FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Περιεχόμενα

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Σχέδιο συστάσεων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της έρευνάς του σχετικά με την καταγγελία 1947/2010/PB κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή [1]

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η υπόθεση αφορά κυρίως τη γενική τάση της Επιτροπής να διστάζει να παρέχει στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν εν εξελίξει έρευνες σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ από τα κράτη μέλη. Οι πολίτες της ΕΕ που ζουν στη Δανία είχαν την εντύπωση ότι, στον τομέα πολιτικής της, η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Επιτροπής («ΓΔ Περιβάλλοντος») υιοθέτησε μια πιο ανοικτή πρακτική κατά τα έτη 2006-2007. Όταν η ΓΔ Περιβάλλοντος επανήλθε στη συνέχεια στην προαναφερθείσα τάση της Επιτροπής, οι εν λόγω πολίτες ζήτησαν αιτιολογήσεις και πρότειναν να συνεχιστεί η πιο ανοικτή πρακτική. Επειδή δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τις απαντήσεις της Επιτροπής, απευθύνθηκαν στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

2. Το λεπτομερέστερο ιστορικό της υποθέσεως είναι, συνοπτικά, το ακόλουθο.

3. Σε επιστολή που προηγήθηκε της έναρξης της παρούσας υπόθεσης, ο καταγγέλλων ενθάρρυνε τον Διαμεσολαβητή να διεξαγάγει αυτεπάγγελτη έρευνα για το θέμα αυτό. Έγραψε τα εξής:

«Με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα την απόφασή σας για το κλείσιμο του OI/[2/] 2009/MHZ [[2]], σχετικά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Το ενδιαφέρον μου για το θέμα οφείλεται στο γεγονός ότι έχω προηγουμένως ζητήσει - και έχω λάβει - πρόσβαση του κοινού σε δύο αρχικές επιστολές της Επιτροπής. Οι δύο αρχικές επιστολές απεστάλησαν στη Δανία τον Μάιο του 2006, με τους αριθμούς καταχώρισης 2006/2144, σχετικά με την οδηγία για τους οικοτόπους, και 2006/2134, σχετικά με την οδηγία για τα πτηνά. Οι δανικές αρχές χορήγησαν στο κοινό πρόσβαση στις εν λόγω αρχικές επιστολές αφού η ΓΔ Περιβάλλοντος της Επιτροπής την ενημέρωσε ως εξής:

«Η ΓΔ Περιβάλλοντος έχει αλλάξει πρακτική όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού και στο μέλλον θα παρέχει στο κοινό πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με εν εξελίξει διαδικασίες επί παραβάσει οι οποίες αφορούν την πρόσβαση του κοινού και στο μέλλον θα παρέχει στο κοινό πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με εν εξελίξει διαδικασίες επί παραβάσει οι οποίες αφορούν ασυνέπειες μεταξύ της εθνικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας της ΕΕ. Πράγματι, η διάδοση σε περιπτώσεις όπως οι παρούσες μπορεί να διευκολύνει την εφαρμογή και την πρακτική αποτελεσματικότητα των εν λόγω οδηγιών. Το γεγονός αυτό θα θεωρηθεί ότι συνιστά υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη γνωστοποίηση.

Ως εκ τούτου, μπορώ να σας ενημερώσω ότι δεν αντιτιθέμεθα στην πρόσβαση του κοινού όσον αφορά τις αρχικές επιστολές προς τη Δανία, σχετικά με την εφαρμογή των οδηγιών 79/409/ΕΟΧ και 92/43/ΕΟΧ».

Με βάση τα ανωτέρω, οι δανικές αρχές χορήγησαν στο κοινό πρόσβαση στα έγγραφα τον Δεκέμβριο του 2006. Οι λόγοι δημοσιοποίησης από το Υπουργείο Περιβάλλοντος της Δανίας, μαζί με τις εισαγωγικές επιστολές, είναι διαθέσιμοι στην ακόλουθη διεύθυνση:

http://www.blst.dk/NATUREN/Natura2000plan/sidebar/Seneste_nyt/aabningsskrivelser.htm

Στη συνέχεια, η Δανία έλαβε συμπληρωματική εναρκτήρια επιστολή καθώς και αιτιολογημένη γνώμη στην υπόθεση 2006/2134. Οι δανικές αρχές αρνήθηκαν να μου χορηγήσουν πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα αυτά. Παρά την προαναφερθείσα αλλαγή στην πρακτική, το Υπουργείο Περιβάλλοντος της Δανίας συνέχισε να ρωτά την Επιτροπή εάν μπορεί να χορηγήσει πρόσβαση στο κοινό. Η Επιτροπή αρνείται τώρα να επιτρέψει την πρόσβαση του κοινού, παραπέμποντας στον κανονισμό 1049/2001 και στην απόφαση Petri, άρνηση την οποία επικαλείται η δανική κυβέρνηση.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι, στην έρευνά σας με δική σας πρωτοβουλία, δεν αναφέρετε την πρακτική ανοίγματος που υιοθέτησε η Επιτροπή το φθινόπωρο του 2006, όπως διατυπώνεται στην προαναφερθείσα επιστολή της προς τη δανική κυβέρνηση τον Νοέμβριο του 2006.

Ως εκ τούτου, θα πρότεινα στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με την αλλαγή κατεύθυνσης μεταξύ Νοεμβρίου 2006 και 2009.

Είναι αινιγματικό το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ενημέρωσε τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ότι εφάρμοσε μια πολιτική διαφάνειας σε αυτόν τον τομέα το 2006, μια πολιτική η οποία έχει πλέον αλλάξει. Πρόκειται για αλλαγή πολιτικής την οποία η Επιτροπή προφανώς προτιμά να δει να παρακάμπτεται σιωπηρά, δεδομένου ότι δεν ενημέρωσε σχετικά τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας που περατώθηκε το 2009.

4. Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, αντί να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα, έκρινε σκοπιμότερο να εξετάσει πιθανές καταγγελίες επί του θέματος.

5. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία.

6. Ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, το 2009, υπέβαλε αίτηση για πρόσβαση του κοινού σε συμπληρωματική εναρκτήρια επιστολή που είχε αποστείλει η Επιτροπή στη Δανία.

7. Η Επιτροπή απάντησε αρνητικά, ενημερώνοντας τον καταγγέλλοντα ότι η κοινοποίηση της επιστολής κίνησης της διαδικασίας σε ένα κράτος μέλος είναι ασυμβίβαστη με το δικαίωμα του τελευταίου στην εμπιστευτικότητα σε υποθέσεις παράβασης. Αναφέρθηκε στην απόφαση του Πρωτοδικείου του 2001 στην υπόθεση Petrie [3]. Στις 3 Μαΐου 2009, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής. Επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι μια προηγούμενη εναρκτήρια επιστολή της Επιτροπής σχετικά με την εν λόγω υπόθεση παράβασης είχε δημοσιευθεί το 2006 στον ιστότοπο του δανικού Υπουργείου Περιβάλλοντος. Ρώτησε επίσης την Επιτροπή αν υπήρξε αίτημα από τις δανικές αρχές να μην γνωστοποιήσουν την εναρκτήρια επιστολή που είχε ζητήσει το 2009. Ο καταγγέλλων δεν έλαβε ποτέ απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτησή του.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

8. Στις 5 Οκτωβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς.

Ισχυρισμοί

1. Η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος της 3ης Μαΐου 2009.

2. Η Επιτροπή δεν εξήγησε στον καταγγέλλοντα τους λόγους για τους οποίους, μετά από μια νέα πρακτική το 2006, εισήγαγε εκ νέου μια περιοριστική πρακτική όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού στο άνοιγμα επιστολών προς τα κράτη μέλη σε υποθέσεις παράβασης.

3. Η Επιτροπή δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα εάν οι δανικές αρχές του ζήτησαν να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού στις αρχικές επιστολές και στα παραρτήματά τους.

