Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
Τρέχουσα γλώσσα:
- EL Ελληνικά
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 745/97/PD κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 745/97/PD - Εκκίνηση έρευνας στις Τρίτη | 16 Σεπτεμβρίου 1997 - Απόφαση στις Τρίτη | 15 Δεκεμβρίου 1998
Στρασβούργο, 15 Δεκεμβρίου 1998
Αξιότιμε κύριε L.,
στις 19 Αυγούστου 1997 υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με φερόμενους ως καταχρηστικούς συμβατικούς όρους που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1997 διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 18 Δεκεμβρίου 1997 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Ζητώ συγγνώμη για το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για την εξέταση της καταγγελίας σας.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποιεί καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις της για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών. Αναφέρθηκε στους γενικούς όρους της Επιτροπής που εφαρμόζονται στις συμβάσεις και υπέβαλε τις ακόλουθες τέσσερις αιτιάσεις:
- i) Τα άρθρα 24 και 30 των γενικών όρων προβλέπουν ότι η Επιτροπή διαθέτει προθεσμία εξήντα ημερών για να πληρώσει τους αντισυμβαλλομένους της. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι μια προθεσμία πληρωμής εξήντα ημερών φαινόταν ασυμβίβαστη με πρόσφατη σύσταση της Επιτροπής, η οποία τάσσεται υπέρ συντομότερων προθεσμιών πληρωμής στις εμπορικές συναλλαγές.
- ii) Δεν υπάρχουν κανόνες που να υποχρεώνουν την Επιτροπή να καταβάλλει τόκους υπερημερίας.
- iii) Το άρθρο 6 των γενικών όρων φαίνεται να αποκλείει κάθε ευθύνη της Επιτροπής για ζημίες.
- iv) Τα άρθρα 22 και 28 των γενικών όρων παρέχουν στην Επιτροπή υπερβολικό βαθμό προστασίας έναντι των υπερήμερων αναδόχων. Οι διατάξεις αυτές παρέχουν στην Επιτροπή εγγύηση ενός έτους για τις συμβάσεις προμηθειών και της επιτρέπουν να παρακρατεί το 10% του ποσού της σύμβασης μέχρι τη λήξη της εν λόγω περιόδου εγγύησης. Ο καταγγέλλων θεώρησε επίσης ότι οι διατάξεις αυτές αντιπροσώπευαν ασυνέπεια, δεδομένου ότι η Επιτροπή φαίνεται να παρέχει η ίδια υψηλότερο επίπεδο προστασίας από αυτό που συνιστά η Επιτροπή για τους απλούς καταναλωτές.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η γνώμη της Επιτροπής
Η Επιτροπή υπέβαλε τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με την καταγγελία:
- - Η Επιτροπή εκτίμησε πλήρως τα προβλήματα που προκλήθηκαν από τις μακρές προθεσμίες πληρωμής και είχαν ήδη ληφθεί μέτρα για τη βελτίωση των σχετικών πρακτικών.
- - Οι κανόνες σχετικά με την καταβολή τόκων υπερημερίας ρυθμίστηκαν επίσημα τον Ιούνιο του 1997. Έτσι, όλες οι συμβάσεις που συνήφθησαν μετά την 1η Οκτωβρίου 1997 περιέχουν ρήτρα που παρέχει στους πιστωτές το δικαίωμα καταβολής τόκων υπερημερίας.
- - Όσον αφορά την ευθύνη βάσει του άρθρου 6 των γενικών όρων, οι συμβάσεις καλύπτονται από το νομικό σύστημα που θεσπίζεται στις σχετικές συμβάσεις. Οι αντισυμβαλλόμενοι που θεωρούν ότι έχουν υποστεί ζημία είναι ελεύθεροι να προσφύγουν στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο.
- - Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή εξασφαλίζει αδικαιολόγητο βαθμό προστασίας για τον εαυτό της, η Επιτροπή δήλωσε ότι ενεργεί υπό την υποχρέωση να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας. Επιπλέον, η αναλογία του καταγγέλλοντος με τις συνήθεις συμβάσεις καταναλωτών φάνηκε ανεπαρκής, καθώς σε κάθε περίπτωση η Επιτροπή θα πρέπει να θεωρείται ο «καταναλωτής» στις συμβάσεις και ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό με τους καταναλωτές που προσπαθούν να εξασφαλίσουν καλύτερη νομική θέση για τον εαυτό τους από ό, τι προκύπτει από τους ισχύοντες κανόνες.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Η υπό κρίση αιτίαση αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα των τυποποιημένων συμβατικών όρων που υιοθέτησε η Επιτροπή όσον αφορά τις συμβάσεις προμήθειας αγαθών και παροχής υπηρεσιών. Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής είναι αρμόδιος για την εξέταση καταγγελιών που αφορούν συμβατικές σχέσεις, αν και κατά κανόνα δεν καθορίζει κατά πόσον υπήρξε παραβίαση της σύμβασης σε χωριστές περιπτώσεις. Σκοπός των ερευνών επί συμβατικών θεμάτων είναι πρωτίστως να διασφαλιστεί ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο ή οργανισμός είναι σε θέση να αιτιολογήσει με συνεκτικό τρόπο τις θέσεις του στη συγκεκριμένη υπόθεση.
2. Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή δήλωσε ότι γνωρίζει το πρόβλημα και ότι έχουν ήδη ληφθεί διοικητικά μέτρα για την επιτάχυνση των πληρωμών. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι γενικοί όροι δεν φαίνεται να είναι ασυμβίβαστοι με τις τρέχουσες πρωτοβουλίες της Επιτροπής για την εναρμόνιση των προθεσμιών πληρωμής στις εμπορικές σχέσεις και στις σχέσεις δημοσίων συμβάσεων (1). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η περαιτέρω διερεύνηση του ισχυρισμού αυτού.
3. Ο δεύτερος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορά την έλλειψη υποχρέωσης της Επιτροπής να καταβάλει τόκους υπερημερίας. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι συμβάσεις που συνάφθηκαν με την Επιτροπή μετά την 1η Οκτωβρίου 1997 περιέχουν πλέον ρήτρες που παρέχουν στους πιστωτές το δικαίωμα καταβολής τόκων υπερημερίας. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η περαιτέρω διερεύνηση του ισχυρισμού αυτού.
4. Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, φαίνεται ότι το άρθρο 6 των γενικών όρων αποκλείει απλώς την ευθύνη της Επιτροπής για τη συμβατική σχέση μεταξύ των άμεσων εργολάβων και των υπεργολάβων τους. Τέτοιες ρήτρες είναι κοινές στις συμβατικές σχέσεις και δεν φαίνεται να παρέχουν υπερβολικό βαθμό προστασίας στην Επιτροπή.
5. Ο τέταρτος ισχυρισμός του καταγγέλλοντος αφορά την εικαζόμενη υπερβολική αυτοπροστασία της Επιτροπής όσον αφορά τις συμβατικές εγγυήσεις. Με τα άρθρα 22 και 28 των γενικών όρων της, η Επιτροπή εξασφάλισε ότι θα έχει εγγύηση ενός έτους για προμήθειες στο πλαίσιο συμβάσεων αγαθών και υπηρεσιών και ότι το 10% του ποσού της σύμβασης μπορεί να παρακρατηθεί μέχρι τη λήξη της εν λόγω περιόδου. Η Επιτροπή τόνισε ότι έχει την υποχρέωση να διαφυλάσσει τα νόμιμα συμφέροντα της Κοινότητας, πράγμα που στο παρόν πλαίσιο συνεπάγεται την υποχρέωση να προστατεύει τα οικονομικά της Κοινότητας. Παραδέχθηκε επίσης ότι το συμφέρον αυτό πρέπει να εξισορροπηθεί με το συμφέρον της χρηστής διοίκησης. Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η εν λόγω στάθμιση πραγματοποιήθηκε με ανάρμοστο τρόπο.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
6. Βάσει των ερευνών της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση
Jacob Söderman
(1) Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, COM(98) 0126 τελικό, ΕΕ 1998 C 168/0013, κεφάλαιο II άρθρο 8 παράγραφος 1.