FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην καταγγελία 781/2001/IJH

(Κατασκευασμένο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (1))

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο καταγγέλλων είναι πρώην μέλος του ιδιαίτερου γραφείου της Επιτρόπου Edith CRESSON. Ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση της καταγγελίας του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής χαρακτήρισε την καταγγελία εμπιστευτική σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή.

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος και τον ισχυρισμό του κατά της Επιτροπής είναι, συνοπτικά, τα ακόλουθα:

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1999, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) πραγματοποίησε συνέντευξη με τον καταγγέλλοντα. Η OLAF ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η συνέντευξη αφορούσε τις γνώσεις του σχετικά με την κατάσταση του κ. BERTHELOT όσον αφορά τους δεσμούς του με την Επιτροπή ως επιστημονικού επισκέπτη. Η OLAF τον ρώτησε επίσης σχετικά με συμβουλές που θα μπορούσε να έχει δώσει σε συναδέλφους του σχετικά με τον τρόπο διαγραφής ευαίσθητου υλικού από τους υπολογιστές τους στο τέλος της θητείας της Επιτροπής Santer.

Στις 24 Νοεμβρίου 1999, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Διοίκηση και προσωπικό», κ. REICHENBACH, απέστειλε στον καταγγέλλοντα έγγραφο με το οποίο του ανήγγειλε πειθαρχική διαδικασία. Στην επιστολή αναφερόταν ότι η εσωτερική έκθεση της OLAF είχε αποκαλύψει την εμπλοκή του καταγγέλλοντος στην κατάρτιση ψευδών εκθέσεων με σκοπό να δικαιολογηθεί η πληρωμή σε επιστημονικό επισκέπτη (M BERTHELOT) και στην προσπάθεια καταστροφής αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τις εν λόγω ψευδείς εκθέσεις.

Στις 30 Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοινωθέν Τύπου στο οποίο αναφερόταν ότι, κατόπιν των συστάσεων της OLAF, η Επιτροπή είχε κινήσει πειθαρχικές διαδικασίες κατά ορισμένων προσώπων, μεταξύ των οποίων και κατά τριών εκτάκτων υπαλλήλων. Μολονότι το ανακοινωθέν Τύπου δεν διευκρίνιζε ονόματα, ήταν προφανές ότι αναφερόταν στα τρία μέλη βαθμού Α του ιδιαίτερου γραφείου του CRESSON, ένα εκ των οποίων ήταν ο καταγγέλλων.

Στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, ο καταγγέλλων ζήτησε να ενημερωθεί για τα στοιχεία της έκθεσης της OLAF που τον αφορούν. Ενημερώθηκε για μια παράγραφο στα συμπεράσματα και του είπαν ότι αυτό ήταν το μόνο σημείο της έκθεσης στο οποίο αναφέρεται το όνομά του. Στην παράγραφο αναφέρεται ότι έχει διαγράψει ίχνη ψευδών αναφορών από υπολογιστές που χρησιμοποιεί το ιδιαίτερο γραφείο και ότι οι πειθαρχικές διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε αυτόν.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2000, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον προϊστάμενο μονάδας, ο οποίος τον είχε εξετάσει στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας. Με την επιστολή αυτή, ρώτησε (i) γιατί ο κ. REICHENBACH ανέφερε ότι η έκθεση της OLAF αποκάλυψε ότι είχε εμπλακεί στη σύνταξη ψευδών εκθέσεων και (ii) σε ποια βάση η OLAF είχε καταλήξει στο συμπέρασμά της ότι είχε εμπλακεί στην καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων, δεδομένου ότι το όνομά του δεν αναφερόταν πουθενά αλλού στην έκθεση. Θεώρησε ότι η απάντηση δεν απαντούσε στα ερωτήματα αυτά και έγραψε εκ νέου στις 29 Μαΐου 2000. Η επιστολή αυτή δεν έλαβε απάντηση, ούτε η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας.

Στις 28 Φεβρουαρίου 2000, ο καταγγέλλων υπέβαλε ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κατά της απόφασης κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας εις βάρος του και σχετικά με το ανακοινωθέν Τύπου. Το πρώτο σκέλος της καταγγελίας απορρίφθηκε. Το δεύτερο μέρος αντιμετωπίστηκε ως αίτημα αφαίρεσης του δελτίου Τύπου από τον ιστότοπο, το οποίο έγινε. Στις 26 Δεκεμβρίου 2000, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή με την οποία επέμενε ότι θα έπρεπε να λάβει απάντηση στην καταγγελία του ότι το ανακοινωθέν τύπου είχε παραβιάσει τα δικαιώματά του δημοσιοποιώντας την πειθαρχική διαδικασία εναντίον του και δηλώνοντας ότι αυτό είχε προταθεί από την OLAF, ενώ η τελευταία είχε απλώς δηλώσει ότι «μπορούσε να κινηθεί» πειθαρχική διαδικασία. Ζήτησε αποζημίωση βάσει του άρθρου 288 της συνθήκης ΕΚ. Η επιστολή αυτή δεν απαντήθηκε.

Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στο Διαμεσολαβητή στις 20 Μαΐου 2001. Με βάση τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παραβίασε τα πολιτικά του δικαιώματα δημοσιεύοντας δελτίο Τύπου σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 12 παράγραφος 3 του κανονισμού 1073/1999 και δεν απάντησε στις ερωτήσεις του σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία και δεν τον ενημέρωσε για την έκβαση της διαδικασίας.

Ο καταγγέλλων ζητεί αποζημίωση από την Επιτροπή για τα άμεσα οικονομικά έξοδα που συνεπάγεται η προετοιμασία της υπεράσπισής του στις πειθαρχικές διαδικασίες και η προσβολή της φήμης του, καθώς και για τον χρόνο και την ανησυχία που συνεπάγεται η προετοιμασία της υπεράσπισής του.

Η καταγγελία στον Διαμεσολαβητή περιέχει επίσης ισχυρισμό κατά της OLAF. Με απόφαση της 26ης Απριλίου 2002, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση κατά της OLAF με επικριτική παρατήρηση. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε αντίγραφο της απόφασης στον Πρόεδρο της Επιτροπής, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επικριτική παρατήρηση κατά την πειθαρχική διαδικασία.


Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Η γνώμη της Επιτροπής

Η γνώμη της Επιτροπής περιελάμβανε, συνοπτικά, τα ακόλουθα σημεία:

Σύμφωνα με την έκθεση της έρευνας που διεξήγαγε η OLAF, ο καταγγέλλων ενεπλάκη, αφενός, στη σύνταξη ψευδών εκθέσεων, σκοπός των οποίων ήταν να δικαιολογήσουν πληρωμές σε επιστημονικό επισκέπτη και, αφετέρου, στην προσπάθεια διαγραφής των εν λόγω ψευδών εκθέσεων σε ηλεκτρονική μορφή. Σε αυτή τη βάση, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφάσισε να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στις ερωτήσεις του καταγγέλλοντος σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία και δεν τον ενημέρωσε για το αποτέλεσμά της, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι την ίδια ημέρα κινήθηκαν δύο άλλες πειθαρχικές διαδικασίες κατά άλλων μελών του ιδιαίτερου γραφείου. Αν και ατομικές, οι περιπτώσεις αυτές είναι αλληλεξαρτώμενες και πρέπει να αντιμετωπίζονται με ομοιόμορφο τρόπο, ώστε να τηρείται η αρχή της ισότητας. Μία από τις υποθέσεις διαβιβάστηκε σε πειθαρχικό συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 200 και η συνεδρίαση του συμβουλίου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2001. Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση αυτή, αλλά ότι το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

Η απόφαση να παραπεμφθεί μία από τις τρεις υποθέσεις στο Πειθαρχικό Συμβούλιο βασίστηκε στο γεγονός ότι κρίθηκε σοβαρότερη. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφάσισε, προς το συμφέρον του καταγγέλλοντος καθώς και του θεσμικού οργάνου, να αναμείνει την έκβαση αυτής της υπόθεσης προτού αποφασίσει ποια συνέχεια θα δοθεί στις άλλες δύο υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της υπόθεσης του καταγγέλλοντος.

Όσον αφορά την εικαζόμενη έλλειψη πληροφοριών, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να ασκήσει τα δικαιώματά του σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου για να ζητήσει πρόσβαση στον πειθαρχικό φάκελο βάσει του οποίου κινήθηκε η διαδικασία. Επιπλέον, ο καταγγέλλων έλαβε λεπτομερείς απαντήσεις στο αίτημα και την καταγγελία που υπέβαλε βάσει του άρθρου 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Όσον αφορά το θέμα του ανακοινωθέντος τύπου της 25ης Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε παρά να επαναλάβει το περιεχόμενο της απάντησής της στον καταγγέλλοντα της 28ης Νοεμβρίου 2000. Το εν λόγω ανακοινωθέν Τύπου είχε αποσυρθεί από τη βάση δεδομένων RAPID. Ο καταγγέλλων ενημερώθηκε επίσης ότι το αίτημά του για αναδρομική ανάκληση του δελτίου Τύπου δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί, δεδομένου ότι τα δελτία Τύπου είναι επίσημα έγγραφα που έχουν δημοσιοποιηθεί. Ωστόσο, το δελτίο Τύπου έχει πλέον αποσυρθεί και από τη βάση δεδομένων RAPID στις άλλες γλωσσικές εκδόσεις. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι το εν λόγω ανακοινωθέν Τύπου δεν περιέχει κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί δυσφημιστικό, δεδομένου ότι απλώς ενημερώνει ότι κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία, πράγμα που αποτελεί απλό αναμφισβήτητο γεγονός. Δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται με σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, η απλή ύπαρξή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσφημιστική.