Απαιτήσεις

1. Η Επιτροπή θα πρέπει να απαντήσει στα αιτήματα που περιέχονται στους ανωτέρω ισχυρισμούς.

2. Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την εισαγωγή της πρακτικής που υιοθέτησε το 2006, επιτρέποντας μεγαλύτερη πρόσβαση του κοινού στις αρχικές επιστολές που απευθύνονται στα κράτη μέλη.

Η έρευνα

9. Στις 9 Μαρτίου 2011, η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της επί της καταγγελίας. Ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επ’ αυτής στις 19 Απριλίου 2011.

10. Πριν η Επιτροπή αποστείλει την προαναφερθείσα γνώμη της στις 9 Μαρτίου 2011, ο καταγγέλλων απέστειλε αντίγραφο της απάντησης που έλαβε τελικά ως απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτησή του. Η απάντηση της Επιτροπής συνοψίζεται στις προκαταρκτικές παρατηρήσεις που ακολουθούν.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Η υπόθεση αυτή είναι παρόμοια με άλλη υπόθεση ενώπιον του Διαμεσολαβητή

11. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι τα παρόντα σχέδια συστάσεών του αφορούν ένα κύριο ζήτημα που είναι πολύ παρόμοιο με εκείνο που τέθηκε σε άλλη υπόθεση, δηλαδή την υπόθεση 2207/2010/PB. Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή γνωρίζουν το γεγονός αυτό. Οι αξιολογήσεις του Διαμεσολαβητή και στις δύο υποθέσεις συντονίζονται και τα σχέδια συστάσεων που αφορούν και τις δύο υποθέσεις εγκρίνονται την ίδια ημέρα.

12. Στην προκειμένη περίπτωση, τα κοινά ζητήματα αντικατοπτρίζονται στον δεύτερο ισχυρισμό, ο οποίος μπορεί να εξεταστεί επωφελώς μέσω των ακόλουθων τριών τίτλων: «Η ύπαρξη νέας πρακτικής από το 2006»· «Οι λόγοι ανάκλησης της νέας πρακτικής»· «Τα συστημικά ζητήματα που εγείρονται σχετικά με τη μη δημοσιοποίηση των εγγράφων παράβασης».

13. Πριν από την αξιολόγηση των εν λόγω ζητημάτων, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει χωριστά τον πρώτο και τον τρίτο ισχυρισμό.

Απάντηση της Επιτροπής στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος

14. Όπως επισημάνθηκε στην παράγραφο 10 ανωτέρω, μετά την έναρξη της έρευνας, αλλά πριν η Επιτροπή υποβάλει τη γνώμη της, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι η Επιτροπή είχε απαντήσει στην επιβεβαιωτική αίτησή του. Η απάντηση και η επακόλουθη σχετική δήλωση στη γνώμη της Επιτροπής συνοψίζονται κατωτέρω.

15. Στη λεπτομερή απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο.

16. Ζήτησε καταρχάς συγγνώμη για την καθυστερημένη καταχώριση και διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος. Δήλωσε ότι είχε διενεργηθεί διεξοδικός έλεγχος των σχετικών λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και παρατήρησε ότι το γεγονός ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος που περιείχε την επιβεβαιωτική αίτηση δεν περιλαμβανόταν στα εισερχόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα φαινόταν να οφείλεται σε τεχνικό πρόβλημα στο σύστημα της Επιτροπής.

17. Στη συνέχεια, η Επιτροπή υπογράμμισε το πλαίσιο και το αντικείμενο της επιβεβαιωτικής αίτησης. Εξήγησε ότι είχε αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στη Δανία στις 2 Φεβρουαρίου 2009, στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας επί παραβάσει (2006/2134). Η διαδικασία αυτή αφορούσε την προβαλλόμενη ασυνέπεια της δανικής νομοθεσίας με την οδηγία 79/409 της ΕΕ για τα πτηνά (όπως τροποποιήθηκε). Η διαδικασία επί παραβάσει βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο καταγγέλλων ήταν επίσης καταγγέλλων όσον αφορά το ουσιαστικό ζήτημα που μόλις αναφέρθηκε (καταγγελία παράβασης αριθ. 2007/4437) και ενημερώθηκε σχετικά με την πορεία της έρευνας της Επιτροπής στις 7 Ιουλίου 2010.

18. Υπό τον τίτλο «Σύμβαση του Aarhus», η Επιτροπή δήλωσε στη συνέχεια ότι, στην επιβεβαιωτική αίτησή του, ο καταγγέλλων είχε ζητήσει να διεκπεραιωθεί η αίτηση σύμφωνα με την οδηγία 2003/4/ΕΚ για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η εν λόγω οδηγία, η οποία εφαρμόζει μέρος των διατάξεων της σύμβασης του Aarhus, απευθύνεται στα κράτη μέλη και ότι, ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.

19. Στη συνέχεια, η Επιτροπή παρέπεμψε σε άλλη νομοθεσία, τον κανονισμό 1367/2006 [4], ο οποίος καθιστά ορισμένες από τις διατάξεις της σύμβασης του Aarhus δεσμευτικές για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο κανονισμός 1367/2006 αναφέρει ρητά ότι ο ορισμός του «εγγράφου» στον κανονισμό 1049/2001 [5] περιλαμβάνει περιβαλλοντικές πληροφορίες όπως ορίζονται στον κανονισμό 1367/2006. Το άρθρο 3 προβλέπει ότι ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται σε κάθε αίτηση πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο στο οποίο ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση ζήτησε πρόσβαση του κοινού περιέχει περιβαλλοντικές πληροφορίες και ότι, ως εκ τούτου, εφαρμόζονται τόσο ο κανονισμός 1367/2006 όσο και ο κανονισμός 1049/2001.

20. Η Επιτροπή εξέτασε επίσης το συγκεκριμένο ζήτημα του κατά πόσον θα μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση του κοινού στην παρούσα υπόθεση. Το αρνητικό συμπέρασμα της Επιτροπής βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις.

21. Η διαδικασία επί παραβάσει που προβλέπεται στο άρθρο 258 της ΣΛΕΕ περιλαμβάνει δύο φάσεις, δηλαδή τη διοικητική και τη δικαστική φάση. Σκοπός της διοικητικής φάσεως είναι, πρώτον, να δοθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να θέσει τέρμα στην παράβαση της Συνθήκης, δεύτερον, να παρασχεθεί στο κράτος μέλος το δικαίωμα ακροάσεως και, τρίτον, να καθοριστεί η έκταση της διαφοράς σε περίπτωση που η υπόθεση παραπεμφθεί στο Δικαστήριο.

22. Οι προειδοποιητικές επιστολές αποτελούν το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας. Στις επιστολές αυτές, η Επιτροπή ζητεί από το κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς και να το πράξει εντός καθορισμένης προθεσμίας. Η συμπληρωματική επιστολή που αναφέρεται ανωτέρω αναφέρει τις πιθανές παραβάσεις για τις οποίες η Επιτροπή έλαβε γνώση μέσω πρόσθετων καταγγελιών επί παραβάσει από πολίτες, καθώς και μέσω της εξέτασης της νομοθεσίας και περαιτέρω πληροφοριών που παρείχε η Δανία.

23. Η πρόθεση της Επιτροπής με την έκδοση συμπληρωματικής προειδοποιητικής επιστολής ήταν να χορηγήσει στη Δανία το δικαίωμα ακρόασης, προτού αποφασίσει αν θα προχωρήσει στο επόμενο βήμα.

24. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι, δεδομένου ότι η διαδικασία επί παραβάσει βρισκόταν σε εξέλιξη, δεν μπορούσε να χορηγήσει στο κοινό πρόσβαση στη συμπληρωματική προειδοποιητική επιστολή. Η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, το οποίο προβλέπει ότι «τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία: [...] - ο σκοπός των επιθεωρήσεων, ερευνών και λογιστικών ελέγχων».

