FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 952/97/JMA κατά της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής


Στρασβούργο, 30 Ιουλίου 1999

Αξιότιμη κυρία V.,
στις 22 Οκτωβρίου 1997, αποστείλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με την εικαζόμενη άρνηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ) να καταβάλει την αποζημίωση επανεγκατάστασης και τα έξοδα ταξιδίου σας μετά την παραίτησή σας ως υπαλλήλου του εν λόγω θεσμικού οργάνου.
Την 1η Δεκεμβρίου 1997, διαβίβασα την καταγγελία σας στον Πρόεδρο της ΟΚΕ με αίτημα υποβολής παρατηρήσεων μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1998. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αποστείλατε συμπληρωματικές πληροφορίες στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στις 20 Φεβρουαρίου 1998.
Στις 24 Φεβρουαρίου, η ΟΚΕ διαβίβασε τη γνώμη της και σας τη διαβίβασα στις 5 Μαρτίου 1998, με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 3 Απριλίου 1998, διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας. Στις 9 Ιουνίου 1999, η ΟΚΕ μου διαβίβασε ορισμένα συμπληρωματικά έγγραφα σχετικά με την τελευταία ανταλλαγή επιστολών μεταξύ σας και του οργάνου.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για το αποτέλεσμα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ


Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:
Στην πρώτη επιστολή της προς τον Διαμεσολαβητή τον Οκτώβριο του 1997, η καταγγέλλουσα εξήγησε ότι είχε εργαστεί ως υπάλληλος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ), αν και τον Μάιο του 1996 παραιτήθηκε από τη θέση της. Στις 3 και 15 Σεπτεμβρίου 1997 ζήτησε ανεπιτυχώς την καταβολή των αποζημιώσεων επανεγκαταστάσεως και μετακινήσεως από τις Βρυξέλλες στη Μαδρίτη, οι οποίες αντιστοιχούσαν τόσο στην ίδια όσο και στον γιο της. Η V. άσκησε προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφοι 1 και 2, του ΚΥΚ. Ισχυρίστηκε ότι το θεσμικό όργανο αρνήθηκε να καταβάλει τις εν λόγω αποζημιώσεις κατά παράβαση των δικαιωμάτων που της παρέχει το παράρτημα VII του ΚΥΚ.
Στις 9 Δεκεμβρίου 1997, η καταγγέλλουσα απέστειλε εκ νέου επιστολή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, μαζί με την επιστολή της, αντίγραφο της απόφασης της ΟΚΕ σχετικά με την προσφυγή της βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, της 17ης Νοεμβρίου 1997. Στην επιστολή της ΟΚΕ, το θεσμικό όργανο είχε αρνηθεί την καταβολή των αποζημιώσεων με την αιτιολογία ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του αιτήματός της.
Η V. αμφισβήτησε τόσο το σκεπτικό της απόφασης, καθώς ισχυρίστηκε ότι απέστειλε επαρκή έγγραφα σχετικά με τα ταξίδια και την επανεγκατάστασή της στην Ισπανία, όσο και την έλλειψη σαφών κριτηρίων όσον αφορά τα απαιτούμενα έγγραφα. Στην απόφασή της, η ΟΚΕ κάλεσε την καταγγέλλουσα να διαβιβάσει «όλα τα αποδεικτικά μέσα που θα μπορούσε να θεωρήσει κατάλληλα». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η παράλειψη του θεσμικού οργάνου να προσδιορίσει τα ζητηθέντα έγγραφα κατέστησε την απόφαση αυθαίρετη και χωρίς νομική βάση. Επισύναψε επίσης στην επιστολή της συμπληρωματικές πληροφορίες, οι οποίες συνίσταντο σε επιστολή που απεστάλη στον Γενικό Γραμματέα της ΟΚΕ στις 28 Νοεμβρίου 1997 και στην οποία περιλαμβανόταν πιστοποιητικό διαμονής εκδοθέν από τον Δήμο Μαδρίτης.
Στις 20 Φεβρουαρίου 1998, η καταγγέλλουσα απέστειλε εκ νέου επιστολή στον Διαμεσολαβητή επισυνάπτοντας αντίγραφο της απόφασης που εξέδωσε ο Γενικός Γραμματέας της ΟΚΕ, κ. Graziosi, απαντώντας στο τελευταίο αίτημά της. Η απόφαση της ΟΚΕ απέρριψε εκ νέου το αίτημα της V. με το αιτιολογικό ότι δεν είχε προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του αιτήματός της. Η επιστολή επισήμανε επίσης ότι η μετακίνησή της στη Μαδρίτη θα μπορούσε να αποδειχθεί με έγγραφα που σχετίζονται με τη νέα δραστηριότητά της στην Ισπανία ή αντίγραφα των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος ή ύδρευσης.
Συνοπτικά, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η ΟΚΕ είχε εσφαλμένα αρνηθεί τα δικαιώματά της σε αποζημίωση επανεγκατάστασης και ταξιδίου μετά την παραίτησή της από το θεσμικό όργανο και ότι η άρνηση δεν αιτιολογήθηκε δεόντως.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ


Η γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Στη
γνώμη της, η ΟΚΕ αναφέρει συνοπτικά τα εξής:
Η ΟΚΕ επανέλαβε για πρώτη φορά τη χρονολογία των πραγματικών περιστατικών, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας απόφασής της στις 26 Ιανουαρίου 1998, απαντώντας στην τελευταία προσφυγή του καταγγέλλοντος.
Η ΟΚΕ εξήγησε ότι στην πρώτη επιστολή της στις 17 Νοεμβρίου 1997 είχε ενημερώσει την καταγγέλλουσα ότι δικαιούνταν αποζημίωση επανεγκατάστασης και επιστροφή των εξόδων μετακίνησής της, εφόσον η καταγγέλλουσα μπορούσε να αποδείξει, βάσει αποδεικτικών στοιχείων, ότι είχε μετακομίσει στην Ισπανία με τον γιο της και είχε επανεγκατασταθεί εκεί.
Στις 26 Ιανουαρίου 1998, το θεσμικό όργανο απέρριψε τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος βάσει των πληροφοριών που διαβίβασε η V. στις 28 Νοεμβρίου 1997. Τα έγγραφα που είχε επισυνάψει, όπως αντίγραφο της αίτησης εγγραφής της στη Μαδρίτη, δεν αρκούσαν για να αποδειχθεί ότι είχε πράγματι μετακομίσει στη Μαδρίτη. Σύμφωνα με την ΟΚΕ, το πιστοποιητικό αυτό αποδείκνυε μόνο ότι η καταγγέλλουσα και ο γιος της ήταν εγγεγραμμένοι στη Μαδρίτη και όχι ότι είχαν εγκαταστήσει την κατοικία τους εκεί, όπως ήταν απαραίτητο. Όσον αφορά την επιστροφή των εξόδων ταξιδίου, η ΟΚΕ αρνήθηκε επίσης την απόρριψή της, δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα δεν είχε παράσχει καμία λεπτομέρεια σχετικά με τις περιστάσεις του ταξιδιού της από τις Βρυξέλλες στη Μαδρίτη.
Ωστόσο, η ΟΚΕ προσέθεσε ότι ο καταγγέλλων μπορούσε ακόμη να υποβάλει νέα αιτήματα. Αναφέρθηκαν διάφορα παραδείγματα, όπως οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος ή νερού, τα οποία ο καταγγέλλων θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως απόδειξη.
Η ΟΚΕ διατύπωσε επίσης ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με το παραδεκτό της καταγγελίας από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Έκρινε ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να κηρύξει την καταγγελία απαράδεκτη βάσει του άρθρου 2.8 του Καθεστώτος του, σύμφωνα με το οποίο δεν μπορεί να υποβληθεί καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και των υπαλλήλων τους, εκτός εάν έχουν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, ιδίως οι διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Κατά την άποψη της ΟΚΕ, η προϋπόθεση αυτή δεν είχε εκπληρωθεί, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο που η κ. V. υπέβαλε την καταγγελία της στον Διαμεσολαβητή, η διαδικασία βάσει του άρθρου 90 πριν από τη λήψη απόφασης από την ΟΚΕ δεν είχε ακόμη αποφασιστεί και η προθεσμία του θεσμικού οργάνου για τη λήψη απόφασης δεν είχε ακόμη παρέλθει.
Η ΟΚΕ κατέληξε τονίζοντας ότι όλες οι αποφάσεις της αιτιολόγησαν δεόντως την άρνησή της να ικανοποιήσει τα αιτήματα του καταγγέλλοντος, σε πλήρη συμμόρφωση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Η ΟΚΕ εξήγησε επίσης ότι η καταγγέλλουσα, στις τρεις επιστολές της, είχε ισχυριστεί ότι η Μαδρίτη είχε γίνει ο τόπος κατοικίας της, ενώ μετά την παραίτησή της είχε ισχυριστεί ότι είχε μετακομίσει στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκου. Το τελευταίο αυτό επιχείρημα είχε προβληθεί από τον καταγγέλλοντα σε υπόθεση που αφορούσε διαφορετικό ισχυρισμό που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων στο Πρωτοδικείο (υπόθεση T-30/97, V. κατά ΟΚΕ)(1). Το Πρωτοδικείο είχε απορρίψει τα επιχειρήματα με την αιτιολογία ότι δεν είχε προσκομίσει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία.