Όσον αφορά την επιστολή του καταγγέλλοντος της 20ής Δεκεμβρίου 2000, ο ίδιος ο καταγγέλλων την είχε χαρακτηρίσει ως τις αντιδράσεις του στην απάντηση του κ. REICHENBACH στην καταγγελία του βάσει του άρθρου 90. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του καταγγέλλοντος είχαν ήδη λάβει λεπτομερή απάντηση, η Επιτροπή δεν έκρινε αναγκαίο, ελλείψει νέων στοιχείων, να υποβάλει νέα απάντηση. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων επέμεινε, στο πλαίσιο της καταγγελίας του προς τον Διαμεσολαβητή, στην απουσία απάντησης, δόθηκε απάντηση στις 26 Οκτωβρίου 2001.

Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις, οι οποίες περιλάμβαναν, συνοπτικά, τα ακόλουθα σημεία:

Η Επιτροπή δεν απάντησε στο ερώτημα γιατί η επιστολή που του απεστάλη με την οποία του ανακοινώθηκε η πειθαρχική διαδικασία ανέφερε ότι από την έκθεση της OLAF προέκυπτε ότι εμπλεκόταν στη σύνταξη ψευδών εκθέσεων.

Ο καταγγέλλων παρατήρησε επίσης ότι η Επιτροπή δεν τον είχε ενημερώσει προηγουμένως για τις εξηγήσεις της σχετικά με την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας. Υποστήριξε ότι δεν ήταν χρηστή διοίκηση να παραλείψει η Επιτροπή να του παράσχει την παραμικρή πληροφορία σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Επιπλέον, δεν κατανόησε γιατί η συνεδρίαση πειθαρχικού συμβουλίου για άλλη υπόθεση εμπόδισε την Επιτροπή να ασχοληθεί με την υπόθεσή του. Επιπλέον, έχουν περάσει αρκετοί μήνες από τη συνεδρίαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στον πειθαρχικό φάκελο, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι δεν διαμένει πλέον στις Βρυξέλλες και δεν έχει πρόσβαση στη νομολογία που αναφέρει η Επιτροπή. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε το καθήκον αρωγής που υπέχει από το άρθρο 24 του ΚΥΚ.

Όσον αφορά το δελτίο Τύπου, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι, παρόλο που είχε πλέον διαγραφεί από τη βάση δεδομένων RAPID, είχε παραμείνει εκεί για 10 μήνες. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το δελτίο Τύπου θα μπορούσε να του προκαλέσει ζημία, ακόμη και αν δεν είναι δυσφημιστικό.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Το δελτίο τύπου

1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παραβίασε τα πολιτικά του δικαιώματα δημοσιεύοντας δελτίο τύπου σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 12 παράγραφος 3 του κανονισμού 1073/1999. Ο καταγγέλλων ζητεί αποζημίωση.