25. Η Επιτροπή εξήγησε ότι, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών και να εξεύρει λύση για τις παραβάσεις χωρίς να χρειάζεται να κινήσει δικαστική διαδικασία, ήταν αναγκαίο να διατηρηθεί κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ της ίδιας και της Δανίας καθ’ όλη τη διάρκεια των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας, έως ότου ολοκληρωθεί η υπόθεση.

26. Εάν το εν λόγω έγγραφο είχε γνωστοποιηθεί όταν το ζήτησε ο καταγγέλλων και, ως εκ τούτου, σε χρονικό σημείο της διαδικασίας κατά το οποίο η υπόθεση δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, αυτό θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των δανικών αρχών και της Επιτροπής. Αυτό, με τη σειρά του, θα μείωνε τις πιθανότητες επίτευξης φιλικού διακανονισμού, κατά προτίμηση χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα υπονόμευε σαφώς τον σκοπό της έρευνας της διαδικασίας επί παραβάσει 2006/2134.

27. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε από το Πρωτοδικείο [νυν Γενικό Δικαστήριο], στην υπόθεση Petrie [6]:

«Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 63 της αποφάσεως WWF [...], τα κράτη μέλη δικαιούνται να αναμένουν από την Επιτροπή να εγγυάται την εμπιστευτικότητα κατά τη διάρκεια ερευνών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαδικασία λόγω παραβάσεως. Αυτή η απαίτηση εμπιστευτικότητας εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και μετά την προσφυγή στο Δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι συζητήσεις μεταξύ της Επιτροπής και του εν λόγω κράτους μέλους σχετικά με την εκούσια συμμόρφωση του τελευταίου με τις απαιτήσεις της Συνθήκης μπορούν να συνεχιστούν κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Η διατήρηση του σκοπού αυτού, δηλαδή ο φιλικός διακανονισμός της διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, δικαιολογεί την άρνηση προσβάσεως στα έγγραφα οχλήσεως και στις αιτιολογημένες γνώμες που συντάχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 226 ΕΚ για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος σχετικά με τις επιθεωρήσεις, τις έρευνες και τις δικαστικές διαδικασίες, που εμπίπτουν στην πρώτη κατηγορία εξαιρέσεων της αποφάσεως 94/90.»

28. Η Επιτροπή επισήμανε περαιτέρω ότι, όταν το Δικαστήριο ερμήνευσε την προαναφερθείσα διάταξη του κανονισμού 1049/2001 σε πιο πρόσφατη απόφαση [7], τόνισε τον διμερή χαρακτήρα της διοικητικής διαδικασίας μεταξύ της Επιτροπής και ενός κράτους μέλους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «τα ενδιαφερόμενα μέρη, με εξαίρεση το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για τη χορήγηση της ενίσχυσης, δεν έχουν δικαίωμα, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, να συμβουλεύονται τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής. Το γεγονός αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία της εξαιρέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Αν τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση, βάσει του κανονισμού 1049/2001, στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής, το σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση.»

29. Όπως και η διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, οι διαδικασίες επί παραβάσει βάσει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ αποτελούν διμερές ζήτημα, στο πλαίσιο του οποίου η θέση της Επιτροπής απευθύνεται αποκλειστικά στο εν λόγω κράτος μέλος. Επομένως, η προαναφερθείσα ερμηνεία του Δικαστηρίου έχει άμεση εφαρμογή στις εν λόγω διαδικασίες λόγω παραβάσεως.

30. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα της μερικής πρόσβασης, επισημαίνοντας ότι η εν λόγω πρόσβαση δεν μπορούσε να χορηγηθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το εν λόγω έγγραφο καλυπτόταν πλήρως από την εξαίρεση που είχε επικαλεστεί η Επιτροπή.

31. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα του «υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος», επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, η εξαίρεση την οποία επικαλέστηκε δεν εφαρμόζεται εάν για τη γνωστοποίηση υπάρχει το λεγόμενο «υπέρτερο δημόσιο συμφέρον». Η Επιτροπή επισήμανε ότι ένα τέτοιο συμφέρον πρέπει, πρώτον, να είναι «δημόσιο» και, δεύτερον, να υπερτερεί της βλάβης που θα προκαλέσει η γνωστοποίηση.

32. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1367/2006 «όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη και τρίτη περίπτωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, με εξαίρεση τις έρευνες, ιδίως εκείνες που αφορούν πιθανές παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου, θεωρείται ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση όταν οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον. Όσον αφορά τις άλλες εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, οι λόγοι άρνησης ερμηνεύονται συσταλτικά, λαμβανομένου υπόψη του δημόσιου συμφέροντος που εξυπηρετείται από τη δημοσιοποίηση και του κατά πόσον οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον.»

33. Η Επιτροπή επισήμανε ότι το έγγραφο που ζήτησε ο καταγγέλλων δεν περιείχε πληροφορίες σχετικά με τις εκπομπές. Επιπλέον, επισήμανε ότι, ακόμη και αν το έγγραφο περιείχε τέτοιες πληροφορίες, το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δημοσιοποίησης που αναφέρεται στο προαναφερθέν άρθρο δεν θα είχε εφαρμογή, διότι το έγγραφο αποτελεί μέρος έρευνας σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης.

34. Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε στον καταγγέλλοντα ότι το γεγονός ότι η έρευνά της βασίστηκε σε καταγγελία παράβασης που είχε υποβάλει δεν του παρείχε, από νομική άποψη, την ιδιότητα του «μέρους» στη διαδικασία. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν απολάμβανε ευρύτερα δικαιώματα πρόσβασης στα έγγραφα της έρευνας από ό,τι άλλοι πολίτες.

35. Στο ηλεκτρονικό του μήνυμα με το οποίο διαβίβασε την απόφαση της Επιτροπής που συνοψίζεται στις προηγούμενες παραγράφους, ο καταγγέλλων τόνισε ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την πιο ανοικτή πρακτική που αναφέρεται ανωτέρω.

36. Στη μεταγενέστερη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα και τον Διαμεσολαβητή ότι, «[ε]φόσον η διαδικασία επί παραβάσει περατώθηκε εν τω μεταξύ, η Επιτροπή επανεξέτασε την απόφαση αυτή και τώρα δημοσιοποιεί το ζητούμενο έγγραφο».

Α. Ισχυρισμός περί μη απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος της 3ης Μαΐου 2009

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

37. Στη γνώμη της, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε καμία εξήγηση για το γεγονός ότι η αίτηση του καταγγέλλοντος δεν περιήλθε στην ηλεκτρονική θυρίδα που είναι αφιερωμένη στις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα. Η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής αγνοούσε την αίτησή του. Ο καταγγέλλων δεν επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι δεν έλαβε καμία ανατροφοδότηση σχετικά με την αίτησή του και περίμενε αρκετό καιρό πριν υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Η Επιτροπή εξέφρασε την ανησυχία της για αυτό το έκτακτο και ανεξήγητο γεγονός. Υπό αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτό δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κακοδιοίκηση. Η αίτηση καταχωρίστηκε και εξετάστηκε αμέσως μόλις η Επιτροπή έλαβε γνώση της ύπαρξής της.

38. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με αυτό το μέρος της γνώμης της Επιτροπής, ο καταγγέλλων διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

39. Δηλώνει ότι, μετά το αρχικό του ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, έλαβε δύο ηλεκτρονικά μηνύματα επιστροφής. Αντιλήφθηκε τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα επιστροφής ως σαφή ένδειξη ότι η Επιτροπή είχε λάβει, στην πραγματικότητα, το ηλεκτρονικό μήνυμά του. Ο καταγγέλλων επισύναψε αντίγραφα των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων επιστροφής. Η πρώτη περιείχε τις ακόλουθες πληροφορίες [8]:

«Το μήνυμά σας

Προς: ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΗΣ SG· [ονοματεπώνυμο υπαλλήλου] (ENV)

Θέμα: Ønske om aktindsigt i en supplerende Abningsskrivelse til
Danmark vedrørende 79/409 EF, Fugledirektivet [αίτηση πρόσβασης του κοινού στην προειδοποιητική επιστολή προς τη Δανία σχετικά με την οδηγία 79/409/ΕΚ για τα πτηνά]
Απεστάλη: Κυρ, 3 Μαΐου 2009 08:11:16 +0200

διαγράφηκε χωρίς να διαβαστεί στις Κυρ, 3 Μαΐου 2009 19:42:17 +0200

Τελικός αποδέκτης: RFC822· [διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υπαλλήλου]

Διάθεση: αυτόματη ενέργεια/MDN-sent-automatically· διαγράφεται
το X-MSExch-Correlation-Key: DNaAepq040iQ2ChA+6XFmg==
Αρχικός-μήνυμα-ταυτότητα: <4 9FD3584.60704083vip¦cvbercitv.dk>

Δεν βρέθηκε ιός σε αυτό το εισερχόμενο μήνυμα.
Έλεγχος από AVG - www.avg.com

Έκδοση: 8.0.238 / Βάση δεδομένων ιών: 270.12.15/2093 - Ημερομηνία κυκλοφορίας: 05/02/09
14 :23:00".

40. Το δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα επιστροφής περιείχε τις ακόλουθες πληροφορίες:

Θέμα: Διάβασε: Ønske om aktindsigt i en supplerende âbningsskrivelse til Danmark vedrarende 79/409 E0F, Fugledirektivet [αίτηση πρόσβασης του κοινού με προειδοποιητική επιστολή προς τη Δανία σχετικά με την οδηγία 79/409/ΕΚ για τα πτηνά]

Από: <[επίσημο όνομα]

Ημερομηνία: Δευ, 4 Μαΐου 2009 07:05:17 +0200

Προς: <[όνομα καταγγέλλοντος]&gt·

Το μήνυμά σας

Προς: ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΗΣ SG ; [ονοματεπώνυμο υπαλλήλου](ENV)

Θέμα: Ønske om aktindsigt i en supplerende Abningsskrivelse til
Danmark vedrArende 7 9/4 0 9 EAF/ Fugledirektivet [αίτηση πρόσβασης του κοινού στην προειδοποιητική επιστολή προς τη Δανία σχετικά με την οδηγία 79/409/ΕΚ για τα πτηνά]

Εστάλη: Κυρ, 3 Μαΐου 2009 08:11:16 +0200

διαβάστηκε στις Δευ, 4 Μάιος 2009 07:05:17 +0200

Τελικός αποδέκτης: RFC822· [διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υπαλλήλου]

Διάθεση: αυτόματη ενέργεια/MDN-sent-automatically· Εμφανίζεται
X-MSExch-Correlation-Key: cAeilpOLj UKeHyRbYrx07A==
Αρχικό μήνυμα-αναγνωριστικό: <49FD3584 . 607 04 08(3vip. cybercity. dk>

Δεν βρέθηκε ιός σε αυτό το εισερχόμενο μήνυμα.
Ελεγμένο από την AVG -

Έκδοση: 8.0.238 / Βάση δεδομένων ιών: 270.12.15/2093 - Ημερομηνία κυκλοφορίας: 05/02/09
14:23:00

41. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι, υπό το πρίσμα αυτών των ηλεκτρονικών μηνυμάτων επιστροφής και επειδή θεωρούσε ότι ο χειρισμός των υποθέσεων από τον Γενικό Γραμματέα θα μπορούσε να απαιτήσει σημαντικό χρόνο, αρχικά δεν διαμαρτυρήθηκε για τον αργό χειρισμό της επιβεβαιωτικής αίτησής του.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

42. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή διατηρεί ειδική λειτουργική ηλεκτρονική θυρίδα που έχει σχεδιαστεί για να διευκολύνει την αποτελεσματική διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης του κοινού (sg-acc-doc@ec.europa.eu). Φαίνεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο καταγγέλλων απέστειλε την επιβεβαιωτική αίτησή του με ημερομηνία 3 Μαΐου 2009 στην εν λόγω ηλεκτρονική θυρίδα. Στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή εξέφρασε την απορία της για το γεγονός ότι η επιβεβαιωτική αίτηση παρέμεινε άγνωστη. Έκρινε ότι, δεδομένου ότι κανείς δεν γνώριζε την επιβεβαιωτική αίτηση, το γεγονός ότι δεν εξετάστηκε δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.

43. Ο Διαμεσολαβητής συμμερίζεται την αμηχανία της Επιτροπής. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισύναψε αντίγραφα δύο ηλεκτρονικών μηνυμάτων επιστροφής από την Επιτροπή, τα οποία απεστάλησαν αμφότερα ως απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτησή του. Ενώ το πρώτο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιστροφής ανέφερε ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του καταγγέλλοντος είχε «διαγραφεί χωρίς να διαβαστεί», το δεύτερο ανέφερε ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «διαβάστηκε στις Δευ, 4 Μαΐου 2009...». Υπό τις συνθήκες αυτές, ο καταγγέλλων μπορούσε ευλόγως να υποθέσει ότι η Επιτροπή χειριζόταν την αίτησή του.

44. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με αυτό το τμήμα της υπόθεσης δεν χρειάζεται να οδηγήσουν σε επίσημη διαπίστωση κακοδιοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει ότι η σχέση του θεσμικού του οργάνου με τα άλλα θεσμικά όργανα διέπεται από αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ως εκ τούτου, δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι, όταν η Επιτροπή εξέτασε την παρούσα καταγγελία και συνέταξε τη γνώμη της, γνώριζε τα δύο ηλεκτρονικά μηνύματα επιστροφής που επισύναψε ο καταγγέλλων στην προαναφερθείσα αλληλογραφία του.

45. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η μη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος αποτελεί δευτερεύον ζήτημα στην παρούσα υπόθεση, το οποίο αφορά κυρίως το ζήτημα που εξετάστηκε σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό.

46. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια καλεί την Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνάς της όσον αφορά το τι απέγινε η προαναφερθείσα αλληλογραφία.

Β. Ισχυρισμός περί μη ενημέρωσης του καταγγέλλοντος σχετικά με το αν οι δανικές αρχές είχαν ζητήσει από την Επιτροπή να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

47. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τον ενημέρωσε εάν οι δανικές αρχές του είχαν ζητήσει να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού στις αρχικές επιστολές και στα παραρτήματά τους.

48. Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, δεδομένου ότι τα έγγραφα είναι έγγραφα της Επιτροπής, δεν ζητήθηκε η γνώμη των δανικών αρχών σχετικά με τη δημοσιοποίησή τους. Αναφέρθηκε στο άρθρο 4 παράγραφος 5 του κανονισμού 1049/2001, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν μόνο να ζητούν από την Επιτροπή να μην αποκαλύπτει έγγραφα που προέρχονται από αυτά.

49. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν σχολίασε περαιτέρω αυτή την πτυχή της υπόθεσης.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

50. Από τη γνώμη της Επιτροπής προκύπτει ότι η απάντηση στο ερώτημα του καταγγέλλοντος είναι αρνητική. Εξάλλου, ο Διαμεσολαβητής επιβεβαιώνει ότι η Επιτροπή αναφέρει με ακρίβεια τον νόμο στη συλλογιστική της που παρατίθεται στη σκέψη 48 ανωτέρω.

51. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω και της έλλειψης παρατηρήσεων σχετικά με το θέμα αυτό στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες.

