σύμβασης σε άλλη επιχείρηση και, αφετέρου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των προσφερουσών επιχειρήσεων ότι οι πληροφορίες που παρέχονται για τους σκοπούς του διαγωνισμού θα τύχουν επαρκούς χειρισμού. Η Επιτροπή έκρινε ότι το ΚΚΕρ είχε παράσχει στον καταγγέλλοντα όλα τα σχετικά έγγραφα που εξηγούσαν τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, τα κριτήρια αξιολόγησης των προσφορών, την αξιολόγηση της πρότασης και το τελικό συμπέρασμα της συμβουλευτικής επιτροπής.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, στην περίπτωση εγγράφου τρίτου, έπρεπε να ζητηθεί η γνώμη του συντάκτη του εγγράφου σχετικά με τη δημοσιοποίηση του εγγράφου του, «εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή δεν θα δημοσιοποιηθεί». Κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης που υπέβαλε ο καταγγέλλων, το ΚΚΕρ δεν είχε συμβουλευθεί τις επιχειρήσεις που συνέταξαν τα ζητηθέντα έγγραφα, δεδομένου ότι είχε θεωρήσει ότι είχε εφαρμογή η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση. Ωστόσο, όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση, πραγματοποιήθηκε μια τέτοια διαβούλευση προκειμένου να πραγματοποιηθεί νέα αξιολόγηση για να εξακριβωθεί αν η γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων.
Τέλος, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι ο πελάτης του καταγγέλλοντος M.P.M. δεν είχε επιλεγεί επειδή δεν πληρούσε ένα από τα κριτήρια επιλογής που ανακοινώθηκαν στην πρόσκληση υποβολής προσφορών. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο των εγγράφων που υποβλήθηκαν από τις άλλες επιχειρήσεις δεν θα είχε καμία σχέση με το θέμα αυτό.
Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντωνΣτις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή είχε διατυπώσει τη γνώμη της στην αγγλική και όχι στην ιταλική γλώσσα, η οποία ήταν η γλώσσα που επέλεξε, σύμφωνα με το άρθρο 21 της συνθήκης ΕΚ. Ως εκ τούτου, έπρεπε να μεταφράσει τη γνώμη της Επιτροπής στα ιταλικά για τον πελάτη του M.P.M., εξ ονόματος του οποίου υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
Ο καταγγέλλων σημείωσε επίσης το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτησή του είχε καθυστερήσει. Ωστόσο, δήλωσε ότι η Επιτροπή τον είχε ενημερώσει ότι δεν μπορούσε να απαντήσει εντός της προθεσμίας όταν η προθεσμία αυτή είχε ήδη λήξει και δεν αιτιολόγησε την καθυστέρηση αυτή. Αυτό ήταν αντίθετο προς το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, το οποίο προβλέπει ότι «(…)[η] προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παραταθεί κατά 15 εργάσιμες ημέρες, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων και έχει αιτιολογηθεί λεπτομερώς». Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι έλαβε την απάντηση της Επιτροπής μόλις στις 27 Νοεμβρίου 2002. Σε αντίθεση με όσα είχε τονίσει η Επιτροπή στη γνώμη της, ο πελάτης του, M.P.M., είχε υποστεί ζημία λόγω της μη εμπρόθεσμης απάντησης της Επιτροπής, δεδομένου ότι δεν είχε λάβει γνώση των σχετικών στοιχείων που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την κίνηση δικαστικής διαδικασίας ενώπιον του ιταλικού διοικητικού δικαστηρίου, για την οποία η προθεσμία ήταν η 12η Νοεμβρίου 2002. Ο καταγγέλλων θεώρησε επίσης ότι η Επιτροπή κακώς επιβεβαίωσε ότι αυτή η καθυστέρηση στην απάντηση δεν έθιγε τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής επί της αίτησής του για πρόσβαση σε έγγραφα, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή ενέμεινε στην ίδια θέση που είχε λάβει στην επιστολή της 13ης Νοεμβρίου 2002. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή παρέλειψε να αιτιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα μπορούσε να βλάψει τα εμπορικά συμφέροντα των προσφερουσών επιχειρήσεων, δεδομένου ότι η διαδικασία υποβολής προσφορών είχε ήδη διεξαχθεί. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι μια τέτοια ζημία θα μπορούσε να είναι δυνατή κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας, αλλά όχι μετά την ολοκλήρωσή της. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι ο ισολογισμός μιας εταιρείας, ο οποίος περιλαμβάνεται στα έγγραφα στα οποία η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση, είναι δημόσιο έγγραφο στην Ιταλία. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ήταν αντιφατικό εκ μέρους της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση σε δημόσιο έγγραφο. Επιπλέον, έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των ζητηθέντων εγγράφων, δεν ήταν αναγκαία η διαβούλευση της Επιτροπής με τους τρίτους που τα συνέταξαν.