Οι παρατηρήσεις της καταγγέλλουσας Στις παρατηρήσεις της, που παρελήφθησαν στις 30 Απριλίου 1998, η καταγγέλλουσα υπογράμμισε τους ισχυρισμούς που είχε ήδη διατυπώσει στις προηγούμενες επιστολές της, όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας των αποφάσεων που έλαβε η ΟΚΕ.
Η V. επισύναψε στην επιστολή της ορισμένα νέα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τη νέα αίτηση που είχε απευθύνει στην ΟΚΕ στις 6 Φεβρουαρίου 1998 και την απάντηση του θεσμικού οργάνου της 6ης Μαρτίου 1998. Το νέο αίτημα της καταγγέλλουσας συνοδευόταν από νέα έγγραφα, σύμφωνα με όσα είχε προτείνει προηγουμένως η ΟΚΕ, δηλαδή τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και νερού του διαμερίσματος της καταγγέλλουσας στη Μαδρίτη, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με το ταξίδι της τον Αύγουστο του 1997 από τις Βρυξέλλες στη Μαδρίτη. Η απάντηση του Γενικού Γραμματέα της ΟΚΕ που επισυνάπτεται στις παρατηρήσεις της καταγγέλλουσας ανέφερε ότι το αίτημά της είχε διαβιβαστεί στη Διεύθυνση Προσωπικού της ΟΚΕ για περαιτέρω εξέταση.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΕΣ


Δεδομένου ότι η ΟΚΕ δεν είχε λάβει θέση επί του αιτήματος του καταγγέλλοντος, αλλά η Διεύθυνση Προσωπικού εξακολουθούσε να εξετάζει το θέμα, η Γραμματεία του Διαμεσολαβητή επικοινώνησε με το θεσμικό όργανο για να διερευνήσει τις εξελίξεις της υπόθεσης. Απαντώντας στο αίτημα αυτό, η ΟΚΕ απέστειλε στις 9 Ιουνίου 1999 αντίγραφο της τελευταίας αλληλογραφίας μεταξύ του οργάνου και του καταγγέλλοντος. Μεταξύ των νέων πληροφοριών, η ΟΚΕ περιέλαβε σημείωμα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 21ης Αυγούστου 1998, με το οποίο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο καταγγέλλων είχε αιτιολογήσει δεόντως, με την τελευταία αίτησή του της 30ής Απριλίου 1998, τα έξοδα των οποίων είχε ζητηθεί η επιστροφή. Ωστόσο, η απόφαση δεν επεκτάθηκε στον υιό του καταγγέλλοντος, με την αιτιολογία ότι τα νέα έγγραφα δεν περιείχαν καμία αναφορά σε αυτόν.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα αυτά τα νέα έγγραφα είχαν προηγουμένως κοινοποιηθεί στην κ. V. από την ΟΚΕ, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί περιττό να τα διαβιβάσει για παρατηρήσεις στον καταγγέλλοντα.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ


1. Παραδεκτό της υπόθεσης και περαιτέρω έρευνα από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή
1.1 Η ΟΚΕ δήλωσε στη γνώμη της ότι η καταγγελία θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 2.8 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (2). Όπως εξηγείται στη γνωμοδότηση της ΟΚΕ, όταν η κ. V. απέστειλε την καταγγελία της στον Διαμεσολαβητή, το θεσμικό όργανο δεν είχε αποφασίσει επισήμως σχετικά με την προσφυγή που υπέβαλε ο καταγγέλλων βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και, ως εκ τούτου, η εσωτερική διαδικασία καταγγελιών που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο δεν είχε εξαντληθεί.
1.2. Σύμφωνα με το σύστημα που θεσπίστηκε με τη Συνθήκη και το καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, το παραδεκτό των καταγγελιών καθορίζεται από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Μετά την εξέταση της καταγγελίας της κ. V., από το κείμενο του τυποποιημένου εντύπου προέκυψε ότι τα αιτήματα και η επίσημη προσφυγή που υπέβαλε ο καταγγέλλων στην ΟΚΕ είχαν απορριφθεί επισήμως από το εν λόγω θεσμικό όργανο.
1.3 Δεδομένου ότι οι διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 § 8 του Καταστατικού του είχαν ακολουθηθεί από την καταγγέλλουσα και το κείμενο της καταγγελίας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η ΟΚΕ είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς της, ο Διαμεσολαβητής την κήρυξε παραδεκτή την 1η Δεκεμβρίου 1997.
Παρόλο που η χρονολογική σειρά των γεγονότων που περιγράφονται στη γνωμοδότηση της ΟΚΕ της 24ης Φεβρουαρίου 1997 έδειξε ότι το θεσμικό όργανο δεν είχε λάβει επίσημη θέση στην προσφυγή της καταγγέλλουσας όταν απέστειλε την επιστολή της στον Διαμεσολαβητή, το θεσμικό όργανο απέρριψε επισήμως την προσφυγή της αμέσως μόλις ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει έρευνα επί του θέματος και προτού το θεσμικό όργανο κληθεί να γνωμοδοτήσει.
Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις εκτιμήσεις, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι διαδικαστικές ελλείψεις του καταγγέλλοντος είχαν διορθωθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και, ως εκ τούτου, αποφάσισε να συνεχίσει την έρευνα για το θέμα αυτό.
2. Αιτιολόγηση των αποφάσεων της ΟΚΕ με τις οποίες απορρίφθηκε η καταβολή της αποζημίωσης επανεγκατάστασης και των εξόδων ταξιδίου της καταγγέλλουσας
2.1 Η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι οι αποφάσεις που έλαβε η ΟΚΕ σχετικά με τις αιτήσεις της για αποζημιώσεις επανεγκατάστασης και έξοδα ταξιδίου ήταν αδικαιολόγητες. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι οι λόγοι που χρησιμοποίησε η ΟΚΕ για να εξηγήσει την άρνησή της ήταν ασαφείς και δεν διευκρίνιζαν τα έγγραφα που χρειαζόταν το θεσμικό όργανο για να ικανοποιήσει το αίτημά της.
2.2. Η ΟΚΕ δήλωσε, απαντώντας στο αίτημα της καταγγέλλουσας, ότι δεν περιέλαβε στην αίτησή της κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τη μετακίνηση και την αλλαγή της διεύθυνσής της από τις Βρυξέλλες στη Μαδρίτη. Σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση εγγραφής που απευθυνόταν στον δήμο της Μαδρίτης ή ενιαίο αεροπορικό εισιτήριο για τη Μαδρίτη, ο φορέας ανέφερε ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούσαν επαρκή απόδειξη αλλαγής κατοικίας. Επιπλέον, η ΟΚΕ εξήγησε ότι, προκειμένου να αποδείξει το νέο καθεστώς της, θα μπορούσε να προσκομίσει, για παράδειγμα, έγγραφα όπως λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος ή φυσικού αερίου, πιστοποιητικά εργασίας και/ή περιγραφή των περιστάσεων του ταξιδιού.