Γ. Ισχυρισμός περί μη εξήγησης των λόγων για τους οποίους, μετά από μια νέα πρακτική το 2006, η Επιτροπή εισήγαγε εκ νέου περιοριστική πρακτική όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού στις επιστολές ανοίγματος που απευθύνονταν στα κράτη μέλη σε υποθέσεις παράβασης και συναφείς αξιώσεις

Η βραχύβια νέα πρακτική

52. Αυτό το ζήτημα απαιτεί μια αξιολόγηση που είναι ειλικρινής και απαλλαγμένη από σημασιολογικές εκτιμήσεις. Η απόπειρα ορισμού του όρου «πρακτική» δεν είναι ούτε χρήσιμη ούτε αναγκαία. Με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ανωτέρω, είναι σαφές ότι η ΓΔ Περιβάλλοντος της Επιτροπής έπαυσε σε κάποια χρονική στιγμή να ακολουθεί συστηματικά τη συνήθη προσέγγιση της Επιτροπής να μην παρέχει στο κοινό πρόσβαση στην κίνηση επιστολών στο πλαίσιο διαδικασιών επί παραβάσει που αφορούν τον δικό της ειδικό τομέα εργασίας. Δεν είναι σαφές γιατί συνέβη αυτό και οι πιθανές εξηγήσεις δεν είναι σε καμία περίπτωση απαραίτητες για το παρόν μέρος της αξιολόγησης. Στη συνέχεια, οι υπεύθυνοι της Επιτροπής ευθυγράμμισαν την προσέγγιση της ΓΔ Περιβάλλοντος με την προαναφερθείσα συνήθη προσέγγιση. Αυτό δήλωσε ουσιαστικά η Επιτροπή στη γνωμοδότησή της όταν δήλωσε ότι «[π]εραιτέρω εξέταση μετά από εσωτερική συζήτηση, το 2009, η ΓΔ Περιβάλλοντος ευθυγράμμισε εκ νέου την προσέγγισή της με τη γενική προσέγγιση της Επιτροπής, η οποία βασίζεται σε τεκμήριο μη δημοσιοποίησης, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία».

53. Ο Διαμεσολαβητής κατανοεί πλήρως την απογοήτευση του καταγγέλλοντος για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε πιο ανοιχτά και ρητά με την αντίληψή του ότι τα προαναφερθέντα μέτρα που έλαβε η ΓΔ Περιβάλλοντος συνιστούσαν νέα πρακτική γνωστοποίησης, εγκεκριμένη και επίσημα θεσπισθείσα από την Επιτροπή ως θεσμικό όργανο. Είναι αληθές ότι η Επιτροπή δίστασε, πρώτον, στην αλληλογραφία της με τον καταγγέλλοντα και, στη συνέχεια, ενώπιον του Διαμεσολαβητή, να αναγνωρίσει ανοιχτά το γεγονός ότι η ΓΔ Περιβάλλοντος δοκίμασε μια νέα προσέγγιση που προοριζόταν να αποτελέσει κανόνα. Η Επιτροπή θα μπορούσε να επιδείξει μεγαλύτερη διαφάνεια και ειλικρίνεια έναντι του καταγγέλλοντος από την αρχή και θα μπορούσε να αποφύγει ορισμένες παρατηρήσεις που δεν ήταν ιδιαίτερα ενσυναίσθησης στη γνώμη της, οι οποίες φαινόταν να υποδηλώνουν ότι ο καταγγέλλων είχε απλώς παρεξηγήσει τι είχε συμβεί.

54. Ταυτόχρονα, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει επίσης ότι η προαναφερθείσα εξέλιξη έφερε στο φως σημαντικές αποκλίνουσες απόψεις εντός της Επιτροπής ως προς το ποια είναι η αποτελεσματικότερη προσέγγιση όσον αφορά τον ανοικτό χαρακτήρα των διαδικασιών επί παραβάσει. Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια ασυνέπεια είναι δυνητικά ενοχλητική για οποιαδήποτε οργάνωση και ότι μια αρχική αμυντική προσέγγιση, που αποσκοπεί στην αποφυγή της διαφάνειας στο θέμα αυτό, δεν είναι αφύσικη. Η κοινή αντίληψη της διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση της ΕΕ απαιτεί, ωστόσο, να λέγεται εξαρχής η αλήθεια στον πολίτη. Τούτο δεν συνέβη εν προκειμένω.

55. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της καθυστερήσεως που σημειώθηκε κατά την υποβολή της γνωμοδοτήσεως αυτής, ο Διαμεσολαβητής επιχειρεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο κάποιας συζητήσεως, ενδεχομένως ακόμη και συζητήσεως, εντός της Επιτροπής. Και πάλι, αυτό είναι ένα σημάδι μιας κανονικά λειτουργούσας διοίκησης. Το γεγονός ότι η γνώμη της Επιτροπής θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο ειλικρινής στην έκθεση των πραγματικών περιστατικών και στα σχετικά συμπεράσματά της δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Επιτροπή διαβίβασε τελικά τις προαναφερθείσες πληροφορίες, οι οποίες επέτρεψαν στον Διαμεσολαβητή να καταλήξει στη σχετική πραγματική διαπίστωσή του.

56. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ήταν λυπηρό το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν συνεργάστηκε πιο ανοιχτά με τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα πραγματικά και καλά τεκμηριωμένα γεγονότα που σχετίζονται με τη νέα προσέγγιση με την οποία πειραματίστηκε η ΓΔ Περιβάλλοντος. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί αναγκαίο να διατυπώσει επίσημη, δημόσια επικριτική παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.

Οι εξηγήσεις που δόθηκαν για την ανάκληση της βραχύβιας νέας πρακτικής

57. Το μέρος αυτό αφορά συγκεκριμένα το συγκεκριμένο ζήτημα της ανάκλησης της πρακτικής για την οποία ο καταγγέλλων είχε οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε.

58. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η Επιτροπή προέβη στις ακόλουθες ορθές παρατηρήσεις, αρχικά στις επικοινωνίες της με τον καταγγέλλοντα και στη συνέχεια στη γνώμη της.

59. Πρώτον, ο κανονισμός της ΕΕ για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Aarhus σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα [9] αποκλείει την εφαρμογή του τεκμηρίου υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση εγγράφων όσον αφορά τις διαδικασίες επί παραβάσει. Η σημασία του σημείου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, η Σύμβαση του Aarhus προβλέπει τεκμήριο υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση πληροφοριών.

60. Δεύτερον, οι κανόνες της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, όπως επιβεβαιώνονται από τη νομολογία, προβλέπουν ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα στα οποία οι πολίτες ζητούν πρόσβαση πρέπει να υπόκεινται σε εξατομικευμένη και συγκεκριμένη αξιολόγηση. Η νομολογία επιτρέπει μόνο κατ’ εξαίρεση στα θεσμικά όργανα να αποφασίζουν σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα βάσει κατηγοριών εγγράφων. Ως εκ τούτου, θα ήταν πολύ προβληματικό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή θα πρέπει να δώσει εντολή στη ΓΔ Περιβάλλοντος να δημοσιοποιεί κατά κανόνα τις εναρκτήριες επιστολές.

61. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να συμπεράνει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από την Επιτροπή να (επαν)εισαγάγει την προσέγγιση με την οποία πειραματίστηκε η ΓΔ Περιβάλλοντος για σύντομο χρονικό διάστημα.

Επί των συστημικών ζητημάτων που εγείρονται όσον αφορά τη μη δημοσιοποίηση των εγγράφων επί παραβάσει

62. Το βασικό συστημικό ζήτημα που εγείρεται στην υπό κρίση υπόθεση είναι πασίγνωστο. Είναι κατά πόσον ο σεβασμός του δικαίου της ΕΕ διασφαλίζεται καλύτερα μέσω μιας ανοικτής πολιτικής επιβολής ή μέσω μιας μυστικοπαθούς πολιτικής. Η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί ότι η τελευταία αυτή πολιτική διασφαλίζει καλύτερα την τήρηση του δικαίου της ΕΕ. Ο καταγγέλλων πιστεύει το αντίθετο.