Τέλος, ο καταγγέλλων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να κάνει χρήση όλων των μέσων που προβλέπονται από το καταστατικό του και από τις διατάξεις εφαρμογής για περιπτώσεις κακοδιοίκησης.
Περαιτέρω έρευνεςΑίτημα για περαιτέρω πληροφορίες
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, προκειμένου να δώσει συνέχεια στις έρευνές του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, ήταν αναγκαίο να ζητήσει από την Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες. Ως εκ τούτου, στις 8 Δεκεμβρίου 2004, απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή, ζητώντας από το θεσμικό όργανο να σχολιάσει τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος και, ειδικότερα, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι ορισμένα από τα έγγραφα (ή μέρη αυτών) στα οποία ζήτησε πρόσβαση ήταν δημόσια έγγραφα στην Ιταλία και ότι, ως εκ τούτου, αποτελούσε αντίφαση εκ μέρους της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού σε δημόσιο έγγραφο.
Απάντηση της ΕπιτροπήςΣτην απάντησή της στην επιστολή του Διαμεσολαβητή της 8ης Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή ανέφερε ότι, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, οι περισσότερες εταιρείες πρέπει να καταθέτουν τους ισολογισμούς τους στο Μητρώο Εταιρειών (Registro delle Imprese) και ότι κάθε πρόσωπο μπορεί να ζητήσει πρόσβαση στους εν λόγω ισολογισμούς από οποιοδήποτε Εμπορικό Επιμελητήριο στην Ιταλία, ανεξάρτητα από τον τόπο εγγραφής της εταιρείας. Ως εκ τούτου, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί εύκολα να λάβει όλες τις πληροφορίες σχετικά με τους ισολογισμούς μιας εταιρείας από το τοπικό Εμπορικό Επιμελητήριο.
Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω ισολογισμοί περιλαμβάνονταν ενδεχομένως στα έγγραφα που υπέβαλαν οι προσφέρουσες εταιρίες. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποια έγγραφα είχαν κατατεθεί ή έπρεπε να κατατεθούν στο μητρώο εταιρειών. Το θεσμικό όργανο δεν μπορούσε να διακρίνει μεταξύ των εγγράφων στα οποία το κοινό μπορούσε να έχει πρόσβαση μέσω των εμπορικών επιμελητηρίων και εκείνων που δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν προκειμένου να προστατευθούν τα εμπορικά συμφέροντα των προσφερουσών εταιριών.
Η Επιτροπή έκρινε ότι εφάρμοσε ορθά τον κανονισμό 1049/2001 θεωρώντας ότι τα σχετικά έγγραφα καλύπτονται από τη σχετική εξαίρεση (8).
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή είχε ουσιαστικά επιβεβαιώσει τη θέση του. Θεώρησε επίσης ότι η θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή σχετικά με το αίτημά του για πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα δεν μπορούσε να γίνει δεκτή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν ήταν σε θέση να διακρίνει μεταξύ των εγγράφων στα οποία το κοινό θα μπορούσε να έχει πρόσβαση μέσω των εμπορικών επιμελητηρίων και εκείνων που δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν είναι απαράδεκτο, εκτός εάν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν αναμένεται να γνωρίζει το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται στα κράτη μέλη. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή είχε όλες τις δυνατότητες, όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους και τις δομές, να λάβει τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα.
Όσον αφορά την εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να τηρήσει την προθεσμία που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 κατά την εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησής του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το θεσμικό όργανο δεν είχε υποβάλει περαιτέρω παρατηρήσεις.
Ο καταγγέλλων ενέμεινε στην καταγγελία του και επέμεινε ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να κάνει χρήση όλων των μέσων που προβλέπονται από το καταστατικό του και από τις διατάξεις εφαρμογής για περιπτώσεις κακοδιοίκησης.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις1.1 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή είχε διατυπώσει τη γνώμη της στα αγγλικά και όχι στα ιταλικά, γλώσσα την οποία είχε επιλέξει, σύμφωνα με το άρθρο 21 της συνθήκης ΕΚ. Ως εκ τούτου, έπρεπε να μεταφράσει τη γνώμη της Επιτροπής στα ιταλικά για τον πελάτη του M.P.M., εξ ονόματος του οποίου είχε υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
1.2 Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να διευκρινίσει ότι, ως γενική διαδικασία, η Επιτροπή του αποστέλλει τις γνώμες της στην αγγλική ή τη γαλλική γλώσσα, ακολουθούμενη από μετάφραση της γνώμης στη γλώσσα της καταγγελίας.