Αφού η καταγγέλλουσα προσκόμισε τα στοιχεία αυτά με το από 30 Απριλίου 1998 έγγραφό της, η ΟΚΕ επανεξέτασε το ζήτημα και τελικά χορήγησε τις αποζημιώσεις (απόφαση της 21ης Αυγούστου 1998). Ωστόσο, η απόφαση αυτή ίσχυε μόνο για την ίδια την καταγγέλλουσα, δεδομένου ότι το θεσμικό όργανο έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν έκαναν καμία αναφορά στην κατάσταση του γιου της.
2.3. Είναι μια αρχή της καλής διοικητικής συμπεριφοράς ότι οι αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται. Η υποχρέωση αυτή έχει ως σκοπό να παράσχει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του επί της νομιμότητας των αποφάσεων και να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις για να κρίνει αν οι αποφάσεις αυτές είναι βάσιμες ή αν περιέχουν πλημμέλειες που καθιστούν δυνατή την αμφισβήτηση της νομιμότητάς τους. Ωστόσο, η έκταση της υποχρεώσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει των πραγματικών περιστατικών κάθε περιπτώσεως.
2.4. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η ΟΚΕ δεν παρέσχε επαρκείς ενδείξεις στον καταγγέλλοντα στα τρία σημειώματά της σχετικά με τον λόγο στον οποίο βασίστηκαν οι απορρίψεις.
Ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων που να αποδεικνύουν την επανεγκατάσταση του καταγγέλλοντος, η ΟΚΕ απάντησε υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αποδεικτικά στοιχεία. Σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν η καταγγέλλουσα επισύναψε πρόσθετα έγγραφα, η ΟΚΕ εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι τα υποβληθέντα αποδεικτικά στοιχεία ήταν ανεπαρκή και επισήμανε επίσης τα έγγραφα που θεωρούσε ότι θα μπορούσαν να αποδείξουν την αλλαγή του καθεστώτος της. Μόλις η καταγγέλλουσα υπέβαλε τα εν λόγω έγγραφα, το θεσμικό όργανο συμφώνησε να ικανοποιήσει το αίτημά της. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στα εν λόγω έγγραφα αναφέρονταν μόνο στην καταγγέλλουσα και δεν παρείχαν καμία ένδειξη στον γιο της, το θεσμικό όργανο δεν μπορούσε να αυξήσει το ποσό των αποζημιώσεων που χορηγήθηκαν για λογαριασμό του.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3. Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN

(1) Υπόθεση T-30/97, V. κατά ΟΚΕ, Συλλογή [1998] IA-0011· II-0023. Η υπόθεση αφορούσε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση πειθαρχικής ποινής της ΟΚΕ. Το Πρωτοδικείο κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων την είχε ασκήσει πέραν της προθεσμίας. Μολονότι η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι έπρεπε να έχει δικαίωμα παρατάσεως της προθεσμίας λόγω της διαμονής της εκτός Ευρώπης (Μαρόκο), δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της (σκέψη 33).

(2) Το άρθρο 2 παράγραφος 8 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ορίζει τα εξής: «Καμία καταγγελία δεν μπορεί να υποβληθεί στο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Κοινότητας και των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού τους, εκτός εάν έχουν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες υποβολής εσωτερικών διοικητικών αιτήσεων και καταγγελιών, ιδίως οι διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 90 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [...]»

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!