63. Είναι αυτονόητο ότι ο Διαμεσολαβητής στήριξε τις εκτιμήσεις του στο τεκμήριο ότι όλοι οι σχετικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος, συμμερίζονται την κοινή επιθυμία για ταχεία και αποτελεσματική επιβολή του δικαίου της ΕΕ. Επιπλέον, είναι αναμφισβήτητο ότι η Επιτροπή έχει λάβει πολύ σημαντικά μέτρα για την αύξηση του βαθμού διαφάνειας σε σχέση με περατωθείσες έρευνες επί παραβάσει. Το έπραξε ακόμη και σε σημείο δημοσιοποίησης εγγράφων από ένα κράτος μέλος παρά τις αντιρρήσεις του τελευταίου (βλ. υπόθεση T-59/09, Γερμανία κατά Επιτροπής [10]). Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι κατά πόσον, σε σχέση με τις εν εξελίξει έρευνες επί παραβάσει, ο προαναφερόμενος κοινός στόχος διασφαλίζεται καλύτερα μέσω της μυστικότητας ή μέσω της διαφάνειας.

64. Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει καμία λεπτομερή εμπειρική έρευνα σχετικά με τα οφέλη ή τα μειονεκτήματα, για το κράτος δικαίου και για τη συμμόρφωση με το δίκαιο της ΕΕ, μιας ανοικτής ή μυστικοπαθούς πολιτικής επιβολής. Είναι, ωστόσο, γνωστό ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ που έχουν γενικά πιο διαφανή δημόσια διοίκηση τείνουν επίσης να απολαμβάνουν υψηλό βαθμό κράτους δικαίου και συμμόρφωσης με το δίκαιο της ΕΕ. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η διεθνώς αναγνωρισμένη οργάνωση διαφάνειας Transparency International υποστηρίζεται οικονομικά τόσο από δημόσιους όσο και από ιδιωτικούς φορείς πολύ διαφορετικών ειδών. Η διαφάνεια ως μέσο για την καλύτερη διασφάλιση του κράτους δικαίου βασίζεται σε τεκμήριο το οποίο φαίνεται να συμμερίζονται ευρέως πολύ διαφορετικοί κοινωνικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων ισχυρών εμπορικών οργανώσεων.

65. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει μακρά και βαθιά εμπειρία στην επιβολή του δικαίου της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει φυσικά πολύ σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες που ενδέχεται να έχει το εν λόγω θεσμικό όργανο όσον αφορά τους κινδύνους που συνδέονται με αυξημένο βαθμό διαφάνειας σε σχέση με το καθήκον του που βασίζεται στη Συνθήκη και συνίσταται στη διαφύλαξη των Συνθηκών και του δικαίου που απορρέει από αυτές. Εάν πράγματι το κράτος δικαίου στην ΕΕ υποστεί ζημία λόγω της μεγαλύτερης διαφάνειας στην προσέγγιση επιβολής της Επιτροπής, θα ήταν φυσικό για την Επιτροπή να επιλέξει το απόρρητο.

66. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και τα καθήκοντα που εκπληρώνει, έχουν εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Επιτροπή εξασφάλιζε «από μόνη της» τον σεβασμό του δικαίου της ΕΕ (ή της ΕΟΚ) από τα κράτη μέλη. Ο κύριος συνδιοργανωτής του, το Δικαστήριο, ήταν και παραμένει όργανο το οποίο, από την ίδια του τη φύση, μπορεί να ενεργεί μόνο ως απάντηση στις υποθέσεις που του υποβάλλονται. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το τεκμήριο ότι το απόρρητο -ορισμένοι στο προηγούμενο πλαίσιο αναφέρονται ευρέως στη διπλωματία- θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα καθήκοντα επιβολής της Επιτροπής, μπορεί πράγματι να είναι απολύτως εύλογο.

67. Ωστόσο, το θεσμικό και κοινωνικό περιβάλλον έχει αλλάξει. Η ΕΕ διαθέτει πλέον ένα ισχυρό και ώριμο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Διαθέτει επίσης μια καθιερωμένη κοινωνία των πολιτών που δραστηριοποιείται σε διάφορους τομείς και ζητήματα που καλύπτονται από τη χάραξη πολιτικής της Ένωσης. Έχουν επίσης σημειωθεί και άλλες ελαφρώς λιγότερο ορατές ή γνωστές εξελίξεις, όπως, για να αναφέρουμε μόνο μία, η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου διαμεσολαβητών που εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ.

68. Κατά την άποψη της Διαμεσολαβήτριας, αποτελεί εύλογο τεκμήριο ότι η συντριπτική πλειονότητα των εν λόγω (ιστορικά) πρόσφατων παραγόντων της ΕΕ συμμερίζονται, παρά τις ενίοτε αποκλίνουσες κατευθύνσεις τους, την προαναφερθείσα κοινή επιθυμία να συμβάλουν σε ένα ισχυρό κράτος δικαίου στην ΕΕ. Φαίνεται ότι είναι εξίσου ευλογοφανές ότι είναι σε θέση να υποστηρίξουν καλύτερα αυτόν τον στόχο εάν έχουν μεγαλύτερη γνώση των εν εξελίξει ζητημάτων επιβολής του νόμου της ΕΕ.

69. Κατά την έναρξη της παρούσας έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έθεσε στην Επιτροπή ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την προσέγγισή της όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με υποθέσεις παράβασης. Τον παρακίνησε να το πράξει λόγω του περιεχομένου της αλληλογραφίας που είχε ανταλλάξει η Επιτροπή με τον καταγγέλλοντα. Με τη γνώμη της, η Επιτροπή απάντησε στις ερωτήσεις αυτές, περιγράφοντας, κατ’ ουσίαν, τις διάφορες προσεγγίσεις και τα επιχειρήματα στα οποία προτίθεται να στηριχθεί προκειμένου να εμποδίσει τη δημοσιοποίηση εγγράφων σχετικών με εκκρεμείς διαδικασίες λόγω παραβάσεως. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η παρούσα έρευνα αποτελεί κατάλληλη ευκαιρία για την αντιμετώπιση ορισμένων από τα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα σε σχέση με εν εξελίξει υποθέσεις επί παραβάσει.

70. Οι προαναφερθείσες προσεγγίσεις και επιχειρήματα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.

71. Το σημείο εκκίνησης είναι ένα γενικό τεκμήριο μη δημοσιοποίησης. Η Επιτροπή κάνει μια γενική αναφορά στη «νομολογία» σχετικά με το θέμα και, συγκεκριμένα, σε μια σχετικά πρόσφατη υπόθεση κρατικών ενισχύσεων. Το γενικό τεκμήριο απορρέει από το συμφέρον προστασίας του σκοπού των ερευνών επί παραβάσει (άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001). Ο κίνδυνος που εντόπισε η Επιτροπή είναι αυτός της «αδικαιολόγητης εξωτερικής πίεσης», η οποία, κατά την άποψή της, θα έθετε πιθανώς σε κίνδυνο τον σκοπό μιας έρευνας επί παραβάσει.

72. Επιπλέον, η Επιτροπή παραπέμπει σε πάγια νομολογία η οποία αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να αναμένουν από την Επιτροπή να τηρεί την εμπιστευτικότητα όσον αφορά τις έρευνες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε διαδικασίες επί παραβάσει (απόφαση Petrie, βλ. σκέψη 27 ανωτέρω).

73. Εκτός από το συμφέρον της προστασίας του σκοπού της έρευνας επί παραβάσει, η πιθανότητα μια εν εξελίξει έρευνα επί παραβάσει να οδηγήσει σε δικαστική διαδικασία σημαίνει ότι διακυβεύεται το συμφέρον για την προστασία των δικαστικών διαδικασιών. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το συμφέρον αυτό θα αποτελούσε από μόνο του λόγο για τη μη δημοσιοποίηση εγγράφων σχετικά με εν εξελίξει έρευνες επί παραβάσει.