1.3 Είναι βέβαιο ότι η μετάφραση στα ιταλικά της γνώμης της Επιτροπής θα έπρεπε να είχε σταλεί στον καταγγέλλοντα και όχι το αγγλικό κείμενο που φαίνεται να του έχει σταλεί εκ παραδρομής. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο καταγγέλλων, στις παρατηρήσεις του, είχε τονίσει ότι είχε ήδη παράσχει στον M.P.M μετάφραση της γνώμης της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον να λάβει το ιταλικό κείμενο της γνώμης της Επιτροπής. Ο Διαμεσολαβητής απολογείται στον καταγγέλλοντα για το λάθος που συνέβη κατά τη διαβίβαση της γνώμης της Επιτροπής.
2 Εικαζόμενη παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας2.1 Η ιταλική εταιρεία M.P.M., πελάτης της καταγγέλλουσας, η οποία είχε συστήσει κοινοπραξία με τρεις άλλες εταιρείες, συμμετείχε σε πρόσκληση υποβολής προσφορών που προκήρυξε η Επιτροπή. Η κοινοπραξία του πελάτη του καταγγέλλοντος δεν επελέγη.
Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να του παράσχει πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία σχετικά με τη σχετική πρόσκληση υποβολής προσφορών. Η Επιτροπή του παρέσχε πρόσβαση σε ορισμένα από τα έγγραφα που είχε ζητήσει. Ωστόσο, αρνήθηκε να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα την πρόσβαση στα έγγραφα σχετικά με τις προσφορές που υπέβαλαν άλλες εταιρείες πλην της M.P.M., οι οποίες είχαν συμμετάσχει στον διαγωνισμό, συμπεριλαμβανομένης της εταιρείας στην οποία είχε ανατεθεί η σύμβαση. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση. Με την από 13 Νοεμβρίου 2002 απάντησή της, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της.
Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, κατά την εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησής του, η Επιτροπή δεν τήρησε την προθεσμία που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (9).
2.2 Η Επιτροπή συμφώνησε ότι η απάντησή της είχε καθυστερήσει. Η επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα παρελήφθη με τηλεομοιοτυπία στις 6 Σεπτεμβρίου 2002. Ωστόσο, δεδομένου του χρόνου που απαιτείται για τη διαβούλευση με τις επιχειρήσεις που αφορά η αίτηση, η Επιτροπή αποφάσισε να παρατείνει την προθεσμία για την παροχή απάντησης στον καταγγέλλοντα κατά 15 εργάσιμες ημέρες. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικά με επιστολή της 26ης Σεπτεμβρίου 2002. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η τελική προθεσμία απαντήσεως ήταν η 18η Οκτωβρίου 2002. Ωστόσο, η απάντηση εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 13 Νοεμβρίου 2002, 17 εργάσιμες ημέρες αργότερα. Η Επιτροπή εξέφρασε τη λύπη της για την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην παρούσα υπόθεση και εξήγησε ότι οφειλόταν στο χρονικό διάστημα που ήταν αναγκαίο για τη διαδικασία διαβούλευσης.
Η Επιτροπή έκρινε ότι η καθυστέρηση αυτή δεν έθιξε τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001, η μη απάντηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας πρέπει να θεωρηθεί αρνητική απάντηση και παρέχει στον προσφεύγοντα το δικαίωμα να προσφύγει στο Πρωτοδικείο ή να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.
2.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή τον είχε ενημερώσει ότι δεν μπορούσε να απαντήσει εντός της προθεσμίας όταν η προθεσμία αυτή είχε ήδη λήξει και δεν είχε αιτιολογήσει την καθυστέρηση αυτή. Αυτό ήταν αντίθετο προς το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001, το οποίο προβλέπει ότι «[η] προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παραταθεί κατά 15 εργάσιμες ημέρες, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων και έχει αιτιολογηθεί λεπτομερώς».
2.4 Όπως έχει ήδη αναφερθεί σε προηγούμενες αποφάσεις (10), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η έλλειψη απάντησης σε επιβεβαιωτική αίτηση συνιστά αρνητική απόφαση αποσκοπεί στην προστασία του ενδιαφερομένου από περαιτέρω καθυστέρηση σε περίπτωση που η αρχή δεν ενεργήσει εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τον κανονισμό 1049/2001. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα θεσμικά όργανα να απαντούν στα αιτήματα των πολιτών και να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους. Ο προαναφερόμενος κανόνας δεν επιτρέπει στην αρχή να παρεκκλίνει από την υποχρέωσή της να τηρεί τις αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς (11).