1.2 Κατά την Επιτροπή, το εν λόγω ανακοινωθέν Τύπου αποσύρθηκε από τη βάση δεδομένων RAPID. Ωστόσο, το αίτημα του καταγγέλλοντος για αναδρομική ανάκληση του δελτίου Τύπου δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί, δεδομένου ότι τα δελτία Τύπου είναι επίσημα έγγραφα που έχουν δημοσιοποιηθεί. Το ανακοινωθέν Τύπου δεν περιέχει κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί δυσφημιστικό, δεδομένου ότι απλώς ενημερώνει ότι έχει κινηθεί η πειθαρχική διαδικασία, γεγονός που αποτελεί απλό αναμφισβήτητο γεγονός. Δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται με σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, η απλή ύπαρξή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσφημιστική.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το άρθρο 12 παράγραφος 3 του κανονισμού 1073/1999 απαιτεί από τα θεσμικά όργανα να διασφαλίζουν ότι τηρείται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των ερευνών που διεξάγει η OLAF, καθώς και τα νόμιμα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων προσώπων. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει επίσης ότι η εν λόγω υπόθεση αποτελούσε αντικείμενο σημαντικού δημόσιου ενδιαφέροντος και κερδοσκοπίας των μέσων ενημέρωσης κατά τον χρόνο έκδοσης του δελτίου Τύπου και ότι η συμμετοχή της OLAF ήταν θέμα δημόσιας γνώσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η έκδοση ανακοινωθέντος Τύπου που να περιέχει τις τεκμηριωμένες πληροφορίες ότι η Επιτροπή είχε λάβει έκθεση από την OLAF και ότι είχαν κινηθεί πειθαρχικές διαδικασίες κατά δύο μονίμων και τριών εκτάκτων υπαλλήλων συνιστά παράβαση του άρθρου 12 παράγραφος 3 του κανονισμού 1073/1999 ή των πολιτικών δικαιωμάτων του καταγγέλλοντος.

1.4 Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με αυτή την πτυχή της καταγγελίας και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα αποζημίωσης.

2 Επί της προβαλλομένης παραλείψεως της Επιτροπής να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικές με την πειθαρχική διαδικασία

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στις ερωτήσεις του σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία. Ο καταγγέλλων ζητεί αποζημίωση από την Επιτροπή για τα άμεσα οικονομικά έξοδα που συνεπάγεται η προετοιμασία της υπεράσπισής του στις πειθαρχικές διαδικασίες και η προσβολή της φήμης του, καθώς και για τον χρόνο και την ανησυχία που συνεπάγεται η προετοιμασία της υπεράσπισής του.

2.2 Η Επιτροπή δήλωσε ότι, σύμφωνα με την έκθεση έρευνας της OLAF, ο καταγγέλλων ενεπλάκη, αφενός, στην κατάρτιση ψευδών εκθέσεων προκειμένου να δικαιολογήσει πληρωμές σε επιστημονικό επισκέπτη και, αφετέρου, στην προσπάθεια διαγραφής των ηλεκτρονικών εκδόσεων των εν λόγω ψευδών εκθέσεων. Σε αυτή τη βάση, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφάσισε να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία. Η γνώμη της Επιτροπής επισήμανε ότι ο καταγγέλλων μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του να ζητήσει πρόσβαση στον πειθαρχικό φάκελο βάσει του οποίου κινήθηκε η διαδικασία. Επιπλέον, ο καταγγέλλων είχε λάβει λεπτομερείς απαντήσεις στο αίτημα και την καταγγελία που υπέβαλε βάσει του άρθρου 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

2.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με επιστολή που εστάλη στον καταγγέλλοντα από την Επιτροπή στις 20 Ιανουαρίου 2000, η μόνη αναφορά στον καταγγέλλοντα στην έκθεση της OLAF είναι η συμμετοχή του (την οποία αμφισβητεί ο καταγγέλλων) στη διαγραφή των ηλεκτρονικών εκδόσεων των ψευδών αναφορών. Ο καταγγέλλων έχει ζητήσει επανειλημμένα από την Επιτροπή να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους η επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε για την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας ανέφερε επίσης ότι η έκθεση της OLAF είχε αποκαλύψει την εμπλοκή του στη σύνταξη ψευδών εκθέσεων. Εξ όσων γνωρίζει ο Διαμεσολαβητής, η Επιτροπή δεν απάντησε ποτέ στην ερώτηση του καταγγέλλοντος.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει επίσης ότι τα δικαιώματα υπεράσπισης πρέπει να γίνονται σεβαστά κατά την πειθαρχική διαδικασία όχι μόνο όταν μια υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο, αλλά και σε σχέση με πειθαρχική απόφαση που λαμβάνεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (2). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, εάν η Επιτροπή δεν εγκαταλείψει τον ισχυρισμό ότι ο καταγγέλλων συμμετείχε στη σύνταξη ψευδών αναφορών, θα ενημερώσει σε κάποιο σημείο τον καταγγέλλοντα για τα εικαζόμενα γεγονότα στα οποία βασίζεται ο ισχυρισμός και θα του δώσει την ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις του. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, με απόφαση της 26ης Απριλίου 2002, απηύθυνε επικριτική παρατήρηση στην OLAF σχετικά με την παράλειψη της τελευταίας να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για τον ισχυρισμό που τον αφορά και να του δώσει την ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις του, προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εμπλέκεται στη διαγραφή των ηλεκτρονικών εκδόσεων των ψευδών αναφορών. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε αντίγραφο της απόφασης στον Πρόεδρο της Επιτροπής προκειμένου να ληφθεί υπόψη κατά την πειθαρχική διαδικασία.