74. Όσον αφορά το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου περιέχει ενδείξεις για την ύπαρξη τέτοιου τεκμηρίου. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πλήρως πεπεισμένος ότι η συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή (απόφαση Technische Glasswerke) αποτελεί χρήσιμη αναλογία. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στα «ενδιαφερόμενα μέρη» και σε ένα «σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων». Η ίδια η Επιτροπή έχει συχνά τονίσει ότι, γενικά, οι διαδικασίες επί παραβάσει δεν αποτελούν «ενδιαφερόμενα μέρη» και ότι οι γενικές διαδικασίες επί παραβάσει (κατά το στάδιο πριν από την άσκηση της προσφυγής) προορίζονται να αποτελέσουν ευέλικτα φόρουμ διαπραγμάτευσης μεταξύ της ίδιας και του εν λόγω κράτους μέλους. Ο χαρακτηρισμός του συστήματος αυτού ως «συστήματος» συγκρίσιμου με τους ειδικούς κανόνες για τον χειρισμό ζητημάτων κρατικών ενισχύσεων δεν φαίνεται πειστικός.

75. Ωστόσο, η πιο πρόσφατη νομολογία φαίνεται να αναφέρεται σε ένα γενικό τεκμήριο σύμφωνα με τις προθέσεις της Επιτροπής. Στην απόφασή του της 14ης Φεβρουαρίου 2012, το Γενικό Δικαστήριο δήλωσε ότι «[...] θα πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι, σε αντίθεση με μια διαδικασία επί παραβάσει που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, δεν υπάρχει γενικό τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση των ανταλλαγών μεταξύ της Επιτροπής και ενός κράτους μέλους στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει που έχει περατωθεί θα έθιγε τον σκοπό των ερευνών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού αριθ. 1049/2001»[11]. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το τεκμήριο στο οποίο αναφέρθηκε το Γενικό Δικαστήριο συνδέεται με τη διάταξη που μνημονεύεται στο παρατιθέμενο χωρίο. Δεν φαίνεται να συνδέεται με τεκμήριο που απορρέει από το προαναφερθέν διακριτό, αν και συναφές, δικαίωμα του κράτους μέλους να αναμένει εμπιστευτικότητα από την Επιτροπή.

76. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αναφέρθηκε με ακρίβεια στο «τεκμήριο» που βασίζεται στην εν λόγω διάταξη. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την εφαρμογή του τεκμηρίου αυτού, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι, ωστόσο, πεπεισμένος ότι η προσέγγιση της Επιτροπής συνάδει πλήρως με τον κανονισμό 1049/2001 και τη σχετική νομολογία.

77. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το γενικό τεκμήριο στο οποίο αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο είναι αυτό που χρησιμεύει ως σημείο εκκίνησης και το οποίο, το πολύ, μειώνει τον πνευματικό και διοικητικό φόρτο της Επιτροπής όταν εξηγεί στους αιτούντες έγγραφα τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να γίνει δεκτή η γνωστοποίηση. Επιτρέπει, για παράδειγμα, στην Επιτροπή να αναφέρεται σε «τυποποιημένες», αν και ακριβείς, εξηγήσεις για τη μη γνωστοποίηση.

78. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να κατανοήσει το τεκμήριο που ισχύει μόνο σε «απλές» καταστάσεις, δηλαδή όταν η έρευνα παράβασης δεν χαρακτηρίζεται από εξαιρετικές περιστάσεις και όταν το ίδιο το κράτος μέλος δεν έχει ακόμη εμπλακεί στο ζήτημα της πιθανής δημοσιοποίησης εγγράφων.

79. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το ζήτημα της πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα στο πλαίσιο εν εξελίξει ερευνών επί παραβάσει πρέπει να χαρακτηρίζεται από έναν ελάχιστο βαθμό ισότητας μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων μερών, δηλαδή της Επιτροπής και των κρατών μελών. Στην προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, όσον αφορά τους λόγους που πρέπει να επικαλούνται τα κράτη μέλη όταν αντιτίθενται στην κοινοποίηση, ότι ισχύουν οι γνωστές βασικές απαιτήσεις σχετικά με τους λόγους της μη κοινοποίησης. Αυτό σημαίνει ότι οι λόγοι «πρέπει να έχουν ειδικό χαρακτήρα και ο κίνδυνος προσβολής προστατευόμενου συμφέροντος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι απλώς υποθετικός». Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να ισχύουν και για τις πιθανές τυποποιημένες εξηγήσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στην παράγραφο 77 ανωτέρω.

80. Στην παρούσα έρευνα, η Επιτροπή χρησιμοποίησε διατύπωση την οποία φαίνεται να επιθυμεί να υιοθετήσει ως συνήθη εξήγηση για την εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Η γνωστοποίηση είναι πιθανό να προκαλέσει «αδικαιολόγητες εξωτερικές πιέσεις».

81. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι η διατύπωση αυτή συμμορφώνεται επαρκώς με τις απαιτήσεις που αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 79. Η έκφραση αυτή μπορεί να αρκεί αν, στην πραγματικότητα, η Επιτροπή μπορούσε να αναφερθεί, επίσης σε τυποποιημένη μορφή, σε προηγούμενη εμπειρία που θα προσέδιδε σαφώς αξιοπιστία στον αναμενόμενο κίνδυνο.

82. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει επίσης την ανησυχία του για το γεγονός ότι, όταν δεν ορίζεται, η έννοια της «αδικαιολόγητης εξωτερικής πίεσης» μπορεί να δώσει στο ευρύ κοινό την εντύπωση ότι η Επιτροπή επιθυμεί ουσιαστικά να αναφερθεί στις προσπάθειες μελών της κοινωνίας των πολιτών, ή ακόμη και φορέων χάραξης δημόσιας πολιτικής, να παρουσιάσουν, κατά τη διάρκεια της έρευνας επί παραβάσει, τις απόψεις τους σχετικά με τα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο της εν λόγω έρευνας επί παραβάσει.

83. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θα υποβάλει σχετικό σχέδιο σύστασης κατωτέρω, το οποίο θα συνοδεύεται από περαιτέρω σύσταση σχετικά με μελλοντικές μεμονωμένες αιτήσεις για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που σχετίζονται με εν εξελίξει έρευνες επί παραβάσει.

84. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο για τον οποίο η Επιτροπή αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή την πάγια νομολογία (Petrie) που αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να αναμένουν από την Επιτροπή να τηρεί την εμπιστευτικότητα όσον αφορά τις έρευνες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε διαδικασίες επί παραβάσει, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η εν λόγω νομολογία φαίνεται να παραμένει έγκυρη (βλ., για παράδειγμα, τις υποθέσεις που αναφέρονται στην απόφαση στην υπόθεση API κατά Επιτροπής [12], σκέψεις 120-121). Επειδή, ωστόσο, η Επιτροπή έχει υιοθετήσει συχνά μια ευρεία προσέγγιση προκειμένου να αρνηθεί τη δημοσιοποίηση, επικαλούμενη την απόφαση Petrie, ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να διερευνήσει την προσέγγιση της Επιτροπής όταν το ίδιο το κράτος μέλος είτε δεν αντιτίθεται στη δημοσιοποίηση είτε ακόμη την θεωρεί απολύτως κατάλληλη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απάντηση της Επιτροπής, η οποία υιοθετήθηκε επίσης στη γνώμη της σχετικά με την παρούσα καταγγελία, είναι να επισημάνει ότι θα εφαρμόζονταν πιθανώς δύο άλλες εξαιρέσεις, δηλαδή η πιθανή βλάβη του σκοπού των ερευνών (που συζητήθηκε ανωτέρω) και η πιθανή βλάβη των δικαστικών διαδικασιών (βλ. κατωτέρω).