2.5 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, μολονότι η παράλειψη απάντησης σε επιβεβαιωτική αίτηση δεν εμποδίζει τον αιτούντα να κινήσει δικαστική διαδικασία ή να συνεχίσει την αίτησή του ενώπιον του Διαμεσολαβητή, στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποιους ουσιαστικούς λόγους βασίστηκε η άρνηση χορήγησης ή άρνησης πρόσβασης. Επομένως, η μη απάντηση σε επιβεβαιωτική αίτηση θα μπορούσε να θίξει την ικανότητα του προσφεύγοντος να συνεχίσει την υπόθεσή του.
2.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, κατά γενικό κανόνα, η παράλειψη ενός θεσμικού οργάνου να παράσχει αιτιολογημένη απάντηση σε επιβεβαιωτική αίτηση εντός της προθεσμίας των 15 εργάσιμων ημερών συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
2.7 Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα στις 6 Σεπτεμβρίου 2002. Λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για τη διαβούλευση με τις επιχειρήσεις που αφορά η αίτηση, η Επιτροπή αποφάσισε να παρατείνει την προθεσμία για να απαντήσει στον καταγγέλλοντα και ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα με επιστολή της 26ης Σεπτεμβρίου 2002. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η τελική προθεσμία απαντήσεως ήταν η 18η Οκτωβρίου 2002. Ωστόσο, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή στη γνώμη της, η απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος του απεστάλη στις 13 Νοεμβρίου 2002, 17 εργάσιμες ημέρες αργότερα.
2.8 Με βάση τα ανωτέρω, φαίνεται ότι σημειώθηκε σημαντική καθυστέρηση όταν η Επιτροπή χειρίστηκε την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
2.9 Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι, όταν η Επιτροπή τον πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει εντός της προθεσμίας, η προθεσμία αυτή είχε ήδη λήξει, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε αυτή την πτυχή της υπόθεσης ούτε στη γνώμη της ούτε στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες.
Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη διατύπωση των επιστολών που απέστειλε ο Διαμεσολαβητής στην Επιτροπή κατά την έναρξη της παρούσας έρευνας και όταν ζητήθηκαν περαιτέρω πληροφορίες, φαίνεται πιθανό ότι η Επιτροπή δεν αντιλήφθηκε ότι θα έπρεπε να απαντήσει και σε αυτό το σημείο.
2.10 Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή κατά την εξέταση της αίτησης του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα (βλ. σημείο 2.8 ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να συνεχίσει την έρευνά του όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3 Η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα και τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος3.1 Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής να μην του επιτρέψει την πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα ήταν άδικη και ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει τη θέση της και να του παράσχει πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.
3.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η εφαρμοστέα νομοθεσία στην παρούσα υπόθεση ήταν ο κανονισμός 1049/2001 και ότι η ιταλική νομοθεσία στην οποία είχε αναφερθεί ο καταγγέλλων στην αίτησή του για πρόσβαση σε έγγραφα και στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή δεν ήταν συναφής και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη.
Όσον αφορά την ουσία της απόφασής της σχετικά με την αίτηση πρόσβασης, η Επιτροπή δήλωσε ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν παρέχει ειδικά δικαιώματα πρόσβασης στα ενδιαφερόμενα μέρη. Επομένως, η απόφαση περί χορηγήσεως ή αρνήσεως προσβάσεως στο ζητηθέν έγγραφο δεν μπορεί να στηρίζεται στο ειδικό συμφέρον του αιτούντος. Η Επιτροπή αιτιολόγησε την απόφασή της να μην δημοσιοποιήσει όλα τα έγγραφα που ζήτησε ο καταγγέλλων βάσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, η οποία προστατεύει τα εμπορικά συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου. Η Επιτροπή έκρινε ότι τα έγγραφα που προσκόμισαν οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σχετική πρόσκληση υποβολής προσφορών περιείχαν εμπιστευτικές επιχειρηματικές πληροφορίες και ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα έθιγε τα εμπορικά τους συμφέροντα. Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή έπρεπε να βρει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, του έννομου συμφέροντος του πελάτη του καταγγέλλοντος να κατανοήσει τους λόγους για την ανάθεση της σύμβασης σε άλλη επιχείρηση και, αφετέρου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των προσφερουσών επιχειρήσεων ότι οι πληροφορίες που παρέχονται για τους σκοπούς του διαγωνισμού θα τύχουν επαρκούς χειρισμού. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι το ΚΚΕρ είχε παράσχει στον καταγγέλλοντα όλα τα σχετικά έγγραφα που εξηγούσαν τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί κατά τη διαδικασία επιλογής σχετικά με την πρόσκληση υποβολής προσφορών στην οποία είχε συμμετάσχει ο πελάτης του καταγγέλλοντος, τα κριτήρια αξιολόγησης των προσφορών, την αξιολόγηση της πρότασης και το τελικό συμπέρασμα της συμβουλευτικής επιτροπής.
Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, στην περίπτωση εγγράφου τρίτου, πρέπει να ζητείται η γνώμη του συντάκτη του εγγράφου σχετικά με τη δημοσιοποίηση του εγγράφου του, «εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή δεν θα δημοσιοποιηθεί». Η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά την εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος, πραγματοποίησε την εν λόγω διαβούλευση προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον η κοινοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων.
Τέλος, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι ο πελάτης του καταγγέλλοντος M.P.M. δεν είχε επιλεγεί επειδή δεν πληρούσε ένα από τα κριτήρια επιλογής που ανακοινώθηκαν στην πρόσκληση υποβολής προσφορών. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο των εγγράφων που υποβλήθηκαν από τις άλλες επιχειρήσεις δεν θα είχε καμία σχέση με το θέμα αυτό.
3.3 Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να αιτιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο η δημοσιοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων θα μπορούσε να βλάψει τα εμπορικά συμφέροντα των προσφερουσών επιχειρήσεων, δεδομένου ότι η διαδικασία υποβολής προσφορών είχε ήδη διεξαχθεί. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι μια τέτοια ζημία θα μπορούσε να είναι δυνατή κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας, αλλά όχι μετά την ολοκλήρωσή της. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι ο ισολογισμός μιας εταιρείας, ο οποίος ήταν μεταξύ των εγγράφων στα οποία η Επιτροπή είχε αρνηθεί την πρόσβαση, ήταν δημόσιο έγγραφο στην Ιταλία. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι ήταν αντιφατικό εκ μέρους της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση σε δημόσιο έγγραφο. Επιπλέον, έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των ζητηθέντων εγγράφων, δεν ήταν αναγκαία η διαβούλευση της Επιτροπής με τους τρίτους που τα συνέταξαν.
3.4 Στην απάντησή της στο αίτημα του Διαμεσολαβητή της 8ης Δεκεμβρίου 2004 για περαιτέρω πληροφορίες, η Επιτροπή εξήγησε ότι, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, οι περισσότερες εταιρείες πρέπει να καταθέτουν τους ισολογισμούς τους στο Μητρώο Εταιρειών (Registro delle Imprese) και ότι οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να ζητήσει πρόσβαση στους εν λόγω ισολογισμούς από οποιοδήποτε Εμπορικό Επιμελητήριο στην Ιταλία. Ως εκ τούτου, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί εύκολα να λάβει όλες τις πληροφορίες σχετικά με τους ισολογισμούς μιας εταιρείας από το τοπικό Εμπορικό Επιμελητήριο.
Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω ισολογισμοί περιλαμβάνονταν ενδεχομένως στα έγγραφα που υπέβαλαν οι προσφέρουσες εταιρίες. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποια έγγραφα είχαν κατατεθεί ή έπρεπε να κατατεθούν στο μητρώο εταιρειών. Το θεσμικό όργανο δεν μπορούσε να διακρίνει μεταξύ των εγγράφων στα οποία το κοινό μπορούσε να έχει πρόσβαση μέσω των εμπορικών επιμελητηρίων και εκείνων που δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν προκειμένου να προστατευθούν τα εμπορικά συμφέροντα των προσφερουσών εταιριών.
3.5 Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή είχε ουσιαστικά επιβεβαιώσει τη θέση του. Θεώρησε επίσης ότι η θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή σχετικά με το αίτημά του για πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα δεν μπορούσε να γίνει δεκτή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν ήταν σε θέση να διακρίνει μεταξύ των εγγράφων στα οποία το κοινό θα μπορούσε να έχει πρόσβαση μέσω των εμπορικών επιμελητηρίων και εκείνων που δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν είναι απαράδεκτο, εκτός εάν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν αναμένεται να γνωρίζει το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται στα κράτη μέλη. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή είχε όλες τις δυνατότητες, όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους και τις δομές, να λάβει τις σχετικές πληροφορίες για το εν λόγω ζήτημα.