2.5 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν πρόωρο να απαντήσει η Επιτροπή στο αίτημα του καταγγέλλοντος για αποζημίωση σε σχέση με την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας πριν από την ολοκλήρωση της ίδιας της διαδικασίας.

2.6 Με βάση τα ανωτέρω, φαίνεται περιττό για τον Διαμεσολαβητή να προβεί σε περαιτέρω έρευνες σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας.

3 Επί του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή παρέλειψε να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τον ενημέρωσε για το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας.

3.2 Η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι την ίδια ημέρα κινήθηκαν δύο άλλες πειθαρχικές διαδικασίες κατά μελών του ιδιαίτερου γραφείου. Κατά την Επιτροπή, οι τρεις υποθέσεις είναι αλληλεξαρτώμενες και πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο, ώστε να τηρείται η αρχή της ισότητας. Μία από τις υποθέσεις διαβιβάστηκε σε πειθαρχικό συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 2000 και η συνεδρίαση του συμβουλίου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2001. Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση αυτή, αλλά ότι το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Η απόφαση να παραπεμφθεί μία από τις τρεις υποθέσεις στο Πειθαρχικό Συμβούλιο βασίστηκε στο γεγονός ότι κρίθηκε σοβαρότερη. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφάσισε, προς το συμφέρον του καταγγέλλοντος καθώς και του θεσμικού οργάνου, να αναμείνει την έκβαση αυτής της υπόθεσης προτού αποφασίσει ποια συνέχεια θα δοθεί στις άλλες δύο υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της υπόθεσης του καταγγέλλοντος.

3.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, οι πειθαρχικές αρχές πρέπει να διεξάγουν πειθαρχικές διαδικασίες με τη δέουσα επιμέλεια και να διασφαλίζουν ότι κάθε διαδικαστική ενέργεια πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την προηγούμενη ενέργεια (3). Εν προκειμένω, η πειθαρχική διαδικασία ανακοινώθηκε στον καταγγέλλοντα στις 24 Νοεμβρίου 1999. Στις 14 Δεκεμβρίου 1999 πραγματοποιήθηκε ακρόαση, τα πρακτικά της οποίας εστάλησαν στον καταγγέλλοντα στις 17 Ιανουαρίου 2000. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις τελικές παρατηρήσεις του στην Επιτροπή στις 4 Φεβρουαρίου 2000. Περισσότερα από δύο χρόνια αργότερα, δεν φαίνεται να έχει ληφθεί κανένα περαιτέρω μέτρο στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας. Η εξήγηση της Επιτροπής για την καθυστέρηση δεν φαίνεται πειστική, δεδομένου ότι το ζήτημα της ενοχής του καταγγέλλοντος για τις πράξεις που του προσάπτονται θα μπορούσε να καθοριστεί μόνο μέσω της πειθαρχικής διαδικασίας που τον αφορά ειδικά. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν έχει κινήσει την πειθαρχική διαδικασία κατά του καταγγέλλοντος με τη δέουσα επιμέλεια και ότι αυτό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

4 Συμπέρασμα

4.1 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν έχει κινήσει την πειθαρχική διαδικασία κατά του καταγγέλλοντος με τη δέουσα επιμέλεια και ότι αυτό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

4.2 Λαμβανομένης υπόψη της φύσης και του πλαισίου της πειθαρχικής διαδικασίας, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν να αναζητήσει φιλική λύση στην παρούσα υπόθεση.

4.3 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Επιτροπή το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Διαμεσολαβητή:

Το σχέδιο σύστασης

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα σχετικά με το αποτέλεσμα ή το επόμενο στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως τις 31 Ιουλίου 2002.

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για το παρόν σχέδιο σύστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καθεστώτος του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη πριν από τις 31 Ιουλίου 2002. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής του.

Στρασβούργο, 26 Απριλίου 2002

 

Jacob SÖDERMAN


(1) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

(2) Άρθρο 87 παράγραφος 2 και παράρτημα IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης· Υπόθεση 319/85, Misset κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 1861.

(3) Υπόθεση T-26/89, de Compte κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 1991 Συλλογή II-781 σκέψη 88, υπόθεση C-326/91 P, de Compte κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 1994 Συλλογή I-2091 σκέψη 21.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!