85. Ο Διαμεσολαβητής, η εντολή του οποίου του επιβάλλει να εξετάζει τις συστημικές επιπτώσεις των ζητημάτων που του υποβάλλονται, δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς, ακόμη και αν μπορεί βασίμως να γίνει επίκληση των δύο αυτών εξαιρέσεων. Ο λόγος για αυτό είναι ένα ζήτημα στο οποίο αναφέρονται οι καταγγέλλοντες στην υπόθεση 2207/2010/PB, δηλαδή ότι ένα κράτος μέλος το οποίο δεν θα είχε ούτε πολιτικές ούτε νομικές αντιρρήσεις για τη δημοσιοποίηση εγγράφου που σχετίζεται με εν εξελίξει έρευνα επί παραβάσει, μπορεί να είναι πολύ απρόθυμο να αποκαλύψει πραγματικά το έγγραφο εάν η Επιτροπή το ενημερώσει ότι θα ήταν προτιμότερο να το διατηρήσει εμπιστευτικό. Με άλλα λόγια, υπάρχει, σε μια τέτοια περίπτωση, σοβαρός κίνδυνος ότι ο πολίτης μπορεί κάλλιστα να αντιμετωπίσει μια πολύ ατυχή κατάσταση "merry-go-round".

86. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι διασφαλίζεται κατάλληλος βαθμός διαφάνειας σε τέτοιες καταστάσεις. Είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό, ιδίως επειδή η πρόσφατη νομολογία έχει ενισχύσει σημαντικά το επίπεδο διαφάνειας που ισχύει στην αντίθετη περίπτωση, όπου το κράτος μέλος είναι εκείνο που ζητεί από την Επιτροπή να μην δημοσιοποιήσει έγγραφα [13].

87. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα συστήσει στην Επιτροπή να θεσπίσει μέτρα για να διασφαλίσει ότι τα άτομα που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με εν εξελίξει έρευνες επί παραβάσει διαθέτουν επαρκή βαθμό διαφάνειας όσον αφορά το ιστορικό κάθε πιθανής άρνησης γνωστοποίησης, δηλαδή τη θέση του οικείου κράτους μέλους.

88. Όσον αφορά την άποψη της Επιτροπής ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων που σχετίζονται με εν εξελίξει έρευνες επί παραβάσει μπορεί να βλάψει τις δικαστικές διαδικασίες, διότι το διοικητικό στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει μπορεί να οδηγήσει σε δικαστική υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής μπορεί μόνο να επισημάνει ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε λεπτομερώς την άποψη αυτή. Ο Διαμεσολαβητής δεν γνωρίζει αρχές, κανόνες ή νομολογία που να προσδίδουν σαφώς αξιοπιστία στο επιχείρημα. Ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να συμμεριστεί την άποψη της Επιτροπής, αλλά μπορεί μόνο να υπενθυμίσει στην Επιτροπή ότι, εάν επιθυμεί να προβάλει το εν λόγω επιχείρημα απαντώντας σε συγκεκριμένες αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα, η νομολογία την υποχρεώνει να εξηγήσει με συγκεκριμένους και μη υποθετικούς όρους τους λόγους για τους οποίους το επιχείρημα είναι βάσιμο.

Β. Τα σχέδια συστάσεων

Με βάση τις έρευνές του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα ακόλουθα σχέδια συστάσεων:

Η Επιτροπή θα πρέπει, όταν λαμβάνει αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα σχετικά με εν εξελίξει διαδικασίες επί παραβάσει, να διαβουλεύεται συστηματικά με το οικείο κράτος μέλος προκειμένου να λάβει την άποψή της σχετικά με το αν επιθυμεί να εμμείνει στο δικαίωμά της στην εμπιστευτικότητα που αναφέρεται στη σχετική νομολογία. Η γραπτή αλληλογραφία σχετικά με τη διαβούλευση θα πρέπει, κατά κανόνα, να είναι δημόσια.

Η Επιτροπή θα πρέπει, κάθε φορά που ένα κράτος μέλος διαβουλεύεται μαζί της σχετικά με πιθανή δημοσιοποίηση εγγράφων που σχετίζονται με εν εξελίξει έρευνες επί παραβάσει, και σε περίπτωση αρνητικής γνώμης, να παρέχει απάντηση που να συμμορφώνεται με τα πρότυπα που απαιτούνται πλέον από τα κράτη μέλη όταν συνιστούν τη μη δημοσιοποίηση εγγράφου από την Επιτροπή. Σχετικά, ο Διαμεσολαβητής συνιστά, κατά κανόνα, η απάντηση της Επιτροπής να χαρακτηριστεί δημόσια.

Η Επιτροπή θα πρέπει, στην παρούσα υπόθεση και, γενικά, κατά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης, να εξηγεί στους αιτούντες τι σημαίνει η έκφραση «αδικαιολόγητες εξωτερικές πιέσεις» που χρησιμοποιείται για να επικαλεστεί την προστασία του σκοπού των ερευνών ως βάση για τη μη δημοσιοποίηση εγγράφων που σχετίζονται με εν εξελίξει έρευνες επί παραβάσει. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θα πρέπει να εξηγήσει σε τι είδους δυνητικούς εξωτερικούς παράγοντες επιθυμεί να αναφερθεί και τι σημαίνει «αδικαιολόγητη» και «πίεση».

Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει, κατά την προετοιμασία της απάντησής της στα παρόντα σχέδια συστάσεων, κατά πόσον διαθέτει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένα παραδείγματα σκοπούμενης ή τυχαίας δημοσιοποίησης εγγράφων που σχετίζονται με εν εξελίξει έρευνες επί παραβάσει, οι οποίες σαφώς είχαν ως αποτέλεσμα να θιγεί ο σκοπός των εν λόγω ερευνών, κατά την περιοριστική έννοια του όρου αυτού στον κανονισμό 1049/2001. Θα πρέπει να παρέχει τις πληροφορίες αυτές στην απάντησή της και θα πρέπει να παρέχει αντίγραφα κάθε σχετικής τεκμηρίωσης.

Η Επιτροπή και ο καταγγέλλων θα ενημερωθούν για τα εν λόγω σχέδια συστάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή αποστέλλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 31 Οκτωβρίου 2012. Η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή των σχεδίων συστάσεων και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής τους.

Τέλος, όσον αφορά τις πραγματικές διαπιστώσεις του Διαμεσολαβητή σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό (σημεία 42-46), ο Διαμεσολαβητής θα ήταν ευγνώμων εάν η Επιτροπή μπορούσε να εξετάσει το ζήτημα του τι απέγινε το εν λόγω ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του καταγγέλλοντος. Ο Διαμεσολαβητής επισυνάπτει αντίγραφο των παρατηρήσεων του καταγγέλλοντος για τον σκοπό αυτό.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 18 Ιουλίου 2012


[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).

[2] http://www.ombudsman.europa.eu/el/cases/decision.faces/en/4390/html.bookmark

[3] Υπόθεση T-191/99 Petrie και λοιποί κατά Επιτροπής [2001] Συλλογή II-3677.

[4] Κανονισμός (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Aarhus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13).

[5] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

[6] Απόφαση Petrie κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 68).

[7] Υπόθεση C-139/07 P, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, Συλλογή 2010, σ. I-5885, σκέψη 58.

[8] Οι αγκύλες που εμφανίζονται στο κείμενο των μηνυμάτων που παρατίθενται κατωτέρω είτε αντικαθιστούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είτε περιέχουν μετάφραση του κειμένου που παρέχεται από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή.

[9] Κανονισμός 1367/2006, μνημονευθείς στην υποσημείωση 5 ανωτέρω.

[10] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.

[11] Υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής, που αναφέρεται στην υποσημείωση 10 ανωτέρω, σκέψη 78, η υπογράμμιση δική μου.

[12] Υπόθεση T-36/04 API κατά Επιτροπής [2007] Συλλογή II-3201.

[13] Βλ. υπόθεση C-64/05 P, Σουηδία κατά Επιτροπής, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή· και υπόθεση T-59/09, Γερμανία κατά Επιτροπής, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!