3.6 Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πλήρη πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα ήταν άδικη, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας που ισχυρίζεται ο καταγγέλλων φαίνεται να συνίσταται σε εσφαλμένη ερμηνεία του κανονισμού 1049/2001, ο οποίος ρυθμίζει την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι, στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι η εφαρμοστέα νομοθεσία στην παρούσα υπόθεση ήταν ο κανονισμός 1049/2001 και ότι η ιταλική νομοθεσία στην οποία είχε αναφερθεί ο καταγγέλλων στην αίτησή του για πρόσβαση σε έγγραφα και στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή δεν ήταν συναφής και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τη δήλωση της Επιτροπής όσον αφορά το σημείο αυτό. Η θέση της Επιτροπής φαίνεται ορθή.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η εξέταση του Διαμεσολαβητή περιορίζεται συνεπώς στην εξακρίβωση του κατά πόσον τηρήθηκε ο κανονισμός 1049/2001.
3.7 Σκοπός του κανονισμού 1049/2001 είναι να προσδώσει την πληρέστερη δυνατή αποτελεσματικότητα στο δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα και να καθορίσει τις γενικές αρχές και τα όρια της πρόσβασης αυτής σύμφωνα με το άρθρο 255, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ. Ωστόσο, ο κανονισμός 1049/2001 περιέχει ορισμένες εξαιρέσεις οι οποίες, κατά πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται συσταλτικά, ώστε να μην παρεμποδίζεται η εφαρμογή της γενικής αρχής της παροχής στο κοινό της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης στα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή (12).
Μία από τις εξαιρέσεις αυτές προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση, το οποίο προβλέπει ότι «τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικού ή νομικού προσώπου (…)».
3.8 Λαμβανομένης υπόψη της θέσης του καταγγέλλοντος ότι η διαβούλευση της Επιτροπής με τα τρίτα μέρη που είχαν συντάξει τα εν λόγω έγγραφα ήταν περιττή, δεδομένης της φύσης των ζητούμενων εγγράφων, ο Διαμεσολαβητής θα συζητήσει πρώτα τις διαδικαστικές πτυχές του χειρισμού από την Επιτροπή της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος πριν εξετάσει την ουσιαστική πτυχή της απόφασης της Επιτροπής.
3.9 Όσον αφορά τις διαδικαστικές πτυχές του χειρισμού από την Επιτροπή της επιβεβαιωτικής αίτησής του, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής να διεξαγάγει μια τέτοια διαβούλευση προκειμένου να αρθούν τυχόν αμφιβολίες σχετικά με τη φύση των σχετικών εγγράφων και να εξεταστεί η δυνατότητα χορήγησης ευρύτερης πρόσβασης από εκείνη που παρασχέθηκε στο αρχικό στάδιο δεν ήταν αντίθετη με τον κανονισμό 1049/2001. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Επιπλέον, επισημαίνει ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων, στην επιβεβαιωτική αίτησή του, φαίνεται να προτείνει στην Επιτροπή να διαβουλευθεί με τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον έχει εφαρμογή εξαίρεση στην παρούσα υπόθεση.
3.10 Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, τα έγγραφα στα οποία η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση συνίσταντο, κατ' ουσίαν, στις προσφορές που υπέβαλαν άλλες εταιρίες πλην της M.P.M., οι οποίες είχαν μετάσχει στον σχετικό διαγωνισμό. Λόγω της φύσης τους, μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι τα έγγραφα αυτά περιείχαν πληροφορίες (όπως οι τιμές που ανέφεραν), η γνωστοποίηση των οποίων θα μπορούσε να επηρεάσει τα εμπορικά συμφέροντα των εν λόγω επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η άποψη της Επιτροπής ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση ήταν, καταρχήν, ορθή.
3.11 Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι τα εμπορικά συμφέροντα των άλλων επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην ίδια πρόσκληση υποβολής προσφορών με τον πελάτη του θα μπορούσαν να επηρεαστούν μόνο από γνωστοποίηση κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας, αλλά όχι μετά την ολοκλήρωσή της, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, υπό το πρίσμα των πληροφοριών που περιείχαν τα έγγραφα αυτά, δεν φαίνεται παράλογο να υποτεθεί ότι ο κίνδυνος να θιγούν τα εμπορικά συμφέροντα των επιχειρήσεων που είχαν συμμετάσχει σε πρόσκληση υποβολής προσφορών θα πρέπει να διατηρηθεί ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας υποβολής προσφορών.
Φαίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι ο παρών ισχυρισμός αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Νοεμβρίου 2002 να απορρίψει την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν τη σχετική προσφορά. Ως εκ τούτου, η έρευνα του Διαμεσολαβητή πρέπει να επικεντρωθεί στην εξέταση του κατά πόσον η απόφαση αυτή ήταν ορθή. Ωστόσο, φαίνεται ότι η διαδικασία του διαγωνισμού ολοκληρώθηκε μόλις στις 17 Ιουλίου 2002, δηλαδή λιγότερο από τέσσερις μήνες πριν από την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής. Επομένως, ο χρόνος που παρήλθε από τη λήψη της παρούσας απόφασης δεν ασκεί επιρροή για να διαπιστωθεί αν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Νοεμβρίου 2002.
3.12 Όσον αφορά την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η πρόσβαση στα έγγραφα πρέπει να παρέχεται στον αιτούντα ακόμη και όταν η σχετική εξαίρεση εφαρμόζεται εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.
Όπως έχει ήδη κρίνει ο Διαμεσολαβητής σε προηγούμενες αποφάσεις, από τη δομή και τη διατύπωση της σχετικής διάταξης προκύπτει ότι η ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση πρέπει κανονικά να αποδεικνύεται από το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση (13). Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν απέδειξε ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στην επιβεβαιωτική αίτησή του για πρόσβαση, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η εταιρεία του είχε ιδιαίτερο συμφέρον να αποκτήσει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα λόγω του γεγονότος ότι είχε συμμετάσχει στον διαγωνισμό και ότι η πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα ήταν σημαντική για τα δικαιώματα άμυνάς της. Ωστόσο, κάθε τέτοιο συμφέρον (εφόσον αποδειχθεί) σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά δημόσιο συμφέρον που θα μπορούσε να υπερισχύσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001.
3.13 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να τονίσει ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, ο κανονισμός 1049/2001 δεν παρέχει ειδικά δικαιώματα πρόσβασης στα ενδιαφερόμενα μέρη. Ως εκ τούτου, οι λόγοι για τους οποίους ζητείται πρόσβαση είναι άνευ σημασίας βάσει του κανονισμού 1049/2001 και, ως εκ τούτου, η αίτηση πρόσβασης δεν εξαρτάται από την ύπαρξη συγκεκριμένου ή έννομου συμφέροντος του αιτούντος.
Για τον λόγο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το περιεχόμενο των εγγράφων που υποβλήθηκαν από τις άλλες επιχειρήσεις που είχαν συμμετάσχει στην ίδια πρόσκληση υποβολής προσφορών με την M.P.M δεν ήταν συναφές για τον πελάτη του καταγγέλλοντος είναι επομένως άνευ σημασίας για την παρούσα υπόθεση.
3.14 Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι «εάν μόνο μέρη του ζητούμενου εγγράφου καλύπτονται από οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ή 2, το υπόλοιπο μέρος του εγγράφου δημοσιοποιείται».
Στην απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δήλωσε ότι η μερική πρόσβαση δεν ήταν δυνατή επειδή τα σχετικά έγγραφα καλύπτονταν εξ ολοκλήρου από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.
3.15 Ωστόσο, στην απάντησή της στην επιστολή του Διαμεσολαβητή της 8ης Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι οι ισολογισμοί στους οποίους έχει πρόσβαση το κοινό βάσει του ιταλικού δικαίου περιλαμβάνονταν ενδεχομένως στα έγγραφα που υπέβαλαν οι προσφέρουσες εταιρίες. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, όσον αφορά τα εν λόγω έγγραφα, δεν υπήρχαν λόγοι άρνησης της πρόσβασης στον καταγγέλλοντα.
3.16 Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει υπόψη τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι δεν ήταν σε θέση να διακρίνει μεταξύ των εγγράφων στα οποία θα μπορούσε να έχει πρόσβαση το κοινό μέσω των εμπορικών επιμελητηρίων και εκείνων που δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν προκειμένου να προστατευθούν τα εμπορικά συμφέροντα των προσφερουσών εταιρειών.
Ωστόσο, το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 επιτρέπει μόνο στην Επιτροπή να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα των οποίων η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων του ενδιαφερόμενου φυσικού ή νομικού προσώπου. Επομένως, το βάρος αποδείξεως φέρει σαφώς η Επιτροπή. Ως εκ τούτου, η πρόσβαση πρέπει να χορηγείται όταν η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδείξει ότι εφαρμόζεται η εν λόγω εξαίρεση. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να απευθυνθεί στις εταιρείες που είχαν υποβάλει τα σχετικά έγγραφα ή στις ιταλικές αρχές εάν θεωρούσε ότι χρειαζόταν περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με το θέμα αυτό προκειμένου να εξετάσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση.
3.17 Όσον αφορά τη δυνατότητα παροχής προσβάσεως σε τμήματα των σχετικών εγγράφων πλην της προσβάσεως στους ισολογισμούς που μπορεί να είναι διαθέσιμα στο κοινό βάσει του ιταλικού δικαίου, η Επιτροπή περιορίστηκε να δηλώσει ότι η μερική πρόσβαση δεν ήταν δυνατή, δεδομένου ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον καταγγέλλοντα περιείχαν πληροφορίες που αφορούσαν εμπορικά συμφέροντα και, ως εκ τούτου, έπρεπε να υπαχθούν στην εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2. Οι αρχές της χρηστής διοικήσεως απαιτούν, ωστόσο, η βλαπτική απόφαση να αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται κατά τρόπο αρκούντως λεπτομερή, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους βασίζεται η σχετική απόφαση και στις αρμόδιες αρχές να ασκούν τον έλεγχό τους.
Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση χωρίς να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το αν η σχετική εξαίρεση που επικαλέστηκε κάλυπτε κάθε μέρος των ζητηθέντων εγγράφων.
3.18 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε σωστά την αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται στις εκτιμήσεις ότι, αφενός, η ίδια η Επιτροπή δέχθηκε ότι, μεταξύ των εγγράφων που έχει στην κατοχή της, ορισμένα από αυτά θα μπορούσαν να είναι δημόσια έγγραφα κατά το ιταλικό δίκαιο και για τα οποία, ως εκ τούτου, η άρνηση παροχής προσβάσεως δεν φαίνεται δικαιολογημένη, και ότι, αφετέρου, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να παράσχει μερική πρόσβαση σε άλλα τμήματα των σχετικών εγγράφων.
Ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι η εξέταση όλων των εγγράφων που ζητούνται σε ατομική βάση με σκοπό να καθοριστεί ποιο από αυτά θα μπορούσε να γνωστοποιηθεί θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό διοικητικό φόρτο για την Επιτροπή. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η εξέταση αυτή θα συνιστούσε δυσανάλογο διοικητικό φόρτο στην παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει ότι, σε περίπτωση αίτησης που αφορά πολύ ογκώδη έγγραφα ή πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων, το θεσμικό όργανο μπορεί να συνεννοηθεί ανεπίσημα με τον αιτούντα, με σκοπό την εξεύρεση δίκαιης λύσης.
4 ΣυμπέρασμαΜε βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.
Το σχέδιο σύστασηςΗ Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την απόφασή της της 13ης Νοεμβρίου 2002 σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση και να επιτρέψει την πρόσβαση σε εκείνα τα έγγραφα ή μέρη αυτών που δεν καλύπτονται από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 ή να παράσχει επαρκώς λεπτομερείς εξηγήσεις για να αποδείξει ότι ορισμένα ή όλα αυτά τα έγγραφα ή μέρη αυτών καλύπτονται από την εν λόγω εξαίρεση.
Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 28 Φεβρουαρίου 2006. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της απόφασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή των συγκεκριμένων μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή του σχεδίου σύστασης.
Στρασβούργο, 16 Νοεμβρίου 2005
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΔΟΥΡΟΣ
(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(2) ΕΕ S 22 της 31.1.2002.
(3) Ο καταγγέλλων είναι Ιταλός δικηγόρος.
(4) Το άρθρο 2.7 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή έχει ως εξής: «Όταν ο Διαμεσολαβητής, λόγω δικαστικών διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν περατωθεί σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν, πρέπει να κηρύξει μια καταγγελία απαράδεκτη ή να περατώσει την εξέτασή της, το αποτέλεσμα των ερευνών που έχει διεξαγάγει μέχρι τότε υποβάλλεται οριστικά».
(5) ΕΕ L 199 της 9.8.1993, σ. 54-83.
(6) ΕΕ L 328 της 28.11.1997, σ. 1-59.
(7) ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43-48.
(8) Άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.
(9) ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43-48.
(10) Ο Διαμεσολαβητής έλαβε παρόμοια θέση στην υπόθεση 322/2003/IP. Το κείμενο της παρούσας απόφασης διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(11) Ο Διαμεσολαβητής έλαβε παρόμοια θέση στις υποθέσεις 1479/99/(OV)MM και 729/2000/OV σχετικά με τη μη απάντηση σε καταγγελία που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Τα κείμενα των αποφάσεων αυτών διατίθενται στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).
(12) Υπόθεση T-309/97 Bavarian Lager Company Ltd κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1999, σ. II-3217, σκέψη 39.
(13) Βλ. αποφάσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή 412/2003/GG και 2403/2003/MF, διαθέσιμες στον ιστότοπο του Διαμεσολαβητή (http://www.ombudsman.europa.eu).